Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Σχήμα της απουσίας


Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί -

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.

Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ' τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ' την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.



Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει'
σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. 

Τότε ολόγυρα μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε' και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.



[...]
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της –
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.


Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται ‘κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.


Γιάννης Ρίτσος, 

«Σχήμα της απουσίας», ΙΙ, Ποιήματα, Τόμος Β’ 
(1941-1958), εκδ. Κέδρος

Michael Tolleson



[...]
Ἕνα μικρό κορίτσι, ἀνύποπτα νυχτώθηκε ἄξαφνα μέσα στὴ λύπη...
 Τί ‘ταν λοιπόν ἡ ζωή;
Κι αὐτός ὁ πόνος; Κ' ἡ κραυγή τούτη;..
 Ἦταν δικά του αὐτά;.. Καὶ περίμεναν πίσω ἀπ’ τὸ γέλοιo του,
 πανέτοιμα κ' ἐπίβουλα;.. Κι αὐτά τ' ἀγαπημένα πρόσωπα, 

 που ἔσκυβαν πάνω του μακρυνά κιόλας;.. 
Ἄνοιξε ἥσυχα λοιπὸν  τὴν πόρτα ἑνὸς ἄστρου, 
μπῆκε μέσα προφυλαχτικά, νὰ μὴν ἀκούσουμε 
 – μὰ ὅλες τὶς νύχτες κείνη ἡ πόρτα ἀνοιχτή  χτυπάει ἀπ’ τὸν ἀγέρα τοῦ μικροῦ λυγμοῦ του...

 Κι οὔτε μπόρεσε  νὰ σηκωθῇ πιὰ νὰ τὴν κλείσῃ, 
οὔτε μποροῦμε – εἶναι μακρυά – νὰ τὴν κλείσουμε...
[...]




Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ίσως να ναι κι έτσι ..


Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι 
– λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – 
μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, 
μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, 
ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) 
– άνθρωποι επαρκώς ενημερωμένοι, 
πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, 
μακριά απ’ τους άλλους…




Όσο περνάν τα χρόνια τόσο οι παλιοί γνωστοί μας απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους· σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.
[…]
Και το περίεργο είναι πως εξωτερικά, στη συμπεριφορά τους, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σα να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας.


 Όπως άλλωστε και τα σπίτια. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία, ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό πεπόνι, 
– ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. 

Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…


Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι – λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους… 



Γιάννης Ρίτσος (1 Μάη 1909 - 11 Νοέμβρη 1990)  

από το  “ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ” 

της σειράς  "Εικονοστάσι Ανώνυμων Αγίων"

 Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 











Γιατί αλλιώς (το΄χε πει ο Πέτρος) είναι σα να ξύνεις το κεφάλι σου,να πέφτει η πιτυρίδα στο πανωφόρι σου και να θαρρείς πως χιονίζει σ΄όλο τον κόσμο. Τι καλά που τα λέει ο Πέτρος-αντρίκεια, σοβαρά, απλά, ντόμπρα. Θα πρέπει να πάω να τον βρω, να τα κουβεντιάσουμε.  Κι όχι να τα κουβεντιάσουμε˙να τον δω μόνο,και φτάνει να διαλυθούν οι καπνοί που μου φλομώνουν το μυαλό.  Το μάτι του αστραπή ξεχωρίζει μεμιάς το κύριο απ΄το δευτερεύον,το προσωπικό απ΄το γενικό,το χρήσιμο απ΄το περίτεχνο περιττό. 

Το μόνο που φοβάμαι είναι πως δεν έχει διαθέσιμο χρόνο να ονειρευτεί και να ερωτευτεί, μ΄όλο που ο ίδιος είναι ολόκληρος ο έρωτας,γι αυτό κι απ΄την πρώτη στιγμή τον εμπιστεύεσαι,του αφήνεσαι, όταν ανάβει το τσιγάρο του και κοιτάς τα σίγουρα δάχτυλά του,  που μπορούν να δείξουν α υ τ ό ,  να σηκώσουν ένα βράχο,  να κρατήσουν μια μεγάλη σημαία,  παρ΄ότι ο ξινός κύριος Κυπαρίσσης έλεγε:"είναι πια ανυπόφορο να γεμίζουν κάθε τόσο τα μπαλκόνια σημαίες,να κυκλοφορούν διαδηλωτές με σημαίες, ανυπόφορο και το να λες τη λέξη   σ η μ α ί α 

Παραπληθύνανε,  βλέπετε,οι "μάρτυρες" και οι "ήρωες",  γέμισε η ποίηση   σ η μ α ί ε ς κι άδειασαν τα κεφάλια από ι δ έ ε ς " (έκανε και μια σαρκαστικήν ομοιοκαταληξία-σημαίες-ιδέες-,μοντέρνος γαρ αυτός,καταδικάζοντας σύσσωμη την "ακαδημαϊκή "ποίηση με τις ρίμες).
Για κάμποσο καιρό κι εγώ ο ηλίθιος δίσταζα να χρησιμοποιήσω στα γραφτά μου τη λέξη "σημαία",μα ύστερα (στο πείσμα του κ. Κυπαρίσση) πλημμύριζα τους στίχους μου με σημαίες και ισχυριζόμουν μάλιστα πως κάθε λέξη πρέπει να΄ναι και μια σημαία, γιατί τότε, στη Μακρόνησο, τα λίγα λόγια που αλλάζαν μεταξύ τους οι σύντροφοι πλατάγιζαν ψηλά πάνω από τα μαρτύρια πραγματικές σημαίες    κι έλεγες τίποτα δεν είναι ο θάνατος, 
τα πάντα είναι η ελευθερία˙ 
μα κείνοι που δεν γνώρισαν ποτέ τη φτώχεια,τη στέρηση,την εκμετάλλευση,την καταπίεση,
όταν διαβάζουν τη λέξη σημαία ή ελευθερία στραβομουτσουνιάζουν (οι καλαίσθητοι) και λένε: 
"τι μεγαλοστομίες, πολιτικολογίες,συνθηματολογίες" και κάνουν πίσω,όπως κάνουν πίσω μπροστά στον εχθρό,αν δεν συνεργάζονται κιόλας μαζί του.

Μα ποιός τους λογαριάζει; Ποιός γράφει για δαύτους;
Δεν πα΄να κουρεύονται.
Όμως για να λέμε και του στραβού το δίκιο,δύσκολα περνάνε στο χαρτί τούτες οι λέξεις, δεν χωράνε στο χαρτί, θέλουν άπλα, θέλουν αέρα, πλήθη, ουρανό, βουνά, πλατείες,άλογα,δάση.

Κι οι πραγματικοί αγωνιστές είναι πάντα σεμνοί με μπαλωμένα βρακιά,φαγωμένα σακάκια στους αγκώνες˙δεν καυχιούνται˙ κοιτάζουνε ψηλά με χαμηλωμένα βλέφαρα.Τούτες τις λέξεις τις πράττουν, δεν τις γράφουν σε κόλλες διαγωνισμού ή σε χαρτομάντιλα.
Αν δεις τις φλέβες στο λαιμό τους και στα μελίγγια τους,θα καταλάβεις,κι ίσως τραγουδήσεις άφωνα μέσα σου "σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή".
Μόνο αυτό. Τίποτ΄άλλο. 
(από το ίδιο ..)





Χωρίς παρωπίδες ή αποσιωπητικά


Ξεφυλλίζω συγκινημένη τον ΙΔ΄ τόμο των ποιημάτων του. Γιάννης Ρίτσος: ο ποιητής που απόσταξε τον εικοστό αιώνα, ο ευλαβής στα ταπεινά, ο γενναιόψυχος στα δύσκολα. Πέφτει τυχαία το μάτι μου σ' ένα τετράστιχο της συλλογής «Κάποτε». Μου το είχε πει μια δυο φορές στο τηλέφωνο, πριν από πολλά χρόνια, και το είχα συγκρατήσει σαν απόφθεγμα μέσα μου: «Οταν η απραξία/ γίνεται αυτάρκεια/ κι ο στοχασμός απραξία/ οι λύκοι χορεύουν».

Κάθε άνθρωπος έχει τόσα πρόσωπα, σκέφτομαι, όσοι και οι άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Κι εγώ, έπειτα από τόσα χρόνια, τι επί της ουσίας έχω αποκομίσει από τη συναναστροφή μου με τον Ρίτσο; Οτι ήταν ένας ευγενικός, τρυφερός άνθρωπος. Ανεξίκακος. Αν και πολλοί τον είχαν λοιδορήσει, αν και πολλοί τον είχαν πικράνει, ποτέ δεν τον είχα ακούσει να μιλάει άσχημα για κανέναν. Τουναντίον, συχνά μ' εκνεύριζε με την επιμονή του να διακρίνει ελαφρυντικά σε όλους. «Τη δουλειά μας, εμείς, παιδάκι μου», η επωδός του. Αμετανόητα προσηλωμένος στο αυτονόητο της σχέσης του με το ΚΚΕ και αδιαπραγμάτευτα αναζητητής στα ουσιώδη της ζωής και της ποίησης. Κι ίσως γι' αυτό, δεν δίσταζε να γράφει ενίοτε και στίχους της δικής του κομματικής ανάγκης.

Με συμβούλευε να μην αφήνομαι στην αυταρέσκεια, αλλά και να μην παραδίνομαι στην ανασφάλεια. Να διακρίνω την ομορφιά από την «ομορφιά». Αλλη η «ομορφιά» του ρημαγμένου τοπίου, μου έλεγε, και άλλη η ομορφιά του σπαρμένου χωραφιού. Να ξέρω τι θέλω, αλλά και διαρκώς να αμφιβάλλω. Χωρίς παρωπίδες, αγκύλες, περιορισμούς. Χωρίς αποσιωπητικά. Και αυτήν, ακριβώς, την ανεξιθρησκία του, πέρα από σχολές και ρεύματα και πάνω από ιδεολογίες, θα ήθελα, τελειώνοντας, να τονίσω. Τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο διέκρινε την τέχνη από την απομίμησή της, το ουσιώδες από το επουσιώδες, το αληθινό από την επίφασή του, το αυθεντικό από το επίπλαστο.

Μάρω Δούκα
(από το μηνιαίο περιοδικό Ως3 )







Στο μάθημα των αισθημάτων του


Στο διάλειμμα ενός μαθήματος Λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Αγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Ολοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τένεσι Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ' όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε - για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες.

Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι -από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα που κινούνταν με δημόσια μέσα- και πήγαινε στη Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Εκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Αναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι -είπα- από την Μονεμβάσια - η πατρίδα του Ρίτσου.

Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του -δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος- ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Άρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Εχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται - προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ενα παράθυρο ανοίγει. 

Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ. 
Δεν έχει φύγει.

Γιώργος Χρονάς 
(από το περιοδικό Ως3)

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Επίλογος





Ν μ θυμόσαστε — επε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρ
ς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σ πέτρες κι γκάθια,
γι
ν σς φέρω ψωμ κα νερ κα τριαντάφυλλα.

Τ
ν μορφι
Ποτές μου δ
ν τν πρόδωσα. λο τ βιός μου τ μοίρασα δίκαια.
Μερτικ
γ δν κράτησα. Πάμπτωχος. Μ᾿ να κρινάκι το γρο
τ
ς πι γριες νύχτες μας φώτισα. Ν μ θυμστε.

Κα
συγχωρτε μου ατ τν τελευταα μου θλίψη:
Θ
θελα
κόμη μι φορ μ τ λεπτ δρεπανάκι το φεγγαριο ν θερίσω
να ριμο στάχυ. Ν σταθ στ κατώφλι, ν κοιτάω,
κα
ν μασ σπυρ σπυρ τ στάρι μ τ μπροστινά μου δόντια
θαυμάζοντας κι ε
λογώντας τοτον τν κόσμο πο φήνω,
θαυμάζοντας κι
κενον πο νεβαίνει τ λόφο στ πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στ
ριστερ μανίκι του χει να πορφυρ τετράγωνο μπάλωμα. Ατ
δ
ν διακρίνεται πολ καθαρά. Κι θελα ατ προπάντων ν σς δείξω.
Κι
σως γι᾿ ατ προπάντων θ᾿ ξιζε ν μ θυμστε.

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Μείνε λιγάκι ..











"....Μείνε λιγάκι ακόμη. Βράδιασε. Το χρυσόμαλλο δέρας που λέγαμε ..
- Ω, η σκέψη έρχεται αργά σ' εμάς τις γυναίκες - ξεκουράζει κάπως. 

Αντίθετα,
οι άντρες δε σταματούν ποτέ τους να σκεφτούν, - ίσως φοβούνται, ίσως δε
θέλουν να δουν κατάματα το φόβο τους, να δουν την κούρασή τους, να ξε-
κουραστούνε - δειλοί, ματαιόδοξοι, πολυάσχολοι, προχωρούν στο σκοτάδι. 
Τα ρούχα τους μυρίζουν πάντα καπνό 
από μια πυρκαγιά που πλάι της ή μέσα της είχαν περάσει χωρίς να το ξέρουν. 
Γδύνονται γρήγορα, 
ρίχνουν τα ρούχα τους στο πάτωμα, πέφτουν στην κλίνη.
 Όμως και το ίδιο τους το σώμα μυρίζει καπνό, - τους ναρκώνει. 
Μες στο τρίχωμα του στήθους τους έβρισκα, σαν κοιμόνταν πια, κάτι λεπτά, καμμένα φύλλα
ή κάτι πούπουλα σταχτόμαυρα από πουλιά σκοτωμένα. 

Τότε
εγώ τα μάζευα και τα φυλούσα σε μια κασετίνα - τα μόνα σημάδια μιας μυστικής επαφής - 
ποτέ δεν τους τάδειξα - δε θα τ' αναγνώριζαν. 


Κάποιες στιγμές, ω, ναι, ήταν ωραίοι - έτσι γυμνοί, παραδομένοι στον ύπνο,
εντελώς απροσποίητοι, αφημένοι, με τα μεγάλα, δυνατά σώματά τους
υγρά, μαλακωμένα, σαν θορυβώδη ποτάμια 
που κυλήσαν από ψηλά βουνά σε γαλήνια πεδιάδα, 
ή σαν παιδιά εγκαταλειμμένα. 
Τότε τους αγαπούσα πράγματι, σα να τους γέννησα εγώ. 
Παρατηρούσα τα μακριά ματόκλαδά τους
κ' ήθελα να τους πάρω μέσα μου για να τους προφυλάξω, ή έτσι να ζευγαρώσω μ' ολόκληρο το σώμα τους. 
Κοιμόταν. 
Κι ο ύπνος σου επιβάλλει  το σεβασμό, 
γιατί 'ναι τόσο σπάνιος. 

Πάνε κι αυτά. 
Ξεχαστήκαν.... " 

από την " Ελένη "  του Γ. Ρίτσου