Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Ένας χριστουγεννιάτικος εφιάλτης




Ήταν κάποτε ένας ευσεβής χριστιανός. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και τηρούσε ευλαβικά όλες τις νηστείες. Κάθε μέρα προσευχόταν να προστατεύει ο Θεός τον ίδιο και την περιουσία του. Η αλήθεια είναι ότι για τους άλλους δεν ενδιαφερόταν και πολύ. Όταν περνούσε έξω από εκκλησία έκανε πάντα τον σταυρό του. Αν έξω απ’ την εκκλησία έβλεπε κάποιον αδέσποτο σκύλο του έδινε μια κλωτσιά. Αν έβλεπε κάποιο μετανάστη τον έβριζε. Δεν συμπαθούσε ούτε τους σκύλους ούτε τους μετανάστες. Τους θεωρούσε αμφότερους επικίνδυνους, βρώμικους και φορείς ασθενειών. Όταν συναντούσε στον δρόμο του παιδιά τα προέτρεπε να πηγαίνουν στην εκκλησία και στο κατηχητικό και νοσταλγούσε τις εποχές που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός για ένα μέρος του πληθυσμού. Πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις εκτός κι αν είχαν τη δική του ευφυΐα.

Πίστευε επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, σχεδόν όλοι εκτός απ’ αυτόν, είναι αμαρτωλοί και ανήθικοι. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα ρίξει ο Θεός φωτιά να τους κάψει. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαινε καλά με τους ανθρώπους. Πίστευε ότι όλοι οι άλλοι λαοί ήταν εχθροί που ήθελαν τον αφανισμό της πατρίδας του. Ειδικά δε όσοι ήταν αλλόθρησκοι, επομένως για τη δική του λογική εχθροί της πίστης του, έπρεπε οπωσδήποτε να εξοντωθούν. Όσο για τους άθεους, δεν τους θεωρούσε καν ανθρώπους. Σύμφωνα με μια θεωρία δικής του έμπνευσης η πίστη στον Θεό είναι έμφυτη στον άνθρωπο, επομένως ένας οργανισμός που δεν έχει αυτό το γνώρισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινος.

Δεν του άρεσε καθόλου η εποχή που ζούσε γιατί θεωρούσε ότι υπάρχει έκλυση ηθών. Τα περισσότερα βιβλία τα έβρισκε βλάσφημα ενώ την ίδια γνώμη είχε για τις ταινίες και τη μουσική. Σαν πιστός χριστιανός που ήταν είχε μια απάντηση για όλα. Όταν τον ρωτούσαν γιατί ο Θεός επιτρέπει να σκοτώνονται αθώοι άνθρωποι κατά τη διάρκεια πολέμων και φυσικών καταστροφών, απαντούσε ότι όχι μόνο δεν είναι αθώοι αλλά είναι αμαρτωλοί 

και ο Θεός τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Όταν του έλεγαν για τον πλούτο της εκκλησίας που έρχεται σε αντίθεση με την ταπεινότητα που υποτίθεται ότι πρεσβεύει απαντούσε ότι όσοι τα λένε αυτά είναι αντίχριστοι και θα καούν στην κόλαση. Το μεγάλο του παράπονο ήταν ότι αν και ήταν τόσο πιστός δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ ο Χριστός μπροστά του.


John Antono (Γιάννης Αντωνόπουλος) 


Μια παραμονή Χριστουγέννων αφού έφαγε ένα πλούσιο δείπνο ξάπλωσε στο κρεβάτι και παραπονέθηκε για άλλη μια φορά που ο Χριστός δεν του είχε φανερωθεί. Αφού ξημέρωναν Χριστούγεννα πίστευε ότι θα εισακουστεί το παράπονό του. Το δωμάτιο φωτίστηκε και εμφανίστηκε μπροστά του ένας νεαρός γενειοφόρος άντρας. Άρχισε να μιλάει με ήρεμη φωνή.
“Ήρθα πολλές φορές” είπε και συνέχισε
“Ήμουν πρόσφυγας. Έφυγα απ’ τη χώρα μου για να σωθώ απ’ τον πόλεμο και όταν έφτασα εξουθενωμένος σου ζήτησα λίγο νερό. Μα εσύ μου απάντησες να γυρίσω στην πατρίδα μου.
Ήμουν πεινασμένος και σου ζήτησα λίγο ψωμί. Μα εσύ με έδιωξες. Ήμουν άστεγος και σου ζήτησα μια κουβέρτα για να μην κρυώνω. Μα εσύ μου έκλεισες την πόρτα. Ήμουν ρακένδυτος και σου ζήτησα ένα παλιό ρούχο για να ντυθώ. Μα εσύ αρνήθηκες να με βοηθήσεις. Ήμουν μετανάστης και σου ζήτησα να μη με αντιμετωπίζεις με προκατάληψη. Μα εσύ κάλεσες την αστυνομία να με συλλάβει. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα απ’ τη διδασκαλία μου. Στην καρδιά σου υπάρχει μόνο μίσος. Κρίνεις όλους τους ανθρώπους χωρίς να έχεις αυτό το δικαίωμα. Τους χωρίζεις με βάση το χρώμα τους και την καταγωγή τους ξεχνώντας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Λίγο με ενδιαφέρει αν νηστεύεις και αν κάνεις όλη μέρα τον σταυρό σου. Έχεις μείνει προσκολλημένος στους τύπους θεωρώντας ότι είναι το παν κι έχεις χάσει την ουσία. Και η ουσία είναι η αγάπη. Ήρθα στον κόσμο για να διδάξω την αγάπη. Μην το ξεχνάς ποτέ αυτό”.

Ξύπνησε ιδρωμένος. Σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να τρώει βαριά τα βράδια γιατί βλέπει εφιάλτες. Γύρισε πλευρό και ξανακοιμήθηκε.


Νίκος Σουβατζής
από την πάντα ενδιαφέρουσα Χειμερία Νάρκη του... 


Χρόνια μας Πολλά 

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Το τελευταίο όνειρο της γριάς βελανιδιάς




Πίνακας: Juan Miro

Στο δάσος, ψηλά στην απότομη ακτή, αντίκρυ στο ανοιχτό πέλαγος, έστεκε μια πολύ γριά βελανιδιά. Ήταν ακριβώς τριακοσίων εξή­ντα πέντε ετών, μα για το δένδρο, όλος αυ­τός ο καιρός δεν ήταν παρά μόνο μερικές δικές μας μέρες. Εμείς είμαστε ξύπνιοι τη μέρα και κοιμόμα­στε τη νύχτα και τότε βλέπουμε τα όνειρά μας. Το δένδρο είναι ξύπνιο τρεις ολόκληρες εποχές και κοιμάται μόνο σαν έρχεται o χειμώνας. Ο χειμώ­νας είναι η νύχτα της – ύστερα από μια ατέλειωτη μέρα που τη λένε άνοιξη, καλοκαίρι και φθινόπω­ρο.
Πολλά ζεστά καλοκαιρινά πρωινά, τα Εφήμερα, αυτές οι μυγούλες που ζουν μονάχα μια μέρα, χόρευαν ολόγυρα στην κορφή της, χαρούμενα κι ευτυ­χισμένα, και ύστερα ακουμπούσαν για μια στιγμή σε κάποιο δροσερό, πράσινο φύλλο της Βελανι­διάς. Και τότε η Βελανιδιά έλεγε:
«Καημένη μυγούλα! Ολόκληρη η ζωή σου είναι μια μέρα! Πόσο σύντομη είναι και πόσο θλιβερή!»
«Θλιβερή! Γιατί το λες αυτό;» απαντούσε τότε το Εφήμερο. «’Όλα γύρω μου είναι πλημμυρισμένα από φως, ζεστασιά και ομορφιά, κι εγώ είμαι πολύ ευτυχισμένο!»
,«’Όμως κρατούν μια μονάχα μέρα, κι ύστερα χά­νονται!»
«Χάνονται!» είπε το Εφήμερο. «Τι θα πει χάνο­νται; Χάνεσαι κι εσύ;»
«’Όχι. Εγώ θα ζήσω ίσως χιλιάδες δικές σου μέ­ρες, και η δική μου η μέρα κρατάει ολόκληρες επο­χές. Είναι τόσο μεγάλη, που είναι αδύνατο να το καταλάβεις» .
«’Όχι; Τότε δεν σε καταλαβαίνω κι εσένα. Λες πως έχεις χιλιάδες δικές μου μέρες μα έχω κιεγώ χιλιάδες στιγμές για να ‘μαι χαρούμενο κι ευτυχι­σμένο. Θα σβήσει όλη η ομορφιά αυτού του κόσμου όταν πεθάνεις;»
«’Όχι», αποκρίθηκε το δένδρο. «Θα κρατήσει πολύ ακόμα, πολύ περισσότερο ίσως απ’ όσο μπορώ να λογαριάσω.
«Τότε λοιπόν η ζωή μας κρατάει το ίδιο, μόνο που εμείς τη μετράμε διαφορετικά».

Και το Εφήμερο χόρευε και πετούσε στον αέρα, με τα ντελικάτα φτεράκια του -όλο τούλι και βελούδο- και χαιρόταν τον ήλιο, και χαιρόταν τη μυ­ρωμένη αύρα, φορτωμένη από τις μοσχοβολιές των λιβαδιών, της αγριοτριανταφυλλιάς, των λουλου­διών του κήπου, του θυμαριού, του δυόσμου και της μαργαρίτας. Και όλες αυτές οι ευωδιές ήταν τόσο δυνατές, που το μικρό Εφήμερο ήταν σχεδόν μεθυσμένο. Η μέρα ήταν ατέλειωτη και πανέμορ­φη, γεμάτη χαρά και Γλυκύτητα, και όταν ο ήλιος βασίλευε, η μυγούλα ένιωθε μια μακάρια κούραση από όλη αυτή τη χαρά και την ευτυχία. Τα ντελικάτα φτερά δεν άντεχαν πια να την κρατούν, και ήρεμα και μαλακά κατέβαινε στο απαλό χορταράκι, κου­νούσε το κεφαλάκι της σαν ν’ αποχαιρετούσε, αποκοιμιόταν και πέθαινε.
«Καημένο μικρό Εφήμερο!» έλεγε η Βελανιδιά.
«Τι σύντομη που ήταν η ζωή του!»
Και κάθε καλοκαίρι ξαναρχίζει ο ίδιος χορός, οι ίδιες ερωτήσεις και απαντήσεις, και ο ίδιος ύπνος.
Γενιές ολόκληρες Εφήµερα περνούσαν και όλα έ­νιωθαν την ίδια ευτυχία και την ίδια χαρά. 
Η Βελα­νιδιά είχε περάσει ξύπνια το πρωινό της άνοιξης, το µεσηµέρι του καλοκαιριού, και το δειλινό του φθινoπώρoυ, και να τώρα που η νύχτα της σίµωνε γοργά. 
Ο χειµώνας έφτανε. Οι καταιγίδες είχαν κιόλας αρχίσει να της τραγουδούν την καληνύχτα τους. 
Τα φύλλα της έπεφταν ένα ένα.
«Θα σε κουνήσουµε και θα σε νανουρίσουµε!

Κοιµήσου, κοιµήσου! Σου τραγουδάµε για να κοι­µηθείς, σε κουνάµε για να κοιµηθείς, µα τα γέρικα κλαδιά σου χαίρονται, στ’ αλήθεια, λες και τρίζουν από την αγαλλίαση! 
Κοιµήσου γλυκά, κοιµήσου ήσυχα! Είναι η τριακοστή εξηκοστή πέµπτη νύχτα σου. Είσαι ακόµα πολύ νέα! Κοιµήσου γλυκά, κοι­µήσου ευτυχισµένα! Τα σύννεφα σκόρπισαν στο χώµα το χιόνι τους, που θα σκεπάσει, σαν ζεστή πουπουλένια κουβέρτα, τα πόδια σου. 
Καλόν ύπνο και όνειρα γλυκά!»
Και η Βελανιδιά, γυµνή τώρα από φύλλα, ήταν έτοιµη ν’ αποκοιµηθεί για τη χειµωνιάτικη νύχτα της, και να ονειρευτεί ένα σωρό όνειρα, όλα σχετι­κά µε κάτι που της είχε συµβεί, όπως ακριβώς κι εµείς οι άνθρωποι.

Η ψηλή Βελανιδιά ήταν κάποτε κι αυτή µικρού­λα – η πρώτη της κούνια ήταν ένα βελανίδι. Τώρα -όπως λέµε εµείς οι άνθρωποι- ζούσε τον τέταρτο αιώνα της. Ήταν το πιο ψηλό και το πιο όµορφο δένδρο µέσα στο δάσος. Η κορφή της πύργωνε πολύ ψηλότερα απ’ όλα τα άλλα δένδρα και φαινό­ταν µακριά από το πέλαγος, έτσι που οι ναυτικοί την είχαν για σηµάδι. Το δένδρο φυσικά δεν είχε ιδέα πόσα µάτια έψαχναν µε λαχτάρα να το ξεχω­ρίσουν. Ψηλά ψηλά στα κλαδιά της έπλεκε τη φωλιά του το αγριοπερίστερο, και ο κούκος κοντοστεκό­ταν εκεί για να πει το τραγούδι του. Το φθινόπω­ρο, τότε που τα φύλλα της έµοιαζαν σαν λεπτές φλούδες από χαλκό, τα περαστικά πουλιά έστεκαν λίγο να ξεκουραστούν, πριν πετάξουν για το µα­κρινό τους ταξίδι πάνω από τη θάλασσα. Μα τώρα ήταν χειµώνας; και το δένδρο απόµενε γυµνό από φύλλα, κι όλοι µπορούσαν πια να δουν πόσο ξερά και σκεβρωµένα ήταν τα κλαδιά του καθώς υψώνο­νταν στον ουρανό. Κουρούνες και κοράκια κούρ­νιαζαν τώρα εκεί και κουβέντιαζαν για την άσχηµη εποχή που άρχιζε και πόσο δύσκολο θα τους ήταν να βρίσκουν τροφή το χειµώνα.

Και ακριβώς την άγια νύχτα των Χριστουγέννων ονειρεύτηκε η Βελανιδιά το πιο θαυµαστό της όνειρο.
Το δένδρο ένιωθε κάπως αόριστα τη γιορτάσι­µη νύχτα· θαρρούσε κιόλας πως άκουγε τις καµπά­νες να σηµαίνουν στις γύρω εκκλησιές. 
Κι όµως, του φαινόταν πως ήταν µια όµορφη, χλιαρή, καλο­καιριάτικη µέρα. Τα δυνατά κλωνάρια του καµάρω­ναν µε τη φουντωτή, καταπράσινη φορεσιά τους, ο αέρας µοσχοβολούσε από τις ευωδιές των λουλου­διών και του νιόβλαστου χορταριού και χαρούµε­νες πεταλούδες κυνηγιόνταν γύρω του. Τα Εφήµε­ρα χόρευαν, λες κι ο κόσµος όλος είχε πλαστεί µόνο και µόνο για να χορεύουν και να χαίρονται εκείνα. Όλα όσα είχε δει κι ακούσει χρόνια και χρόνια το δένδρο, όλα όσα είχαν συµβεί κοντά του, άρχισαν να περνούν µπροστά του σε µια γιορταστική παρέ­λαση. Είδε τους ιππότες του παλιού καιρού, καβά­λα στα ευγενικά άλογά τους, µε τα φτερά στα καπέ­λα και τα γεράκια στους ώµους, να συντροφεύουν όµορφες αρχόντισσες. Άκουσε πάλι το κυνηγετικό βούκινο και τα λαγωνικά που αλυχτούσαν. Είδε πολεµιστές του εχθρού, µε χρωµατιστούς θώρακες και αστραφτερά όπλα, κοντάρια µυτερά και βαριά σπαθιά, να στήνουν τις σκηνές τους και να τις ξανα σηκώνουν. Οι φωτιές των φρουρών άναψαν πάλι, και άνθρωποι τραγούδησαν και κοιµήθηκαν στη σκιά του δένδρου. Είδε αγαπηµένους να έρχονται, ευτυχισµένοι, µε το φεγγαρόφωτο, και να σκαλί­ζ0υν τα ονόµατά τους στη σταχτοπράσινη φλούδα του κορµού του. 
Κάποτε -ποιος ξέρει πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε- χαρούµενοι τσιγγάνοι είχαν κρεµάσει στα χαµηλότερα κλαδιά του φλο­γέρες και λαούτα. Να που και τώρα τα έβλεπε πάλι στην ίδια θέση, και ξανάκουγε τη γλυκιά, απαλή µουσική τους. Τα αγριοπερίστερα έκραζαν τα ταί­ρια τους, σαν να ξεχείλΙζαν από ευτυχία, και ο κού­κος µετρούσε, µε το µονότονο λάληµά του, πόσα όµορφα καλοκαίρια είχε να ζήσει ακόµα το δένδρο.
Ύστερα του φάνηκε πως µια καινούργια ζωή κυ­λούσε ως τις πιο βαθιές του ρίζες, και ξανανέβαινε γοργά ως τα ψηλότερα κλαδιά του, ως την άκρη του κάθε του φύλλου. Το δένδρο ένιωσε σαν να ψήλωνε και να φούντωνε και οι ρίζες του πίστεψαν πως ακόµα και το χώµα γύρω τους είχε πάρει ζωή. Πληµµύρισε καινούργια δύναµη, η φυλλωσιά του πρασίνισε ακόµα περισσότερο και ο χυµός του κυ­κλοφορούσε ακόµα πιο γοργός και πιο πλούσιος στις δένδρινες φλέβες του. Και όσο τα κλωνάρια του απλώνονταν και ψήλωναν, τόσο η ευτυχία Του ξεχείλιζε και άρχισε να ελπίζει πως κάποια µέρα θα έφτανε ως Τον ζεστό, λαµπρό ήλιο.
Είχε κιόλας ανέβει πάνω από τα σύννεφα.
Που τώρα περνούσαν κάτω από την κορυφή του, σαν σκοτεινά κοπάδια διαβατάρικα πουλιά, ή σαν µε­γάλοι κάτασπροι κύκνοι. Και κάθε φύλλο του δέν­δρου έβλεπε τώρα, σαν να’ χε δικά του µάτια. 
Τ’ αστέρια φαίνονταν πιο φωτεινά και πιο µεγάλα. Σπίθιζαν σαν ξάστερα, καλοσυνάτα µάτια και θύ­µισαν στη Βελανιδιά γνώριµα µάτια παιδιάστικα, Που είχε δει τόσες φορές να παίζουν στον ίσκιο της.
Ήταν ένα θέαµα εξαίσιο, πληµµυρισµένο από χαρά και ευτυχία. 
Κι όµως, µέσα σ’ όλη αυτή τη χαρά, το δένδρο ένιωθε µια θλίψη, ένα θερµό πόθο να έβλεπε και όλα τα άλλα δένδρα του δάσους -µι­κρά και µεγάλα- όλους τους θάµνους, ακόµα και τα χορταράκια, να ψηλώνουν κι εκείνα για να µπορέ­σουν να δουν αυτό το µεγαλείο και την οµορφιά. Πώς να είναι ευτυχισµένη η περήφανη Βελανιδιά, χωρίς να έχει κοντά της όλους της τους φίλους µι­κρούς και µεγάλους;
Κι αυτός ο Πόθος, αυτή η λαχτάρα, έκανε την  ευαίσθητη καρδιά του δένδρου να τρέµει και να χτυπάει γοργά.
Η φουντωτή φυλλωσιά του ανέµιζε και ταραζό­ταν, σαν να έφαχνε κάτι να βρει κι ύστερα χαµήλω­νε. Τότε ένιωθε τη µοσχοβολιά από το θυµάρι και τη µεθυστική ευωδιά των κρίνων και των µενεξέ­δων, και νόµιζε πως άκουγε τη φωνή του κούκου που το χαιρετούσε.
Ναι, οι πράσινες κορφές του δάσους άρχισαν να τρυπούν τα σύννεφα και η Βελανιδιά έβλεπε και τα άλλα δένδρα να ψηλώνουν και ν’ ανεβαίνουν κοντά της. Οι θάµνοι και τα χορταράκια ψήλωναν κι εκεί­να και µάλιστα µερικά, από την ανυπομονησία τους, ξεκολλούσαν από τις ρίζες τους για να φτά­σουν πιο σύντοµα. Πιο γρήγορη απ’ όλα ήταν η ση­µίδα. Ο λεπτός κορµός της ανέβαινε σαν άσπρη αστραπή και τα κλαδιά της ανέµιζαν ολόγυρα σαν πράσινες σηµαίες. Όλα τα δένδρα και τα φυτά του δάσους υψώνονταν σαν µέσα σ’ έκσταση, ο αέρας αντηχούσε απ’ το κελάδηµα των πουλιών. Πάνω στο τρυφερό γρασίδι, που είχε ακαριαία απλωθεί σαν µεταξωτό χαλί, οι ακρίδες καθάριζαν τις φτε­ρούγες τους µε τα µακριά τους πόδια. Οι µαγιάτι­κες µέλισσες βούιζαν, οι χρυσόµυγες ζουζούνιζαν και κάθε πουλί κελαηδούσε µε τη δική του, ξεχωριστή φωνή. Όλα ήταν τραγούδι και χαρούµενος αχός στον τετράψηλο ουρανό.
«Μα πού είναι το γαλάζιο λουλουδάκι της ακροποταµιάς;» αναρωτήθηκε η Βελανιδιά. «Πού είναι η κόκκινη παπαρούνα, πού είναι η µαργαρίτα;»
Η καηµένη η Βελανιδιά δεν ξεχνούσε κανένα, όλα τα ήθελε κοντά της.
«Εδώ είµαστε, εδώ είµαστε!»» άκουσε χαρούµενες φωνούλες.
«Και το όµορφο θυµάρι του περασµένου καλοκαιριού; Και τα κρινάκια που ήταν πέρσι εδώ; Και η άγρια αχλαδιά µε τα όµορφα λουλούδια της; Και όλη η οµορφιά του δάσους που ξαναγεννιέται κάθε χρόνο – δεν θα έπρεπε να είναι κι εκείνη εδώ;»»
«Εδώ είµαστε, εδώ είµαστε!» αποκρίθηκαν φωνές όλο και πιο κοντά, όλο και πιο ψηλά στον αέρα.
«Μα είναι θαυµάσια!» φώναξε χαρούµενη η γριά Βελανιδιά. «Τους έχω όλους γύρω µου, µικρούς και µεγάλους. Κανένας δεν λείπει! Τι αφάνταστη ευτυχία! Είναι δυνατόν;»»
«Στον ουρανό, στη χώρα του καλού Θεού, όλα είναι δυνατά!»» άκουσε την απόκριση στον αέρα.
Και η γριά Βελανιδιά, καθώς ψήλωνε ολοένα, ένιωσε τις ρίζες της να ξεκολλούν από τη γη.
«Σωστά!»» είπε. «Αυτό είναι το καλύτερο απ’ όλα.
Τώρα πια τίποτα δεν µε κρατάει! Τώρα µπορώ να πετάξω ακόµα πιο φηλά στη δόξα και στο φως! Και όλοι µου οι αγαπηµένοι -µικροί και µεγάλοι- είναι µαζί µου, όλοι, όλοι!»

Αυτό ήταν το όνειρο της γριάς Βελανιδιάς και, καθώς ονειρευόταν, µια δυνατή καταιγίδα σάρωσε θάλασσα και στεριά, εκείνη τη νύχτα της παραµονής. 
Η θάλασσα σήκωσε θεόρατα κύµατα και χτύπησε την ακρογιαλιά, κάτι έτριξε κι έσπασε µέσα στο δένδρο, οι ρίζες του ξέφυγαν από τη γη, την ίδια στιγµή που ένιωθε και στ’ όνειρό της να φεύγει ελεύθερη από το χώµα. 
Έπεσε. 
Τα τριακόσια εξήντα πέντε χρόνια της ήταν τώρα σαν την ηµέρα του µικρού Εφήµερου.

Το πρωί των Χριστουγέννων, όταν ο ήλιος ψήλωσε, η καταιγίδα κόπασε. Απ’ όλες τις εκκλησιές αντηχούσαν οι γιορτινές καµπάνες και απ’ όλη τη γη, ακόµα κι από την πιο φτωχική καλύβα, ανέβαιναν γαλάζια σύννεφα καπνού, σαν τον καπνό που ανέβαινε τα πολύ παλιά χρόνια από τους βωµούς των Δρυίδων, τις µέρες της ευχαριστίας. Η θάλασσα γαλήνεψε σιγά σιγά, κι ένα µεγάλο καράβι που είχε παλέψει όλη τη νύχτα, απελπισμένα, με τη φουρτούνα, μπήκε στο γειτονικό λιμάνι.
«Το δένδρο έπεσε, η γριά Βελανιδιά, το σημάδι μας!» είπαν οι ναυτικοί. «Έπεσε τη νύχτα, με την καταιγίδα. Ποιο άλλο δένδρο θα μπορέσει να γίνει σαν κι αυτό; Κανένα».

Αυτός ήταν ο σύντομος μα συμπονετικός επικήδειος του δένδρου που ήταν ξαπλωμένο χωρίς ζωή στο χιονισμένο χαλί της δασωμένης ακτής. 
Και πάνω απ’ τη νεκρή γριά Βελανιδιά, ακούστηκαν οι νότες του χριστουγεννιάτικου ύμνου που έψαλλαν, γεμάτοι ευγνωμοσύνη, οι ναυτικοί. 
Μ’ αυτόν τον ψαλμό, όλοι μέσα στο θαλασσοδαρμένο καράβι, ένιωσαν την ψυχή τους ν’ ανεβαίνει στον ουρανό, όπως ακριβώς είχε νιώσει και η γριά Βελανιδιά, στο όμορφο όνειρό της, εκείνη τη χριστουγεννιάτικη νύχτα.

 Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012


Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος
'Ο έρωτας στα χιόνια'



Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα.
Καὶ αὐτὸς ἐσηκώνετο τὸ πρωί, ἔρριπτεν εἰς τοὺς ὤμους τὴν παλιὰν πατατούκαν του, τὸ μόνον ροῦχον ὁποὺ ἐσώζετο ἀκόμη ἀπὸ τοὺς πρὸ τῆς εὐτυχίας του χρόνους, καὶ κατήρχετο εἰς τὴν παραθαλάσσιον ἀγοράν, μορμυρίζων, ἐνῷ κατέβαινεν ἀπὸ τὸ παλαιὸν μισογκρεμισμένον σπίτι, μὲ τρόπον ὥστε να τὸν ἀκούῃ ἡ γειτόνισσα:

− Σεβτὰς εἶν' αὐτός, δὲν εἶναι τσορβάς …· ἔρωντας εἶναι, δὲν εἶναι γέρωντας.

Τὸ ἔλεγε τόσον συχνά, ὥστε ὅλες οἱ γειτονοποῦλες ὁποὺ τὸν ἤκουαν τοῦ τὸ ἐκόλλησαν τέλος ὡς παρατσούκλι: 
«Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ὁ Ἔρωντας».
Διότι δὲν ἦτο πλέον νέος, οὔτε εὔμορφος, οὔτε ἄσπρα εἶχεν. Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχε φθείρει πρὸ χρόνων πολλῶν, μαζὶ μὲ τὸ καράβι, εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὴν Μασσαλίαν.
Εἶχεν ἀρχίσει τὸ στάδιόν του μὲ αὐτὴν τὴν πατατούκαν, ὅταν ἐπρωτομπαρκάρησε ναύτης εἰς τὴν βομβάρδαν τοῦ ἐξαδέλφου του. Εἶχεν ἀποκτήσει, ἀπὸ τὰ μερδικά του ὅσα ἐλάμβανεν ἀπὸ τὰ ταξίδια, μετοχὴν ἐπὶ τοῦ πλοίου, εἶτα εἶχεν ἀποκτήσει πλοῖον ἰδικόν του, καὶ εἶχε κάμει καλὰ ταξίδια. Εἶχε φορέσει ἀγγλικὲς τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλὰ καπέλα, εἶχε κρεμάσει καδένες χρυσὲς μὲ ὡρολόγια, εἶχεν ἀποκτήσει χρήματα· ἀλλὰ τὰ ἔφαγεν ὅλα ἐγκαίρως μὲ τὰς Φρύνας εἰς τὴν Μασσαλίαν, καὶ ἄλλο δὲν τοῦ ἔμεινεν εἰμὴ ἡ παλιὰ πατατούκα, τὴν ὁποίαν ἐφόρει πεταχτὴν ἐπ' ὤμων, ἐνῷ κατέβαινε τὸ πρωὶ εἰς τὴν παραλίαν, διὰ νὰ μπαρκάρῃ σύντροφος μὲ καμμίαν βρατσέραν εἰς μικρὸν ναῦλον, ἢ διὰ νὰ πάγῃ μὲ ξένην βάρκαν νὰ βγάλῃ κανένα χταπόδι ἐντὸς τοῦ λιμένος.
Κανένα δὲν εἶχεν εἰς τὸν κόσμον, ἦτον ἔρημος. Εἶχε νυμφευθῆ, καὶ εἶχε χηρεύσει, εἶχεν ἀποκτήσει τέκνον, καὶ εἶχεν ἀτεκνωθῆ.
Καὶ ἀργὰ τὸ βράδυ, τὴν νύκτα, τὰ μεσάνυκτα, ἀφοῦ ἔπινεν ὀλίγα ποτήρια διὰ νὰ ξεχάσῃ ἢ διὰ νὰ ζεσταθῇ, ἐπανήρχετο εἰς τὸ παλιόσπιτο τὸ μισογκρεμισμένον, ἐκχύνων εἰς τραγούδια τὸν πόνον του:
Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.
Ἄλλοτε παραπονούμενος εὐθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα,
δὲν εἶπες μιὰ φορὰ κ' ἐσύ, Γιαννιό μου ἔλα μέσα.

Χειμὼν βαρύς, ἐπὶ ἡμέρας ὁ οὐρανὸς κλειστός. Ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ χιόνες, κάτω εἰς τὸν κάμπον χιονόνερον. Ἡ πρωία ἐνθύμιζε τὸ δημῶδες:
Βρέχει, βρέχει καὶ χιονίζει,
κι ὁ παπὰς χειρομυλίζει.
Δὲν ἐχειρομύλιζεν ὁ παπάς, ἐχειρομύλιζεν ἡ γειτόνισσα, ἡ πολυλογοὺ καὶ ψεύτρα, τοῦ ᾄσματος τοῦ μπαρμπα−Γιαννιοῦ. Διότι τοιοῦτον πρᾶγμα ἦτο· μυλωνοὺ ἐργαζομένη μὲ τὴν χεῖρα, γυρίζουσα τὸν χειρόμυλον. Σημειώσατε ὅτι, τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, τὸ ἀρχοντολόγι τοῦ τόπου τὸ εἶχεν εἰς κακόν του νὰ φάγῃ ψωμὶ ζυμωμένον μὲ ἄλευρον ἀπὸ νερόμυλον ἢ ἀνεμόμυλον, κ' ἐπροτίμα τὸ διὰ χειρομύλου ἀλεσμένον.
Καὶ εἶχε πελατείαν μεγάλην, ἡ Πολυλογού. Ἐγυάλιζεν, εἶχε μάτια μεγάλα, εἶχε βερνίκι εἰς τὰ μάγουλά της. Εἶχεν ἕνα ἄνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ' ἕνα γαϊδουράκι μικρὸν διὰ νὰ κουβαλᾷ τὰ ἀλέσματα. Ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιὰ της, τὸ γαϊδουράκι της. Μόνον τὸν μπαρμπα−Γιαννιὸν δὲν ἀγαποῦσε.
Ποῖος νὰ τὸν ἀγαπήσῃ αὐτόν; Ἦτο ἔρημος εἰς τὸν κόσμον.

Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸν ἔρωτα, μὲ τὴν γειτόνισσαν τὴν Πολυλογού, διὰ νὰ ξεχάσῃ τὸ καράβι του, τὰς Λαΐδας τῆς Μασσαλίας, τὴν θάλασσαν καὶ τὰ κύματά της, τὰ βάσανά του, τὰς ἀσωτίας του, τὴν γυναῖκά του, τὸ παιδί του. Καὶ εἶχε πέσει εἰς τὸ κρασὶ διὰ νὰ ξεχάσῃ τὴν γειτόνισσαν.
Συχνὰ ὅταν ἐπανήρχετο τὸ βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, καὶ ἡ σκιά του, μακρά, ὑψηλή, λιγνή, μὲ τὴν πατατούκαν φεύγουσαν καὶ γλιστροῦσαν ἀπὸ τοὺς ὤμους του, προέκυπτεν εἰς τὸν μακρόν, στενὸν δρομίσκον, καὶ αἱ νιφάδες, μυῖαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, ἐφέροντο στροβιληδὸν εἰς τὸν ἀέρα, καὶ ἔπιπτον εἰς τὴν γῆν, καὶ ἔβλεπε τὸ βουνὸν ν' ἀσπρίζῃ εἰς τὸ σκότος, ἔβλεπε τὸ παράθυρον τῆς γειτόνισσας κλειστόν, βωβόν, καὶ τὸν φεγγίτην νὰ λάμπῃ θαμβά, θολά, καὶ ἤκουε τὸν χειρόμυλον νὰ τρίζῃ ἀκόμη, καὶ ὁ χειρόμυλος ἔπαυε, καὶ ἤκουε τὴν γλῶσσάν της ν' ἀλέθῃ, κ' ἐνθυμεῖτο τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της, τὸ γαϊδουράκι της, ὁποὺ αὐτὴ ὅλα τὰ ἀγαποῦσε, ἐνῷ αὐτὸν δὲν ἐγύριζε μάτι νὰ τὸν ἰδῇ, ἐκαπνίζετο, ὅπως τὸ μελίσσι, ἐσφλομώνετο, ὅπως τὸ χταπόδι, καὶ παρεδίδετο εἰς σκέψεις φιλοσοφικὰς καὶ εἰς ποητικὰς εἰκόνας.

− Νὰ εἶχεν ὁ ἔρωτας σαΐτες!… νὰ εἶχε βρόχια… νὰ εἶχε φωτιές… Νὰ τρυποῦσε μὲ τὶς σαΐτες του τὰ παραθύρια… νὰ ζέσταινε τὶς καρδιές… νὰ ἔστηνε τὰ βρόχια του ἀπάνω στὰ χιόνια… Ἕνας γερο−Φερετζέλης πιάνει μὲ τὶς θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.
Ἐφαντάζετο τὸν ἔρωτα ὡς ἕνα εἶδος γερο−Φερετζέλη, ὅστις νὰ διημερεύῃ πέραν εἰς τὸν ὑψηλόν, πευκόσκιον λόφον, καὶ ν' ἀσχολῆται εἰς τὸ νὰ στήνῃ βρόχια ἐπάνω εἰς τὰ χιόνια, διὰ νὰ συλλάβῃ τὶς ἀθῷες καρδιές, ὡς μισοπαγωμένα κοσσύφια, τὰ ὁποῖα ψάχνουν εἰς μάτην, διὰ ν' ἀνακαλύψουν τελευταίαν τινὰ χαμάδα μείνασαν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Ἐξέλιπον οἱ μικροὶ μακρυλοὶ καρποὶ ἀπὸ τὰς εὐώδεις μυρσίνας εἰς τῆς Μαμοῦς τὸ ρέμα, καὶ τώρα τὰ κοσσυφάκια τὰ λάλα μὲ τὸ ἀμαυρὸν πτέρωμα, οἱ κηρομύται οἱ γλυκεῖς καὶ οἱ κίχλαι αἱ εὔθυμοι πίπτουσι θύματα τῆς θηλιᾶς τοῦ γερο−Φερετζέλη.

Τὴν ἄλλην βραδιὰν ἐπανήρχετο, ὄχι πολὺ οἰνοβαρής, ἔρριπτε βλέμμα εἰς τὰ παράθυρα τῆς Πολυλογοῦς, ὕψωνε τοὺς ὤμους, κ' ἐμορμύριζεν:
− Ἕνας Θεὸς θὰ μᾶς κρίνῃ… κ' ἕνας θάνατος θὰ μᾶς ξεχωρίσῃ. Καὶ εἶτα μετὰ στεναγμοῦ προσέθετε:
− Κ' ἕνα κοιμητήρι θὰ μᾶς σμίξῃ.
Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦσε, πρὶν ἀπέλθη νὰ κοιμηθῇ, νὰ μὴν ὑποψάλῃ τὸ σύνηθες ᾆσμά του:
Σοκάκι μου μακρὺ−στενό, μὲ τὴν κατεβασιά σου,
κάμε κ' ἐμένα γείτονα μὲ τὴν γειτόνισσά σου.

Τὴν ἄλλην βραδιάν, ἡ χιὼν εἶχε στρωθῆ σινδών, εἰς ὅλον τὸν μακρὸν, στενὸν δρομίσκον.
− Ἄσπρο σινδόνι… νὰ μᾶς ἀσπρίσῃ ὅλους στὸ μάτι τοῦ Θεοῦ… ν' ἀσπρίσουν τὰ σωθικά μας… νὰ μὴν ἔχουμε κακὴ καρδιὰ μέσα μας.
Ἐφαντάζετο ἀμυδρῶς μίαν εἰκόνα, μίαν ὀπτασίαν, ἓν ξυπνητὸν ὄνειρον. Ὡσὰν ἡ χιὼν νὰ ἰσοπεδώσῃ καὶ ν' ἀσπρίσῃ ὅλα τὰ πράγματα, ὅλας τὰς ἁμαρτίας, ὅλα τὰ περασμένα: Τὸ καράβι, τὴν θάλασσαν, τὰ ψηλὰ καπέλα, τὰ ὡρολόγια, τὰς ἁλύσεις τὰς χρυσᾶς καὶ τὰς ἁλύσεις τὰς σιδηρᾶς, τὰς πόρνας τῆς Μασσαλίας, τὴν ἀσωτίαν, τὴν δυστυχίαν, τὰ ναυάγια, νὰ τὰ σκεπάσῃ, νὰ τὰ ἐξαγνίσῃ, νὰ τὰ σαβανώσῃ, διὰ νὰ μὴ παρασταθοῦν ὅλα γυμνὰ καὶ τετραχηλισμένα, καὶ ὡς ἐξ ὀργίων καὶ φραγκικῶν χορῶν ἐξερχόμενα, εἰς τὸ ὄμμα τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου. Ν' ἀσπρίσῃ καὶ νὰ σαβανώσῃ τὸν δρομίσκον τὸν μακρὸν καὶ τὸν στενὸν μὲ τὴν κατεβασιάν του καὶ μὲ τὴν δυσωδίαν του, καὶ τὸν οἰκίσκον τὸν παλαιὸν καὶ καταρρέοντα, καὶ τὴν πατατούκαν τὴν λερὴν καὶ κουρελιασμένην: Νὰ σαβανώσῃ καὶ νὰ σκεπάσῃ τὴν γειτόνισσαν τὴν πολυλογοὺ καὶ ψεύτραν, καὶ τὸν χειρόμυλόν της, καὶ τὴν φιλοφροσύνην της, τὴν ψευτοπολιτικήν της, τὴν φλυαρίαν της, καὶ τὸ γυάλισμά της, τὸ βερνίκι καὶ τὸ κοκκινάδι της, καὶ τὸ χαμόγελόν της, καὶ τὸν ἄνδρα της, τὰ παιδιά της καὶ τὸ γαϊδουράκι της: Ὅλα, ὅλα νὰ τὰ καλύψῃ, νὰ τὰ ἀσπρίσῃ, νὰ τὰ ἁγνίσῃ!

Τὴν ἄλλην βραδιάν, τὴν τελευταίαν, νύκτα, μεσάνυκτα, ἐπανῆλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε.
Δὲν ἔστεκε πλέον εἰς τὰ πόδια του, δὲν ἐκινεῖτο οὐδ' ἀνέπνεε πλέον.
Χειμὼν βαρύς, οἰκία καταρρέουσα, καρδία ρημασμένη. Μοναξία, ἀνία, κόσμος βαρύς, κακός, ἀνάλγητος. Ὑγεία κατεστραμμένη. Σῶμα βασανισμένον, φθαρμένον, σωθικὰ λυωμένα. Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ ζήσῃ, νὰ αἰσθανθῇ, νὰ χαρῇ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ παρηγορίαν, νὰ ζεσταθῇ. Ἔπιε διὰ νὰ σταθῇ, ἔπιε διὰ νὰ πατήσῃ, ἔπιε διὰ νὰ γλιστρήσῃ. Δὲν ἐπάτει πλέον ἀσφαλῶς τὸ ἔδαφος.
Ηὗρε τὸν δρόμον, τὸν ἀνεγνώρισεν. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸ ἀγκωνάρι. Ἐκλονήθη. Ἀκούμβησε τὶς πλάτες, ἐστύλωσε τὰ πόδια. Ἐμορμύρισε:
− Νὰ εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Νὰ εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια…
Δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ σχηματίσῃ λογικὴν πρότασιν. Συνέχεε λέξεις καὶ ἐννοίας.
Πάλιν ἐκλονήθη. Ἐπιάσθη ἀπὸ τὸν παραστάτην μιᾶς θύρας. Κατὰ λάθος ἤγγισε τὸ ρόπτρον. Τὸ ρόπτρον ἤχησε δυνατά.
− Ποιὸς εἶναι;
Ἦτο ἡ θύρα τῆς Πολυλογοῦς, τῆς γειτόνισσας. Εὐλογοφανῶς θὰ ἠδύνατό τις νὰ τοῦ ἀποδώσῃ πρόθεσιν ὅτι ἐπεχείρει ν' ἀναβῇ, καλῶς ἢ κακῶς, εἰς τὴν οἰκίαν της. Πῶς ὄχι;
Ἐπάνω ἐκινοῦντο φῶτα καὶ ἄνθρωποι. Ἴσως ἐγίνοντο ἑτοιμασίαι. Χριστούγεννα, Ἅις−Βασίλης, Φῶτα, παραμοναί. Καρδιὰ τοῦ χειμῶνος.
− Ποιὸς εἶναι; εἶπε πάλιν ἡ φωνή.

Τὸ παράθυρον ἔτριξεν. Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἦτο ἀκριβῶς ὑπὸ τὸν ἐξώστην, ἀόρατος ἄνωθεν. Δὲν εἶναι τίποτε. Τὸ παράθυρον ἐκλείσθη σπασμωδικῶς. Μίαν στιγμὴν ἂς ἀργοποροῦσε!
Ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἐστηρίζετο ὄρθιος εἰς τὸν παραστάτην. Ἐδοκίμασε νὰ εἴπῃ τὸ τραγούδι του, ἀλλ' εἰς τὸ πνεῦμά του τὸ ὑποβρύχιον, τοῦ ἤρχοντο ὡς ναυάγια αἱ λέξεις:
«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρὺ−στενὸ σοκάκι!…»
Μόλις ἤρθρωσε τὰς λέξεις, καὶ σχεδὸν δὲν ἠκούσθησαν. Ἐχάθησαν εἰς τὸν βόμβον τοῦ ἀνέμου καὶ εἰς τὸν στρόβιλον τῆς χιόνος.
− Καὶ ἐγὼ σοκάκι εἶμαι, ἐμορμύρισε… ζωντανὸ σοκάκι.
Ἐξεπιάσθη ἀπὸ τὴν λαβήν του. Ἐκλονήθη, ἐσαρρίσθη, ἔκλινε καὶ ἔπεσεν. Ἐξηπλώθη ἐπὶ τῆς χιόνος, καὶ κατέλαβε μὲ τὸ μακρόν του ἀνάστημα ὅλον τὸ πλάτος τοῦ μακροῦ στενοῦ δρομίσκου.
Ἅπαξ ἐδοκίμασε νὰ σηκωθῇ, καὶ εἶτα ἐναρκώθη. Εὕρισκε φρικώδη ζέστην εἰς τὴν χιόνα.
«Εἶχαν οἱ φωτιὲς ἔρωτα!… Εἶχαν οἱ θηλιὲς χιόνια!»

Καὶ τὸ παράθυρον πρὸ μιᾶς στιγμῆς εἶχε κλεισθῆ. Καὶ ἂν μίαν μόνον στιγμὴν ἠργοπόρει, ὁ σύζυγος τῆς Πολυλογοῦς θὰ ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον νὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς χιόνος.
Πλὴν δὲν τὸν εἶδεν οὔτε αὐτὸς οὔτε κανεὶς ἄλλος. Κ' ἐπάνω εἰς τὴν χιόνα ἔπεσε χιών. Καὶ ἡ χιὼν ἐστοιβάχθη, ἐσωρεύθη δύο πιθαμάς, ἐκορυφώθη. Καὶ ἡ χιὼν ἔγινε σινδών, σάβανον.
Καὶ ὁ μπαρμπα−Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ' ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.
(1896)

Α. Παπαδιαμάντης, «Ο έρωτας στα χιόνια», Απάντα ΙΙΙ, επιμ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα, Δόμος, 1989, σσ. 105−110

Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011




Μια μέρα γεννήθηκε στη μακρινή Βηθλεέμ ο έρωτας
στην κοιλιά του καρπού λησμονημένος
και του έδωσαν το όνομα Καρπός
όλα τ’ άστρα των παιδιών αγαπημένων
με τους άνεμους όταν λευκάζουν το χειμώνα.

Εγώ ήμουνα εκείνο τον καιρό στην πέτρα
οι καμπάνες οδηγούσαν από χαλκό μεγάλο
ένα τραγούδι νοσταλγίας αιχμάλωτης…
Εντούτοις άκουσα το σπήλαιο
κι ανεβαίνοντας
σ’ ένα βαθύ άλογο πήγαινα σ’ αυτό
κρατώντας ευωδιαστή φασκομηλιά προς τη θέρμη
του βρεφικού δέρματος όνομα βαθύ και ανάερο.

Δεν έβρισκε λαλιά ο πλατύς ελαιώνας για να φωνάξει
κι ο θάνατος έφευγε στ’ αστέρια
μονάχα το άστρο νικούσε το πλήθος που είναι τ’ αστέρια
λάμποντας το Ένα.
Ο θεός έκραζε τη λαλιά:
Δίδαξέ με
στο άστρο στρεφόμενος, είπε,
και τα μαρτύρια γεννήθηκαν απάνω απ’ τις λάμψεις
χαρίζοντας ηρεμία στην έμψυχη κλίμακα.
Μια γυναίκα λευκή
αποθέωνε τον άντρα ψηλά στον αέρα μοβ
η αδαμική χάρη σε κάθε σώμα γνωρίζει τον τρόμο, είπε,
κ’ η χρονιά ζύγωσε στην καρδιά μου με χιόνι θαμμένη.

Μοιράζεται τη θλίψη με τις πέτρες
μοιράζεται με τη βροχή
ο ταπεινός μοιράζεται τη θλίψη
με τον ήλιο, πάλιν είπε,
και βλέπει τις ρίζες της φλόγας όπως ανεβαίνει
πιάνει τις ρίζες αυτές ανάμεσα
στο ξύλο
στους τρυγμούς ανάμεσα στις γαλάζιες φάσεις.
Ιδού λοιπόν ο χρόνος είναι χιόνι
δεν είναι ρολόγι -
και κρατούσε το θήλυ πότε τα φεγγιστά νερά
πότε μαύρες πέτρες της Δήλου.
Σαν είδα το σπήλαιο
συγκρατήθηκα στην πρώτη φλέβα του βράχου μας
ενώ με κάλεσε το ακέραιο γαϊδούρι κινώντας
και τα δυο του χέρια
μα όμως ευγένεια φανερώνοντας ήρθε και το βόδι
πειθήνιο στον ήλιο της νύχτας
για να δω το δοκιμασμένο χρυσάφι.
Κι αντίκρισα το χρυσάφι
καθώς ένα φτωχαδάκι του τόπου μας
ήτανε το βρέφος στη μητρική βύθιση
ολομόναχο με τ’ άστρα.

Ώσπου χάραξε…
Στο σπήλαιο – μιας ηλικίας χαμένης – δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλακτίτες
που κρέμονταν δεν υπήρχαν
ειμή μόνο σταλαγμίτες ανυψούμενοι.
Εγώ ο σταλαγμίτης
ολοένα
πλησιάζω το σταλαχτίτη που με κράζει απεγνωσμένα
για να εγγίσουν κάποτε τα στάγματα
τη μεγάλη ένωση…


Νίκος Καρούζος - Χριστούγεννα του σταλαγμίτη



Ο Νίκος Καρούζος γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου 1926 στο Ναύπλιο 
 Οι γονείς του ήταν η Κωνσταντίνα Πιτσάκη και ο Δημήτρης Καρούζος. Ο πατέρας του ήταν δάσκαλος και ο παππούς από την πλευρά της μητέρας του ιερέας και δάσκαλος και συνέβαλαν σημαντικά στα πρώτα παιδικά του χρόνια στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. Ιδιαίτερα η πλούσια βιβλιοθήκη του ιερέα παππού του.
Το 1944 ολοκληρώνει τις γυμνασιακές σπουδές στην γενέτειρά του και την ίδια περίοδο εντάσσεται στην Ε.Π.Ο.Ν  Ναυπλίου στο τμήμα διαφώτησης. To 1945 εισάγεται στη Νομική  Τον Ιούνιο του 1946 γλιτώνει από σύλληψη και εκτέλεσή του από την Οργάνωση Χ 
 Την επόμενη χρονιά εξορίζεται στην Ικαρία για πέντε μήνες. 
Το 1951  υπηρετεί τη θητεία του στη Μακρόνησο και το 1953 εξορίζεται πάλι
 Νοσηλεύτηκε στο 401 Στρ,Νοσοκ. όπου απαλλάχθηκε από την στρατιωτική θητεία χωρίς να υπογράψει δήλωση μετανοίας, για λόγους υγείας.

 Το 1961  βραβεύεται με το Β' Κρατικό Βραβείο ποίησης και το 1962 με Α΄Βραβείο ποίησης της Ομάδας των Δώδεκα.
Τον Μάιο  του 67  συλλαμβάνεται για δηλώσεις που έκανε σε βάρος του Παττακού 
 Το διάστημα 83-84  και το 86  εργάζεται στο Γ' Πρόγραμμα της Ε.Ρ.Α κάνοντας εκπομπές για την λογοτεχνία. Το 1988 βράβευεται με το Κρατικό Λογοτεχνικό βραβείο ποίησης. Αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα υγείας (καρδιολογικά, κατανάλωση αλκοόλ, διάγνωση καρκίνου). Νοσηλεύεται σε διάφορες κλινικές της Ελλάδος και του εξωτερικού
Πεθαίνει στις 28 Σεπτεμβρίου  1990 στο Νοσοκομείο Υγεία.

Παρασκευή 24 Δεκεμβρίου 2010

''Το όνειρο του μικρού ποντικούλη''



Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιος που δε γνωρίζει  το Ονειρο του μικρού ποντικούλη 
όπως τόσο όμορφα το αποτύπωσε ο Ε.Τριβιζάς 


Μα , 
μ αρέσει να  ονειρεύομαι μαζί του ..
ν αποζητώ  αυτό το άγγιγμα, 
αυτήν , 
την " κάποια μέρα .. " 


Καλές γιορτές εύχομαι
σε όλους .. 
σε όλα μας τα όνειρα ..   






"Ήταν κάποτε ένας ποντικούλης που το λέγανε Τρωκτικούλη.
Ο Τρωκτικούλης ο ποντικούλης κάθε φορά που έβλεπε τα αστεράκια στον ουρανό, ήθελε να τα αγγίξει.

Παππού - έλεγε στον παππού του - σήκωσέ με σε παρακαλώ στα χέρια σου για να αγγίξω ένα αστεράκι. 
- Δεν γίνεται αυτό που ζητάς εγγονάκι μου απαντούσε ο παππούς του.
Τα αστεράκια είναι πάρα πολύ ψηλά. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τα αγγίξει κανείς.

- Μα γιατί είναι τόσο ψηλά παππού;

- Είναι τόσο ψηλά για να μην τα αγγίζουνε τα ποντικάκια και λερώνεται η ασημόσκονή τους.

- Εγώ όμως παππού μια μέρα, να το δεις, θα αγγίξω ένα αστεράκι. Αλλά προτού το αγγίξω, θα πλύνω καλά- καλά τα χεράκια μου για να μην λερώσω την ασημόσκονη του.

Και τι δεν έκανε ο Τρωκτικούλης για να αγγίξει ένα αστεράκι. Έπαιρνε φόρα και πηδούσε με όλη του την δύναμη όσο πιο ψηλά μπορούσε. Σκαρφάλωνε σε σκουπόξυλα. Σκαρφάλωνε σε τηλεγραφόξυλα. Σκαρφάλωνε σε κεραίες τηλεόρασης. Σκαρφάλωνε σε καμπαναριά. Τίποτα όμως. Όσο και να προσπαθούσε δεν κατάφερνε να αγγίξει ένα αστεράκι.

- Ίσως είχε δίκιο ο παπούλης σκεφτόταν - Ίσως να μην αγγίξω ποτέ στην ζωή μου αστεράκι. Αλλά πάλι, το θέλω τόσο πολύ, που -ποιος ξέρει- ίσως κάποια μέρα να τα καταφέρω.

- Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι μήνες ώσπου ένα Χριστουγεννιάτικο βράδυ βγήκε ο Τρωκτικούλης από την ποντικότρυπα του και τι να δει; Ένα στολισμένο έλατο στην μέση του σαλονιού και στην κορφή του ελάτου ένα ασημένιο αστεράκι.

Ο Τρωκτικούλης, έτριψε τα μάτια του σαστισμένος, έκανε πέντε τούμπες από τη χαρά του, έκανε μπροστά, έκανε πίσω και έτρεξε στην ποντικοφωλιά του.

- Παππού! παππού! Έλα να δεις! ένα δέντρο φύτρωσε στη μέση του σαλονιού και στην κορυφή του έχει ένα αστεράκι.

- Είσαι σίγουρος εγγονάκι μου.

- Άμα σου λέω παππού! Θα το αγγίξω. Δεν μου ξεφεύγει! θα το αγγίξω.

Έτσι λοιπόν ο τρωκτικούλης έπλυνε τα χέρια του και για καλό και για κακό σαπούνισε τα ποδαράκια του και τα μουστάκια του και την ουρίτσα του και άρχισε να σκαρφαλώνει στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε.

Εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ξύλινο στρατιωτάκι. Φορούσε φανταχτερή στολή και στην μέση του είχε ζωσμένο ένα σπαθί.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε το στρατιωτάκι - Για πού το'βαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι

- Αστεράκι; Τι νόημα έχει να αγγίξεις ένα αστεράκι; - είπε το στρατιωτάκι - Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ καλύτερο.

- Δηλαδή;

- Να γίνεις και συ στρατιώτης - Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί στη βάση του δέντρου; Εκεί μέσα βρίσκονται άλλα δώδεκα στρατιωτάκια. Θα κάνουμε ένα στρατό και θα κατακτήσουμε όλο το σπίτι, θα κυριεύσουμε το μπάνιο. Θα λεηλατήσουμε την κουζίνα και ποιος ξέρει; Μπορεί να βρούμε κανέναν άλλο στρατό και να τον κατατροπώσουμε. Μετά θα κατακτήσουμε και τον υπόλοιπο κόσμο. Θα είσαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι θα σε τρέμουνε.

- Δεν θέλω να είμαι ένας δοξασμένος στρατιώτης ποντικός και όλοι να με τρέμουνε.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι.

Έτσι ο Τρωκτικούλης συνέχισε να σκαρφαλώνει.

Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε -σκαρφάλωνε κι εκεί που σκαρφάλωνε, συνάντησε μια κουκλίτσα. Ήταν η πιο όμορφη κουκλίτσα που είχε δει ποτέ του. Είχε ολόξανθα μαλλιά και γαλάζια φουστίτσα.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε η κουκλίτσα - για πού τόβαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Και τι θα καταλάβεις να αγγίξεις ένα αστεράκι; είπε η κουκλίτσα - Ενώ αν αγγίξεις εμένα, αν με αγκαλιάσεις, αν με φιλήσεις, αν με αγαπήσεις - ποιος ξέρει - μπορεί να σε αγαπήσω κι εγώ. Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το ροζ περιτύλιγμα και την βυσσινιά κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται ένα πανέμορφο κουκλόσπιτο, με λουλουδένια ταπετσαρία στη κρεβατοκάμαρα και μικρούλικα σερβίτσια στην τραπεζαρία. Θα ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι και θα σου τηγανίζω κάθε μέρα τυροπιτάκια και την Κυριακή θα πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

- Δεν θέλω να ζήσουμε εκεί για πάντα ευτυχισμένοι ούτε να μου τηγανίζεις κάθε μέρα τυροπιτάκια ούτε την Κυριακή να πηγαίνουμε στο κουκλοθέατρο.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Καλά. Κάνε του κεφαλιού σου να δούμε τι θα καταλάβεις, είπε η κουκλίτσα.

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε να σκαρφαλώνει.

- Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε και εκεί που σκαρφάλωνε συνάντησε ένα ναυτάκι.

- Γεια σου ποντικάκι - του είπε το ναυτάκι - Για πού το' βαλες;

- Πάω να αγγίξω ένα αστεράκι.

- Αστεράκι; Ποιος ο λόγος να αγγίξεις ένα αστεράκι; Γιατί να χάνεις τον πολύτιμο χρόνο σου με αστεράκια; -είπε το ναυτάκι - Έχω να σου προτείνω κάτι πολύ -πολύ - πολύ μα πάρα πολύ καλύτερο.

- Τι;

- Βλέπεις εκείνο εκεί το κουτί με το θαλασσί περιτύλιγμα και την μπλε κορδέλα στη βάση του δέντρου; Ε λοιπόν εκεί μέσα βρίσκεται μια μπουκάλα που έχει μέσα ένα καραβάκι. Θα σπάσουμε την μπουκάλα, θα κλέψουμε το καραβάκι θα πάμε στο πιο κοντινό ρυάκι και θα σαλπάρουμε. Έχω εδώ στην τσέπη ένα χάρτη θησαυρών. Θα βγούμε στον ωκεανό και θα βρούμε τον θησαυρό. Εκατό ροζ ρουμπίνια μεγάλα σαν καρύδια και χίλια πράσινα σμαράγδια μεγάλα σαν αμύγδαλα. θα είσαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου, όλοι θα σου κάνουν υποκλίσεις και θα ζεις σε ένα τυριόροφο σπίτι.

- Δεν θέλω να είμαι ο πιο εύπορος ποντικός του κόσμου ούτε όλοι να μου κάνουν υποκλίσεις ούτε να ζω σε ένα τυριόροφο σπίτι, είπε το ποντικάκι.

- Τι θέλεις;

- Να αγγίξω ένα αστεράκι - Πως το λένε ρε παιδιά; - Θέλω να αγγίξω ένα αστεράκι. Ένα αστεράκι. Δεν θέλω ούτε να γίνω δοξασμένος στρατιώτης ποντικός, ούτε να μου τηγανίζουν τυροπιτάκια, ούτε, ούτε να μου κάνουν υποκλίσεις. Ένα αστεράκι θέλω ν' αγγίξω κι εγώ. Πως το λένε; Ένα αστεράκι.

- Καλά ντε μη φωνάζεις. Εσύ θα το μετανιώσεις... είπε το ναυτάκι

Έτσι το ποντικάκι συνέχισε ν' ανεβαίνει, να ανεβαίνει να ανεβαίνει, ώσπου έφτασε στην κορυφή του ελάτου.
Εκεί αντίκρισε το πιο όμορφο αστεράκι που είχε δει ποτέ του Φεγγοβολούσε και το έλουζε σε μια μαλαματένια λάμψη. Το ποντικάκι άπλωσε δειλά -δειλά το χεράκι του που το είχε πλύνει οχτώ φορές και τ άγγιξε. Το αστεράκι λες και ανάσανε. Έγινε ακόμα πιο ασημένιο, πιο ζεστό, πιο λαμπερό. Λες και το αγκάλιασε η φεγγοβολιά του, λες και το χάιδεψαν απαλά οι φωτεινές αχτίνες του με την πιο γλυκιά θαλπωρή που μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Το ποντικάκι αισθάνθηκε τόσο μα τόσο ευτυχισμένο. Τα μουστάκια του έτρεμαν. Τα ποδαράκια του έτρεμαν. Η ουρίτσα του έτρεμε. Έτρεμε ολόκληρο από τη χαρά του. Έτρεμε τόσο πολύ που έχασε την ισορροπία του, έπεσε από το δέντρο και βρέθηκε ανάσκελα στο παχύ χαλί.

Μόλις σηκώθηκε έτρεξε αμέσως στην ποντικότρυπα για να πει τα νέα στον παππού του.

- Παππού... παππού... Το άγγιξα.

- Ποιο άγγιξες εγγονάκι μου;

- Το αστεράκι! Το άγγιξα το αστεράκι!

- Μπράβο εγγονάκι μου - καμάρωσε ο παππούς. Είσαι το πρώτο ποντικάκι στην οικογένειά μας που αγγίζει αστεράκι. -Θα χουμε να το λέμε...

Μετά το ποντικάκι βγήκε από την ποντικότρυπα και έτρεξε γρήγορα-γρήγορα να δει πάλι το αστεράκι που είχε αγγίξει.

Αλλά στο μεταξύ είχε γίνει μια βλάβη του ηλεκτρικού και το αστεράκι είχε σβήσει.

- Φαίνεται ότι θα γύρισε πάλι ξανά στον ουρανό! σκέφτηκε το ποντικάκι.

Φόρεσε το παλτουδάκι του βγήκε στον κήπο και σήκωσε τα μάτια του ψηλά.

Χιλιάδες, μυριάδες αστέρια στραφτάλιζαν στο απέραντο στερέωμα...

Το ποντικάκι τα αγκάλιασε όλα με το βλέμμα του.

- Ποιο άραγε να είναι αυτό που άγγιξα; αναρωτήθηκε.

Τώρα όμως που είχε αγγίξει ένα αστεράκι ένοιωθε μια μεγάλη αυτοπεποίθηση.

- Υπάρχουν χιλιάδες ακόμα αστεράκια για να αγγίξω - σκέφτηκε.
- Αλλά αφού τα κατάφερα μια φορά, σίγουρα θα τα ξανακαταφέρω... Θα τ' αγγίξω όλα...

Κι εκεί ανάμεσα στα χιλιάδες αστέρια ένα μικρό αστεράκι τρεμόσβηνε λες και του'κλεινε το μάτι, λες και το έλεγε.

- Ναι μικρό μου ποντικάκι... 

Κάποια μέρα ....
θα τ'αγγίξεις όλα...