Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2016

Ο ταξιδιώτης και η μαργαρίτα


Μεσάνυχτα. Στον ουρανό τον ήσυχο, το βαθυσκότεινο, θαμποσβήνουν δειλά, αχνόφωτα τα αστέρια σ’ άπειρους μαγευτικούς συνδυασμούς, αμέτρητες εξωτικές, παραμυθένιοες ζωγραφιές. Αστέρια πολλά. Μυριάδες αστέρια. Φαναράκια χρυσαφιά, που, με τις τοσοδούλικες τους λάμψεις, ζωγραφίζουν στα μενεξεδένια βελούδα γαλέρες, γιρλάντες, άτια και κάστρα και θεριά παράξενα.

Εκεί ψηλά, στων αστεριών τον κόσμο που η χλωμόχρυση σελήνη βασιλεύει, πλανιόταν κάποτε συντροφικά τρία άστρα μικρά, αδέλφια αγαπημένα. Το πρώτο το ‘λεγαν Αυγερινό, τα’ άλλο Αστραφτερή και το τρίτο το τελευταίο, που ‘χε την πιο γλυκόθωρη λάμψη απ’ όλα τ’ άλλα αστέρια που το στερέωμα στολίζουν, το ‘λεγαν «Καμάρι τ’ Ουρανού».

Ανέμελα έπαιζαν κρυφτό στα πουπουλένια νέφη, κυνηγητό με τις φεγγαραχτίδες, που γλιστρούσαν γοργά, γνέφανε γελαστά, χάνονταν και ξέφευγαν στ’ απλόχωρα ουράνια χαρωπές.

Ώσπου κουράστηκε κάποια νυχτιά το Καμάρι τ’ Ουρανού με τ’ αδέλφια του αντάμα. Απόκαμε να παίξει. Βαρέθηκε να θαυμάζει το φεγγάρι εκστατικά. Πεθύμησε σ’ άλλους κόσμους, κόσμους πρωτόγνωρους, αλαργινούς, να ταξιδέψει. Δεν το χώραγε ο ουρανός, άχαρος και πληχτικός του φαινότανε ο γαλαξίας.

- Μη φεύγεις! παρακάλεσε η Αστραφτερή.
- Μη μας αφήνεις! κλάφτηκε ο Αυγερινός.

Μα το ‘χε πάρει απόφαση το Καμάρι τ’ Ουρανού. Υπόσχεση του έδωσε πως θα γυρνούσε σίγουρα, προτού η ροδόλουστη αυγούλα ξεπροβάλει, και, μ’ ένα σάλτο ανάλαφρο, αποχαιρέτησε τους συντρόφους του και τις ουράνιες στράτες.

Άρχισε να γλιστρά γοργά στο διάφανο διάστημα, νιώθοντας έναν ίλιγγο μεθυστικό, ίλιγγο που τ’ ανατρίχιαζε, του έκοβε την ανάσα.

Ένα τράνταγμα, μια μαρμαρυγή, κι έπεσε το Καμάρι τ’ Ουρανού στη Γή!



Όταν συνήλθε απ’ την παραζάλη, έφερε το βλέμμα γύρωθε του. Είχε βυθιστεί σ’ ένα λιβάδι άγνωστο και σκοτεινό, κι η αχνή του ανάσα φανέρωνε μια ύπαρξη μαγευτική, εκεί κοντά του. Πλάι του ακριβώς, στην άκρη μίσχου λεπτού, φύτρωνε ένας ήλιος τοσοδούλης, στεφανωμένος πάλλευκες αχτίδες.

- Ποιος είσαι; μίλησε η μαργαρίτα πρώτη.
- Ένας ταξιδιώτης από το γαλαξία. Εσύ;
- Λουλούδι. Δεν έχεις ξαναδεί;
- Όχι. Από πού έπεσες εδώ;
- Δεν έπεσα. Εδώ έτυχε ν’ αναστηθώ, εδώ, σ’ ένα λιβάδι μυστικό, να ρουφώ από τη γή πικρούς χυμούς και να προσμένω…

Δε χόρταινε να την κοιτά, να θαυμάζει το φλουράτο κεφαλάκι με τα χαριτωμένα πέταλα, τον ντελικάτο μίσχο της τον τρυφερό.

Απόμειναν για λίγο σιωπηλοί. Μόνο τ’ αργοθρόισμα ακουγόταν.

Ύστερα, σιγανή άκουσε τη φωνή της:

Έψαχνες να με βρείς;
Έτσι θαρρώ!

Είχε σκήψει πλάι του. Πολύ κοντά του. Ένιωσε το άρωμα της. Ένα της πέταλο άγγιξε μια χρυσαφιά του ακίδα. Ρίγησαν. Μια άλικη σπίθα ελαμψε ανάμεσα τους, κι η ψυχή του ξενιτεμένου αστεριού πλημμύρισε λατρεία τρυφερή για την μαργαρίτα την χλωμή, που ‘γερνε πλάι του σιγοτρέμοντας, απ’ τη φεγγοβολιά του θαμπωμένη.

Κι εκείνη η κρυσταλλένια νύχτα ήταν μεγάλη, ατέλειωτη, μ’ μ’ ώρες μεθυστικές, αμέτρητες, στιγμές μαγευτικές, ολόδικες τους. Το βαθυσκότεινο λιβάδι κοιμόταν απέραντο, ανασαλεύοντας νωχελικά στη μυρωμένη αύρα.

Ξάφνου, μια σκιά πέρασε σαν αστραπή απ’ το λιβάδι, και προτού καλά καλά φανεί, την κατάπιε πάλι το σκοτάδι. Το αστέρι ένιωσε μια σαΐτα να κεντά τα’ ασημένια του τα φυλλοκάρδια, και την ίδια τη στιγμή ζήλια μαρτυρική στην ψυχή του να φουντώνει!

Όσο ένιωθε την καλή του αγγελικά να το θωρεί, αμφιβολία βασανιστική το τυραννούσε, ζήλια για κάθε χορτάρι του απέραντου αγρού, για κάθε κρυφή της μαργαρίτας σκέψη… Βαθιά την αγαπούσε. Κι εκείνη το ίδιο άραγε; Αν καμωνόταν; Αν κάποιο άλλο αστέρι πρόσμενε; Αν πεταλούδες πλουμιστές ονειρευόταν; Αν ταξίδευε κι αυτή στα όνειρά της; Πως θα σιγουρευόταν; Πως θα μάθαινε τα μυστικά της; Πως;

Τέτοια συλλογιζόταν, όταν τράβηξε με δύναμη ένα πέταλο χιονάτο.
- Μ’ αγαπά, μουρμούρισε όπως τ’ άφηνε να πέσει.

Έπειτα, δισταχτικά τράβηξε ακόμα ένα.
- Δεν μ’ αγαπά, ψέλλισε βραχνά.
- Μη! στέναξε η μαργαρίτα τρέμοντας από πόνο γλυκό, παράπονο, απορία.

Μα μες στη μέθη του τα’ αστέρι, πως θα μάθαινε, όπου να ‘ναι την αλήθεια, δεν έδωσε στο μαρτύριο της σημασία.
- Μ’ αγαπά: γέλαγε τρισευτυχισμένο.
- Δε μ’ αγαπά! θρηνούσε σκυθρωπό.

Κι ασυλλόγιστα μαδούσε ολοένα τα πέταλα της τα χιονάτα, ένα ένα.
- Γιατί; ψιθύριζε τ’ άδολο ανθάκι λαβωμένο.

Μα τ’ αστέρι δεν την άκουγε, στον οίστρο του παραδομένο.
- Μ’ αγαπά!
- Δε μ’ αγαπά!

Πονούσε η μαργαρίτα. Πονούσε πολύ. Με κάθε πέταλο απαλό έφευγε και μια πνοή. Ώσπου τράβηξε το στερνό της πέταλο τ’ αστέρι.
- Μ’ αγαπά! φώναξε χαρούμενο.

Κι ο αντίλαλος του γύρισε θλιμμένος πίσω.

Σταμάτησε, σκέφτηκε. Είδε την μαργαρίτα να σκιρτά όλο παράπονο, να ξεψυχά εκεί, στης λάμψης του την αχνόφωτη αγκαλιά. Έγειρε αργά αργά, άγγιξε τη χλόη. Της αύρας η πνοή πήρε τα πέταλα, τα σκόρπισε τριγύρω.

Ύστερα, τίποτ’ άλλο πια. Μόνο σκοτάδι. Κι ολόγυρα, σκούρα, πυκνά χορτάρια απειλητικά.

Τότε μόνο ένιωσε τι της είχε κάνει. Τρεμόπαιξε για μια στιγμή, στέναξε κι έπαψε ν’ ανασαίνει χρυσαφένιο φως.

Άδικα πρόσμενε ο Αυγερινός. Άδικα τ’ αναζητούσε η Αστραφτερή.. γιατί δε γύρισε το Καμάρι τ’ Ουρανού, όπως είχε υποσχεθεί;

***** ***** ***** ***** *****

Την άλλη μέρα, όταν ροδόλουστη η αυγή απ’ της ανατολής τ’ ασημογάλαζα ξεπρόβαλε τα τούλια, σ’ απλόχωρο λιβάδι λιόχαδο, πνιγμένα μες στη δροσερή του αγκάλη, βρήκε μια μαδημένη μαργαρίτα κι ένα σβησμένο αστέρι βυθισμένα…


Ευγένιος Τριβιζάς 

[από το "Αντικλείδι"

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Περίμενέ με..


Στην Valentina Serova 


Περίμενέ με, θα γυρίσω
μόνο περίμενέ με
περίμενέ με σάν κίτρινες βροχές πού γεμίζουν τις νύχτες θλίψη
περίμενέ με στους αποπνικτικούς καύσωνες
και στις άγριες χιονοθύελλες
περίμενέ με κι όταν κανείς πια δεν περιμένει
κι όλοι έχουν ξεχάσει
περίμενέ με κι όταν τα γράμματα από μακριά πάψουν νά έρχονται
περίμενέ με ακόμη κι όταν κανείς άλλος δεν βαστά να περιμένει
Μην τους ακούσεις σαν σου πουν
πως ήρθε πιά η ώρα να ξεχάσεις
κι ότι οι ελπίδες σου δέν υπάρχουν
Ακόμη κι αν ο γιος κι η μάνα μου πουν πως χάθηκα
κι αν οι φίλοι μου κουραστούν να περιμένουν
άσε τους δίπλα στη φωτιά να πιουν πικρό κρασί
περίμενε
και μην καθίσεις μαζί τους
μην πιεις τίποτε...
Περίμενέ με, θα γυρίσω

Όλοι οι θάνατοι δεν θα με σκοτώσουν
κι ας πουν αυτοί που δεν περίμεναν:
"Τι τύχη!"
Αυτοί που δεν ξέρουν να περιμένουν
δεν θα καταλάβουν ποτέ
ούτε κανείς θα καταλάβει, αγαπημένη,πώς εσύ που με περίμενες,
μου έσωσες τη ζωή
Μόνο εσύ κι εγώ θα ξέρουμε
πώς έζησα μέσα στίς φωτιές.
απλά, γιατί εσύ περίμενες πιστεύοντας
όπως άλλος κανείς μέσ' στον κόσμο αυτόν...

 
Κonstantin Simonov (1915-1979)

1941
στη μεγάλη αγάπη της ζωής του
Valentina Serova




Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Ένας χριστουγεννιάτικος εφιάλτης




Ήταν κάποτε ένας ευσεβής χριστιανός. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και τηρούσε ευλαβικά όλες τις νηστείες. Κάθε μέρα προσευχόταν να προστατεύει ο Θεός τον ίδιο και την περιουσία του. Η αλήθεια είναι ότι για τους άλλους δεν ενδιαφερόταν και πολύ. Όταν περνούσε έξω από εκκλησία έκανε πάντα τον σταυρό του. Αν έξω απ’ την εκκλησία έβλεπε κάποιον αδέσποτο σκύλο του έδινε μια κλωτσιά. Αν έβλεπε κάποιο μετανάστη τον έβριζε. Δεν συμπαθούσε ούτε τους σκύλους ούτε τους μετανάστες. Τους θεωρούσε αμφότερους επικίνδυνους, βρώμικους και φορείς ασθενειών. Όταν συναντούσε στον δρόμο του παιδιά τα προέτρεπε να πηγαίνουν στην εκκλησία και στο κατηχητικό και νοσταλγούσε τις εποχές που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός για ένα μέρος του πληθυσμού. Πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις εκτός κι αν είχαν τη δική του ευφυΐα.

Πίστευε επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, σχεδόν όλοι εκτός απ’ αυτόν, είναι αμαρτωλοί και ανήθικοι. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα ρίξει ο Θεός φωτιά να τους κάψει. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαινε καλά με τους ανθρώπους. Πίστευε ότι όλοι οι άλλοι λαοί ήταν εχθροί που ήθελαν τον αφανισμό της πατρίδας του. Ειδικά δε όσοι ήταν αλλόθρησκοι, επομένως για τη δική του λογική εχθροί της πίστης του, έπρεπε οπωσδήποτε να εξοντωθούν. Όσο για τους άθεους, δεν τους θεωρούσε καν ανθρώπους. Σύμφωνα με μια θεωρία δικής του έμπνευσης η πίστη στον Θεό είναι έμφυτη στον άνθρωπο, επομένως ένας οργανισμός που δεν έχει αυτό το γνώρισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινος.

Δεν του άρεσε καθόλου η εποχή που ζούσε γιατί θεωρούσε ότι υπάρχει έκλυση ηθών. Τα περισσότερα βιβλία τα έβρισκε βλάσφημα ενώ την ίδια γνώμη είχε για τις ταινίες και τη μουσική. Σαν πιστός χριστιανός που ήταν είχε μια απάντηση για όλα. Όταν τον ρωτούσαν γιατί ο Θεός επιτρέπει να σκοτώνονται αθώοι άνθρωποι κατά τη διάρκεια πολέμων και φυσικών καταστροφών, απαντούσε ότι όχι μόνο δεν είναι αθώοι αλλά είναι αμαρτωλοί 

και ο Θεός τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Όταν του έλεγαν για τον πλούτο της εκκλησίας που έρχεται σε αντίθεση με την ταπεινότητα που υποτίθεται ότι πρεσβεύει απαντούσε ότι όσοι τα λένε αυτά είναι αντίχριστοι και θα καούν στην κόλαση. Το μεγάλο του παράπονο ήταν ότι αν και ήταν τόσο πιστός δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ ο Χριστός μπροστά του.


John Antono (Γιάννης Αντωνόπουλος) 


Μια παραμονή Χριστουγέννων αφού έφαγε ένα πλούσιο δείπνο ξάπλωσε στο κρεβάτι και παραπονέθηκε για άλλη μια φορά που ο Χριστός δεν του είχε φανερωθεί. Αφού ξημέρωναν Χριστούγεννα πίστευε ότι θα εισακουστεί το παράπονό του. Το δωμάτιο φωτίστηκε και εμφανίστηκε μπροστά του ένας νεαρός γενειοφόρος άντρας. Άρχισε να μιλάει με ήρεμη φωνή.
“Ήρθα πολλές φορές” είπε και συνέχισε
“Ήμουν πρόσφυγας. Έφυγα απ’ τη χώρα μου για να σωθώ απ’ τον πόλεμο και όταν έφτασα εξουθενωμένος σου ζήτησα λίγο νερό. Μα εσύ μου απάντησες να γυρίσω στην πατρίδα μου.
Ήμουν πεινασμένος και σου ζήτησα λίγο ψωμί. Μα εσύ με έδιωξες. Ήμουν άστεγος και σου ζήτησα μια κουβέρτα για να μην κρυώνω. Μα εσύ μου έκλεισες την πόρτα. Ήμουν ρακένδυτος και σου ζήτησα ένα παλιό ρούχο για να ντυθώ. Μα εσύ αρνήθηκες να με βοηθήσεις. Ήμουν μετανάστης και σου ζήτησα να μη με αντιμετωπίζεις με προκατάληψη. Μα εσύ κάλεσες την αστυνομία να με συλλάβει. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα απ’ τη διδασκαλία μου. Στην καρδιά σου υπάρχει μόνο μίσος. Κρίνεις όλους τους ανθρώπους χωρίς να έχεις αυτό το δικαίωμα. Τους χωρίζεις με βάση το χρώμα τους και την καταγωγή τους ξεχνώντας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Λίγο με ενδιαφέρει αν νηστεύεις και αν κάνεις όλη μέρα τον σταυρό σου. Έχεις μείνει προσκολλημένος στους τύπους θεωρώντας ότι είναι το παν κι έχεις χάσει την ουσία. Και η ουσία είναι η αγάπη. Ήρθα στον κόσμο για να διδάξω την αγάπη. Μην το ξεχνάς ποτέ αυτό”.

Ξύπνησε ιδρωμένος. Σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να τρώει βαριά τα βράδια γιατί βλέπει εφιάλτες. Γύρισε πλευρό και ξανακοιμήθηκε.


Νίκος Σουβατζής
από την πάντα ενδιαφέρουσα Χειμερία Νάρκη του... 


Χρόνια μας Πολλά 

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Ο μικρός πρίγκηπας [ κεφ. 5 - 6 ]


Αντουάν Ντε Σαιντ-Εξυπερύ

Ο μικρός πρίγκηπας 





Εκδόσεις Ενδυμίων 2007 




                                                             
                                   Κεφάλαιο Πέμπτο 




Κάθε μέρα μάθαινα και κάτι σχετικά με τον πλανήτη του, για την αναχώρηση, για το ταξίδι. Όλα αυτά προέρχονταν από συλλογισμούς που γίνονταν έτσι στην τύχη. Με τον ίδιο τρόπο έμαθα την τρίτη μέρα το δράμα των μπαομπάμπ. 

Και τούτη τη φορά, αυτό έγινε χάρη στο αρνάκι, γιατί ξαφνικά, σα να τον είχε κυριεύσει μια τρομερή αμφιβολία, ο μικρός πρίγκιπας με ρώτησε:

- Να ΄ναι άρα αλήθεια, δεν είναι, πως τα αρνιά τρώνε τα χαμηλά δεντράκια; 

- Ναι, αλήθεια είναι. 

- Α! είμαι πολύ ευχαριστημένος γι αυτό. 

Δεν καταλαβαινα γιατί ήταν τόσο σημαντικό το ότι τα αρνιά τρώνε τα μικρά δέντρα. Μα ο μικρός πρίγκιπας πρόσθεσε:

- Επομένως τρώνε και τα μπαομπάμπ; 

Χρειάστηκε  να επισημάνω στο μικρό πρίγκιπα πως τα μπαομπάμπ δεν είναι μικρά δεντράκια, αλλά μεγάλα δέντρα, ψηλά σαν τις εκκλησίες και πως ακόμη και αν έπαιρνε κοντά του ένα ολόκληρο κοπάδι από ελέφαντες, το κοπάδι εκείνο δε θα κατάφερνε να φτάσει στην κορφή ενός μονάχα μπαομπάμπ. 

 
Η ιδέα του κοπαδιού με τους ελέφαντες έγινε αιτία να βάλει τα γέλια ο μικρός πρίγκιπας. 

- Θα χρειαζόταν να τους βάλω τον έναν πάνω στον άλλον.... 

Αλλά παρατήρησε , αποδείχνοντας ότι δεν του έλειπε η σοφία: 

- Πριν μεγαλώσουν τα   μπαομπάμπ είναι κι αυτά μικρά και χαμηλά.

- Πολύ σωστά !   Αλλά γιατί θέλεις να τρώνε τα αρνιά σου τα μικρά μπαομπάμπ; 

Μου απάντησε: "Καλά!  θα δούμε! "  Σαν κάτι εκεί να ήταν πολύ φανερό. Και μου χρειάστηκε να επιστρατεύσω όλη μου την εξυπνάδα για να καταλάβω από μόνος μου αυτό το πρόβλημα

Και πραγματικά, πάνω στον πλανήτη του μικρού πρίγκιπα, όπως και σε όλους τους πλανήτες, υπάρχουν και καλά χορτάρια, και κακά χορτάρια. 
Όπως είναι φυσικό, από τους καλούς σπόρους, βγαίνουν καλά χορτάρια κι από τους κακούς σπόρους κακά χορτάρια. Όμως οι σπόροι κοιμούνται κρυμμένοι κάτω απ την επιφάνεια της γης μέχρι να μπει σε κάποιον απ αυτούς η ιδέα να ξυπνήσει. Τότε τεντώνεται και δειλά δειλά πετάει προς τον ήλιο ένα πολύ όμορφο βλασταράκι. Αν τύχει να ναι κάποιο βλασταράκι ραδικού ή τριανταφυλλιάς μπορεί κανείς να το αφήσει να ξεπεταχτεί όπως εκείνο θέλει. 
Ωστόσο, αν πρόκειται για κανένα κακό φυτό, αμέσως μόλις το αναγνωρίσεις, πρέπει να το ξεριζώσεις. 
Όμως, πάνω στον πλανήτη του μικρού πρίγκιπα, βρίσκονταν σπόροι τρομεροί... αυτοί ήταν οι σπόροι του μπαομπάμπ. 
Το έδαφος του μικρού πλανήτη ήταν γεμάτο 

  

 Ένα μπαομπάμπ λοιπόν, σαν αργήσεις να το ξεριζώσεις, ποτέ πια δε θα καταφέρεις να το ξεφορτωθείς. Σκεπάζει ολόκληρο τον πλανήτη. Τον τρυπάει με τις ρίζες του. 
Κι αν ο πλανήτης είναι πολύ μικρός και τα μπαομπάμπ πάρα πολλά, θα τιναχτεί σε χίλια κομμάτια. 

- Αυτό είναι θέμα πειθαρχίας, μου έλεγε αργότερα ο μικρός πρίγκιπας. 
Όταν τελειώνει κανείς το πρωί την τουαλέτα του, πρέπει ν αρχίσει να κάνει με πολλή φροντίδα και την τουαλέτα του πλανήτη. Είναι αναγκασμένος να ξεριζώνει τα μπαομπάμπ το ένα μετά το άλλο, αμέσως μόλις τα διακρίνει να χουν φυτρώσει μαζί με τις τριανταφυλλιές που μ αυτές μοιάζουν πολύ όταν είναι αρκετά μικρά. 
Είναι μια δουλεια πολύ βαρετή, μα πολύ εύκολη

Και μια μέρα με συμβούλεψε να προσπαθήσω να φτιάξω μια όμορφη ζωγραφιά, έτσι ώστε να μπορέσουν να το καταλάβουν καλύτερα τα παιδιά της πατρίδας μου. 
"Αν μια μέρα τύχει να τη δουν" μου έλεγε, "θα τους φανεί πολύ χρήσιμη. Μερικές φορές δεν βλάπτει ν΄αναβάλλεις μια δουλειά για αργότερα. Όμως όταν πρόκειται για μπαομπάμπ, αυτό είναι πάντα καταστροφή. Ξέρω έναν πλανήτη, όπου κάθεται ένας τεμπέλης. Είχε βαρεθεί να βγάλει τρία μικρά δεντράκια..." 

Κι ακολουθώντας τις οδηγίες του μικρού πρίγκιπα,   ζωγράφισα κείνον κει τον πλανήτη. 
Καθόλου δε μ΄αρέσει να παίρνω ύφος ηθικολόγου. Όμως ο κίνδυνος από τα μπαομπάμπ είναι τόσο λίγο γνωστός  και οι κίνδυνοι που διατρέχει εκείνος που θα χαθεί σ΄έναν αστεροειδή τόσο μεγάλοι που, για μια μόνο φορά, θα κάνω εξαίρεση, παραμερίζοντας την επιφύλαξή μου . Λέω: " Παιδιά! Προσέξτε τα μπαομπάμπ! "
Αυτό το κάνω  για να προειδοποιήσω τους φίλους μου για έναν κίνδυνο που τους απειλεί τώρα και πολύν καιρό, όπως κι εμένα τον ίδιο, που τόσο σκληρά δούλεψα για κείνη κει τη ζωγραφιά. 
Το μάθημα που θα δώσω, αξίζει και με τον παραπάνω τον κόπο. Θα αναρωτιόσαστε ίσως: Γιατί σε τούτο το βιβλίο δεν υπάρχουν κι άλλες το ίδιο υπέροχες ζωγραφιές σαν εκείνη με τα μπαομπάμπ ; 
Η απάντηση είναι πολύ απλή: 
Δοκίμασα, μα δεν τα κατάφερα.  Σαν ζωγράφιζα τα μπαομπάμπ, ένιωσα να με κυριεύει το συναίσθημα ότι έπρεπε να βιαστώ όσο γινόταν περισσότερο

   










Κεφάλαιο Έκτο 





Α! μικρέ πρίγκιπα , κατάλαβα έτσι λίγο-λίγο τη μικρή μελαγχολική σου ζωή. 
Για πολύν καιρό δεν είχες άλλη διασκέδαση από το να χαίρεσαι τα υπέροχα χρώματα που σκόρπιζε βασιλεύοντας ο ήλιος. Έμαθα τούτη την καινούρια λεπτομέρεια το πρωί της τέταρτης μέρας όταν μου είπες:

- Πολύ μου αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα . Πάμε να δούμε ένα ηλιοβασίλεμα.... 

- Μα πρέπει να περιμένουμε 

- Να περιμένουμε τι ; 

- Να περιμένουμε μέχρι να πέσει ο ήλιος  

Στην αρχή φάνηκες να ξαφνιάζεσαι κι  ύστερα γέλασες με τον ίδιο σου τον εαυτό. Και μου είπες:

- Πάντα νομίζω πως είμαι στο σπίτι μου !

Πραγματικά, όταν είναι  μεσημέρι στην Αμερική, στη Γαλλία όλος ο κόσμος το ξέρει, ο ήλιος βασιλεύει. Δε θα χρειαζόταν παρά να μπορεί κανείς να πάει στη Γαλλία σ ένα λεπτό, για να χαρεί το ηλιοβασίλεμα. Δυστυχώς όμως, η Γαλλία είναι πάρα πολύ μακριά. Πάνω στο μικρό σου πλανήτη όμως, θα σου ήταν αρκετό να τραβήξεις την καρέκλα σου μερικά βήματα πιο πέρα. Και τότε θα βλεπες το δειλινό κάθε φορά που θα το ΄θελες... 


- Μια μέρα είδα τον ήλιο να βασιλεύει σαραντατρείς φορές! 

Και λίγο μετά, πρόσθεσε:

- Ξέρεις...  όταν είναι κανείς έτσι λυπημένος, του αρέσουν τα ηλιοβασιλέματα... 

- Τη μέρα που τα είδες σαραντατρείς φορές ήσουνα , λοιπόν, τόσο πολύ λυπημένος ; 

Μα ο μικρός πρίγκιπας δεν απάντησε.....  

         
Προηγούμενο..                                                                                Η συνέχεια ...