Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Εγώ ο Γάγιαθ



Εγώ ο Γάγιαθ, γιος της Αϊσά, αν και είμαι μονάχα ένας ταπεινός μετανάστης, 

θέλω εκ μέρους των Σύριων 
να ζητήσω συγνώμη απ’ όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες 
που κάθε βράδυ γεμίζουμε τις τηλεοράσεις τους με τον θάνατό μας 
την ώρα που τρώνε το βραδινό τους και ετοιμάζονται να δουν το αγαπημένο τους σήριαλ, 
θέλω να ζητήσω συγνώμη από τις δημοτικές αρχές 
που δεν μαζεύουμε τα σκουπίδια μας από τις παραλίες 
και που μολύνουμε τις ακτές με τόνους πλαστικό, 
είμαστε βλέπετε απολίτιστοι και δεν έχουμε οικολογική συνείδηση, 
θέλω να ζητήσω συγνώμη από τους ξενοδόχους και τους τους οπερέιτορς 
για τη ζημιά που προκαλούμε στο τουριστικό προϊόν των νησιών, 
θέλω να ζητήσω συγνώμη που με τα κινητά μας τηλέφωνα και τα καθαρά μας ρούχα χαλάμε το στερεότυπο του κακόμοιρου μετανάστη,
θέλω να ζητήσω συγνώμη από τους λιμενικούς που έχουν αναλάβει το βαρύ έργο να βουλιάζουν τις βάρκες μας,
 από τους αστυνομικούς επειδή δεν στεκόμαστε πάντα σε γραμμή, 
από τους οδηγούς των κτελ που πρέπει να φοράνε χειρουργικές μάσκες για να προστατευτούν απ’ τις αρρώστιες που κουβαλάμε, 
θέλω επίσης να ζητήσω ένα μεγάλο συγνώμη απ’ όλη την ελληνική κοινωνία που δεν χωράμε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και κοιμόμαστε στις πλατείες και στα πάρκα• 
τέλος, θέλω να ζητήσω συγνώμη από την ελληνική κυβέρνηση 
που είναι αναγκασμένη να αξιώνει επιπλέον κονδύλια από την Ευρωπαϊκή Ένωση 
για να πληρώνει τους προμηθευτές των στρατοπέδων συγκέντρωσης, 
τους οδηγούς των κτελ, τους αστυνομικούς, τους τουρ οπερέιτορς, τους ξενοδόχους, τις δημοτικές αρχές και τους τηλεοπτικούς σταθμούς.


Γιάζρα Χαλίντ


γιατί ''Ποίηση, σημαίνει επίθεση''

Αντιγράφω από το the cricket



Τυχαία, από ένα παλιό κείμενο, έπεσα πάνω στη φράση ενός ποιητή. «Ποίηση σημαίνει επίθεση». Έφτασα στο όνομα Jazra Khaleed (Γιάζρα Χάλεντ). Στην αρχή, σκέφτηκα, υπάρχουν δύο τρόποι να προσεγγίσεις αυτόν τον ποιητή. Μπορώ να πω, να, άλλη μια ιστορία ενός ανθρώπου που βραβεύεται στο εξωτερικό, που το έργο του μεταφράζεται στα γερμανικά και στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες, δημοσιεύεται σε λογοτεχνικά περιοδικά σε όλο τον κόσμο και που ο έξω κόσμος τον διαβάζει. Ο ποιητής Jazra Khaleed λοιπόν, γράφει ποίηση, αυτοσχεδιάζει, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Τεφλόν και μέλος των εκδόσεων Τοποβόρος, μεταφράζει ποιήματα αγνώστων σε μας ποιητών και συζητιέται στο εξωτερικό. Ο ποιητής Jazra Khaleed γεννήθηκε στην Τσετσενία, ζει εδώ και πάρα πολλά χρόνια στην Ελλάδα, αλλά ευτυχώς δεν κινδυνεύει να βραβευτεί ποτέ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που συνηθίζει να βραβεύει μετανάστες όταν αυτή η κίνηση εξυπηρετεί τα Μέσα, τη συγκυρία και την (όπως έχει αποδειχτεί, αρκετά ελαστική όταν χρειάζεται) εθνική υπερηφάνεια.


Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα)
Είμαι μια υγειονομική απειλή
Ένα μίασμα
Δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας;
Το χρώμα ή τα δόντια μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
Ξωκοίλουνε τα σαπιοκάραβα
Στην πλάτη μου ξεκινάνε εμφύλιοι πόλεμοι
Αντάρτες ξεπηδούν από τα πλευρά μου
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
Βάζουν αγγελίες θανάτου στο κορμί μου
Επικηρύσσουν την κάθε μου έκκριση
Την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
Αυτοί διαλαλούνε την ασφάλεια
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ
Τα μεροκάματα πέφτουν
Οι εργολάβοι αγοράζουν
Η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι
Mε τα χέρια γεμάτα αίμα
Οι καλοί και ευαίσθητοι άνθρωποι
Αγοράζουν το φόβο σε μπουκαλάκια
Φυλάνε το σώμα τους στην τράπεζα για τόκο
Ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος
Γροθιά, κνήμη, πούτσος
Σ’ αυτή τη χώρα
Βιάζουν τους μετανάστες
Καίνε τους ποιητές
Ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
Τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει
Κάτω από την κόψη του σπαθιού
Την τρομερή
Θα ζήσετε
Χίλια χρόνια
Καθαροί


Ή μπορώ να πω ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ποιητής Jazra Khaleed. Δεν υπάρχει ποιητής από την Τσετσενία ή τα Εξάρχεια. Υπάρχει μόνο η σκιά της σκιάς, μια φωνή που βγαίνει από το κέντρο της πόλης, μια φωνή που δεν ανήκει πουθενά, μόνο παριστάνει τον ποιητή Jazra Khaleed. Αυτή η φωνή είναι απλά ένα beat, μια σφαίρα από λέξεις και ρίμες που εκτοξεύει ζωή, ιστορία και αίμα στα μούτρα μας. Αυτή η φωνή δεν διστάζει επιτέλους να δει χωρίς γυαλιά ηλίου, χωρίς παραμορφωτικά γυαλιά, χωρίς τα γυαλιά του τουρίστα και χωρίς τα γαλανόλευκα γυαλιά, το Αιγαίο πέλαγος. Το Αιγαίο λοιπόν δεν μπορεί να βρεθεί στο Instagram, ούτε πια μπορεί να αναζητηθεί σε ένα ποίημα του Ελύτη ή κάποιο παλιό φωτογραφικό άλμπουμ. Δεν υπάρχουν διακοπές στο Αιγαίο. Τα ποιήματα του Jazra Khaleed επιχειρούν να μας το παραδώσουν όπως είναι και όπως αρνούμαστε επίμονα να παραδεχτούμε ότι μοιάζει. Γεμάτο θάνατο, φυλακές και αδιαφορία.


το αιγαίο είναι μια υγειονομική βόμβα
οροθετικές πόρνες
παιδιά με τυμπανισμό
μουσουλμάνοι φυματικοί
ροφοί με ουλίτιδα (ή στα κάρβουνα
στο νησί «φιλοξενία παράνομων μεταναστών» ο δήμαρχος είναι επιχειρηματίας, ο παπάς είναι επιχειρηματίας, ο μπάτσος είναι επιχειρηματίας, ο χρυσαυγίτης είναι επιχειρηματίας, ο επιχειρηματίας είναι επιχειρηματίας, ο ροφός είναι επιχειρηματίας (όλοι ολίγον τι φασίστες επιχειρηματίες

28ος μεσημβρινός (ο σκληρός

27ος μεσημβρινός (ξηρά εμπρός

26ος μεσημβρινός (ύφαλος!

25ος μεσημβρινός (το καΐκι μπάζει νερά

24ος μεσημβρινός και 36ος παράλληλος γωνία (στα βαθιά

στο νησί «πνίξτε τους σύριους» κάθε χωριό είναι κι ένα περιστατικό δυσκοιλιότητας, κάθε στρατόπεδο συγκέντρωσης και μια ευκαιρία για μπάρμπεκιου, κάθε κρατητήριο κι ένας χώρος γυμναστικής, η ελευθερία δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεταφραστικό λάθος (τούρκικα μόνο μιλάει ο ροφός


***

Μιλάμε για την ποίηση και το δρόμο, τη δύναμη των στίχων.Ο Jazra Khaleed λέει: «Το ποίημα δεν υπάρχει μόνο του, δεν έχει γραφτεί για να υπάρξει μόνο του. Είναι μέρος ενός λόγου, που υπάρχει αυτή τη στιγμή και βρίσκεται σε ποιήματα, σε αφίσες, στο δρόμο. Ένα ποίημα είναι το κομμάτι μιας μεγαλύτερης εικόνας. Δεν γίνεται να το αποκόψεις από το κοινωνικό περιβάλλον. Παλεύει μαζί με όλα τα υπόλοιπα κομμάτια, στο επίπεδο του λόγου». Δεν έχει νόημα να κάνεις ερωτήσεις για την πολιτική κατάσταση, η ποίησή του δίνει τις απαντήσεις. Μου λέει απλά «ο φασισμός είναι επίσημη κρατική πολιτική».

Τον ρωτάω για τους μετανάστες, αν τελικά υπάρχει πάντα μια απόσταση ανάμεσα σ’ εμάς που περιγράφουμε και σε αυτούς που ζούνε. «Προφανώς δεν μπορούμε να μπούμε μέσα σ’ αυτό που ζούνε οι μετανάστες, αλλά μπορούμε να επιλέξουμε και επιλέγουμε τις πράξεις μας, το τι κάνουμε. Και αυτό είναι κάτι που έχει συνέπειες». Στα ποιήματά του, σε διάφορα σημεία, φαίνεται μια κριτική στην αριστερά ως προς το ζήτημα των μεταναστών. «Η αριστερά θέλει να κάνει συναυλίες έξω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, θέλει να μοιράσουμε σαπούνια. Να μην τους πνίξουμε πολύ, να τους πνίξουμε λίγο».

Όλοι τον ρωτάνε πώς γίνεται και δημοσιεύεται στα σημαντικότερα λογοτεχνικά του εξωτερικού και όχι εδώ. Μόλις ρωτάω συνειδητοποιώ και εγώ ότι αυτή την ερώτηση δεν την απευθύνει κανείς στον ποιητή, αλλά στον εκδότη, εκτός αν θέλει να εκμαιεύσει μια δήλωση για να βάλει τίτλο. Όμως ο Jazra Khaleed είναι άνετος, μου λέει πως δεν τον ενοχλεί, δεν είναι κάτι με το οποίο ασχολείται και μοιάζει να λέει αλήθεια. «Στο εξωτερικό άμα τους αρέσει κάτι και άμα τους ταιριάζει, δημοσιεύεται. Δεν επιλέγεται κάτι ανάλογα με το πολιτική του στάση ή με βάση το socializing. Σήμερα, οι καλύτεροι απ’ αυτούς που γράφουν ελληνικά ποιήματα, δεν μπορούν να βγάλουν βιβλία». Μου μιλάει για την Τρίτη γενιά Ανατολικογερμανών ποιητών, για το πώς ενάντια στη λογοκρισία και την καταστολή, ήρθαν σε ρήξη με τον κυρίαρχο λόγο και δημιούργησαν τον δικό τους δημόσιο λόγο. Είχαν γράψει γι’ αυτούς στο Τεφλόν. Όπως έχουν γράψει και για την ποίηση των Αβορίγινων. Απ’ αυτά και μόνο, φαίνεται το ενδιαφέρον για την γλώσσα που συγκρούεται με τον κυρίαρχο λόγο σε όλο τον κόσμο. Του μιλάω για το φαινόμενο οι ποιητές να εκδίδουν ποιητικές συλλογές πληρώνοντας οι ίδιοι κάποιον εκδοτικό οίκο. Μου λέει απλά: «Βρισκόμαστε σ’ αυτό σημείο, οι εργάτες να πληρώνουν τα αφεντικά».

Λέει ότι μόλις βρισκόταν στο Βερολίνο, όπου συμμετείχε (και βραβεύτηκε, όχι πως έχει σημασία) σε ένα διαγωνισμό, στον οποίο οι ποιητές καλούνταν να αυτοσχεδιάσουν με θέμα τη Συρία. Υπήρχε μια database με ποιήματα γραμμένα από Αραβίνες ποιήτριες που γράφουν στα αγγλικά και μια άλλη με tweets δημοσιευμένα με το hashtag #syria. Έβγαιναν λοιπόν στην οθόνη τυχαία tweets και στίχοι και έπρεπε με βάση αυτά να αυτοσχεδιάσεις. «Είναι δύσκολο από άποψη ποιητικής, είναι μια πρόκληση. Πρέπει να προσαρμοστείς, αφού μπαίνει ο παράγοντας τυχαιότητα, να βάλεις τις λέξεις σε μια σειρά και τελικά παράγεις έναν λόγο επιθετικό προς τον κυρίαρχο λόγο». Ο Jazra Khaleed μου λέει ότι βγήκε ένα φοβερό αποτέλεσμα, του έλεγαν θεατές μετά ότι απ’ την ένταση δεν μπορούσαν να κοιμηθούν το βράδυ. Το σώμα ένιωσε την ποίηση στο πετσί του.

Από τις μεταφράσεις που έχει κάνει με παραπέμπει στο έκτο τεύχος του Τεφλόν. Στο ποίημα του Bert Papenfuß «πείνα δίψα και ντρόγκα» υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ανάλυση που μπορείτε να δείτε εδώ.

***

Διαβάζοντας τον ποιητή και πυγμάχο (όπως λέει χαρακτηριστικά σε ένα ποίημά του) Jazra Khaleed νιώθω τα γραπτά του να χωρίζονται σε τρεις ομάδες. Στα ποιήματα βουτηγμένα στη βενζίνα η επίθεση στην πραγματικότητα μοιάζει να εκκινεί από τη ματιά ή απ’ το ίδιο το σώμα ενός τυχαίου μετανάστη, ενσωματώνοντας μια πικρή διάθεση, αλλά και ισόποσες δόσεις ήττας και λύσσας. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα άνθρωπο που στέκεται στο φανάρι γέρνοντας πάνω σ’ ένα δέντρο περιμένοντας να τελειώσει το πράσινο. Δίπλα του ο κουβάς με τη σαπουνάδα για τα τζάμια, και αυτός λέει:


Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα έπρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)


Σε όσα ποιήματα υπάγονται στο The New Beat η επίθεση είναι ολική, δίχως δεύτερη σκέψη ή δισταγμό. Οι λέξεις φτιάχνουν μια σύγκρουση με 200 χλμ την ώρα και δεν υπάρχει ούτε το ελάχιστο ίχνος φρένου. Εδώ μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι ο λόγος γίνεται όντως beat. Τα ποιήματα μοιάζουν με ένα νεαρό που στέκεται σε μια μικρή σκηνή. Τα φώτα παίζουν, από κάτω καμιά εκατοστή άτομα κουνάνε τα χέρια τους ρυθμικά, και αυτός λέει:


ποιητάδες, μείνετε σπίτι. εύθραυστοι σαν κυκλάμινα, μια ζωή στην ήττα και την άμυνα. ξοφλημένοι αριστεροί, μπουρζουάδες του ποιείν. στο μακελειό σκορπάτε σαν τα ποντίκια απ’ το σάμινα. νεκρά φύση. εγώ εκπαιδεύω λέξεις φενταγίν. δε γράφω ποίηση, γράφω προκηρύξεις. να δούμε πού θα είστε όταν το αίμα στο δρόμο πήξει.

Τέλος αναγνωρίζω μια τρίτη ομάδα ποιημάτων, κρυφών και υπόγειων, σχεδόν ύπουλων. Σ’ αυτά, η επίθεση κρύβεται πίσω από μια ανεξιχνίαστη γωνία. Η επίθεση είναι μια έκπληξη, σε πιάνει απ’ το γιακά και σου ζητάει ευγενικά αλλά χωρίς πολλά πολλά να ρίξεις το βλέμμα σου στη μητρόπολη, στην πλατεία Ομονοίας, στις λεωφόρους και τις πολυκατοικίες. Τα ποιήματα μοιάζουν με έναν άνθρωπο που στέκεται στα σκαλιά του μετρό. Παρατηρεί τα παιδιά με τα σκέιτ που κάνουν τα δικά τους, ο κόσμος πηγαινοέρχεται γεμάτος τσαντίλα, κολλάει μανία την παλάμη του στην ασφάλεια του Κινητού, και αυτός λέει:


Στο σφαγείο της καθημερινότητας εγώ πουλάω μπαλτάδες
Γράφω ένα ποίημα κάθε φορά που πηγαίνω από το σπίτι μου στο μετρό
Αναμένω μια συγκίνηση


και αλλού


Διασχίζω την πόλη πάνω σε ένα σκεϊτ
Γυμνός
Με τα κορδόνια λυμένα
Γίνομαι αόρατος
Κάμερες ή όπλα, ένα από τα δύο θα με σκοτώσει
Υπάρχει ένας δρόμος, αλλά δεν υπάρχει ελευθερία


***

Φυσικά δεν έγινα κριτικός λογοτεχνίας ή ειδικός στην ποίηση, για να με ενδιαφέρει ή να μπορώ να κάνω μια αποτίμηση του ποιητή και να καταλήξω σε συμπεράσματα για την ποιότητα των γραπτών του οποιουδήποτε. Άλλωστε ξέρουμε ότι τίποτα που να αξίζει δε μπορεί να μετρηθεί. Με ενδιαφέρει όμως ο λόγος, αυτό το κομμάτι της ευρύτερης ζωής και που αποτελεί το εργαλείο για να δούμε λίγο καθαρότερα αυτό που συμβαίνει γύρω μας και μέσα μας. Αν ο Πρεβεδουράκης με το «Κλέφτικο» μιλάει για τους 30αρηδες που ματαιώθηκαν, απέτυχαν (τουλάχιστον με το μέτρο που είχε ορίσει το φαντασιακό των χρόνων της ισχυρής Ελλάδας), αναγκάστηκαν να αλλάξουν και ζορίζονται σήμερα εντός της αντίφασής τους, ο Khaleed ρίχνει τον προβολέα λίγο πιο δίπλα. Ενώ εμείς διστάζουμε για όλα και ριχνόμαστε στο μπέρδεμά μας άφραγκοι πια, δίπλα μας ορθώνονται τα τείχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης και στοιβάζονται στον αιγαιοπελαγίτικο βυθό σωροί τα πτώματα. Τα ημιυπόγεια ξεχειλίζουν απελπισία, οι business ανθίζουν, οι εργοδότες αγριεύουν. Ο Jazra Khaleed, κι ας ακούγεται υπερβολικό, μιλάει για τον καπνό που βγαίνει απ’ την καμινάδα της εποχής μας. Η ποίησή του καταφέρνει να πυροβολήσει ρίμες για μια πόρνη απ’ τη Σενεγάλη που βρέθηκε πεταμένη στον ακάλυπτο. Η ποίηση του Jazra Khaleed πρέπει να φυλαχθεί, μαζί με τόσα άλλα πολύτιμα, γιατί μας βοηθάει να αφηγηθούμε τη ζωή στην Ελλάδα, ενάντια στην κυρίαρχη αφήγηση που συσκοτίζει, εντείνει τη σύγχυση και καθησυχάζει τρομάζοντας.

Ακούω τα ποιήματά του δυνατά.* Μου λένε, πολύ θυμός. Κι όμως, σκέφτομαι, ότι δεν πρόκειται για θυμό, δεν πρόκειται για μια οργισμένη ευκολία που βρίζει ή καταφέρεται κατά ενός παντοδύναμου και αυταρχικού αντιπάλου. Ο Jazra Khaleed αφηγείται την ιστορία των χρόνων μας, οπωσδήποτε δυσάρεστη, αχώνευτη και πιεστική. Και αυτή η ιστορία, μόλις κάποιος την αντιληφθεί με όλες του τις αισθήσεις, μόλις αποτυπωθεί με σαφήνεια σε ένα κομμάτι χαρτί, δεν σταματάει να ζητάει τα ρέστα για την ανοχή και την υπομονή μας. Η ποίηση του Jazra Khaleed δεν μας τραβάει απ’ το μανίκι, απλά ανοίγει μπροστά μας την (μισοδιάφανη έτσι κι αλλιώς) κουρτίνα. Κοιτάξτε και μη φοβάστε τις λέξεις, μη φοβάστε την ορμή, μη φοβάστε το θυμό. Κοιτάξτε. 

Θα χρειαστεί να δώσουμε μεγάλες μάχες με τους εαυτούς μας κάποτε για να εξηγήσουμε και να χωνέψουμε όλα αυτά που συμβαίνουν σήμερα. Καλό είναι σε αυτή τη μάχη να κατέβουμε με σύμμαχο τις λέξεις. Κι ας λέει κάπου ο Jazra Khaleed:


Το χτύπημα των πλήκτρων δεν μπορεί να σωπάσει
την παρέλαση των αρβυλών
Ένα απείθαρχο ποίημα δεν μπορεί να σώσει
έναν υποταγμένο ποιητή


Οι λέξεις αποβαίνουν πολύτιμες για τις πιο σκληρές μάχες. Ποίηση σημαίνει επίθεση.


*





Ενδιαφέρουσες πληροφορίες  για τον άγνωστο ποιητή μπορείτε να δείτε εδώ 

''Ν.'' Stephen King (μέρος 2-β)





Ώστε το μέτρημα είναι σημαντικό, λέω εγώ, αλλά το άγγιγμα είναι πιο σημαντικό. Τι είναι ανώτερο κι απ το άγγιγμα;

’Η τοποθέτηση’’ λέει και ξαφνικά αρχίζει να τρέμει σύγκορμος, σαν σκυλί παρατημένο έξω στην παγωμένη βροχή.  ‘’Ω Θεέ μου’’

Ξαφνικά ανακάθεται και κρεμάει τα πόδια  του απ το πλάι του ντιβανιού. Στο τραπέζι δίπλα του, εκτός απ το Αιώνιο Κουτί Με Τα Κλίνεξ, υπάρχει ένα ανθοδοχείο με λουλούδια. Με πολύ γρήγορες κινήσεις, μετακινεί το κουτί και το ανθοδοχείο έτσι ώστε να βρεθούν διαγώνια το ένα σε σχέση με το άλλο. Ύστερα παίρνει δύο απ τις τουλίπες  και τις τοποθετεί μίσχο με μίσχο, έτσι που το ένα άνθος ν΄αγγίζει το κουτί με τα Κλίνεξ και το άλλο το ανθοδοχείο
‘’Αυτό διώχνει τον κίνδυνο’’ λέει. Διστάζει, ύστερα κουνάει το κεφάλι σα να έχει επιβεβαιώσει μες στο μυαλό του ότι αυτό που σκεφτόταν είναι το σωστό.  ‘’Προστατεύει την τάξη του κόσμου’’ Κομπιάζει πάλι.  ‘’Για την ώρα’’



Κοιτάζω το ρολόι μου. Ο χρόνος ας έχει τελειώσει κι έχουμε κάνει αρκετά για μια μέρα.
Την επόμενη βδομάδα, λέω. Την ίδια ώρα, στην ίδια εκπομπή.  Μερικές φορές μετατρέπω αυτό το αστειάκι σε ερώτηση, αλλά όχι στην περίπτωση του Ν.  Πρέπει να ξαναρθεί και το ξέρει.
‘’Δεν υπάρχει μαγική γιατρειά, έτσι ; ‘’ ρωτάει. Αυτή τη φορά το χαμόγελο είναι τόσο θλιμμένο, που σχεδόν με πονάει να το βλέπω.
Του λέω ότι ίσως αισθανθεί καλύτερα. (Αυτό το είδος θετικής υποβολής ποτέ δε βλάπτει, όπως όλοι οι ψυχίατροι ξέρουν)   Κατόπιν του λέω να πετάξει τα Άμπιεν και ‘’τα χάπια με την πράσινη νυχτοπεταλούδα’’  - τα Λουνέστα υποθέτω. Αν δε φέρνουν αποτέλεσμα τη νύχτα, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να του δημιουργήσουν προβλήματα τις ώρες που είναι ξύπνιος. Το να  αποκοιμιέται στο τιμόνι την ώρα που οδηγεί στον αυτοκινητόδρομο δε θα λύσει κανένα απ τα προβλήματά του
‘’Όχι, ‘’ λέει.  ‘’Υποθέτω πως όχι. Γιατρέ, δε συζητήσαμε ποτέ τη ρίζα του προβλήματος. Ξέρω ποια είναι…’’
Την επόμενη εβδομάδα ίσως φτάσουμε και σ αυτό , του λέω. Στο μεταξύ, θέλω να φτιάξει έναν πίνακα χωρισμένο σε τρία τμήματα – μέτρημα, άγγιγμα και τοποθέτηση- και να τον ενημερώνει καθημερινά. Θα το κάνει αυτό;
‘’Ναι’’ λέει.
Τον ρωτάω , σχεδόν αδιάφορα, αν του έχει γεννηθεί ποτέ η επιθυμία να αυτοκτονήσει.
‘’Μου έχει περάσει απ το νου, αλλά έχω πάρα πολλά να κάνω’’
Αυτή είναι μια ενδιαφέρουσα και μάλλον ανησυχητική απάντηση.

Του δίνω την κάρτα μου και του λέω να μου τηλεφωνήσει – μέρα ή νύχτα – αν η ιδέα της αυτοκτονίας αρχίσει να του φαίνεται πιο ελκυστική  Λέει ότι θα το κάνει. Αλλά, βέβαια , σχεδόν όλοι τους το υπόσχονται.
‘’Στο μεταξύ’’ του λέω στην πόρτα, βάζοντας το χέρι μου στον ώμο του,   ‘’συνέχισε να διατηρείς μια σταθερή σχέση με τη ζωή’’
Με κοιτάζει , χλωμός και αγέλαστος τώρα, ένας άντρας που τον ξεσκίζουν αόρατα πουλιά.  ‘’Εχεις διαβάσει ποτέ το  Ο Μέγας Θεός Παν του Άρθρουρ Μάχεν’’ ;
Κουνάω το κεφάλι μου αρνητικά
‘’Είναι η πιο τρομακτική ιστορία που γράφηκε ποτέ’’ λέει.  ‘’Σε κάποιο σημείο, ένας απ τους ήρωες λέει «Ο πόθος πάντα υπερισχύει»  Αλλά αυτό που εννοεί δεν είναι ο πόθος. Αυτό που εννοεί, είναι ο καταναγκασμός.

Πάξιλ;  Ίσως Πρόζακ Αλλά κανένα απ τα δύο προτού προσδιορίσω καλύτερα το στίγμα αυτού του ενδιαφέροντος ασθενούς.





7 Ιουνίου 2007
14 Ιουνίου 2007
28 Ιουνίου 2007

Ο Ν. φέρνει την ΄εργασία΄  του στην επόμενη συνεδρία μας , όπως ακριβώς το περίμενα. Υπάρχουν πολλά πράγματα σ αυτό τον κόσμο στα οποία δεν μπορείς να βασιστείς και πολλοί άνθρωποι που δεν μπορείς να εμπιστευτείς, αλλά οι πάσχοντες από ΙΨΔ, εκτός κι αν πεθάνουν, σχεδόν πάντα ολοκληρώνουν ό,τι αναλαμβάνουν.
Από μια άποψη, οι πίνακές του είναι αστείοι. Από μια άλλη, ειλικρινά τρομακτικοί. Στο κάτω κάτω είναι λογιστής και υποθέτω ότι έχει χρησιμοποιήσει ένα απ τα λογιστικά προγράμματά του για να δημιουργήσει τα περιεχόμενα του φακέλου που μου δίνει πριν προχωρήσει στο ντιβάνι. Είναι λογιστικά φύλλα . Μόνο που αντί για επενδύσεις και καταχωρίσεις εσόδων-εξόδων, αυτοί οι πίνακες καταγράφουν με λεπτομέρεια το περίπλοκο πεδίο των ιδεοληψιών του Ν.   Τα δυο πρώτα φύλλα επιγράφονται ΜΕΤΡΗΜΑ, τα επόμενα δύο ΑΓΓΙΙΓΜΑ  και τα τελευταία έξι ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ.   Καθώς τα φυλλομετρώ, απορώ πού βρίσκει χρόνο για άλλες δραστηριότητες. Ωστόσο οι πάσχοντες από ΙΨΔ σχεδόν πάντα βρίσκουν έναν τρόπο. Η ιδέα των αόρατων πουλιών μου ξανάρχεται. Τα βλέπω κουρνιασμένα σε όλο το σώμα του Ν., να ξεσκίζουν τη σάρκα του με αιματηρά ραμφίσματα

Όταν σηκώνω τα μάτια, έχει ξαπλώσει στο ντιβάνι, γι άλλη μια φορά με τα χέρια πλεγμένα σφιχτά πάνω στο στήθος του. Και έχει αλλάξει τη διάταξη του ανθοδοχείου και του κουτιού με τα χαρτομάντηλα, έτσι ώστε να συνδέονται πάλι σχηματίζοντας μια διαγώνιο πάνω στο τραπέζι. Τα λουλούδια σήμερα είναι λευκοί κρίνοι. Βλέποντάς τα έτσι τοποθετημένα, μου θυμίζουν κηδεία.

‘’Σε παρακαλώ, μη μου ζητήσεις να τα ξαναβάλω όπως ήταν’’  λέει απολογητικά αλλά σταθερά.  ‘’Θα φύγω αν είναι να κάνω κάτι τέτοιο’’

Του λέω ότι δεν έχω καμία πρόθεση να του ζητήσω να τα ξαναβάλει όπως ήταν. Του δείχνω τα λογιστικά φύλλα και τον συγχαίρω για την επαγγελματική δουλειά του. Ανασηκώνει τους ώμους. Ύστερα τον ρωτάω αν αποτελούν μια γενικότερη επισκόπηση ή αν καλύπτουν απλά την τελευταία βδομάδα .
‘’Μόνο την τελευταία βδομάδα’’ λέει. Λες και το ζήτημα δεν τον ενδιαφέρει. Υποθέτω ότι έτσι συμβαίνει. Ένας άντρας που τον ραμφίζουν μέχρι θανάτου πουλιά , λίγο μπορεί να ενδιαφέρεται για τις προσβολές και τις βλάβες που εχει υποστεί τον τελευταίο χρόνο, ή ακόμα και την τελευταία βδομάδα. Έχει στο νου του το παρόν. Και, ο Θεός ας τον σπλαχνιστεί, το μέλλον.
Πρέπει να υπάρχουν δύο με τρεις χιλιάδες καταχωρίσεις εδώ, λέω

‘’Πες τα περιστατικά. Εγώ έτσι τα λέω. Υπάρχουν εξακόσια τέσσερα περιστατικά μετρήματος, οκτακόσια εβδομήντα οκτώ περιστατικά αγγίγματος και δύο χιλιάδες διακόσια σαράντα έξι περιστατικά τοποθέτησης. Όλοι ζυγοί αριθμοί, σημειωτέον. Σύνολο, τρεις χιλιάδες εφτακόσια είκοσι οκτώ, το οποίο επίσης έιναι ζυγός αριθμός. Αν προσθέσεις τα μεμονωμένα ψηφία αυτού του νούμερου -3728- παίρνεις άθροισμα είκοσι, το οποίο επίσης είναι ζυγός αριθμός. Καλός αριθμός’’  Γνέφει καταφατικά, σα να το επιβεβαιώνει στον εαυτό του.  ‘’Αν τώρα διαιρέσεις το 3728 με το 2, παίρνεις πηλίκιο 1864. Τα ψηφια του 1864 μας δίνουν άθροισμα 19, το οποίο είναι ένας ισχυρός μονός αριθμός. Ισχυρός και κακός’’   Τον διαπερνάει ένα σύντομο ρίγος.  
‘’Πρέπει να είσαι  πολύ κουρασμένος’’ λέω
Σ αυτό δε λέει τίποτε, δε γνέφει καν, αλλά απαντάει παρόλα αυτά. Δάκρυα κυλάνε στα μάγουλά του Δεν έχω διάθεση να τον επιβαρύνω κι άλλο, αλλά αντιλαμβάνομαι ένα γεγονός: αν δεν αρχίσουμε αμέσως αυτή τη δουλειά ‘’χωρίς χασομέρια’’ όπως λέει και η αδερφή μου η Σίλα,  σύντομα δε θα είναι καν σε θέση να την κάνει. Ήδη μπορώ να διακρίνω μια επιδείνωση στην εμφάνισή του (τσαλακωμένο πουκάμισο, απρόσεκτο ξύρισμα, μαλλιά που χρειάζονται επειγόντως κούρεμα) κι αν ρωτούσα τους συναδέλφους γι αυτόν, σχεδόν σίγουρα θα τους έβλεπα ν΄ανταλλάσσουν εκείνες τις κλεφτές ματιές που λένε τόσα πολλά. Τα λογιστικά φύλλα είναι εκπληκτικά με τον τρόπο τους, αλλά είναι φανερό ότι οι δυνάμεις του Ν. φθίνουν. Μου φαίνεται ότι δεν υπάρχει άλλη επιλογή απ το να σπεύσουμε κατευθείαν στην καρδιά του ζητήματος, και ώσπου να φτάσουμε σ΄εκείνη την καρδιά, δε θα βοηθήσει ούτε το Πάξιλ ούτε το Πρόζακ ούτε ο,τιδήποτε άλλο .
Τον ρωτάω αν είναι έτοιμος να μου πει τι συνέβη τον περασμένο Αύγουστο.
‘’Ναι’’ λέει. ‘’Γι αυτό ήρθα’’   Παίρνει μερικά χαρτομάντηλα απ το Αιώνιο Κουτί και σκουπίζει τα μάγουλά του. Κουρασμένα. ‘’όμως γιατρέ… είσαι σίγουρος ; ‘’
Ποτέ πριν ασθενής δε μ΄έχει ρωτήσει κάτι τέτοιο, ούτε μου έχει μιλήσει με τέτοιο τόνο απρόθυμης συμπόνοιας. Όμως του λέω, ναι, είμαι σίγουρος. Η δουλειά μου είναι να τον βοηθήσω, αλλά για να το κάνω αυτό, πρέπει πρώτα ο ίδιος να θέλει να βοηθήσει τον εαυτό του.
‘’Ακόμα κι αν έτσι κινδυνέψεις να καταλήξεις όπως είμαι εγώ τώρα; Γιατί θα μπορούσε να συμβεί αυτό.
Είμαι μπερδεμένος, αλλά νομίζω – ελπίζω – ότι δεν έχω φτάσει στην κατάσταση του ανθρώπου που θαλασσοπνίγεται κι έχει πανικοβληθεί τόσο ώστε να μη διστάσει να τραβήξει μαζί του στον πάτο όποιον θα προσπαθούσε να τον σώσει’’
Του λέω ότι δεν καταλαβαίνω απολύτως.
‘’Βρίσκομαι εδώ επειδή όλα αυτά μπορεί να είναι απλώς μες στο κεφάλι μου’’ λέει, και χτυπάει τους κόμπους των δαχτύλων του στον κρόταφό του, σα να θέλει να σιγουρευτεί ότι ξέρω πού βρίσκεται το κεφάλι του.  ‘’Αλλά μπορεί και να μην είναι. Πραγματικά δεν μπορώ να ξέρω. Αυτό εννοώ όταν λέω ότι είμαι μπερδεμένος. Κι αν δεν είμαι τρελός – αν αυτό που είδα και αισθάνθηκα στον Αγρό του Άκερμαν είναι πραγματικό – τότε κουβαλάω ένα είδος μόλυνσης. Την οποία θα μπορούσα να μεταδώσω σε σένα’’
Στον Αγρό του Άκερμαν. Το σημειώνω αυτό , παρόλο που όλα θα είναι καταγεγραμμένα στις κασέτες., ΄Όταν ήμασταν παιδιά, η αδερφή μου κι εγώ πηγαίναμε στο Σχολείο Άκερμαν, στο Χάρλοου, μια μικρή κωμόπολη στις όχθες του ποταμού Αντροσκόγκιν. Που δεν είναι μακριά από δω. Πενήντα χιλιόμετρα το πολύ.
Του λέω ότι θα το διακινδυνεύσω και προσθέτω – κι άλλη θετική ενίσχυση- ότι είμαι σίγουρος πως τελικά θα είμαστε κι οι δυο μας μια χαρά.
Βγάζει ένα κούφιο, μοναχικό γέλιο.  ‘’Ωραία που θα ταν’’ λέει.
Πες μου για τον Αγρό του Άκερμαν
Αφήνει έναν αναστεναγμό και λέει: ‘’ Βρίσκεται στο Μότον. Στην ανατολική όχθη του Αντροσκόγκιν’’
Στο Μότον. Μια πόλη μετά το Τσέστερ΄ς Μιλ.  Η μητέρα μας συνήθιζε ν αγοράζει γάλα και αυγά  από μια φάρμα στο Μότον.  Ο Ν. μιλάει για ένα μέρος που δε μπορεί ν απέχει περισσότερο από δώδεκα χιλιόμετρα από το αγρόκτημα που μεγάλωσα. Παραλίγο να πω Το ξέρω!
Δεν το λέω, αλλά με κοιτάει διαπεραστικά, σχεδόν σαν να έχει διαβάσει τη σκέψη μου. Ίσως και να τη διάβασε. Δεν πιστεύω στην τηλεπάθεια, αλλά δεν την απαξιώνω και τελείως.
‘’Μην πας ποτέ εκεί γιατρέ’ λέει. ‘’Μην το ψάξεις καν. Υποσχέσου μου’’
Του το υπόσχομαι. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω καμία διάθεση να πάω σε κείνη την ερημωμένη γωνιά του Μέιν. Είναι κοντά σε χιλιόμετρα, μακριά σε επιθυμία. Ο Τόμας Γουλφ είπε μια μεγάλη αλήθεια όταν τιτλοφόρησε το αριστούργημά του Δεν μπορείς να επιστρέψεις στο Σπίτι – δεν ισχύει για όλους  (η αδελφή Σίλα επιστρέφει συχνα, εξακολουθεί να διατηρεί στενές σχέσεις με πολλούς απ τους παιδικούς της φίλους) , αλλά ισχύει για μένα. Παρόλο που υποθέτω ότι εγώ θα τιτλοφορούσα το δικό μου βιβλίο Δε θέλω να επιστρέψω σπίτι. Εκείνο που θυμάμαι είναι τραμπούκοι με λαγώχειλα να διαφεντεύουν την παιδική χαρά, άδεια σπίτια με παράθυρα που έχασκαν δίχως τζάμια, σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα και ουρανούς που έμοιαζαν πάντα άσπροι και παγωμένοι και γεμάτοι κοράκια που τρέπονταν σε φυγή.
‘’Εντάξει’’ λέει ο Ν. και για μια στιγμή δείχνει τα δόντια του στο ταβάνι. Όχι επιθετικά. Είναι, είμαι απολύτως σίγουρος, η έκφραση ενός ανθρώπου που ετοιμάζεται να σηκώσει ένα μεγάλο βάρος, ξέροντας ότι θα πονάει ολόκληρος απ την καταπόνηση την επόμενη μέρα.  ‘’Δεν ξέρω αν μπορώ να το εκφράσω πολύ καλά, αλλά θα κάνω ό,τι περνά απ το χέρι μου. Το σημαντικό που πρέπει να θυμάσαι είναι ότι μέχρι εκείνη τη μέρα του Αυγουστου, το πιο κοντινό πράγμα σε ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά που είχα παρουσιάσει ήταν να πετάγομαι μια τελευταία φορά στο μπάνιο πριν φύγω για τη δουλειά, για να βεβαιωθώ ότι ειχα βγάλει όλες τις τρίχες από τη μύτη μου’’
Ίσως αυτό να είναι αλήθεια. Πιιθανότατα όχι. Δε δίνω συνέχεια στο θέμα. Αντί γι αυτό, του ζητάω να μου διηγηθεί τι συνέβη εκείνη τη μέρα. Και μου διηγείται. 
Για τις επόμενες τρεις συνεδρίες , μου διηγείται. Στη δεύτερη από κείνες τις συνεδρίες –εκείνη της 14ης Ιουνίου – μου φέρνει ένα ημερολόγιο. Είναι όπως λέμε το πειστήριο Υπ΄Αριθμόν Ένα.





Stephen King
"Ν"
από τις "ιστορίες του Λυκόφωτος"
μτφ Νεκτάριος Καλαϊτζής



(συνεχίζεται)


Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2018

''Ν.'' Stephen King (μέρος 2ο)




2.  Οι σημειώσεις από τις συνεδρίες



1 Ιουνίου 2007
Ο Ν. είναι 48 χρονών, εταίρος σε μια μεγάλη λογιστική εταιρία στο Πόρτλαντ, διαζευγμένος, πατέρας δύο κοριτσιών. Η μία κόρη του κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στην Καλιφόρνια, η άλλη είναι τριτοετής σε ένα κολλέγιο εδώ στο Μέιν. Περιγράφει την παρούσα σχέση του με την πρώην σύζυγό του ως ‘’απόμακρη αλλά φιλική’’

Λέει : ‘’Ξέρω ότι δείχνω μεγαλύτερος από 48 χρονών. Είναι επειδή δεν κοιμάμαι αρκετά. Έχω δοκιμάσει το Άμπιεν και το άλλο, εκείνο με την πράσινη νυχτοπεταλούδα, αλλά απλώς με κάνουν να μαστουρώνω’’.
Όταν τον ρωτάω πόσο καιρό υποφέρει από αϋπνίες, δε χρειάζεται χρόνο να σκεφτεί: ‘’Δέκα μήνες’’.

Τον ρωτάω αν οι αϋπνίες είναι ο λόγος που τον έφερε σε μένα. Χαμογελάει κοιτώντας το ταβάνι. Οι περισσότεροι ασθενείς διαλέγουν την πολυθρόνα, τουλάχιστον στην πρώτη τους επίσκεψη – μια γυναίκα μου είπε ότι το να ξαπλωθεί στο ντιβάνι θα την έκανε να νιώθει σαν ‘’καρικατούρα νευροπαθούς σε γελοιογραφία του Νιου Γιόρκερ’’ - , αλλά ο Ν. πήγε κατευθείαν στο ντιβάνι. Τώρα είναι ξαπλωμένος εκεί με τα χέρια του πλεγμένα σφιχτά πάνω στο στήθος του.

‘’Νομίζω ότι κι οι δυο μας ξέρουμε ότι δεν είναι έτσι απλά τα πράγματα, δόκτωρ Μπονσέτ’’ λέει
Τον ρωτάω τι εννοεί.
‘’ Αν ήθελα απλώς να ξεφορτωθώ τις σακούλες κάτω απ τα μάτια μου, θα πήγαινα είτε σ΄έναν πλαστικό χειρουργό είτε στον παθολόγο μου- ο οποίος με έστειλε σε σένα, παρεμπιπτόντως, λέει ότι είσαι πολύ καλός- και θα ζητούσα κάτι πιο ισχυρό από τα Άμπιεν ή από τα χάπια με την πράσινη νυχτοπεταλούδα. Πρέπει να υπάρχουν και πιο ισχυρά πράγματα, σωστά; ‘’
Δε λέω τίποτε σ αυτό.
‘’Όπως το βλέπω εγώ, η αϋπνία είναι πάντα σύμπτωμα για κάτι άλλο’’
Του λέω ότι δεν είναι πάντα έτσι, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις είναι . Και, προσθέτω, όταν υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα, η αϋπνία σπάνια είναι το μόνο σύμπτωμα.
'’Α, έχω κι άλλα’’ λέει.  ‘’ Ένα κάρο. Για παράδειγμα, κοίταξε τα παπούτσια μου’’

Κοιτάζω τα παπούτσια του. Είναι δετά μποτάκια. Το αριστερό είναι δεμένο στο πάνω μέρος, αλλά το δεξί στο κάτω. Του λέω ότι αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.

‘’Ναι,’’ λέει ‘’Όταν πήγαινα στο λύκειο, ήταν μόδα τα κορίτσια να δένουν τα σπορτέξ τους στο κάτω μέρος μόλις έκαναν σταθερή σχέση μ ένα αγόρι. Ή αν υπήρχε κάποιο αγόρι που τους άρεσε και με το οποίο ήθελαν σταθερή σχέση’’

Τον ρωτάω αν αυτός έχει μια σταθερή σχέση, σκεπτόμενος ότι ίσως έτσι χαλαρώσει η υπερένταση που διακρίνω στη στάση του σώματός του – οι αρθρώσεις των πλεγμένων δαχτύλων του έχουν ασπρίσει, θαρρείς και φοβάται ότι μπορεί να πετάξουν και να φύγουν αν δεν ασκήσει μια ορισμένη ποσότητα πίεσης για να τις κρατήσει στη θέση τους – αλλά δε γελάει. Δε χαμογελάει καν.

‘’Το χω περάσει το στάδιο των ερώτων στη ζωή μου’’ λέει, ‘’αλλά υπάρχει κάτι που θέλω’’
Σωπαίνει σκεφτικός.
‘’Προσπάθησα να δέσω και τα δυο παπούτσια μου στο κάτω μέρος. Δεν ωφέλησε. Αλλά το ένα πάνω και το άλλο κάτω – αυτό πραγματικά φαίνεται να βοηθάει κάπως’’ Ελευθερώνει το δεξί του χέρι από τη θανάσιμη λαβή του αριστερού και το σηκώνει ψηλά με τον αντίχειρα και το δείκτη σχεδόν ν΄αγγίζονται ‘’Περίπου τόσο’’
Τον ρωτάω τι είναι αυτό που θέλει.
‘’Να ξαναρθεί στα ίσια του το μυαλό μου. Όμως το να προσπαθεί κανείς να γιατρέψει το μυαλό του δένοντας τα κορδόνια των παπουτσιών του σύμφωνα με κάποιον κώδικα επικοινωνίας που χρησιμοποιούσαν τα κοριτσάκια στο λύκειο.. ελαφρώς τροποποιημένο ώστε να ταιριάζει στην παρούσα κατάσταση.. αυτό είναι τρελό, δε νομίζεις; Κι οι τρελοί πρέπει να ζητούν βοήθεια. Αν τους έχει απομείνει έστω κι ένα ίχνος λογικής – πράγμα που κολακεύω τον εαυτό μου ότι συμβαίνει σ εμένα - , το καταλαβαίνουν αυτό. Οπότε, να με’’.



Ξαναπλέκει τα χέρια του και με κοιτάζει προκλητικά και τρομαγμένα. Επίσης, νομίζω, και με κάποια ανακούφιση. Είχε περάσει ξάγρυπνος νύχτες ολόκληρες, προσπαθώντας να φανταστεί πώς θα ήταν να πει σ΄έναν ψυχίατρο ότι φοβάται για την πνευματική του υγεία, και, όταν το έκανε, ούτε έτρεξα τσιρίζοντας να φύγω απ το δωμάτιο ούτε κάλεσα τους άντρες με τις άσπρες μπλούζες. Κάποιοι ασθενείς φαντάζονται ότι έχω ένα απόσπασμα από τέτοιους λευκοντυμένους άντρες στο διπλανό δωμάτιο, εξοπλισμένους με απόχες και ζουρλομανδύες.
Του ζητάω να μου δώσει μερικά παραδείγματα της παρούσας διανοητικής του δυσλειτουργίας και ανασηκώνει τους ώμους.
‘’Οι συνήθεις βλακείες της ΙΨΔ. Τα έχεις ακούσει όλα εκατό φορές πριν. Το βαθύτερο αίτιο είναι αυτό που ήρθα εδώ να αντιμετωπίσω. Εκείνο που συνέβη πέρσι τον Αύγουστο. Σκέφτηκα ότι ίσως θα μπορούσες να με υπνωτίσεις και να με κάνεις να το ξεχάσω’’ Με κοιτάζει όλο ελπίδα.
Του λέω ότι, ενώ τίποτα δεν είναι αδύνατον, ο υπνωτισμός πετυχαίνει καλύτερα όταν χρησιμοποιείται μάλλον ως βοήθημα της μνήμης παρά ως φραγμός της
‘’Α’’ λέει, ‘’δεν το ήξερα αυτό. Σκατά’’ Καρφώνει πάλι το βλέμμα στο ταβάνι. Οι μύες στο πλάι του προσώπου του κινούνται, και νομίζω ότι έχει κάτι ακόμη να πει. ‘’Αυτό θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνο ξέρεις’’ Σταματάει, αλλά είναι απλώς μια παύση. Οι μύες κατά μήκος του σαγονιού του ακόμα σφίγγονται και χαλαρώνουν. ‘’Αυτό που μου συμβαίνει θα μπορούσε να αποβεί πολύ επικίνδυνο’’ Άλλη μια παύση. ‘’Για μένα’’ Άλλη μια παύση . ‘’Πιθανόν και για άλλους’’

Κάθε ψυχοθεραπευτική συνεδρία είναι μια σειρά από επιλογές. Από δρόμους που διακλαδίζονται χωρίς καθοδηγητικές πινακίδες. Εδώ θα μπορούσα να τον ρωτήσω ποιο ακριβώς είναι αυτό – το επικίνδυνο πράγμα – αλλά επιλέγω να μην το κάνω. Αντ΄αυτού, τον ρωτάω τι είδους βλακείες της ΙΨΔ εννοεί. Εκτός απ το να δένει τα κορδόνια των παπουτσιών του το ένα πάνω και το άλλο κάτω, το οποίο είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα (αυτό δεν το λέω)

‘’Τα ξέρεις όλα’’ λέει και μου ρίχνει μια πονηρή ματιά, η οποία με κάνει να νιώσω κάπως άβολα. Δεν το δείχνω. Δεν είναι ο πρώτος ασθενής που με έχει κάνει να νιώσω άβολα. Οι ψυχίατροι στην πραγματικότητα είναι σαν τους σπηλαιολόγους και οποιοσδήποτε σπηλαιολόγος θα σας πει ότι οι σπηλιές είναι γεμάτες νυχτερίδες και ζωύφια. Όχι ευχάριστα, αλλά τα περισσότερα ουσιαστικά αβλαβή.

Του ζητάω να μου κάνει το χατήρι. Και να θυμάται ότι ακόμα τώρα γνωριζόμαστε.
‘’Δεν έχουμε δημιουργήσει ακόμα μια σταθερή σχέση, ε ;’’
΄Όχι, του λέω, όχι ακόμα.
‘’Λοιπόν, καλύτερα να βιαστούμε’’ λέει, ‘’γιατί η κατάστασή μου έχει χτυπήσει πορτοκαλί συναγερμό δόκτορ Μπονσέτ. Και πλησιάζει να χτυπήσει κόκκινο’’
Τον ρωτάω αν μετράει πράγματα
‘’Φυσικά μετράω’’ λέει. ‘’Τον αριθμό των ορισμών στα σταυρόλεξα των Νιου Γιορκ Τάιμς.. και τις Κυριακές τον μετράω δύο φορές , γιατί αυτά τα σταυρόλεξα είναι μεγαλύτερα κι ένας δεύτερος έλεγχος φαίνεται απαραίτητος. Επιβεβλημένος, για την ακρίβεια. Τα βήματά μου. Τις φορές που καλεί το τηλέφωνο όταν παίρνω κάποιον. Τρώω στο Κολόνιαλ Ντάινερ τις περισσότερες καθημερινές, απέχει τρία τετράγωνα απ το γραφείο μου, και πηγαίνοντας εκεί, μετράω μαύρα παπούτσια. Επιστρέφοντας, μετράω τα καφέ. Δοκίμασα μια φορά να μετρήσω τα κόκκινα, αλλά ήταν γελοίο. Μόνο οι γυναίκες φοράνε κόκκινα παπούτσια και πάλι όχι πολλές. Όχι τη μέρα. Μέτρησα μόνο τρία ζευγάρια, έτσι επέστρεψα στο Κολόνιαλ και ξανάρχισα, μόνο που τη δεύτερη φορά μέτρησα τα καφέ παπούτσια’’

Τον ρωτάω αν χρειάζεται να μετρήσει έναν ορισμένο αριθμό παπουτσιών κάθε φορά προκειμένου να αισθανθεί ικανοποιημένος.
‘’Τριάντα είναι καλά’’ λέει. ‘’Δεκαπέντε ζευγάρια Τις περισσότερες μέρες, αυτό δεν έιναι πρόβλημα’’
Και γιατί είναι ανάγκη να φτάσει έναν ορισμένο αριθμό;
Το σκέφτεται λίγο, ύστερα με κοιτάει. ‘’Αν πω «ξέρεις», θα μου ζητήσεις απλώς να εξηγήσω τι είναι αυτό που υποτίθεται ότι ξέρεις. Θέλω να πω, κι εσύ έχεις ασχοληθεί κι άλλες φορές με ΙΨΔ κι εγώ το έχω ψάξει – διεξοδικά- τόσο παρατηρώντας τον εαυτό μου όσο και στο ιντερνετ, οπότε γιατί να μη μπούμε απλώς στο ψητό;’’

Του λέω ότι οι περισσότεροι ασθενείς που μετράνε, αισθάνονται ότι το να φτάσουν σ΄ένα ορισμένο άθροισμα, γνωστό ως ‘’ο αριθμός στόχος’’, είναι απαραίτητο για να μη διασαλευτεί η τάξη των πραγμάτων. Για να συνεχίσει ο κόσμος να περιστρέφεται γύρω απ τον άξονά του, ούτως ειπείν
Γνέφει ικανοποιημένος και η γλώσσα του λύνεται.

‘’Μια μέρα, όταν επέστρεφα μετρώντας στο γραφείο, προσπέρασα έναν άντρα με το ένα πόδι κομμένο απ το γόνατο και κάτω. Στηριζόταν σε πατερίτσες και φορούσε μια κάλτσα στο κολόβωμά του. Αν φορούσε ένα μαύρο παπούτσι, δε θα υπήρχε πρόβλημα. Γιατί, βλέπεις, επέστρεφα. Όμως ήταν καφέ. Αυτό με αποσυντόνισε για όλη την υπόλοιπη μέρα, κι εκείνη τη νύχτα δε μπόρεσα να κοιμηθώ καθόλου. Γιατί οι μονοί αριθμοί είναι κακοί’’ Χτυπάει τον κρόταφό του ‘’Τουλάχιστον εδώ μέσα. Υπάρχει ένα ορθολογικό κομμάτι του εαυτού μου που ξέρει ότι όλα αυτά είναι κουραφέξαλα, αλλά υπάρχει κι ένα άλλο κομμάτι που είναι απολύτως βέβαιο ότι δεν είναι, κι αυτό το κομμάτι υπερισχύει. Θα έλεγε κανείς πως, απ τη στιγμή που δε συνέβη τίποτε κακό – αντιθέτως, κάτι καλό συνέβη εκείνη τη μέρα, ένας έλεγχος της Εφορίας για τον οποίο ανησυχούσαμε ακυρώθηκε χωρίς κανέναν απολύτως λόγο – τα μάγια θα λύνονταν, αλλά δε λύθηκαν. Ειχα μετρήσει τριάντα εφτά καφέ παπούτσια αντί για τριάντα οχτώ, κι όταν δεν ήρθε το τέλος του κόσμου, εκείνο το παράλογο κομμάτι του μυαλού μου είπε ότι αυτό συνέβη επειδή όχι απλώς μέτρησα περισσότερα από τριάντα, αλλά μέτρησα πολύ περισσότερα από τριάντα.
Όταν γεμίζω το πλυντήριο πιάτων, μετράω τα πιάτα. Αν είναι ζυγός αριθμός πάνω απ το δέκα, πάει καλά. Αν όχι, προσθέτω τον απαραίτητο αριθμό καθαρών πιάτων για να τον διορθώσω. Το ίδιο κάνω με τα πηρούνια και τα κουτάλια. Πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δώδεκα κομμάτια απ το καθένα στη μικρή πλαστική θήκη στο μπροστινό μέρος του πλυντηρίου. Το οποίο, μια που τώρα πια ζω μόνος, συνήθως σημαίνει ότι προσθέτω καθαρά ‘’

Κάνεις το ίδιο και με τα μαχαίρια, ρωτάω, κι αμέσως κουνάει το κεφάλι του αρνητικά.
‘’Ποτέ μαχαίρια. Όχι στο πλυντήριο πιάτων’’
Όταν τον ρωτάω γιατί όχι, λέει ότι δεν ξέρει. Έπειτα από μια παύση, μου ρίχνει ένα ένοχο λοξό βλέμμα. ‘’Πάντα πλένω τα μαχαίρια στο χέρι, στο νεροχύτη’’
Τα μαχαίρια στην ειδική θήκη του πλυντηρίου για τα κουταλοπήρουνα θα διασάλευαν την τάξη του κόσμου, προτείνω ως συμπέρασμα
‘’όχι!’’ φωνάζει ‘’ Καταλαβαίνεις δόκτωρ Μπονσέντ, αλλά όχι εντελώς’’
Τότε , πρέπει να με βοηθήσεις, λέω εγώ.
‘’Η τάξη του κόσμου έχει ήδη διασαλευτεί. Εγώ τη διασάλευσα το περασμένο καλοκαίρι, όταν πήγα στον Αγρό του ΄Ακερμαν. Μόνο που δεν το κατάλαβα. Τουλάχιστον τότε’’
Αλλά το έχεις καταλάβει τώρα; ρωτάω
‘’Ναι. Ίσως να μην καταλαβαίνω τα πάντα, αλλά καταλαβαίνω αρκετά’’

Τον ρωτάω αν προσπαθεί να διορθώσει τα πράγματα ή αν απλώς προσπαθεί να εμποδίσει την κατάσταση να επιδεινωθεί

Ένα βλέμμα ανείπωτης ανακούφισης ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του, χαλαρώνοντας όλους τους μύες εκεί. Κάτι που ζητούσε επιτακτικά να εκφραστεί έχει επιτέλους ειπωθεί δυνατά. Γι αυτές τις στιγμές ζω. Δεν είναι θεραπεία, κάθε άλλο, αλλά προς το παρόν ο Ν. έχει βρει λίγη ανακούφιση. Αμφιβάλλω αν τα περίμενε. Οι περισσότεροι ασθενείς δεν το περιμένουν.
‘’Δε μπορώ να διορθώσω τα πράγματα’’ ψιθυρίζει. ‘’Αλλά μπορώ να εμποδίσω να γίνουν χειρότερα. Ναι. Το προσπάθησα’’

Έχω και πάλι φτάσει σε ένα από εκείνα τα σημεία όπου ο δρόμος διακλαδίζεται. Θα μπορούσα να τον ρωτήσω τι συνέβη το περασμένο καλοκαίρι – τον περασμένο Αύγουστο, υποθέτω – στον Αγρό του Άκερμαν, αλλά πιθανώς είναι ακόμα πολύ νωρίς γι αυτό. Καλύτερα να χαλαρώσω πρώτα λίγο ακόμα τις ρίζες αυτού του χαλασμένου δοντιού. Και ειλικρινά αμφιβάλλω κατά πόσον η αιτία της μόλυνσης μπορεί να είναι τόσο πρόσφατη. Το πιθανότερο είναι πως, ό,τι κι αν συνέβη το περασμένο καλοκαίρι, λειτούργησε απλώς ως θρυαλλίδα.
Του ζητάω να μου μιλήσει για τα άλλα συμπτώματά του.
Γελάει. ‘’Αυτό θα μας έπαιρνε όλη η μέρα και μας απομένουν μόνο..’’ κοιτάζει το ρολόι του ‘’…είκοσι δύο λεπτά. Το είκοσι δύο είναι καλός αριθμός παρεμπιπτόντως’’
Επειδή είναι ζυγός; Ρωτάω
Το νεύμα του δείχνει ότι σπαταλάω χρόνο με το προφανές.
‘’Τα ..συμπτώματά μου, όπως τα λες .. εμφανίζονται κατά ομάδες’’ Τώρα κοιτάζει ψηλά στο ταβάνι. ‘’Υπάρχουν τρεις τέτοιες ομάδες. Ξεφυτρώνουν από μέσα μου.. από το λογικό κομμάτι του εαυτού μου.. σα βράχοι.. βράχοι, ξέρεις.. ω Θεέ μου, ω καλέ μου Θεέ.. σαν τους καταραμένους βράχους σ΄εκείνο τον καταραμένο αγρό…’’

Δάκρυα κυλούν στα μάγουλά του. Στην αρχή δε φαίνεται να το αντιλαμβάνεται, μόνο κείτεται στο ντιβάνι με τα δάχτυλά του πλεγμένα, κοιτώντας το ταβάνι. Αλλά ύστερα απλώνει το χέρι στο τραπέζι πλάι του, όπου βρίσκεται αυτό που η Σάντι, η γραμματέας μου, αποκαλεί Το Αιώνιο Κουτί Με Τα Κλινέξ. Παίρνει δυο χαρτομάντηλα, σκουπίζει τα μάγουλά του , ύστερα τα τσαλακώνει. Εξαφανίζονται μέσα στα πλεγμένα του δάχτυλα.

‘’Υπάρχουν τρεις ομάδες’’ ξαναλέει, με φωνή που δεν είναι τελείως σταθερή. ‘’Η πρώτη είναι το μέτρημα. Είναι σημαντικό, αλλά όχι τόσο σημαντικό όσο το άγγιγμα. Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που έχω ανάγκη να τα αγγίζω. Τα μάτια της κουζίνας για παράδειγμα. Πριν φύγω απ το σπίτι το πρωί ή πριν πλαγιάσω το βράδυ. Ίσως μπορώ να δω ότι είναι σβηστά – τα βέλη σ όλους τους διακόπτες δείχνουν προς τα επάνω, τα ίδια τα μάτια είναι όλα μαύρα – αλλά παρόλα αυτά πρέπει να τα αγγίξω για να είμαι απολύτως σίγουρος. Και το τζάμι της πόρτας του φούρνου ασφαλώς. Κατόπιν άρχισα ν αγγίζω και τους διακόπτες που ανάβουν τα φώτα πριν φύγω απ το σπίτι ή απ το γραφείο. Απλά δυο φορές στα πεταχτά. Πριν μπω στο αυτοκίνητό μου, πρέπει να αγγίξω τέσσερεις φορές την οροφή. Και έξι φορές όταν φτάσω στον προορισμό μου. Το τέσσερα είναι καλός αριθμός, και το έξι είναι εντάξει, αλλά το δέκα… το δέκα είναι σαν….’’ Μπορώ να δω ένα δάκρυ που του έχει ξεφύγει, να χαράζει μια τεθλασμένη γραμμή απ τη γωνία του δεξιού ματιού του ως το λοβό του αυτιού του.

Σα ν΄αποκτάς μια σταθερή σχέση με την κοπέλα των ονείρων σου; προτείνω

Χαμογελάει. Ένα συμπαθητικό, κουρασμένο χαμόγελο – ένα χαμόγελο που το βρίσκει ολοένα πιο δύσκολο να σηκωθεί το πρωί
‘’Ακριβώς’’ λέει. ‘’Κι έχει τα κορδόνια στα σπορτέξ της δεμένα στο κάτω μέρος για να το ξέρουν όλοι’’
Αγγίζεις κι άλλα πράγματα; Ρωτάω , ξέροντας ήδη την απάντηση σ αυτό. Έχω δει πολλές περιπτώσεις σαν του Ν. στα πέντε χρόνια που ασκώ το επάγγελμα. Κάποιες φορές φαντάζομαι αυτούς τους δυστυχείς σαν άντρες και γυναίκες που τους ραμφίζουν μέχρι θανάτου αρπακτικά πουλιά. Τα πουλιά είναι αόρατα – τουλάχιστον ώσπου ένας ψυχίατρος που θα είναι καλός, ή τυχερός, ή και τα δύο, να τα ψεκάσει με τη δική του εκδοχή της λουμινόλης και να ρίξει πάνω τους το κατάλληλο φως – αλλά δεν παύουν να είναι απολύτως πραγματικά. Το εκπληκτικό είναι που τόσοι άνθρωποι με ΙΨΔ καταφέρνουν να ζουν παραγωγικές ζωές, παρόλα αυτά. Εργάζονται, τρώνε (συχνά, είναι αλήθεια, είτε όχι αρκετά είτε υπερβολικά πολύ), πηγαίνουν στον κινηματογράφο, κάνουν έρωτα με τα κορίτσια ή τα αγόρια τους, με τις γυναίκες ή τους άντρες τους.. και όλον αυτόν τον καιρό, εκείνα τα πουλιά είναι εκεί, γαντζωμένα πάνω τους, και τους σπαράζουν κομματάκι κομματάκι τις σάρκες.
‘’Αγγίζω πολλά πράγματα’’ λέει και χαρίζει πάλι στο ταβάνι το κουρασμένο, γοητευτικό χαμόγελό του.
‘’Ό,τι κι αν πεις, το αγγίζω’’



Stephen King
"Ν"
από τις "ιστορίες του Λυκόφωτος"
μτφ Νεκτάριος Καλαϊτζής


(συνεχίζεται)




''Ν.'' Stephen King (μέρος 1ο)



1.Το γράμμα



28 Μαϊου 2008


Αγαπητέ Τσάρλι,
Μοιάζει παράξενο και συγχρόνως απόλυτα φυσικό να σε λέω έτσι, παρόλο που την τελευταία φορά που σε είδα είχα σχεδόν τη μισή ηλικία απ αυτήν που έχω σήμερα. Ήμουν δεκάξι χρονών και τρομερά τσιμπημένη μαζί σου. (Το ήξερες; Φυσικά και το ήξερες)  Τώρα είμαι πια γυναίκα, έχω κάνει έναν ευτυχισμένο γάμο κι έχω ένα μικρό γιο, και σε βλέπω συνέχεια στο CNN να μιλάς στα Ιατρικά Θέματα. Είσαι το ίδιο όμορφος τώρα (εντάξει, σχεδόν το ίδιο) όσο ήσουν ‘’εκείνον τον καιρό’’ , όταν οι τρεις μας πηγαίναμε για ψάρεμα και για να δούμε ταινίες στον κινηματογράφο Ρέιλροουντ στο Φρίπορτ.



Εκείνα τα καλοκαίρια μοιάζουν αιώνες πριν – εσύ και ο Τζόνι αχώριστοι, εγώ να σας γίνομαι κολλιτσίδα, όποτε μ΄αφήνατε. Το οποίο πιθανώς συνέβαινε πιο συχνά απ όσο μου άξιζε! Ωστόσο,  η συλλυπητήρια επιστολή σου μου τα ξαναθύμισε όλα αυτά, και δε φαντάζεσαι πόσο έκλαψα.  Όχι μόνο για τον Τζόνι, αλλά και για τους τρεις μας. Και υποθέτω ,για το πόσο απλή και διόλου περίπλοκη έμοιαζε η ζωή. Για το πόσο ευτυχισμένοι ήμασταν!
Είδες ασφαλώς τη νεκρολογία του. Ο ‘’θάνατος από ατύχημα’’ μπορεί να καλύψει ένα τόσο μεγάλο πλήθος αμαρτημάτων, δε συμφωνείς;   Στο ρεπορτάζ, ο θάνατος του Τζόνι αναφέρθηκε ως αποτέλεσμα πτώσης, και φυσικά έπεσε – σε ένα σημείο που όλοι μας το ξέραμε καλά, για το οποίο με είχε ρωτήσει μόλις τα προηγούμενα Χριστούγεννα – αλλά δεν ήταν ατύχημα. Υπήρχε μεγάλη ποσότητα ηρεμιστικών στο αίμα του.  Όχι αρκετή για να τον σκοτώσει, αλλά σύμφωνα με τον ιατροδικαστή θα μπορούσε να ήταν αρκετή για να τον αποπροσανατολίσει, ιδιαίτερα αν κοιτούσε κάτω  στηριγμένος στο κιγκλίδωμα. Εξ΄ού και ο ‘’θάνατος από ατύχημα’’.
Όμως εγώ ξέρω ότι ήταν αυτοκτονία.
Δε βρέθηκε σημείωμα στο σπίτι του ούτε πάνω στο πτώμα του, αλλά αυτό μπορεί να ήταν μέσα στο πλαίσιο της αντίληψης που είχε ο Τζόνι για την καλοσύνη. Κι εσύ, ως γιατρός και ο ίδιος, θα ξέρεις ότι οι ψυχίατροι εμφανίζουν εξαιρετικά υψηλό ποσοστό αυτοκτονιών. Είναι σαν τα βάσανα των ασθενών να είναι ένα οξύ που διαβρώνει τις ψυχικές άμυνες των θεραπευτών τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτές οι άμυνες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να παραμείνουν ανέπαφες. Στην περίπτωση του Τζόνι; Νομίζω πως όχι… εξαιτίας εκείνου του ενός ασυνήθιστου ασθενούς. Και δεν κοιμόταν πολύ τους τελευταίους δυο-τρεις μήνες της ζωής του.. τι τρομεροί που ήταν εκείνοι οι μαύροι κύκλοι κάτω απ τα μάτια του! Επίσης ακύρωνε ραντεβού δεξιά κι αριστερά. Πήγαινε μεγάλες βόλτες με το αυτοκίνητο. Δεν έλεγε πού, αλλά νομίζω ότι μάλλον ξέρω.
Αυτό με φέρνει στο εσώκλειστο, το οποίο ελπίζω ότι θα κοιτάξεις μόλις τελειώσεις αυτό το γράμμα. Ξέρω ότι είσαι πολυάσχολος, αλλά – αν αυτό βοηθήσει!-  σκέψου με σαν το ερωτοχτυπημένο κορίτσι που ήμουν, με τα μαλλιά μου δεμένα πίσω σε μια αλογοουρά που ολοένα λυνόταν, και που συνέχεια σας γινόμουν κολλιτσίδα!

Παρόλο που ο Τζόνι έμενε μόνος του, είχε μια χαλαρή συνεργασία με δυο άλλους  ‘’τρελογιατρούς’’ τα τελευταία τέσσερα χρόνια της ζωής του. Οι φάκελοι με τις τρέχουσες περιπτώσεις που παρακολουθούσε (όχι πολλές, λόγω δικής του απόφασης να περιορίσει το φόρτο εργασίας του) περιήλθαν σε έναν από αυτούς τους γιατρούς μετά το θάνατό του.  Εκείνοι οι φάκελοι ήταν στο ιατρείο του. ΄Όμως, όταν καθάριζα το γραφείο του στο σπίτι, έτυχε να βρω το σύντομο χειρόγραφο που σου στέλνω μαζί μ΄αυτό το γράμμα. Είναι οι σημειώσεις του από τις συνεδρίες με έναν ασθενή τον οποίο ονομάζει ‘’Ν’’,  αλλά έχω δει κάποιες φορές τις πιο επίσημες σημειώσεις που κρατάει για τους ασθενείς του (όχι με πρόθεση να γίνω αδιάκριτη, αλλά μόνο επειδή κάποιος φάκελος έτυχε να είναι ανοιχτός πάνω στο γραφείο του ), και ξέρω ότι αυτές δεν είναι σαν τις άλλες. Κατά πρώτον, δεν έγιναν στο ιατρείο του, γιατί δεν υπάρχει επικεφαλλίδα όπως στις άλλες σημειώσεις που έχω δει, ούτε η κόκκινη σφραγίδα που γράφει ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟ στο τέλος κάθε σελίδας. Επίσης, θα προσέξεις μια αχνή κάθετη γραμμή στις σελίδες. Αυτή τη γραμμή, τη βγάζει ο εκτυπωτής που έχει στο σπίτι.
Όμως, υπήρχε και κάτι άλλο, που θα το δεις όταν θα ξετυλίξεις το δέμα. Έχει γράψει τρεις λέξεις στο εξώφυλλο με παχιά μαύρα γράμματα:  ΝΑ  ΚΑΕΙ.    Παραλίγο να το κάνω, χωρίς να κοιτάξω μέσα. Σκέφτηκα, Θεός φυλάξοι, ότι μπορεί να ήταν τα ψυχοφάρμακα που φύλαγε για τον εαυτό του ή εκτυπώσεις φωτογραφιών από κάποιο αλλόκοτο είδος πορνογραφίας που θα είχε κατεβάσει από το Ιντερνετ. Στο τέλος, σαν πραγματική κόρη της Πανδώρας που είμαι, η περιέργειά μου υπερίσχυσε. Μακάρι να μην είχε υπερισχύσει.

Τσάρλι, υποπτεύομαι ότι ο αδερφός μου ίσως σχεδίαζε να γράψει ένα βιβλίο, κάτι για το ευρύ κοινό, στο ύφος του Όλιβερ Σακς. Κρίνοντας απ αυτό  το χειρόγραφο, εκείνο στο οποίο είχε αρχικά επικεντρωθεί ήταν η ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά και , αν προσθέσω και την αυτοκτονία του (αν ήταν  αυτοκτονία ) δε μπορώ να μην αναρωτιέμαι μήπως το ενδιαφέρον του πήγαζε από εκείνο το παλιό ρητό που λέει ‘’Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν!’’
Εν πάση περιπτώσει , βρήκα την αφήγηση του Ν. και τις όλο και πιο αποσπασματικές σημειώσεις του αδερφού μου ανησυχητικές.  Πόσο ;  Αρκετά για να στείλω τώρα αυτό το χειρόγραφο, παρεμπιπτόντως, αυτό είναι το μοναδικό- σε ένα φίλο που εκείνος είχε να τον δει δέκα χρόνια κι εγώ δεκατέσσερα. Αρχικά σκέφτηκα: ‘’ Ίσως αυτό θα μπορούσε να δημοσιευτεί. Θα μπορούσε να αποτελέσει ένα είδος ζωντανού φόρου τιμής στη μνήμη του αδερφού μου’’

Όμως δε νομίζω πια κάτι τέτοιο. Το θέμα είναι ότι το χειρόγραφο μοιάζει ζωντανό, και όχι με την καλή έννοια. Βλέπεις, γνωρίζω τα μέρη που αναφέρονται (πάω στοίχημα ότι κι εσύ ξέρεις κάποια απ αυτά) Ο αγρός για τον οποίον μιλάει ο Ν. όπως επισημαίνει ο Τζόνι, πρέπει να ήταν κοντά στο σχολείο όπου πηγαίναμε όταν ήμασταν παιδιά, κι αφότου διάβασα τις σελίδες νιώθω μια έντονη επιθυμία να δω αν μπορώ να τον βρω. Όχι  παρά την ανησυχητική φύση του χειρογράφου αλλά εξαιτίας της – κι αν αυτό δεν είναι ιδεοληψία, τότε τι είναι;!
Δε νομίζω ότι μια τέτοια προσπάθεια θα ήταν καλή ιδέα.

Όμως ο θάνατος του Τζόνι με στοιχειώνει, κι όχι μόνο επειδή ήταν ο αδερφός μου. Το ίδιο με στοιχειώνει και το χειρόγραφο που εσωκλείω εδώ. Θα το διαβάσεις; Θα το διαβάσεις να μου πεις τι νομίζεις;  Σ΄ευχαριστώ Τσάρλι. Ελπίζω να μη σου γίνομαι φόρτωμα. Και .. αν εσύ αποφασίσεις να σεβαστείς την επιθυμία του Τζόνι και να το κάψεις, δε θα ακούσει ποτέ  ούτε έναν ψίθυρο διαμαρτυρίας από μέρους μου.
Με αγάπη
Από τη ‘’μικρή αδερφή’’ του Τζόνι Μπονσέντ

Σίλα Μπονσέντ Λεκλέρ
Λίσμπον Στρητ 964
Λούιστον, Μέιν 04240

Υγ: Αχ, πόσο τσιμπημένη ήμουν μαζί σου!


Stephen King
"Ν"
από τις "ιστορίες του Λυκόφωτος"
μτφ Νεκτάριος Καλαϊτζής


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Καυτό φαγητό και καψούρα



Όταν οι παλιές γυναίκες τέλειωναν το μαγείρεμα του φαγητού της μέρας, έκλειναν τη φωτιά και το σκέπαζαν με το καπάκι.
Για να «ξεκουραστεί» έλεγαν. Ποτέ δεν το σέρβιραν αμέσως.
Του έδιναν ανθρώπινες ιδιότητες, του έδειχναν σεβασμό. Ήταν η τροφή της οικογένειας. Σαν να κουράστηκε να ετοιμαστεί για να προκαλέσει ευχαρίστηση και το άφηναν λίγο να πάρει μιαν ανάσα. Να ξαποστάσει. Να ησυχάσει από την επίθεση αγάπης που του έκαναν όση ώρα το μαγείρευαν.
Τα πιτσιρίκια πεινασμένα από παιχνίδι λυσσάγανε από την πείνα αλλά ήταν ανένδοτες. Το τελετουργικό έπρεπε να εφαρμοστεί στο ακέραιο.


Αυτό που έμαθε από παιδί το εφαρμόζει και μέχρι σήμερα ο Τάσος. Όποτε μαγειρεύει το αφήνει λίγο μετά το τέλος. Να ηρεμήσει και να καθίσουν τ’ αρώματά του, να μπορέσει να δείξει τις γεύσεις του.
Να μην τον κάψει επειδή είναι πολύ ζεστό και να το απολαύσει.
Το ίδιο κάνει και στις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Προσπαθεί να εφαρμόσει το ίδιο τελετουργικό.


Γνωρίζεις κάποιον που σου αρέσει. Η ορμή της πρώτης επαφής μοιάζει με το καυτό φαγητό, δεν μπορείς να διακρίνεις τίποτε, λειτουργούν μόνο οι πέντε αισθήσεις. Και ό,τι δημιουργούν με το κάψιμο που επακολουθεί.
Πολλοί μένουν εκεί, στο κάψιμο. Πιστεύουν, όσος καιρός και αν περάσει, πως τίποτε δεν θα μπορέσει να συγκριθεί μ’ αυτήν τη φωτιά. Κανένα άλλο συναίσθημα, καμιά άλλη πράξη του ανθρώπου που γνώρισαν.
Αυτό είναι η καψούρα.
Μια διαρκής αναζήτηση του πρώτου καψίματος.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν θα γνωρίσουν ποτέ την πραγματική αγάπη.
Την αγάπη που περιέχει πολύ περισσότερη καψούρα. Γιατί εκτός από τις πέντε αισθήσεις, αναπτύσσονται αργά αλλά σταθερά και τα συναισθήματα που προκαλούν. Σαν τα αρώματα του φαγητού που θέλουν το χρόνο τους για να δείξουν το μεγαλείο τους.
Θέλουν το χρόνο τους για να κάνουν την ανάσα να βγει από βαθειά, από όλο το είναι. Η καψούρα έχει μόνο κομμένη ανάσα, σαν δύσπνοια. Ψυχική και σωματική.
Αυτοί που κολλάνε στην καψούρα δεν αντέχουν μεγάλες ανάσες γιατί αυτό προϋποθέτει ένωση και αυτοί έμαθαν να είναι μόνοι. Έμαθαν να χρησιμοποιούν τον άντρα που ερωτεύονται σαν συμπλήρωμα υπαρξιακής διατροφής.
Δεν μπορούν ν’ αντλήσουν τίποτε από μέσα τους. Ένα ψυχικό ξεροπήγαδο είναι που προσπαθούν να το γεμίσουν με κουβάδες ξένης αγάπης.
Πάντα θα είναι με στεγνό το στόμα, πάντα θα υπάρχει μια ακόρεστη δίψα.
Μέχρι να σκάσουν τα χείλια όταν δεν μπορούν να βρουν την καψούρα .
Δεν υπάρχει στην ουσία αυτός που καψουρεύτηκαν, τον φαντάζονται χρόνια και πιστεύουν για ένα διάστημα πως τον βλέπουν. Μα είναι το είδωλό του. Ένα είδωλο που λειτουργεί σαν το τοτέμ που δημιούργησαν στη φαντασία τους και το προσκυνούν χωρίς ποτέ να καταλάβουν τι αντιπροσωπεύει και γιατί το πιστεύουν.


Υπάρχουν και οι άλλοι που πιστεύουν βαθειά πως ο έρωτας είναι ένα καλό μαγείρεμα. Είναι η προετοιμασία ενός σημαντικού γεύματος.
Θα φροντίσουν τα βρουν καλά υλικά, θα το προετοιμάσουν, θα του δώσουν βρασμό, θα το αφήσουν να ξεκουραστεί και μετά θα το απολαύσουν.
Είναι αυτοί που πιστεύουν πως την μεγαλύτερη ορμή την έχει η ηρεμία. Η ηρεμία δημιουργείται από αυτόν που προετοίμασε τον αγώνα για να μπει στην μάχη.
Γιατί διαφορετικά θα ηττηθούν, θα καούν.
Γιατί θέλουν να δώσουν χρόνο στον αγαπημένο τους ν’ αναδείξει τη γεύση του κορμιού του σε κάθε του σημείο.
Για ν’ αναπτυχθούν οι μυρωδιές του, οι δικές του που θα τις αναγνωρίζει ακόμη και από μακριά.
Για να προλάβουν με τις πολλές εξερευνήσεις του σώματός του να μάθουν καλά το σχήμα του, την κάθε καμπύλη του, την παραμικρή ατέλεια ή τελειότητα, ώστε και με κλειστά μάτια να είναι αρκετό ένα μόνο άγγιγμα οπουδήποτε για ν’ αναφωνήσουν πως ναι είναι ο δικός μου άνθρωπος.
Για να μπορούν το ηχόχρωμα της φωνής του, τον ερωτικό του ψίθυρο, τη θυμωμένη κραυγή ή την ήρεμη ομιλία να την αντιλαμβάνονται μεταξύ πολλών άλλων, έστω και αν δεν είναι κοντά.
Για να τον βλέπουν τέλος και να χαίρονται με αυτό που είναι μπροστά τους, όχι με εκείνο που φαντάζονται, όπως ο καψούρης.
Να δώσουν το χρόνο λίγο στις αισθήσεις τους να προετοιμαστούν. Να μην ξαφνιαστούν.
Είναι αυτοί που δεν θέλουν να καούν αμέσως, θέλουν τη φωτιά να διαρκέσει, επειδή γνωρίζουν πως το τζάκι αποδίδει με ξύλα που καίγονται αργά, όχι με ξερόχορτα.


Είναι τέλος αυτοί που δεν θέλουν να σχετιστούν λαίμαργα και με ανεξέλεγκτη την πείνα τους. Μια συναισθηματική πείνα που δημιουργεί την καψούρα, όχι τον έρωτα και την αγάπη.
Προτιμούν να περιμένουν λίγο μετά τη γνωριμία, έτσι για να κυκλοφορήσει το άρωμα της σχέσης γύρω τους και στο μυαλό τους, σαν προστατευτική αύρα ηδονής.


Αυτά σκεφτόταν ο Τάσος μαγειρεύοντας, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ένας από αυτούς που είχε καεί μαζί του. Του το έκλεισε πάλι ευγενικά.
Μότο ο έρωτας και η αγάπη δημιουργούν καψούρα. Και ο χρόνος και η διάρκεια. Αυτοί που μετά τον πρώτο καιρό δεν είναι καψούρηδες με τον άνθρωπό τους, απλά δεν ξέρουν και δεν θέλουν να ερωτευτούν.
Σίγουρα κάπου αλλού έχουν δώσει όρκο πίστης.


Εντάξει, καταλάβατε πως ο Τάσος είναι καλοφαγάς. Άλλωστε ένας δυνατός έρωτας μοιάζει πολύ μ’ ένα καλό γεύμα.



Γιώργος Γλαύκος 
από ΕΔΩ 

Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016



Έκανες το τέλος φυγή
και εγώ για να σε τιμωρήσω
προσποιούμαι πως δεν σε σκέφτομαι
σε αποφεύγω
και δεν ομολογώ πως στέκομαι σε κάθε σου λέξη
ζωές ολόκληρες να φαντάζομαι.
Είναι από τα γράμματα που έγραψες
πριν αποφασίσεις να μας στερήσεις
στιγμές ευτυχίας.
Θυμάμαι εκείνο το πρωινό στεκόσουν μες την βροχή
και εγώ κάτω από μια τρύπια ομπρέλα
μιλούσες
μου μιλούσες και οι σταγόνες κυλούσαν πάνω και μέσα στα χείλη σου
δεν άκουσα τίποτα
μόνο κοιτούσα μια τα μάτια
μια τα χείλη
ω Θεέ μου, υπάρχεις και έχεις βρεγμένα χείλη
και έχεις μάτια που κοιτούν την ψυχή.
Δεν θα μάθω ποτέ αν μου ζήτησες να φύγω μαζί σου
γιατί μόνο σε κοιτούσα και σε αγαπούσα μες τον κόσμο τον δικό μου.
Θυσίασα μια απόφαση για να σε κοιτώ.
Θα έδινα μια ζωή για να σε κοιτώ.
Θα χάριζα όλα μου τα υπάρχοντα για να στέκομαι σκιά του κορμιού σου
και τις νύχτες ήσυχα θα χανόμουν μες την ανάσα σου
ανάσα μου
χαμένες ευκαιρίες που πονούν σαν ένα τέλος.
Δεν ξεκινήσαμε ποτέ για το ταξίδι που μου 'χες τάξει
δεν επισκεφτήκαμε τις κοιλάδες που ζωγραφίσαμε στα χαρτιά
όμως εγώ ψάχνω μια "Αλεξάνδρεια"
απεγνωσμένα και ακούραστα.
Άλλοι χτίζουν σπίτια
εγώ θέλω να σε φωλιάσω
σε μια στιγμή του χρόνου, εκεί γύρω στο 1855
κοντά στην οδό Σερίφ.
Τα πρωινά θα σου φτιάχνω λευκά περιστέρια να πετούν έξω από το παράθυρό μας
και μουσική θα ντύνει τα δωμάτια με φως
θα΄ναι πάντα αρχές φθινοπώρου
γιατί έχει ενδιαφέρον η ψύχρα όταν σουρουπώνει.
Λευκά υφάσματα
βιβλία
σημειώσεις
και τα πινέλα.
Θέλω εκεί να γίνεις ο ποταμός
και εγώ η γη
να με ποτίζεις
και να ανθίζω για εσένα.


Erina  Espiritu 


Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

Leonard Cohen



[...]

Πάρε τη λέξη πεταλούδα. Για να πεις αυτή τη λέξη δε χρειάζεται να κάνεις τη φωνή σου πιο ελαφριά από ένα γραμμάριο, ούτε χρειάζεται να την εφοδιάσεις με μικρά σκονισμένα φτερά. Δε χρειάζεται να φανταστείς μιαν ηλιόλουστη ημέρα ή ένα χωράφι με ασφοδέλους. Δεν είναι απαραίτητο να είσαι ερωτευμένη ή να έχεις ερωτευτεί τις πεταλούδες. Η λέξη πεταλούδα δεν είναι η πραγματική πεταλούδα. Υπάρχει η λέξη, μα υπάρχει και η πεταλούδα. Αν μπερδέψεις αυτά τα δύο, οι άνθρωποι θα έχουν κάθε δικαίωμα να σε κοροϊδεύουν. Μην το παρακάνεις με τη λέξη. 



Μήπως προσπαθείς να υπονοήσεις ότι αγαπάς τις πεταλούδες τελειότερα από οποιονδήποτε άλλον ή ότι πραγματικά αντιλαμβάνεσαι τη φύση τους; Η λέξη πεταλούδα είναι απλά ένα δεδομένο. Δεν είναι μια ευκαιρία για να πλανιέσαι στον αέρα, να πετάξεις ψηλά, να πιάσεις φιλία με τα λουλούδια, να συμβολίσεις την ομορφιά και το εύθραυστο ή να υποδυθείς την πεταλούδα με οποιονδήποτε άλλο τρόπο.

Μην υποδύεσαι τις λέξεις. Ποτέ μην προσπαθήσεις να υψωθείς από το πάτωμα, όταν μιλάς για πέταγμα. Ποτέ μην κλείνεις τα μάτια, μην τινάζεις απότομα το κεφάλι σου στο πλάι, όταν μιλάς για θάνατο. Μην καρφώνεις τα φλογισμένα σου μάτια πάνω μου όταν μιλάς για έρωτα. Αν θέλεις να με εντυπωσιάσεις όταν μιλάς για έρωτα, βάλε το χέρι σου στην τσέπη ή κάτω από το φόρεμά σου και χαϊδέψου. Αν η φιλοδοξία σου και η πείνα σου για χειροκρότημα σε έκαναν να μου μιλήσεις για έρωτα, θα 'πρεπε να μάθεις πώς να το κάνεις χωρίς να ξεφτιλίζεις τον εαυτό σου ή το κείμενο.

Ποια είναι η έκφραση που απαιτούν οι καιροί; Οι καιροί απαιτούν μη έκφραση έτσι κι αλλιώς. Η εποχή δε ζητάει καμιά απολύτως έκφραση. Έχουμε δει φωτογραφίες με χαροκαμένες ασιάτισσες μητέρες. Δε μας αφορά η αγωνία των οργάνων σου που πασπατεύεις.

Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να εκφράσεις με το πρόσωπό σου, που να μπορεί να συναγωνιστεί με τη φρίκη αυτής της εποχής. Μην προσπαθήσεις καν. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να φέρεις τον εαυτό σου αντιμέτωπο με τη χλεύη εκείνων που έχουν νιώσει αυτά τα πράγματα βαθιά. Έχουμε δει στις ειδήσεις ανθρώπους στο έπακρο του πόνου και του ξεριζωμού. Όλοι ξέρουν ότι τρως καλά κι ότι πληρώνεσαι κιόλας για να σταθείς εδώ. Κάνεις αυτό που κάνεις μπροστά σε ανθρώπους που βίωσαν την καταστροφή. Αυτό θα έπρεπε να σε κάνει πολύ μετρημένη. Πες τις λέξεις, δώσε το δεδομένο, κάνε στην άκρη.

Όλοι ξέρουν ότι υποφέρεις. Δε μπορείς να πεις στο ακροατήριο όλα όσα ξέρεις για τον έρωτα με κάθε γραμμή που θα απαγγέλεις για τον έρωτα. Παραμέρησε και θα ξέρουν ό,τι ξέρεις γιατί ήδη το ξέρουν. Δεν έχεις να τους μάθεις τίποτα. Δεν είσαι πιο όμορφη απ’ αυτούς. Ούτε πιο σοφή. Μην τους βάζεις τις φωνές. Μην τους βιάζεις στην ψύχρα. Αυτό είναι κακό σεξ. Αν τους δείξεις το περίγραμμα των γεννητικών σου οργάνων, τότε δώσε τους κι αυτό που τάζεις. Να θυμάσαι ότι στην πραγματικότητα οι άνθρωποι δε θέλουν έναν ακροβάτη στο κρεβάτι τους.
Ποια είναι η ανάγκη μας; Να είμαστε κοντά στο φυσικό άντρα, να είμαστε κοντά στη φυσική γυναίκα. Μην παριστάνεις ότι είσαι μια λατρεμένη τραγουδίστρια μ’ ένα τεράστιο πιστό ακροατήριο, που σε ακολούθησε στα πάνω και στα κάτω της ζωής σου μέχρι τούτη εδώ τη στιγμή. Οι βόμβες, τα φλογοβόλα κι όλα τα σκατά κατέστρεψαν πολλά περισσότερα από δέντρα και χωριά. Κατέστρεψαν και τη σκηνή. Νόμισες ότι το επάγγελμά σου θα γλίτωνε από τη γενική καταστροφή; Δεν υπάρχει πια σκηνή. Δεν υπάρχουν πια φώτα της ράμπας και προβολείς. Στέκεσαι μέσα στον κόσμο. Γι' αυτό να είσαι σεμνή. Πες τις λέξεις, δώσε τα δεδομένα, παραμέρισε. Στάσου μόνη. σαν να είσαι στο δωμάτιό σου. Μην το παίζεις.

Αυτό είναι ένα εσωτερικό τοπίο. Είναι μέσα. Είναι πολύ προσωπικό. Σεβάσου την προσωπική ησυχία του υλικού. Αυτά τα κομμάτια γράφτηκαν στη σιωπή. Το θάρρος του παιχνιδιού είναι να το αρθρώσεις. Η πειθαρχία του είναι να μην το παραβιάσεις. Κάνε το ακροατήριο να νιώσει την αγάπη σου για μια τέτοια ήσυχη συνθήκη, παρόλο που αυτή είναι ανύπαρκτη. Να είστε καλές πουτάνες. Το ποίημα δεν είναι σλόγκαν. Δε μπορεί να σε διαφημίσει. Δε μπορεί να προωθήσει τη φήμη σου ως ευαίσθητης. Δεν είσαι επιβήτορας. Δεν είσαι η γυναίκα φονιάς. Όλες αυτές οι βλακείες περί γκάνγκστερ του έρωτα. Είσαι σπουδάστρια της πειθαρχίας. Μην «παίζετε» τις λέξεις. Οι λέξεις πεθαίνουν όταν τις «παίζετε», μαραίνονται και μετά, το μόνο που απομένει είναι η φιλοδοξία σας.
Πες τις λέξεις με την ακρίβεια που θα τσέκαρες έναν κατάλογο πλυντηρίου. Μην αρχίσεις να συγκινείσαι με το δαντελένιο μπλουζάκι. Μην καυλώνεις όταν λες βρακί. Μην αρχίζεις να ανατριχιάζεις με την πετσέτα. Τα σεντόνια δεν πρέπει να σου βγάζουν μιαν ονειροπόλα έκφραση στα μάτια. Δεν υπάρχει λόγος να κλάψεις με τη λέξη μαντίλι. Οι κάλτσες δεν είναι εδώ για να σου θυμίζουν παράξενα και μακρινά ταξίδια. Όλα αυτά είναι απλά η μπουγάδα σου. Είναι μόνο τα ρούχα σου. Μην κάνεις μπανιστήρι μέσα από αυτά. Απλά φόρα τα.
Το ποίημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πληροφορία. Είναι το Σύνταγμα της έσω χώρας. Αν το απαγγείλεις με στόμφο και το φουσκώσεις με ευγενικές προθέσεις, τότε δε θα είσαι καλύτερη από τους πολιτικούς που τόσο περιφρονείς. Τότε, θα είσαι απλά κάποιος που κουνάει μια σημαία και κάνει την πιο φτηνή έκκληση σ’ ένα είδος συναισθηματικού πατριωτισμού.

Να σκέφτεσαι τις λέξεις σαν επιστήμη, όχι σαν τέχνη. Είναι μια αναφορά. Είσαι ομιλήτρια σε μια συνεδρίαση του Κλαμπ Εξερευνητών του Ομίλου του Νάσιοναλ Τζεογκράφικ. Αυτοί οι άνθρωποι γνωρίζουν όλα τα ρίσκα της ορειβασίας. Σε τιμούν, παίρνοντας ως δεδομένο ότι τα γνωρίζεις. Αν τους τρίψεις τη μούρη μέσα σ’ αυτά, θα είναι σαν να τους προσβάλλεις για τη φιλοξενία τους. Μίλα τους για το ύψος του βουνού, τον εξοπλισμό που χρησιμοποίησες, να είσαι συγκεκριμένη όσον αφορά στις επιφάνειες και το χρόνο που σου χρειάστηκε για ν’ ανέβεις. Μη χειριστείς το ακροατήριο για να εκμαιεύσεις κομμένες ανάσες κι αναστεναγμούς. Αν γίνεις άξια γι' αυτά, αυτό δε θα οφείλεται στην εκτίμηση που είχες εσύ για το συμβάν, αλλά στη δική τους. Αυτό θα γίνει από τα στατιστικά στοιχεία κι όχι από το τρέμουλο της φωνής σου ή το σκίσιμο του αέρα με τα χέρια σου. Θα γίνει με τα δεδομένα και την ήσυχη οργάνωση της παρουσίας σου.

Απόφυγε τη διάνθιση. Μη φοβηθείς να είσαι αδύναμη. Σου πηγαίνει να 'σαι κουρασμένη. 

Μοιάζεις ότι θα μπορούσες να συνεχίζεις πολύ ακόμα. Έλα τώρα στην αγκαλιά μου. Για μένα είσαι η εικόνα της ομορφιάς.







Λέοναρντ Κοέν 

| απόσπασμα από το βιβλίο ποιημάτων του «Death of a ladies΄ man»
Μετάφραση Λίνας Νικολακοπούλου