Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελευθερία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2014

Summerhill (2008)



Το Σάμερχιλ, που ίδρυσε ο Α.Σ. Νηλ και έχει σήμερα διευθύντρια την κόρη του Ζωή Ρέντχεντ, είναι ένα προοδευτικό σχολείο ηλικίας ενενήντα χρόνων, που διοικείται δημοκρατικά με τους μαθητές του να έχουν ισότιμο λόγο στους κανονισμούς λειτουργίας του. Όμως, ο Οργανισμός Πιστοποίησης Σχολικών Ιδρυμάτων (OFSTED), μέσω των επιθεωρητών του, αποφασίζει να κλείσει το σχολείο καθότι θεωρεί ότι δεν παρέχει επαρκή εκπαίδευση στους μαθητές του. Η υπόθεση οδηγείται στο δικαστήριο, όπου το σχολείο συγκρούεται μετωπικά σε μια μάχη επιβίωσης με την Βρεταννική Κυβέρνηση.

Η ταινία είναι του Jon East, βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και έχει βραβευθεί με δύο βραβεία BAFTA.










Το εναλλακτικό σχολείο.. Το πιο φιλελεύθερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Βρετανίας  κινδυνεύει έπειτα από 78 χρόνια να κλείσει. Το βρετανικό υπουργείο Παιδείας είναι αποφασισμένο να του αφαιρέσει την άδεια λειτουργίας αν δεν αλλάξει ορισμένους κανονισμούς. Η διευθύντρια του Σάμερχιλ Zoe Readhead μιλάει στο «Βήμα»

«Το σχολείο μου δεν ήταν όπως τα υπόλοιπα. Εμαθα το γαλλικό φιλί στην ηλικία των 13 ετών από ένα αγόρι από τη Σουηδία, το οποίο ήρθε για το καλοκαιρινό τρίμηνο. Ημουν ευγνώμων για τη μύηση αυτή». Αυτά λέει η Angela Neustatter για το Σάμερχιλ, όπου ως παιδί πέρασε στη δεκαετία του '50 τα καλύτερά της χρόνια. Και τι ιδιαίτερο έκανε, για παράδειγμα; «Κολυμπούσα γυμνή στην πισίνα του σχολείου μαζί με άλλα κορίτσια και αγόρια παρατηρώντας με ενθουσιασμό πώς μεταβάλλονταν τα σώματά μας χρόνο με τον χρόνο». Το 1994 μια έκθεση των επιθεωρητών του υπουργείου Παιδείας επικρίνει το Σάμερχιλ για ανάλογες δραστηριότητες, όπως και για το ότι οι τουαλέτες είναι κοινές για αγόρια και κορίτσια. Τότε τα χειρότερα θα αποφευχθούν για το αντισυμβατικό σχολείο. Από τα τέλη Μαΐου του 1999 όμως έχει αρχίσει αντίστροφη μέτρηση. Νέα ομάδα επιθεωρητών συνέταξε έκθεση-τελεσίγραφο. Αν σε έξι μήνες δεν αλλάξουν κάποια πράγματα, το σχολείο θα διαγραφεί από τη λίστα των ιδιωτικών σχολείων που λειτουργούν νόμιμα.
Η πέτρα του σκανδάλου
Η διευθύντρια του Σάμερχιλ Zoe Readhead εξηγεί προς «Το Βήμα» πώς έχει η κατάσταση:  
«Εχουμε ξεκινήσει μια νομική διαδικασία προσβολής της απόφασης. Υπολογίζουμε ότι θα διαρκέσει γύρω στους τρεις μήνες. Αν δικαιωθούμε, θα γίνουν διαπραγματεύσεις. Αν χάσουμε, θα προσφύγουμε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι μια πολυέξοδη διαδικασία και γι' αυτό κάνουμε και μια εκστρατεία συγκέντρωσης χρημάτων. Αν χρειαστεί, θα οδηγήσουμε την υπόθεση ακόμη και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων».
Ποιο είναι όμως το επίμαχο ζήτημα; Οι επιθεωρητές του υπουργείου επικεντρώνουν τα πυρά τους στο γεγονός της προαιρετικής παρακολούθησης των μαθημάτων. Στην έκθεσή τους αναφέρουν:  
«Η αιτία όλων των ελαττωμάτων είναι η μη παρακολούθηση των μαθημάτων... Ορισμένοι μαθητές, για παράδειγμα, έχουν εγκαταλείψει εντελώς τα Μαθηματικά για δύο χρονιές».
 Καταλογίζουν στο διδακτικό προσωπικό ότι δεν έχει κάποιο βραχυπρόθεσμο ή μακροπρόθεσμο πλάνο για να αντιμετωπίσει τις συστηματικές απουσίες.
«Κατά συνέπεια, για τη μεγάλη πλειονότητα των μαθητών το πρόγραμμα σπουδών τους είναι φτωχό, κατακερματισμένο και ακανόνιστο».
Το γενικό συμπέρασμα; «Οι μαθητές αφέθηκαν να μπερδέψουν το αγαθό της προσωπικής ελευθερίας με την οκνηρία».

Η Zoe Readhead θεωρεί ότι δεν υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού.
«Αυτά που απαιτούν είναι αδύνατον να τα κάνουμε, γιατί ουσιαστικά καταργούν τη φιλοσοφία πάνω στην οποία λειτουργεί το Σάμερχιλ. Είτε θα παραμείνει όπως είναι είτε θα κλείσει». Οι παρατηρήσεις του Α. S. Neill που αναφέρονται στα πρώτα βήματα του Σάμερχιλ εξηγούν τον λόγο: «Αρχίζω να συνειδητοποιώ την απόλυτη ελευθερία της εκπαιδευτικής μας αντίληψης. Βλέπω ξεκάθαρα ότι κάθε εξωτερικός καταναγκασμός είναι λανθασμένος, μόνο η εσωτερική προαίρεση έχει αξία. Αν η Μαίρη ή ο Ντέιβιντ θέλουν να τεμπελιάσουν, τότε αυτό είναι απαραίτητο για τις προσωπικότητές τους εκείνη τη στιγμή. Κάθε λεπτό ενός υγιούς παιδιού είναι ένα δημιουργικό λεπτό. Δεν έχει λόγο να περάσει τον χρόνο του χαζεύοντας. Αν πράγματι τεμπελιάζει, τότε σημαίνει ότι το έχει ανάγκη τη συγκεκριμένη στιγμή».
Η 16χρονη Σούζαν είναι κατηγορηματική: «Στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν υποχρεωτικά μαθήματα οφείλεται το ότι ανακάλυψα το ενδιαφέρον μου να γίνω ηθοποιός. Το να έχεις τη δυνατότητα να συμμετάσχεις στα μαθήματα που πραγματικά σε ενδιαφέρουν σου δημιουργεί κίνητρα και σου ακονίζει το μυαλό».
Η ελευθερία επιλογής
Το θέμα έχει πάρει μεγάλη δημοσιότητα στη Βρετανία και υπάρχουν πολλοί υποστηρικτές του Σάμερχιλ. Εκπαιδευτικοί, βουλευτές, δημοσιογράφοι, γονείς.  
«Εχουμε δημοκρατία κι επομένως πρέπει να έχουμε ελευθερία επιλογής. Οι γονείς αλλά και γενικότερα οι πολίτες δεν θέλουν να τους υπαγορεύουν οι πολιτικοί τέτοιες επιλογές, ιδιαίτερα μάλιστα όταν είναι τόσο λανθασμένες!» λέει η Zoe Readhead. Θεωρεί ότι δεν είναι τυχαία η συγκυρία. «Η κυβέρνηση επιχειρεί να δημιουργήσει ένα εντατικό, πιεστικό σχολικό σύστημα. Το Σάμερχιλ με την ίδια του την ύπαρξη αποτελεί μια απειλή για αυτά τα σχέδια».
 
Υπάρχει ωστόσο και ο αντίλογος. «Πιστεύω ότι κάποιος θα έπρεπε να με είχε βοηθήσει ακαδημαϊκά. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι ήμουν αναλφάβητος όταν έφυγα από εκεί και φυσικά αυτό ήταν σοβαρό μειονέκτημα, αν και έπειτα από μερικά χρόνια έμαθα μόνος μου να διαβάζω και να γράφω». Αυτά υποστηρίζει ο Freer Spreckley, ο οποίος ήταν μαθητής στο Σάμερχιλ. Σήμερα, στα 51 του χρόνια, έχει διευθυντική θέση σε ένα διεθνές κοινωφελές ίδρυμα και είναι ιδιοκτήτης γκαλερί. Η γυναίκα του, η Sally, ήταν δασκάλα στο Σάμερχιλ. Τα τρία παιδιά τους δεν τα έστειλαν στο ίδιο σχολείο. «Μπορούμε να τους μεταδώσουμε τις εμπειρίες μας, δεν χρειάζεται να πάνε και αυτά» λέει ο Spreckley.

Ποιο είναι το Σάμερχιλ
Ο Α. S. Neill γεννήθηκε στη Σκωτία το 1883. Ο πατέρας του ήταν γυμνασιάρχης. Σπούδασε Φιλολογία στο Εδιμβούργο. Το 1921 ιδρύει σε ένα προάστιο της Δρέσδης το Neue Schule (Νέο Σχολείο), το οποίο θα μεταφερθεί σύντομα στην Αυστρία και από το 1927 στην περιοχή Leiston της κομητείας του Suffolk της Αγγλίας. Το Σάμερχιλ, όπως είναι η ονομασία του από τότε, απορρίπτει τα παραδοσιακά εκπαιδευτικά πρότυπα ως αυταρχικά. Δίνει προτεραιότητα στη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού σε σχέση με την ακαδημαϊκή πρόοδο. Αντιμετωπίζει τους μαθητές ­ οι περισσότεροι από τους οποίους είναι οικότροφοι ­ ως πρόσωπα ικανά να εξουσιάζουν τη ζωή τους, χωρίς να καταπιέζονται από τους ενηλίκους. Ετσι, δεν στέλνονται έλεγχοι προόδου στους γονείς παρά μόνο αν ζητηθούν και υπό την προϋπόθεση να συμφωνούν οι μαθητές. Κατά τη διάρκεια της ημέρας τα παιδιά μπορούν να πάνε στα μαθήματα ή να παίξουν τένις, να κολυμπήσουν στην πισίνα κτλ. Ωστόσο υπάρχουν κανόνες και περιορισμοί. Για παράδειγμα, εν ώρα μαθήματος δεν επιτρέπεται να βλέπουν τηλεόραση. Επίσης υπάρχουν συγκεκριμένες ώρες για ύπνο. Οποιος τις παραβιάζει «τιμωρείται» με μισή ώρα κοινωφελούς εργασίας. Αποφάσεις για τα κοινά θέματα λαμβάνονται σε μια εβδομαδιαία συνάντηση. Σε αυτή μετέχουν έχοντας δικαίωμα ψήφου όλοι οι μαθητές και οι δάσκαλοι. Σε αυτήν ψηφίζονται όλοι οι «νόμοι» που αφορούν τη λειτουργία του σχολείου εκτός από ορισμένα ζητήματα, όπως είναι η πρόσληψη και η απόλυση των καθηγητών. Συνήθως προεδρεύει κάποιο από τα μεγαλύτερα παιδιά. Το σχολικό έτος που πέρασε υπήρχαν 61 μαθητές ηλικίας από 10 ως 16 ετών. Από αυτούς μόνο 18 είναι από τη Βρετανία. Οι υπόλοιποι είναι από διάφορες χώρες, μεταξύ των οποίων 14 από τη Γερμανία και 13 από την Ιαπωνία. Τα δίδακτρα είναι περίπου 3.200.000 δρχ. τον χρόνο για κάθε οικότροφο.


άρθρο του Σωτήρη Βανδώρου 
στο ΒΗΜΑ στις 22,08,1999


Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ




Νίκος Καζαντζάκης: ''Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ''


Κίνησα το πρωί για τον Διόνυσο, στην Πεντέλη. Κρατούσα τα “Γράμματα” της Ρόζας Λούξεμπουργκ κι ήθελα να τα διαβάσω ψηλά στη μοναξιά, κάτω από τα πεύκα.
Γυάλιζε ο αέρα ακίνητος κι άστραφτε σαν ατσάλι· απάνω του, σαν ξόμπλια σμαλτωμένα, τα δέντρα, οι πεταλούδες, τα σπίτια των ανθρώπων. Η Πεντέλη μπροστά μου, η μάνα, με τον ανοιχτό πληγωμένον κόρφο, που είχε γεννήσει τους Θεούς· ζερβά μου ο Πάρνης γαλάζιος και τραχύς. Μύριζε το θυμάρι, η αφάνα· οι βελόνες των πεύκων, διχαλωτές, έσταζαν τον ήλιο.

Στο Διόνυσο, βρήκα ένα παλιό μου φίλο. Είχα χρόνια να τον δω. 
Α! τους ηρωικούς αγώνες μας για τη δημοτική γλώσσα, τα μανιφέστα που ξαπολούσαμε, τις κρυφές μας συνεδρίες στα υπόγεια ενός μεγάλου σπιτιού, τους νέους που φέρναμε στα κατηχούμενα τούτα να τους φωτίσουμε, να πληθύνουμε, ν’ ανεβούμε από τα υπόγεια, να φωτίσουμε την Ελλάδα.
Έπειτα σκορπίσαμε. Άλλοι παντρεύτηκαν, άλλοι βαρέθηκαν, άλλοι διορίστηκαν κι ησύχασαν. Όταν τους συναντώ στο δρόμο, κάνω πως δεν τους βλέπω από ευγένεια – φοβούμαι μήπως θυμηθούν και κοκκινίσουν. Μα σήμερα δεν μπόρεσα να ξεφύγω. Μόλις πρόβαλα στο μικρό ξενοδοχείο του Διονύσου, να ο φίλος μου με το μπαστούνι του, με το καπέλο γυριστό, να μην τον κάψει ο ήλιος γλυκοκουβέντιαζε με πέντ’ έξι κοπέλες. 
Πώς πάχυνε! Τα μάτια του ήταν πρησμένα, τα μάγουλά του κρέμουνταν, το πηγούνι του αναπαύονταν απάνου στο διπλό προγούλι.
-Πώς πάχυνες! του είπα.
-Ναι, πήρα τον κατήφορο. Στρώνω τραπέζι για τα σκουλήκια. Γεροντόπαχο. Δε σκοτίζομαι πια για τίποτα, δεν μπορώ να αφομοιώσω καμιά καινούρια ιδέα. Είμαι ήσυχος.
Και σε λίγο πρόσθεσε:
-Άλλαξαν οι συνήθειές μου. Παντρεύτηκα βλέπεις. Δεν περπατώ πια, βαριέμαι. Αγαπώ τις απλές κουβέντες, τη μαστίχα και τα παιδιά μου.

Θέλησα να του θυμίσω τους αγώνες μας. Όλα τα θυμόταν ήσυχα, χωρίς θλίψη, χωρίς ντροπή.
-Κάναμε ό,τι μπορούσαμε. Σήμερα οι νέοι άλλαξαν. Γίνηκαν επαναστάτες, δε σέβουνται.
Μα καθόλου δε θεράπευε πια την καρδιά μου όλη τούτη η ωραιότητα. Σαν παμπάλαιη μου φάνηκε Σειρήνα, που μάταια μάχουνταν να μας γοητέψει και να ξεχάσουμε το τραχύ, χωρίς γλύκα κι ωραιότητα σύγχρονο χρέος.

Ανέβαινα βιαστικός, κλεισμένος μέσα στην αγωνία μου. 
Σήμερα μια γυναίκα άσκημη, χλωμή, απελπισμένη, ανένδοτη, ήταν μαζί μου· ως άγγιζες το χέρι μου το μικρό βιβλιαράκι της Ρόζας Λούξεμπουργκ, έφρισσα, σα να με άγγιζε το νευρικό, νεκρό της χέρι και με οδήγαε.

Μια μέρα την είχα δει σε μια μικρή γερμανική πολιτεία, πάνου σε ένα τραπέζι, να μιλάει σε χιλιάδες εργάτες και πεινασμένους. Ήταν αδύναμη, σα ραχητική, φορούσε ένα παλιό σάλι, έτρεμε από το κρύο κι έβηχε. Μα πότε δεν θα ξεχάσω την κραυγή που τινάχτηκε από το ανεμικό της στόμα κι ανέβηκε στον ουρανό: 
«Ελευτερία, φως, δικαιοσύνη. Να χαθούμε, όλοι αδέλφια, για να σώσουμε τη γης!».
Πολλοί κλαίγαν, άλλοι βλαστημούσαν και φοβέριζαν. Οι καλοθρεμμένοι αστοί περνούσαν και σφύριζαν. Ήρθαν οι αστυφύλακες και την κατέβασαν από το τραπέζι και την πήραν στη φυλακή. Ποτέ δε θα ξεχάσω τη ματιά της προς τους αψηλούς, βάρβαρους στρατιώτες. Έλεος, αγανάχτηση και θλίψη. Σα να μετρούσε πόσο σκοτάδι υπάρχει ακόμα, πόση σκλαβιά και τι αγώνας χρειάζεται!
Μιαν άλλη μέρα: Είχε κηρυχτεί ο παγκόσμιος πόλεμος, τα γερμανικά σιδερόφραχτα στρατεύματα κίνησαν να δρασκελίσουν τα σύνορα και να μπουν στη Ρωσία.
Άξαφνα, μια χλωμή γυναίκα όρμησε, στάθηκε απάνου στα σύνορα κι άνοιξε τα δυο μικρά της αδύναμα χέρια να σταματήσει τους στρατούς που προχωρούσαν. 
Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ.
Τη φυλακίζουν. Από τη φυλακή της κοιτάζει τον ήλιο, τα πουλιά, τα σύννεφα, ακουμπισμένη στα κάγκελα.

Ξαπλωμένος στην κορφή του βουνού διαβάζω τα γράμματα της στην αγαπημένη της φιλενάδα, τη Σόνια:
«Κάποτε μου φαίνεται πως δεν είμαι ανθρώπινο πλάσμα, μα ένα πουλί ή ένα οποιοδήποτε ζώο, που πήρε ανθρώπινη μορφή. Περσότερο ταιριάζει στην ψυχή μου μια γωνίτσα περβόλι, ένα χωράφι και να ΄μαι ξαπλωμένη στο χορτάρι, ανάμεσα στα έντομα, παρά να βρίσκουμαι σ’ ένα συνέδριο σοσιαλιστικό. Σε σένα μπορώ να κάμω μια τέτοια εξομολόγηση, γιατί βέβαια δε θα με φανταστείς εσύ πως προδίνω την ιδέα. Το ξέρεις, πως μεόλα αυτά, ελπίζω να πεθάνω στο μετερίζι μου: σε μια μάχη στα οδοφράγματα ή μέσα στη φυλακή…».

Γιομάτη επικίντυνα πλούτη κι αντινομίες ήταν η ψυχή της, όπως κάθε μεγάλη ψυχή.

Και παρακάτω γράφει:
«Τη στιγμή που σου γράφω ένας μεγάλος βάβουλος μπήκε στο κελί της φυλακής μου· το γιομώνει με τη βαριά, σα βαρύτονου, φωνή του. Τί ωραίος που είναι, τί βαθύτατη χαρά ζωής αναπηδάει μέσα από το βούισμά του, το γιομάτο δύναμη, ζέστα καλοκαιριάτικη και μυρωδιές από τα λουλούδια!»

«Σονίτσα» γράφει μιαν άλλη μέρα, 
«παραπονιέσαι με λόγια πικρά γιατί με κρατούν τόσον καιρό φυλακή και φωνάζεις: «Πώς είναι δυνατόν οι ανθρώποι να ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων;» Αγαπητό μικρό μου πουλί, σε όλη την ιστορία ανθρώποι ορίζουν την τύχη άλλων ανθρώπων, κι η αδικία τούτη, έχει βαθύτατα τις ρίζες της στις υλικές συνθήκες της ζωής.
Μονάχα η εξέλιξη, μέσα από αναρίθμητες σπασμωδικές κρίσεις, μπορεί να φέρει τη λύτρωση. Σήμερα ζούμε ένα από τα πιο τρικυμισμένα κεφάλαια της εξέλιξης αυτής και ρωτάς: Προς τί όλα τούτα; Το ερώτημα τούτο δεν έχει νόημα όταν αγκαλιάσεις ολάκερο τον κύκλο της ζωής. Προς τί να υπάρχουν πουλιά στον κόσμο; Δεν ξέρω. Μα χαίρουμαι που υπάρχουν και γλυκύτατα παρηγοριέμαι, γρικώντας ξαφνικά ένα βιαστικό τσι-τσι-μπε να μου έρχεται μακριάθε, απάνου από τον τοίχο.
»Άλλωστε υπερτιμάς τη γαλήνη μου. Δυστυχώς η εσωτερική μου ισορροπία και μακαριότητα ταράζεται κι από τον πιο ανάλαφρο ίσκιο που περνάει ποπάνω μου κι υποφέρω τότε αδήγητο μαρτύριο. Μα τις στιγμές αυτές μου είναι αδύνατο να προφέρω λέξη.».

Σε ένα άλλο γράμμα της περιγράφει με πόνο τα βουβάλια που σέρνουν μεγάλα κάρα και κουβαλούν στις φυλακές τα αιματωμένα ρούχα από τον πόλεμο. 
Ένας στρατιώτης τα χτυπούσε και χάραζε, έως το αίμα, τη ράχη τους:
«Την ώρα που ξεφόρτωναν τα κάρα, τα βουβάλια έμεναν ακίνητα εξαντλημένα και το ένα, εκείνο που έτρεχε αίμα, κοίταζε θλιμμένο, ίσα, μπροστά του. Όλη του η μορφή και τα μεγάλα του μαύρα μάτια, τα τόσο γλυκά, είχαν την έκφραση του παιδιού που τιμωρήθηκε σκληρά χωρίς να ξέρει την αιτία· έκλαψε πολύ και δεν ξέρει πια πώς να γλυτώσει από το μαρτύριο κι από την κτηνώδη βία.
»Στεκόμουνα μπροστά στο κάρο και το πληγωμένο ζώο με κοίταζε. Τα δάκρυα τινάχτηκαν από τα μάτια μου· ήσαν τα δάκρυά του. Ω δύστυχο βουβάλι μου, αγαπημένε φτωχέ αδερφέ μου, είμαστε κι οι δυο ανυπεράσπιστοι και βουβοί, ενωμένοι κι οι δυο στο πόνο, στην ανημποριά και στη λαχτάρα!»

Θάμα είναι η ευαισθησία τούτη της καρδιάς σε μια γυναίκα με τόση οξύτατη λογική και διαλεκτική δεινότητα και σοφία.

Κι ακόμα περισσότερο η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε και την Τρίτη ανώτατη αρετή: Δεν ήταν μονάχα λεπτότατα παθαινόμενη καρδιά, δεν ήταν μονάχα ανυπέρβλητα λαγαρός θεωρητικός νους – μα ήταν και μια ζωή γιομάτη Πράξη: αμείλιχτος πολεμιστής, έτρεχε από πόλη σε πόλη, μιλούσε στις πλατείες, στα καφενεία, στα εργοστάσια, πήγαινε μπροστά από τους εργάτες σε συλλαλητήρια κι απεργίες.

«Σονίτσαα, Σονίτσα, κράτα ό,τι κι αν γίνει, τη γαλήνη σου και την ηρεμία. Τέτοια είναι η ζωή και πρέπει να την παίρνεις όπως είναι, με γενναιότητα, με όρθιο το κεφάλι και με χαμόγελο στα χείλη, μπροστά και ενάντια στα πάντα!»

Και το τελευταίο της γράμμα, λίγο πριν την σκοτώσουν:
«Η ψυχή μου βρίσκεται σε τέτοιο πυρετό, που είναι αδύνατο να δέχουμαι πια τους φίλους μου και να νιώθω πως μας επιβλέπουν οι φύλακες. Το βάσταξα με υπομον’η όλα τούτα τα χρόνια κι αν ήταν άλλοι καιροί, θα ‘κανα υπομονή. Μα τώρα που όλα συθέμελα άλλαξαν, δεν το ανέχομαι πια. Να μ’ επιβλέπουν την ‘ωρα που μιλω΄και να να μη με αφήνουν να προφέρω λέξη για ότι βαθύτατα μ’ ενδιαφέρει, μου κατήντησε τόσο μαρτύριο, που προτιμώ να στερηθώ κάθε επίσκεψη, ωσότου να μπορέσουμε να ιδωθούμε σαν ελεύτεροι άνθρωποι».

Σε λίγο καιρό, τον Γενάρη του 1919, τη σκότωσαν!

Αχ! Πως ανέβηκε ξαφνικά, μέσα στην Πεντέλη, η κραυγή: - Βοήθεια!

Δεν ήταν μια γυναίκα που φώναζε – ήταν η κραυγή, η σημερινή, ολάκερης της Γης.
Κατέβαινα το βουνό ταραγμένος. 
Τα δάκρυα είχαν τιναχτεί από τα μάτια μου. 
Πώς όταν είδα τη γυναίκα τούτη στη μακρινή πολιτεία να φωνάζει, απάνω στο τραπέζι, μικρή, αδύναμη κι άσκημη, πώς να μη χυθώ να σφίξω το χέρι της και να πάω μαζί της! Μα θυμούμαι, πειράχτηκα κι απόστρεψα το πρόσωπό μου. Ένας γιατρός, που ήταν μαζί μου είπε: «Θα είναι υστερική· θα την πάντρευα να ησυχάσει». Κι εγώ γέλασα, θυμούμαι.
Φρίσσω λογιάζοντας πόσο κτήνος μπορεί να ‘ναι ο άνθρωπος, χωρίς να το νιώθει. Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξεπέσει τόσο, μεγαλύτερη αμαρτία δεν έκαμα.
Και τώρα τα δάκρυα ανεβαίνουν, μια καρδιά χτυπάει και γιομίζει με αντίλαλο την ερημιά, η ζωή ανασηκώνεται όλη απάνου στους αδύναμους, καμπουριασμένους ώμους της χλωμής τούτης μεγαλομάρτυρης αδελφής.
Έφυγε η κραυγή από το στήθος της, λευτερώθηκε από το εφήμερο κορμί της και δουλεύει, φωνάζοντας πολεμικά, μέσα στα στήθη των ανθρώπων. ΄

Τέτοια η κραυγή της λευτεριάς. Έκαμε χρόνια να φτάσει και να χτυπήσει την ψυχή μου. Άλλες ψυχές, πιο χαμηλά, πιο πέρα, ακόμα δεν τη γρίκησαν. Βλέπουν μια γυναίκα ν’ ανοίγει το στόμα της, να σηκώνει τα χέρια απάνου σ’ ένα τραπέζι, μα δεν ακούν τί λέει: ύστερα από πέντε, δέκα χρόνια, θ’ ακούσουν· κι η ψυχή τους θα τιναχτεί κραυγάζοντας.

Η κραυγή της Ρόζας Λούξεμπουργκ σκίζει τα σωθικά μας:
-Βοήθεια!»

Ο αέρας άλλαξε, αναπνέει μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη θειάφι. Ποιος φώναξε; Εμείς φωνάζουμε, οι αδικημένοι άνθρωποι! Κι ύστερα σιωπή· ξεχνούμε από τεμπελιά, από συνήθεια, από φόβο. Μα ξάφνου πάλι η κραυγή σκίζει τα σωθικά μας. Γιατί δεν είναι απόξω, δεν είναι μακριά, δεν έρχεται, για να μπορούμε να ξεφύγουμε – μέσα στην καρδιά κάθεται η κραυγή και φωνάζει.

Ανίλεη, αυστηρή είναι η στιγμή που περνούμε. Δε στρέφουμε πια το πρόσωπό μας στον ουρανό, ζητώντας βοήθεια. Ξέρουμε, ουρανός και γης είναι ένα. Ο νους, ας είναι ο ποιητής ουρανού και γης· αυτός ανέλαβε όλη την ευθύνη του χαμού ή της σωτηρίας. Ο νους μας είναι σαν το «Μικρό Σκορπιό» μιας αφρικάνικης παράδοσης, που αν την ήξερε, πολύ θα την αγαπούσε η Ρόζα Λούξεμπουργκ.

«Ο μικρός σκορπιός είπε: – Εγώ, ο μικρός σκορπιός ποτέ δε θα επικαλεστώ το όνομα του Θεού. Εγώ, ο μικρός σκορπιός, όταν θέλω να κάμω τίποτα, θα το κάμω με την ουρά μου»!”

Νίκος Καζαντζάκης


Ρόζα Λούξεμπουργκ (5 Μαρτίου 1870 ή 1871 – 15 Ιανουαρίου 1919) Γερμανοεβραία γεννημένη στην Πολωνία, μαρξίστρια πολιτική θεωρητικός, σοσιαλιστική φιλόσοφος και επαναστάτρια που ανήκε στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και αργότερα στο Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας.
Ξεκίνησε τη δράση της με την εφημερίδα Rote Fahne (Η Κόκκινη Σημαία) όπου και συνίδρυσε το Σπάρτακουσμπουντ (Spartakusbund), μια μαρξιστική επαναστατική ομάδα από την οποία και δημιουργήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας με το οποίο έλαβε μέρος σε μια ανεπιτυχή επανάσταση στο Βερολίνο τον Ιανουάριο του 1919.

Η εξέγερση εκτελέστηκε ενάντια στις συμβουλές της Ρόζας και συνετρίβη από τα απομεινάρια του μοναρχικού στρατού και από ελεύθερες δεξιές πολιτοφυλακές που συλλογικά ονομάζονταν Φράικορπς (Freikorps), οι οποίες εστάλησαν από την κυβέρνηση. Η Λούξεμπουργκ και εκατοντάδες άλλοι συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν.