Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιόνης Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χιόνης Αργύρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Ό,τι περιγράφω με περιγράφει




"Γιατί έκαψες τη στέγη μου ;" ρώτησα τη
φωτιά.
"Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα" μου απάντησε.
Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα
Όντως ανεμπόδιστα, αλλ’ ήταν τόσο άδειος,
Που έφτιαξα καινούρια στέγη αμέσως.

Ειν’ αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι άλλο
Πάνω απ’ το κεφάλι μου.


         ~~~ ---  ~~~~



Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου
-γάτες με πέλματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής -
τρίβονται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου
σκύβω να τις χαϊδέψω
έχουνε κιόλας φύγει.




Τα κόκαλά μας είναι κάτι
Πίφερα φλάουτα φλογέρες που ένας
Κακός θεός τα ‘φραξε με μεδούλι

Τα ‘θαψε κάτω από στρώματα πολλά
Σάρκας και λίπους κι είναι
Μια θλίψη τώρα τ’ άκουσμα των ήχων
Που βγαίνουν απ’ τα πλαδαρά κορμιά μας

Μια θλίψη ανυπόφορη όταν ξέρεις
Πως μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση
Πνιγμένη μουσική.

από τα «Τέρατα»


~ ~ ~   ---   ~ ~ ~



Με ήτα η ζωή τελειώνει·

με ήττα, επίσης.









Ό,τι χαλάει ό,τι σπάζει,
περίτρανα τους γέ
ροντες τρομάζει,
με το δικό τους τέλος ομοιά
ζει,
με το δικό τους τσάκισμα από του χρόνου

τις απρόσεχτες και βιαστικές κινήσεις. 


Γι' αυτό σιγά σιγά, προσεχτικά,
το βάρος του κορ
μιού τους
σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέ
τουν
και φέρνουνε στα χείλη το ποτήρι τους,

κρατώντας το σφιχτά, με τα δυο χέρια.
«Όσο κρατούν τα πράγματα, κρατώ κι εγώ»,
φαίνεται να 'ναι η κρυφή ελπίδα τους.





Εν' ασημένιο κέρμα το φεγγάρι,
που κάποτε τίναξαν στο διάστημα οι θεοί,
κορώνα γράμματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου,
εν' ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ,
αλλ' έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. 

Γι' αυτό
και δεν αποφασίστηκε ακόμα
η τύχη αυτού του κόσμου,
γι' αυτό κι αδιάκοπα
κοιτάμε μ' αγωνία το φεγγάρι,
μην πάει και πέσει
απ' του χαμού μας την πλευρά.





Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.


Θα το γέμιζες λουλούδια•
έτσι δεν είναι;









ΕΛΕΗΣΟΝ ΣΕ


Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να 'χεις
συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
κατ' εικόνα και ομοίωσίν σου,
πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ' ένα πλήθος μόνων.


Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.








Κρατήσου μακριά 
απ΄τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις

Μπορεί να σε κολλήσουν
επικίνδυνα όνειρα





Από τα πόδια ως την κορφή, 
μετριέται μόνο το ύψος.

Το ανάστημα, αρχινά
πάνω απ το κεφάλι


Αργύρης Χιόνης . Από το " Ό,τι περιγράφω με περιγράφει,"

art by Antoine Josse

Παράθυρα



Τα παράθυρα είναι κάδρα
Κομματιάζουνε τον κόσμο σε τοπία
Κάνουνε πιο υποφερτή την απεραντοσύνη


Μπρος απ’ τα παράθυρά μας
Περνάνε μερικά πουλιά , κάμποσα σύννεφα,
λίγο ηλιοφώς , λίγη βροχή
Για να δώσουμε και κάποιο χρώμα στη σκηνή
Βάζουμε κάποτε και δυο γεράνια στο περβάζι


Τα ποιήματα είναι κάδρα
Κομματιάζουν την ψυχή μας σε ψιχία
Κάνουνε πιο υποφερτό το ανέκφραστο


Μέσ’ απ’ τα ποιήματά μας
Περνάνε μερικές ανάπηρες χειρονομίες
Λίγος ανεκπλήρωτος έρωτας
Κάμποση επιθυμία των ουρανών
Για να μην είναι και σχεδόν βουβά
Προσθέτουμε κάποτε και καναδυό ηχηρές συνηχήσεις


Η ζωή είναι κάδρο
κομματιάζει σε ηλικίες την αιωνιότητα
κάνει πιο υποφερτή την απεραντοσύνη του ανέκφραστου


Αργύρης Χιόνης 
Από τη συλλογή «Η φωνή της σιωπής». 






 "Αν και είμαι μόλις 63 ετών και έχω εκτίσει μόνο 40 χρόνια ποίησης, αποφάσισα να προβώ στη συγκεντρωτική αυτή έκδοση των ποιημάτων μου, φοβούμενος ότι, επειδή οι θεοί αγαπούν τους νέους, δεν θα έχω τον απαιτούμενο χρόνο για να δώσω στη δουλειά μου τη μορφή που θα έπρεπε να έχει, πριν παραδοθεί στην αιωνιότητα. Αν δεν το κάνω αυτό εγώ, θα το κάνει, ίσως, κάποιος συμπαθής τυμβωρύχος (βλέπε φιλόλογος), όταν δεν θά 'μαι πια εδώ και δεν θα μπορώ να του τραβήξω το αυτί για τις τυχόν αυθαίρετες (τι άλλο θα μπορούσαν να είναι;) "αναπαλαιώσεις".

Όσο κι αν φαίνεται να αστειεύομαι, το πράγμα είναι σοβαρό.
Τα δύο από τα τρία πρώτα βιβλία μου (δεύτερο και τρίτο), που εκδόθηκαν ερήμην μου, γιατί τότε βρισκόμουν εις τας Ευρώπας και δεν έλαβα ποτέ δοκίμια, βρίθουν λαθών και στερούνται στίχων που για άγνωστη αιτία αγνοήθηκαν. Ιδιαίτερα πονάω το τρίτο μου βιβλίο, τις "Μεταμορφώσεις", το οποίο, ενώ συνιστά τον θεμέλιο λίθο όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν, βγήκε παραμορφωμένο και, επί πλέον, ποτέ δεν διακινήθηκε. Αν θυμάμαι καλά, διέθεσα ο ίδιος 12 μόνο αντίτυπα σε τέσσερα βιβλιοπωλεία. Τα υπόλοιπα τα μοίραζα, επί χρόνια, δεξιά και αριστερά, σε φίλους και γνωστούς, και έχω ακόμη πέντε, αδιάθετα, στη βιβλιοθήκη μου". 
[...]

 (Από τη "Λογοδοσία" του ποιητή, στο επίμετρο της έκδοσης)

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Ο Άνθρωπος Που Έγινε Δέντρο Ζωής



Αργύρης Χιόνης - Ο Άνθρωπος Που Έγινε Δέντρο Ζωής






Κλεισμένος μέσα στο δωμάτιό του, μετρούσε συνέχεια τα δάχτυλα των χεριών-του και κάθε φορά τα 'βγάζε περισσότερα. Στην αρχή 12 κι ύστερα 14 κι ύστερα 18 και 24 και 32...

Τα δάχτυλά των χεριών και των ποδιών-του αυξαίνανε συνεχεία και μάκραιναν και διακλαδώνονταν. Τα δάχτυλα των χεριών-του γίνονταν σαν κλαδιά μεγάλα. Τα δάχτυλά των ποδιών-του γίνονταν σα ρίζες μακριά.


Κλεισμένος στο δωμάτιό-του, κοιτούσε τα δάχτυλα των χεριών-του και σκεφτότανε πως ήταν, βέβαια, αντιαισθητική όλη αυτή η πληθώρα, αλλά, από μίαν άλλην άποψη, θα ήταν φοβερά χρήσιμη μια και, με τόσα δάχτυλα, θα μπορούσε τώρα να κάνει πράγματα που άλλος κάνεις δε θα μπορούσε. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε, γιατί, κάθε φορά που διάταζε τον αντίχειρα ή το δείχτη ή το μεγάλο δάχτυλο ή τον παράμεσο ή το μικρό, κανένας δεν υπάκουε, γιατί ήτανε χαμένοι μες στο πλήθος των καινούριων δαχτύλων και είχαν ξεχάσει πια τα ονόματά-τους.

Κλεισμένος στο δωμάτιό-του, κοιτούσε τα δάχτυλα των ποδιών-του και σκεφτόταν πως ήταν, βέβαια, αντιαισθητική όλη αυτή η πληθώρα, αλλά, από μίαν άλλην άποψη, θα ήταν φοβερά χρήσιμη μια και, με τόσα δάχτυλα, θα μπορούσε τώρα να διανύει, δίχως κούραση, αποστάσεις που για οποιονδήποτε άλλον θα ήταν εξουθενωτικές. Γρήγορα όμως απογοητεύτηκε, γιατί ανακάλυψε πως τα δάχτυλα των -ποδιών-του, όπως και τα πόδια-του τα ίδια, δεν υπάκουαν πια στις εντολές-του, αλλά, ελκυόμενα από μια παράξενη δύναμη, τρυπούσανε το πάτωμα και χώνονταν μέσα στο χώμα που ήταν κάτω απ' το πάτωμα.

Τα δάχτυλα των χεριών-του και τα χέρια-του τα ίδια μεγάλωναν αδιάκοπα, με φοβερή ταχύτητα και δύναμη, ώσπου φτάσανε στους τοίχους και το ταβάνι και, μη μπορώντας πια να προχωρήσουν, βάλθηκαν να σπρώχνουνε με δύναμη τους τοίχους και το ταβάνι, ώσπου το σπίτι γκρεμίστηκε μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης.

Τρομαγμένος απ' το ξαφνικό φως και βλέποντας τους ανθρώπους να τρέχουν προς το μέρος-του, θέλησε να το βάλει στα πόδια και να κρυφτεί, αλλά κάθε προσπάθειά-του πήγαινε χαμένη.

Οι άνθρωποι μαζεύονταν γύρω-του και τα πρόσωπά-τους ήταν ένας θαυμασμός κι ένα δέος και δε μιλούσαν, αλλά κάθονταν εκεί, ώρες ολόκληρες, και τον κοιτούσαν σιωπηλοί.

Οι άνθρωποι, που μαζεύτηκαν γύρω-του, μένανε εκεί, ώρες ολόκληρες, και τον κοιτούσαν σιωπηλοί και δεν έφευγαν παρά για να πάνε να φάνε κι υστέρα, ξαναγύριζαν κι έμεναν εκεί, ώρες ολόκληρες, και τον κοιτούσαν σιωπηλοί.

Κι όλο έρχονταν περισσότεροι άνθρωποι, πλήθος ολόκληρο, κι ήρθανε και ειδικοί, γεωπόνοι και γεωλόγοι και φυσικοί και φυσιοδίφες και δασονόμοι και δασολόγοι και τον κοιτούσαν, στην αρχή, από μακριά με θαυμασμό και δέος κι υστέρα, από κοντά κι από πιο κοντά κι εξ επαφής και βάλθηκαν να τόνε πασπατεύουν και να τον μετρούν και κάτι λέγανε συνέχεια, μεταξύ-τους, που δε μπορούσε να τ’ ακούσει, γιατί στο μεταξύ είχε πολύ ψηλώσει, αλλά έβλεπε τα χείλια-τους που κουνιόνταν και καταλάβαινε πως μιλούσαν κι απ’ το θαυμασμό και το δέος που δείχνανε, καταλάβαινε πως γι αυτόν μιλούσαν κι από μίαν άποψη, ένιωθε περήφανος για όλο αυτό το ενδιαφέρον κι όλη αυτή την προσοχή, σχεδόν θρησκευτική, που δείχνανε γι αυτόν.

Κι όλο κι έρχονταν περισσότεροι άνθρωποι, πλήθος ολόκληρο, και ειδικοί πλήθος ολόκληρο, και τα μέλη της Κυβερνήσεως κι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κι όλοι τον κοιτούσανε με θαυμασμό και δέος κι ο Προέδρος της Δημοκρατίας βρήκε ευκαιρία κι έβγαλε ένα λόγο που δε μπόρεσε ν ακούσει, αλλά κατάλαβε, απ' τις χειρονομίες του Προέδρου και την προσοχή του πλήθους, πως ήτανε σημαντικός ο λόγος και πώς ήτανε γι αυτόν, γιατί ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας γυρνούσε συχνά και τον έδειχνε μ έναν τρόπο όλο σημασία.

Κι όλο έρχονταν άνθρωποι περισσότεροι, πλήθος ολόκληρο, και ειδικοί και βάλθηκαν να γκρεμίζουνε τα γύρω σπίτια και φτιάξανε ένα μεγάλο πάρκο γύρω απ' αυτόν, με κέντρο αυτόν, φύτεψαν δέντρα και λουλούδια, φτιάξανε ποταμάκια και γεφυρούλες, περίπτερα και παγκάκια κι όλα τα παγκάκια ήταν στραμμένα προς αυτόν, για να μπορούν οι άνθρωποι που κάθονταν εκεί να τόνε βλέπουν και να τον θαυμάζουν μ ένα θαυμασμό μεγάλο.

Κι όταν το πάρκο τελείωσε, ξαναήρθε ο Πρόεδρός της Δημοκρατίας και τα μέλη της Κυβερνήσεως και, τούτη τη φορά, φέραν μαζί-τους και μεγάφωνα και τα κρεμάσανε στα δέντρα και του κρέμασαν ένα κι αυτουνού, κάτω απ’ τη μασκάλη του δεξιού-του κλαδιού, και μίλησε στο πλήθος ο Προέδρος της Δημοκρατίας και τον άκουσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ετούτη τη φορά, γιατί του είχανε κρεμάσει κι αυτουνού ένα μεγάφωνο κάτω απ’ τη μασχάλη του δεξιού-του κλαδιού κι έτσι τον έφτανε η φωνή του Προέδρου, αλλά δεν καταλάβαινε πολλά πράματα, όχι επειδή ο Πρόεδρός ήταν ασυνάρτητος (αυτό δε γίνεται), αλλά επειδή ο ίδιος είχε καιρό ν' ακούσει ανθρώπινη ομιλία, έτσι πολύ πού χε ψηλώσει, και τώρα που το πάρκο τελείωσε κι ο Πρόεδρος μιλούσε στο πλήθος, δεν καταλάβαινε πολλά πράγματα, γιατί είχε ξεχάσει τη σημασία των λέξεων και των φράσεων τόσο που του φαινόταν τώρα παράξενο που άκουγε τη φωνή του Προέδρου.

Οι άνθρωποι, πλήθος ολόκληρο, άκουγαν σιωπηλοί με θαυμασμό και δέος και πότε-πότε χειροκρόταγαν, όχι τον Πρόεδρο, αλλά αυτόν τον ίδιο, αυτό φαινόταν καθαρά, γιατί προς τη μεριά-του κοίταγαν μ ’ ένα μεγάλο θαυμασμό και με δέος.

Δεν καταλάβαινε γιατί, αλλά ένιωθε περήφανος που ήτανε το κέντρο αυτού του πάρκου κι αυτής της προσοχής και του θαυμασμού και του δέους.

Κι ο Πρόεδρος, λίγο πριν τελειώσει είπε, αυτό το πάρκο θα τ’ ονομάσουμε πάρκο ζωής, γιατί στο κέντρο-του υπάρχει αυτό το δέντρο, δέντρο ζωής και πρέπει να 'μαστέ περήφανοι που αυτό το δέντρο βρίσκεται εδώ, ανάμεσά μας, στη μέση του πάρκου μας, στη μέση της πόλης μας, στη μέση της χώρας-μας, στη μέση του κόσμου μας και πρέπει να μαστέ περήφανοι και να το προσέχουμε κι η σκέψη μας να ναι στραμμένη πάντα εκεί και ποτέ να μην το ξεχνάμε, γιατί 'ναι το δέντρο της ζωής και πρέπει να 'μαστέ περήφανοι που φύτρωσε ανάμεσά μας και μεγαλώνει ανάμεσά-μας, γιατί, όπως λένε οι ειδικοί, αυτό το είδος είναι όχι απλώς σπάνιο, αλλά μοναδικό, γιατί ποτέ πριν δε φύτρωσε τέτοιο είδος και η επιστήμη προφητεύει μόνο ότι μια μέρα μπορεί να εμφανιστεί ένα τέτοιο είδος δέντρου, γι’ αυτό και πρέπει να μαστέ περήφανοι που εμφανίστηκε ανάμεσά μας και να το προσέχουμε σαν τη ζωή μας αυτό το δέντρο ζωής.

Μ αυτά τα λόγια τέλειωσε ο Πρόεδρος και το πλήθος άρχισε να πίνει λεμονάδες, κοιτώντας πάντα προς το μέρος του και οι ηλεκτρολόγοι ήρθαν και με σεβασμό ξεκρέμασαν το μεγάφωνο απ' το δεξί-του κλαδί και ξανάγινε σιωπή και το μόνο πράμα που άκουγε τώρα ήταν ο άνεμος που έκανε ένα θόρυβό παράξενο, περνώντας ανάμεσα απ' τα δάχτυλά του.

Κλεισμένος εκεί, στη μέση του πάρκου, στη μέση του πλήθους, στη μέση της πόλης, στη μέση της χώρας, στη μέση του κόσμου, έβλεπε τα δάχτυλα των χεριών του να πληθαίνουν, χωρίς να μπορεί πια να τα μετρήσει, ένιωθε τα δάχτυλά των ποδιών του να πληθαίνουν, χωρίς να μπορεί να τα δει.

Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, άρχισε, λίγο-λίγο, να μην ξεχωρίζει πια τις κινήσεις του στόματος των ανθρώπων κι έτσι δεν καταλάβαινε καν αν μιλούσαν.

Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, άρχισε να μην ξεχωρίζει πια τις χειρονομίες των ανθρώπων ούτε τις κινήσεις-τους ούτε τα λουλούδια που ήταν γύρω απ’ τους ανθρώπους.

Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, έχανε σιγά-σιγά τα σχήματα των ανθρώπων, των δέντρων και των δρόμων.

Ψηλώνοντας ολοένα και περισσότερο, έχασε τους ανθρώπους, τα δέντρα και τους δρόμους. .


Κλεισμένος εκεί, στη μέση... ψηλώνοντας αδιάκοπα, ένιωθε τα δάχτυλα (δάχτυλα;) των χεριών-του να μεγαλώνουν και να πληθαίνουν αδιάκοπα μες στον αέρα, ένιωθε τα δάχτυλα (δάχτυλα;) των ποδιών-του να μεγαλώνουν και να πληθαίνουν αδιάκοπα μέσα στη γη κι ήταν η μόνη βεβαιότητα (βεβαιότητα;) που είχε κλεισμένος εκεί...



Αργύρης Χιόνης - Ο Άνθρωπος Που Έγινε Δέντρο Ζωής

(Από το περιοδικό Η Λέξη , τεύχος 3 - Μάρτης - Απρίλης 1981)

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Τότε ποὺ ὁ Δομίνικος Παναγιωτόπουλος ἀποφάσισε νὰ ζωγραφίσει τὸ Θεό


ργύρης Χιόνης


Ο ζω­γρά­φος Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος, ­ν μι ζω­ ζω­γρά­φι­ζε νε­κρς φύ­σεις, λου­λού­δια σ βά­ζα κι λ­λα τέ­τοι­α, μι μέ­ρα, ­τσι, στ κα­λ κα­θού­με­να, ­πο­φά­σι­σε ν ζω­γρα­φί­σει τ Θε­ό. Κα σ ν μν ­φτα­νε α­τό, ­πο­φά­σι­σε ­πί­σης πς ­,τι ε­χε ζω­γρα­φί­σει μέ­χρι τό­τε ­ταν ­νά­ξιο λό­γου κι ­ξιο ν κα­ε. ­ρι­ξε λοι­πν στ φω­τι ­λες τς νε­κρς φύ­σεις κα τ λου­λού­δια σ βά­ζα κι ­λα τ’ λ­λα σχε­τι­κά, πο ε­χε φτιά­ξει, κα βάλ­θη­κε ν σκέ­φτε­ται πς ν ζω­γρα­φί­σει τ Θε­ό.
Δομ. Θεοτοκόπουλος
"Θέα από το Τολέντο" (λεπτ)
          

  Τ πρό­βλη­μα δν ­ταν δι­ό­λου ­πλό, για­τί Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος ­ταν κα­λς ζω­γρά­φος κα δν το πή­γαι­νε ν φτιά­ξει ­ναν ­σπρο­μάλ­λη γέ­ρο σν τν ϊ Βα­σί­λη κά­τι τέ­τοι­ο.
          
  ­με­νε λοι­πν σι­ω­πη­λός, μέ­ρες ­τέ­λει­ω­τες, μπρο­στ στν κά­τα­σ­πρη, λεί­α ­πι­φά­νεια το στο­κα­ρι­σμέ­νου μου­σα­μά του, μ μι μό­νο σκέ­ψη ν γυ­ρί­ζει μέ­σα στ μυα­λό του: «Πς ε­ναι Θε­ός;»
           

 Ο μέ­ρες ­γι­ναν μή­νας κι μή­νας μ­νες κι Δο­μί­νι­κος δν ­λε­γε ν κου­νή­σει ­π’ τ θέ­ση του, δν ­λε­γε ν βά­λει λ­λη σκέ­ψη στ μυα­λό του.
            Τ φαΐ πο το ‘­φερ­νε μι γρι γει­τό­νισ­σα ­με­νε σχε­δν ­νέγ­γι­χτο. Ο φί­λοι του, κα­φε­νό­βιοι καλ­λι­τέ­χνες, ­πως λ­λω­στε ­ταν κι ­διος κά­πο­τε, τν ­χα­σαν ­π’ τς πα­ρέ­ες τους. ­νας δε­σμός, πο πι­θα­νν ν ­δη­γο­σε στ γά­μο, δι­α­λύ­θη­κε. ­κό­μα κι γρι γει­τό­νισ­σα, πο τν φρόν­τι­ζε, στα­μά­τη­σε στ τέ­λος ν πη­γαι­νο­έρ­χε­ται, για­τί φο­βή­θη­κε πς το ‘­χε στρί­ψει καί, πο­τ δν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται μ’ α­τος τος τρε­λος καλ­λι­τέ­χνες.
            Μι μέ­ρα, ­νας ζη­τιά­νος χτύ­πη­σε τν πόρ­τα του. Μν παίρ­νον­τας ­πάν­τη­ση κα βρί­σκον­τας ξε­κλεί­δω­τα, μπ­κε κι ε­δε τ Δο­μί­νι­κο ν κά­θε­ται, μ τν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρς τν πόρ­τα, ­κί­νη­τος μπρο­στ στ κα­βα­λέ­το του.
            « Θε­ς ν σο δί­νει χρό­νια, πα­λι­κά­ρι μου», ε­πε ζη­τιά­νος, «δ­σε μου μι βο­ή­θεια».
            Στ ­κου­σμα τς λέ­ξης Θε­ός, Δο­μί­νι­κος βγ­κε ­π’ τν ­ε­ρό του λή­θαρ­γο κα στρά­φη­κε πρς τ γέ­ρο.
            «­χεις δε πο­τ τ Θε­ό;» ρώ­τη­σε.
            «Συ­νέ­χεια τν ­χω μ­πρός μου», ­πάν­τη­σε ζη­τιά­νος. «­κό­μα κα τού­τη τ στιγ­μ πού σου μι­λ τν βλέ­πω, για­τί Θε­ς ε­ναι τ πάν­τα».
            «Τ πάν­τα…», ­πα­νέ­λα­βε σν ­χ Δο­μί­νι­κος.
            «Ναί, τ πάν­τα», ξα­νά­πε ζη­τιά­νος. «Ε­ναι μα­χαί­ρι κα ρ­ν κα πυρ­κα­γι κα δά­σος κα ­ρη­μος κα πο­τα­μς κα σύν­νε­φο κα γ κα κό­κα­λα γυ­μν κα γυ­μν κορ­μί… Τ πάν­τα».
            «Ε­σαι ζη­τιά­νος σο­φός;» ρώ­τη­σε, γε­μά­τος θαυ­μα­σμό, Δο­μί­νι­κος.
            «Ε­μαι Θε­ός», ­πο­κρί­θη­κε ζη­τιά­νος.
            Δο­μί­νι­κος πε­τά­χτη­κε τό­τε ­π’ τ θέ­ση του κι ­πε­σε στ γό­να­τα ν προ­σκυ­νή­σει ­κε­νον πο τό­σον και­ρ ­ψα­χνε τ μορ­φή του.
            ζη­τιά­νος γέ­λα­σε κα­λο­συ­νά­τα. «Δν ε­πα Θε­ός», ε­πε, «ε­πα Θε­ός, ­πως Θε­ς ε­σαι κι ­σ κα ο μπο­γι­ς κα τ πι­νέ­λα σου…. Δέ σο ‘­πα ­τι τ πάν­τα ε­ναι Θε­ός; Σή­κω τώ­ρα κα δ­σε μου μι βο­ή­θεια, για­τί ­χω τρες μέ­ρες ν βά­λω Θε­ στ στό­μα μου».
            Δο­μί­νι­κος ­πά­κου­σε κι ζη­τιά­νος ­φυ­γε ε­χα­ρι­στη­μέ­νος.
            ­ταν ξα­νά­μει­νε μό­νος, Δο­μί­νι­κος ρ­χι­σε ν κλαί­ει. Δν ­κλαι­γε ­π ­πελ­πι­σί­α ο­τε ­π χα­ρά, δν κα­τα­λά­βαι­νε κν ­τι ­κλαι­γε. Τ δά­κρυ­α ­νά­βλυ­ζαν μό­να τους ­π’ τ μά­τια του.
            ­π τό­τε, Δο­μί­νι­κος ξα­νάρ­χι­σε νά ζω­γρα­φί­ζει νε­κρς φύ­σεις κα ζων­τα­νς κι ,τι λ­λο το ‘ρ­χό­τα­νε στ νο ν ζω­γρα­φί­σει κα πο­τ δν ξα­νά­κα­ψε τί­πο­τα, για­τί τ πάν­τα ­ταν τώ­ρα Θε­ός.


Αργύρης Χιόνης
από τις


Ιστορίες μις παλις ποχς (Αγόκερος, θήνα, 1981).





ΔομίνικοςΘεοτοκόπουλος
"Ο Άγιος Δομινικος προσευχόμενος"


Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Η Απουσία





Τη λέξη Απουσία την άκουσα, για πρώτη φορά, στο σχολείο. Ο δάσκαλος έπαιρνε απουσίες, ο απουσιολόγος έπαιρνε απουσίες... Γιατί τις παίρνανε, που τις πηγαίνανε και τι τις κάνανε, ποτέ δεν κατάλαβα. Και επειδή, μικρός, ήμουν πολύ φιλάσθενος, παίρνανε συχνά και τις δικές μου απουσίες, χωρίς ωστόσο να νιώσω ποτέ ότι κάτι μου αφαιρούσαν, κάτι μου έλειπε.
Το ίδιο γινότανε και με τον πυρετό μου. 

Κάθε φορά που αρρώσταινα, μου 'λέγε η μάνα μου: «Έλα, να σου βάλω το θερμόμετρο, να σου πάρω τον πυρετό». Και μου 'βαζε το θερμόμετρο στη μασχάλη, αλλά τον πυρετό δεν μου τον έπαιρνε, γιατί ο πυρετός έμενε εκεί και μ' έψηνε, μέχρι που αποφάσιζε να φύγει από μόνος του και κά­ποιον άλλονε να βρει για να παιδέψει.
Είχα, όπως καταλαβαίνετε, ένα πρόβλημα με τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν κυριολεκτικά, που άλλα έλεγαν και άλλα εννοούσαν. 

Δεν είχα ακόμη μάθει τη μεταφορική χρήση τους· δεν ήμουν ακόμη ποιητής.

 Αυτό συνέβη λίγο αργότερα. 

Θέλω να πω, άρχισα να γίνομαι ποιητής, όταν, με τη βοήθεια του νονού μου, έμαθα ότι η απουσία είναι πουλί. Ο νονός μου, ένας γλυκός, διαβασμένος και ευφάνταστος άνθρωπος, ζούσε, με τη γυναίκα του, σε μια μεγάλη μονοκατοικία με εξίσου μεγάλο κήπο. Ακριβώς δίπλα (ένας ψηλός μαντρότοιχος ήταν το όριο), βρισκότανε η λαϊκή αυλή όπου εμείς, τέσσερα άτομα, καταλαμβάναμε, με ταπεινό νοίκι, ένα μόνο δωμάτιο χωρίς κανένα βοηθητικό χώρο. Επειδή ο νονός μου, ενώ είχε μεγάλο σπίτι και μεγάλη καρδιά, δεν είχε παιδιά, αποφάσισε να αγαπάει εμένα σαν παιδί του. Μόλις, λοιπόν, γύριζε σπίτι απ' τη δουλειά (βιβλιοπώλης ήτανε), έβγαινε στον κήπο και ξερόβηχε. Αυτό ήταν το σύνθημα μας, ο μυστικός μας κώδικας, που σήμαινε «έφτασα μόλις, έλα!» κι εγώ προσέτρεχα αμέσως, γιατί όσο μ' αγαπούσε εκείνος, άλλο τόσο κι εγώ τον αγαπούσα.

     Η αστική αυτή κατοικία, πλάι στη δική μας μίζερη αυλή, ήταν για μένα ένας κόσμος μαγικός, βγαλμένος κατευθείαν από τα παραμύθια. Και τί δεν υπήρχε εκεί μέσα: δρύινα βερνικωμένα πατώματα, παχιά χαλιά, που κάνανε το βάδισμα αθόρυβο σαν της γάτας, βιβλιοθήκες από τοίχο σε τοίχο, πίνακες ζωγραφικοί με υπέροχα τοπία από κάποιους άλλους κόσμους, εβένινοι μπουφέ­δες με απαστράπτοντα ασημικά μες στις βιτρί­νες τους, τραπέζια και καρέκλες με κεντητά λινά καλύμματα, ένα περίεργο σκεύος, μεγάλο σαν εικονοστάσι, που το λέγαν σαμοβάρι κι έβγαζε, από ένα μικρό βρυσάκι, τσάι αρωματικό, κούπες τσαγιού από διάφανη κινέζικη πορσελάνη, μια τεράστια, σαν μικρός ελέφαντας, μαντεμένια σόμπα, επιχρισμένη με πράσινο σμάλτο, ένα ραδιόφωνο, καπλαντισμένο με καρυδιά, απ' όπου έρρεε, σχεδόν αδιάκοπα, μια μουσική που τήνε λέγαν κλασική, και παντού, από το μπάνιο ως το πιο μικρό δωμάτιο, το άρωμα λεβάντας απ' την κο­λόνια του νονού μου.
     Σε μια γωνιά του μεγάλου σαλονιού (υπήρχε και μικρότερο για τις σύντομες ή αδιάφορες επισκέψεις) στεκόταν, πάνω σε βάθρο ξύλινο με τέχνη σκαλισμένο, έν' αδειανό κλουβί τόσο όμορφα φτιαγμένο, που επιθυμούσες να μικρύνεις, σαν καναρίνι ελάχιστος να γίνεις, μόνο και μόνο για να κατοικήσεις μέσα του. Αργότερα, πολύ αρ­γότερα, φωτογραφίες όταν πρωτοείδα του Τάτζ Μαχάλ, κατάλαβα πως ήτανε πιστό συρμάτινο αντίγραφο αυτού του διάσημου τεμένους. 

Τότε, ωστόσο, το μόνο που παίδευε την παιδική μου σκέψη ήταν γιατί ένα τόσο όμορφο κλουβί έμενε άδειο. 
Ρώτησα λοιπόν, μια μέρα, τον νονό μου: «Γιατί δεν έχει το κλουβί μέσα πουλί;».
     «Έχει και παραέχει, μόνο που δεν το βλέ­πεις», μου αποκρίθηκε.
     «Και πώς το λένε;» επέμεινα εγώ.
     «Το λένε Απουσία», μου είπε.
     «Και γιατί δεν κελαηδά;»
     «Γιατί η απουσία εκτός από αόρατη είναι και βουβή· φωνή δεν έχει».



Ηρακλής Παρχαρίδης "Πρόκληση στο κενό"

     

Αν και χαμογελούσε, λέγοντας μου αυτά τα λόγια, τα μάτια του δεν συμμετείχαν στο χαμόγελο· υπήρχε κάτι σκοτεινό μέσα τους, που μ' έκανε να σωπάσω, μολονότι είχα ακόμη πολλές απορίες σχετικά μ' αυτό το περίεργο πουλί.




     Λίγο μετά τη συμπλήρωση των δεκατεσσάρων μου χρόνων και πριν προλάβω να του δείξω τα ποιήματα που είχα αρχίσει να γράφω, ο νονός μου πέθανε. Ήταν ο πρώτος μου νεκρός, κι ήταν η πρώτη φορά που ένιωθα την καρδιά μου σαν συρμάτινο Τάτζ Μαχάλ, κατοικημένη απ' το αόρατο βουβό πουλί, την Απουσία.






     Πέρασαν χρόνια πολλά από τότε, μεγάλωσα, ωρίμασα, σίτεψα· πλήθος πλέον τα σβησμένα κεριά, πλήθος οι αγαπημένοι μου νεκροί... Και μια μέρα, περιπλανώμενος μέσα στον ζωολογικό κήπο της Αμβέρσας, βρέθηκα, κάποια στιγμή, μπροστά σ' ένα τεράστιο, σιδερόφρακτο, άδειο κλουβί με μια πινακίδα στη βάση του, που έγραφε στα γαλλικά και στα φλαμανδικά: 

ABSENCE -AFWEZIGHEID. 
Ίσως να ήταν κάποιο βελγικό αστείο ή, πάλι, μπορεί ο επιγραφοποιός να 'θελε να δηλώσει απλώς, με τρόπο βέβαια κάπως παράδοξο, ότι το ζώο, που όφειλε να είν' εκεί, απουσίαζε. 
Εγώ ωστόσο ταράχτηκα.
Είδα, ξαφνικά, να επαληθεύεται αυτό που από καιρό υποπτευόμουν:
ότι η Απουσία δεν είναι πουλί άλλα θηρίο ανήμερο που, σιωπηλό και άφαντο, τρώει τα σωθικά μας, ώσπου να γίνουμε κενά τεμένη, μαυσωλεία θαμπών αναμνήσεων.







     Επιμύθιο: Η Απουσία είναι το μοναδικό θηρίο που ο άνθρωπος όχι μονάχα δεν κατάφερε ποτέ να εξημερώσει, αλλ' ούτε να συλλάβει καν. Βέβαια, πάντα ελπίζει ότι θα τα καταφέρει, γι' αυτό και σ' όλους τους ζωολογικούς κήπους υπάρχει έν' αδειανό κλουβί γι' αυτήν.





Αργύρης Χιόνης
[ 22.04.1943 - 26.12.2011 ]







Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

''Η ομορφιά που γεννιόταν και πέθαινε απαρατήρητη και ...


'' ... και που παρ΄ όλα αυτά, ποτέ δεν το ΄βαλε κάτω " 


ένα 'παραμύθι΄ του Αργύρη Χιόνη .. 



Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό μαύρο σποράκι παπαρούνας, που ζούσε στριμωγμένο, μαζί με τ’ άλλα αδέρφια του, μες στην κοιλιά της μάνας του.
Μια μέρα του καλοκαιριού, η μάνα τους, αφού έχασε και το τελευταίο κόκκινο πέταλο της, πέθανε ήσυχα, όπως ήσυχα είχε ζήσει όλη τη ζωή της. Δεν πέρασε πολύς καιρός και η κοιλιά της, ξεραμένη απ’ τον ήλιο, έσκασε, κι από μέσα της τινάχτηκαν τα ελάχιστα μαύρα σποράκια κι έπεσαν στο χώμα. Το χώμα, όπως ξέρετε, το καλοκαίρι είναι στεγνό και σκληρό και τα σποράκια δεν μπορούσαν να χωθούνε μέσα του και να μείνουν εκεί, όλα μαζί, στο μέρος που γεννήθηκαν. Έτσι, ο πρώτος άνεμος που πέρασε από ‘κει τα πήρε και τα σκόρπισε, άλλα μέσα σε σταροχώραφα, άλλα μέσα σε κήπους, άλλα σε ξέφωτα δασών κι άλλα επάνω στις πλαγιές των λόφων. Ένα απ’ αυτά, το σποράκι αυτής της ιστορίας, ήταν πιο μικροκαμωμένο από τ’ άλλα, πιο ελαφρύ, κι έτσι ο αέρας το κουβάλησε μακριά, πολύ μακριά από την εξοχή, στη μεγάλη γκρίζα πολιτεία. Σαν έφτασε όμως εκεί δεν ήξερε που να το αποθέσει, γιατί στη γκρίζα πολιτεία το χώμα είχε πια χαθεί. Παντού δεν έβλεπες άλλο από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Μάταια έψαχνε ο άνεμος να βρει λιγάκι χώμα ν’ αποθέσει το μικρό σποράκι, έτσι που να μπορέσει το άμοιρο κι αυτό να ρίξει ρίζες κάποτε και να βλαστήσει. Κι επειδή είχε φτάσει η ώρα του, του ανέμου, να πεθάνει και δεν προλάβαινε ή να το πάει το σποράκι πιο μακριά ή να το φέρει, εκεί απ’ όπου το ‘χε πάρει, έψαχνε απελπισμένα να βρει μια γλάστρα σε μπαλκόνι ή σε παράθυρο. Τίποτε όμως. Γλάστρες δεν είχε στην πολιτεία, παρά μόνο, όπως είπαμε, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο, τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο. Τότε, ο άνεμος, που δεν άντεχε άλλο, ξεψύχησε κι άφησε το σποράκι να πέσει στο πεζοδρόμιο μιας μεγάλης λεωφόρου.
Το πεζοδρόμιο ήταν πλακόστρωτο, και το σποράκι βρέθηκε στην ένωση από δύο μεγάλες πλάκες, που, για καλή του τύχη δεν ήταν καλά κολλημένες μεταξύ τους, κι έτσι μπόρεσε να χωθεί μες στη χαραματιά που ‘χασκε ανάμεσα τους και να κρυφτεί. Εκεί μέσα ένιωθε ξαφνικά μιαν ασφάλεια περίεργη και μια ζέστα, σαν κάτι να το αγκάλιαζε, να το νανούριζε γλυκά. Κι όσο κι αν σας φανεί παράξενο, αυτό το κάτι ήταν χώμα. Θαμμένο εκεί, κάτω από τις κρύες γκρίζες πλάκες, ήταν ακόμη ζωντανό, ζεστό, και τώρα χαιρότανε και γιόρταζε που ‘χε ξανά στην αγκαλιά του ένα σποράκι, κι ας ήταν και μικρό.





Το καλοκαίρι τέλειωσε, τέλειωσε το φθινόπωρο, τέλειωσε κι ο χειμώνας κι ήρθε η άνοιξη, και το σποράκι, που κοιμότανε βαθιά μήνες και μήνες τώρα, ξύπνησε ξαφνικά από μια φαγούρα κι ένα φούσκωμα κι ανακάλυψε μ’ έκπληξη και κάποιον τρόμο πως το κορμάκι του ήταν τώρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι όταν το πήρε ο ύπνος.
Τις μέρες που ακολούθησαν, το φούσκωμα συνέχισε κι ο τρόμος του μεγάλωσε, γιατί το δέρμα του άρχισε να σκίζεται, κι εκεί που πριν είχε μονάχα μια ολοστρόγγυλη κοιλίτσα άρχισε τώρα να βγάζει κάτι κλωστούλες σαν ποδαράκια, που χώνονταν μέσα στο χώμα, κι έναν κιτρινοπράσινο, μυτερό πραγματάκι στο κεφαλάκι, που ορθωνόταν προς τα πάνω κι αγωνιζόταν να βγει από τη χαραμάδα στο φως.
Ο τρόμος του όμως δεν κράτησε πολύ, γιατί θυμήθηκε κάτι ιστορίες που είχε ακούσει, όταν ήταν ακόμη στην κοιλιά της μάνας του, πως δηλαδή ειν’ έτσι τα σποράκια που γίνονται παπαρούνες. Αφέθηκε λοιπόν να μεγαλώσει, θρεμμένο απ’ το φιλόξενο χώμα, ώσπου ένα πρωί, θαρρώ πώς ήταν Μάης, μια παπαρούνα κατακόκκινη άνοιξε τα πέταλα της εκεί, στις πλάκες του πεζοδρομίου της μεγάλης λεωφόρου.

Antoine Josse




Φανταστείτε, αλήθεια, ένα τέτοιο λουλούδι, τόσο κόκκινο, τόσο γεμάτο αίμα, τόσο γεμάτο φως, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου της γκρίζας πολιτείας, που ‘ναι φτιαγμένη από τσιμέντο, άσφαλτο και σίδερο. Φανταστείτε μια παπαρούνα στο πεζοδρόμιο της οδού Σταδίου. Κάτι τέτοιο. Σίγουρα, θα σκεφτόσαστε 

πως εκείνο τ’ ανοιξιάτικο πρωτινό έγινε κάτι σας επανάσταση στην πόλη, πως η συγκοινωνία σταμάτησε, πως τα γκρίζα κτίρια άδειασαν κι οι άνθρωποι έτρεξαν κατά χιλιάδες να μαζευτούνε γύρω απ’ την παπαρούνα, με το στόμα ανοιχτό μια πήχη, με τα μάτια βουρκωμένα απ’ τη χαρά για το θαύμα, πως οι πίσω που δεν βλέπανε, φώναζαν στους μπρος «στην άκρη, να δούμε, κι εμείς», πως χρειάστηκε να επέμβει η αστυνομία για την αποκατάσταση της τάξης, που τελικά δεν αποκαταστάθηκε, γιατί ακόμα και οι κρανοφόροι, όταν πλησίασαν, ανοίξανε κι αυτοί μια πήχη στόμα, και τα κλομπς τους πέσαν απ’ τα χέρια και βγάλανε τα κράνη τους, γιατί δεν χώραγαν πια τα κεφάλια τους, πως οι γυναίκες, μη βλέποντας τους άντρες να γυρίζουνε το μεσημέρι σπίτι, αφήσαν το φαί να ψήνεται και πεταχτήκανε να δούνε τι συμβαίνει και μείνανε κι αυτές εκεί, ξεχνώντας τα φαγιά να καίγονται επάνω στη φωτιά…
Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν έγινε. 

Οι άνθρωποι της πολιτείας ήταν κι αυτοί από τσιμέντο κι άσφαλτο και σίδερο και στο μέρος της καρδιάς είχανε μια πλαστική σακούλα. Περνούσανε, λοιπόν, πλάι απ’ την παπαρούνα, σαν να μην είχε τίποτα συμβεί, γιατί, όσο κι αν φαίνεται τρελό, οι άνθρωποι της πολιτείας κοιτούσαν μα δεν βλέπανε.

Παράξενο πράγμα όμως, ενώ όλοι τους βαδίζαν στα τυφλά, κανένας δεν την πάτησε, λες κι είχε σηκωθεί επάνω της αόρατο περίφραγμα, για να την προστατέψει απ’ όλες αυτές τις στρατιές πελμάτων που την απειλούσαν με ισοπέδωση κι έτσι να συνεχίσει να υπάρχει η ομορφιά στη μέση της ασκήμιας, κι ας ήταν αόρατη, μια που κανένας δεν την έβλεπε, κι ας μην ήτανε παρηγοριά για κανέναν, μια που κανένας δεν την αποζητούσε.
Έτσι προφυλαγμένη, έζησε τις μέρες της ζωής της και, όταν ήρθε η ώρα της, πέσανε κι αυτηνής τα πεταλά της, κι αργότερα από την ξερή κοιλιά της πήδησαν πάνω στο πεζοδρόμιο τα μαύρα ελάχιστα παιδιά της, κι ένας αέρας, ανακατεμένος με εξατμίσεις αυτοκινήτων, ήρθε και τα σάρωσε από ‘κει και τα ‘σπειρε πάνω στην άσφαλτο, και με την πρώτη βροχή τελειώσαν όλα μες στους υπονόμους. Όλα, εκτός από ένα, το πιο μικρό, το πιο ελαφρύ, που ο αέρας το ‘φερε και τ’ άφησε στη στέγη ενός σπιτιού, που ‘χαν ξεχάσει να το γκρεμίσουν κι είχε ακόμα κεραμίδια. Εκεί, στα κεραμίδια ανάμεσα, σε μια γωνιά που ‘χε μαζέψει σκόνη μπόλικη και μούσκλα απ’ τη βροχή, κούρνιασε το σποράκι και, την άλλη άνοιξη, φύτρωσε κι έδωσε μια παπαρούνα κατακόκκινη, που έζησε κι αυτή και πέθανε ωραία κι αγνοημένη.


Η ιστορία θα ‘πρεπε να τελειώνει εδώ, γιατί που αλλού θα μπορούσε να πάει το επόμενο σποράκι;

 Ε, λοιπόν, δεν είναι έτσι, η ιστορία δεν τελειώνει εδώ (κι ίσως να μην τελειώνει και ποτέ) γιατί, την άλλη άνοιξη, μια παπαρούνα άνθισε επάνω σ’ ένα συννεφάκι…


Επιμύθιο Ι: Αν δεν σηκώνετε, πότε πότε, το βλέμμα σας στον ουρανό, υπάρχει κίνδυνος να χάσετε θαύματα που συμβαίνουν εκεί πάνω.
Επιμύθιο ΙΙ: Αν περπατάτε κοιτώντας συνέχεια  ψηλά, υπάρχει κίνδυνος να πατήσετε κάποια παπαρούνα που θάλλει στο πεζοδρόμιό σας.