Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

«Η τέχνη του στίχου»




Η μνήμη μου με πηγαίνει πίσω σ' ένα συγκεκριμένο βράδυ κάπου εξήντα χρόνια πριν, στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου στο Μπουένος Άιρες. Τον βλέπω. βλέπω το φως του γκαζιού.  μπορώ να βάλω το χέρι μου πάνω 
 στα ράφια. Ξέρω πού ακριβώς θα βρω τις «Χίλιες και μία νύχτες» του Burton και την «Κατάκτηση τον Περού» του Prescott, παρόλο που η βιβλιοθήκη δεν υπάρχει πια. Πηγαίνω πίσω σ' εκείνο το αρχαίο πια νοτιοαμερικάνικο βράδυ, και βλέπω τον πατέρα μου. Τον βλέπω αυτή τη στιγμή 
κι ακούω τη φωνή του να λέει λέξεις που δεν τις καταλάβαινα, όμως τις ένιωθα. Οι λέξεις αυτές προέρχονταν από τον Keats, από την «Ωδή σ' ένα αηδόνι». Τις έχω διαβάσει τόσες φορές από τότε, όπως κι εσείς, αλλά θα ήθελα να τις επαναλάβω άλλη μια φορά. Νομίζω πως αυτό θα ευχαριστούσε το φάντασμα του πατέρα μου, αν βρίσκεται κάπου εδώ κοντά.
Οι στίχοι που θυμάμαι είναι αυτοί που έρχονται τώρα και σε σας:

Thou wast not born for death, immortal Bird!
No hungry generations tread thee down;
The voice I hear this passing night was heard
In ancient days by emperor and clown:
Perhaps the self-same song that found a path
Through the sad heart of Ruth, when, sick for home,
She stood in tears amid the alien corn.

(Δεν γεννήθηκες για να πεθάνεις, αθάνατο Πουλί!
Οι πεινασμένες γενεές δεν σε αφάνισαν
η φωνή που ακούω αυτή τη σύντομη νύχτα ακουγόταν
σε αρχαίες μέρες από αυτοκράτορα και από γελωτοποιό:
Είναι ίσως το ίδιο ακριβώς τραγούδι που βρήκε έναν δρόμο
στη θλιμμένη καρδιά της Ρουθ, όταν γεμάτη νοσταλγία για τον τόπο της,
στεκόταν δακρυσμένη μέσα σε ξένα στάχυα).

Νόμιζα πως ήξερα τα πάντα για τις λέξεις, τα πάντα για τη γλώσσα 

(όταν είναι κανείς παιδί, νιώθει πως ξέρει πολλά πράγματα), 
όμως οι λέξεις αυτές ήρθαν σε μένα ως αποκάλυψη. 
Φυσικά, δεν τις καταλάβαινα. 
Πώς θα μπορούσα να καταλάβω αυτούς τους στίχους για τα πουλιά - για τα ζώα - που κατά κάποιον τρόπο είναι αιώνια, έξω από τον χρόνο, γιατί ζουν στο παρόν; 

Είμαστε θνητοί γιατί ζούμε στο παρελθόν και στο μέλλον - γιατί θυμόμαστε μιαν εποχή που δεν υπήρχαμε, και προβλέπουμε μιαν εποχή που θα είμαστε νεκροί. 
Οι στίχοι αυτοί ήρθαν σε μένα διαμέσου της μουσικής τους. Πίστευα ότι η γλώσσα ήταν ένας τρόπος να λέει κανείς πράγματα, να εκφράζει παράπονα, να δηλώνει ότι είναι ευχαριστημένος ή λυπημένος, και ούτω καθεξής. 
Όμως όταν άκουσα αυτούς τους στίχους 
(και τους ακούω, κατά κάποιον τρόπο, συνεχώς από τότε), 
κατάλαβα ότι η γλώσσα μπορούσε να είναι και μουσική και πάθος. 
Κι έτσι μου αποκαλύφθηκε η ποίηση.


Jorge Luis Borges, «Η τέχνη του στίχου»

[μτφρ.: Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης]

Πέμπτη 5 Μαΐου 2011

οι λέξεις ...


"...Ότι επιθυμείτε, ναι κύριε, αλλά οι λέξεις είναι αυτές που 
τραγουδάνε, οι λέξεις είναι αυτές που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν...


Πέφτω στα πόδια τους και τις προσκυνάω τις λέξεις...


Τις αγαπάω, τρέχω στο κατόπι τους, τις φτάνω, τις αγκαλιάζω, τις δαγκώνω, τις εξαντλώ από έρωτα...


Αγαπώ πολύ τις λέξεις...
Τις αναπάντεχες...
Αυτές που λαίμαργα περιμένουμε, που εκστατικά ακούμε μέχρι που ξαφνικά να κάμουν μόνες τους την εμφάνισή τους...
Λαμποκοπούν σαν πολύτιμες χρωματιστές πέτρες, πηδάνε σαν ασημόψαρα, είναι αφρός, νήμα, μέταλλο, δροσιά...
Είναι έδεσμα... Τις πιάνω στα πεταχτά, όταν πηγαίνουν βουίζοντας και αρπάζοντας-τες, τις ξεπλένω, τις μαδάω, τις σερβίρω στο πιάτο μου με ένα σωρό καρυκεύματα...
Είναι καρπός... Τις αισθάνομαι στα χέρια μου κρυσταλλικές, παλλόμενες, φιλντισένιες, φυτικές, λαδερές, τις αισθάνομαι σαν φύκια, σαν αχάτες, σαν ελιές... Και τότε τις ανακατώνω, τις κτυπάω μέσα σ' ένα γουδί, τις λιώνω, τις πίνω, τις τρώγω λαίμαργα, ενώ άλλες τις αφήνω απείραχτες, μόνο τις στολίζω και τις απελευθερώνω...
Τις αφήνω σαν σταλαχτίτες μέσα στο ποίημά μου, τις αφήνω σαν κομματάκια μελαχροινό ξύλο που άφησε η θύελλα, σαν κάρβουνο που άφησε η φωτιά, σαν συντρίμμια ετερόκλιτα από ένα ναυάγιο που μας τα κάνει δώρο η τρικυμία της ζωής...


Τα πάντα βρίσκονται μέσα στις λέξεις...
Μια ιδέα ολόκληρη αλλάζει, επειδή μια λέξη μετατοπίστηκε ή γιατί μια άλλη κάθισε όπως μια βασιλοπούλα μέσα σε μια φράση που δεν την περίμενε η βασιλοπούλα και την υπόταξε...
Έχουνε σκιά, διαφάνεια, βάρος, φτερά, τρίχες οι λέξεις, έχουνε όλα εκείνα που τους πρόσθεσαν τα χάδια τόσων χρόνων των νερών του ποταμού, οι τόσες μεταναστεύσεις από πατρίδα σε πατρίδα, η ιδιότητά τους να ριζώνουν...


Είναι αρχαιότατες οι λέξεις και είναι προσφατότατες...
Ζούνε κρυμμένες μέσα σ' ένα φέρετρο, όπως ζούνε και πάνω στο μόλις ανοιγμένο μπουμπούκι ενός λουλουδιού..."




Πάμπλο Νερούδα, "Ωδή στις λέξεις", (μετάφραση: Τάσος Λιβέρης).