Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυδούρη Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυδούρη Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ημερολόγιο .. Μ. Πολυδούρη


Δευτέρα 15 Ιουνίου 1925


Τρία χρόνια ύστερα
Το ίδιο ερώτημα σβήνει στα μάτια μας όταν τυχαία συναντηθούμε στο δρόμο… μ’ αντιπερνάμε χωρίς καμιά δύναμη να πάρουμε το δρόμο που αφήσαμε πίσω μας…
Γυρνώ μονάχα και τον κοιτάζω πάντα το δρόμο που αφήσαμε. Είναι μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες και φρίκη… είναι τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος… κι’ όμως – θεέ συγχώρεσε με – θα τον έπαιρνα με την καρδιά γεμάτη δάκρυα και μεταμέλεια…
Με την καρδιά δεμένη με τα σίδερα της αμαρτίας θα ξεκινούσα να σε βρω, μοναδική κι’ αξέχαστη μου αγάπη…
Δεν έχω τίποτε άλλο στη ζωή μου τόσο γλυκό, τόσο όμορφο που θα μου δικαιώνει τη ζωή, κι’ ο θεός θα με συχωρούσε… θα με συχωρούσες και συ φίλε που γεύομαι στης άδολης χαράς σου το ποτήρι βέβηλα… ανόσια… θα με συχωρούσες… το ξέρω…
Γυρνώ κι’ αναμετρώ το δρόμο πάντα. Γύρισε προς ’μένα το κεφάλι στην άκρη εκεί που βρίσκεσαι, κι’ ούτε ένα βήμα μην κάνεις εσύ στο δρόμο της αμαρτίας, θα πάρω μόνη μου στις αχαμνές μου πλάτες το φορτίο και θα ρθω… μόνο βλέπε με καθώς θα ρχομαι, μην πάρεις τα μάτια σου από μένα και πνιγώ μέσ’ στο σκοτάδι…
Δεν θέλω τίποτε άλλο, μόνο να φτάσω, να σταθώ κοντά σου τόσο που φτάνει για να ιδώ… να ιδώ το πρώτο βλέμμα σου εκείνο που μου ’ριχνες σαν έφτανα… τις μικρούλες όλες εκείνες ρυτίδες στο πρόσωπό σου… ω, ξέρω καλά πως η καθεμιά τους γίνεται… να ιδώ το χαμογέλιο σου – πως είναι όλα τους στο λογικό μου εδώ γραμμένα – να ιδώ τα χέρια σου ν’ απλώνονται σε μένανε να με αγκαλιάσουν… να ιδώ… να νιώσω το φίλημα σου…
Εδώ είμαι και καρτερώ, σε βλέπω, μη φύγεις, στρέψε την όψη σου από δω… μη με αρνηθείς, θα ζήσω στην πιο άχαρη ζωή χωρίς εσένα.
Βλέπω μπροστά μου δροσερά λουλούδια ν’ ανθούν για μένα κι’ όμως δεν τα θέλω και δεν τα χαίρομαι.
Έλα εσύ και στρώσε με αγκάθια το δρόμο να πατήσω να χυθεί στάλα τη στάλα όλο μου το αίμα και να σβήσω μπροστά σου, μισημένη από σε τον ίδιο κι’ ίσως περιφρονημένη.
Μα δε γυρνάς καθόλου… ποιος να ξέρει σε τι ευτυχίας με σκέφτεσαι λιμάνι και δεν τολμάς… ποιος ξέρει πάλι αν έχει ξανανθίσει εσέ η καρδιά σου κι’ ολότελα με ξέχασες…
Εδώ είμαι και καρτερώ να στρέψης την όψη σου σε μένα… ρέει το δάκρυ απ’ τα φτωχά μου μάτια νύχτα-μέρα… Τριγύρω μου φαρμακερά θ’ ανθίσουν λουλούδια… θα υψωθούν να με ζώσουν και θα πνιγώ απ’ αυτά, πέρα κρυμμένη πάντα. Κι’ απ’ τα δικά σου μάτια… μείνε..


Μαρία Πολυδούρη – Ημερολόγιο

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012





γαπητο φίλοι
σως τ γράμμα ατ ν μν διαβαστε ποτέ, π κανέναν, λλ στ᾿ λήθεια δ μ νοιάζει. σως μέχρι ν φτάσει στ χέρια σας νχω πει λότελα ξεχαστ π᾿ λους. λλά, οτε δ κι᾿ ατ τ τελευταο μ νοιάζει. ξάλλου, δν χω κα πολλ ν σς π, θέλω μόνο ν σς θυμίσω τι κάποτε πρξα.
Κάποτε πρξα κι᾿ μουν κα ζω κα θάνατος μαζί.
Κα ζω κα Χάρος μουν!

ζησα, τμολογ, μι ζω δηλητηριασμένη, γι᾿ ατ θαρρ ποφάσισα ν τν γκαταλείψω. κενο πο γι τος λλους τανε ζωή, γι μένα θάνατος ταν. Γεννιόμουνα κα πέθαινα κάθε μέρα, ρα κα στιγμή. Ζοσα μ τ θάνατο, ζοσα γι ν πεθάνω, μ τουλάχιστον δ ζοσα νεκρ πως ο γύρω μου, τ μικρ στεα νθρωπάκια πο λέγαν πς μ᾿ γάπησαν, κι᾿ ς μν μπόρεσαν ποτέ, κι᾿ ς μν τόλμησαν ποτ ν διαβάσουν τν ψυχ ποκρυβε περίσσιο φς κα σκοτάδι μέσα της. Κατ βάθος μ φοβόντουσαν κα δν ργοσαν ν τραπον ες τακτον φυγήν.
Δν ντεχαν ν μ κοιτον κατάμματα, μν τύχει κα τος κλέψω τν ψυχή τους.
γαπήθηκα, γαπήθηκα πολύ, μ μπορε ποτ κανες ν φαντασθ τι λυπόμουνα βαθει ταν καταλάβαινα τι μ᾿ γαποσαν; γώ, σως ν μν γάπησα ρκετά, χι σο πρεπε.
Τν δανικό μου ρωτα θαρρ τν ζησα στ φαντασία μου. ψυχή μου κα γάπη γεννήθηκαν τν δια μέρα. Ατ τ νιωθα μέσα μου, κι᾿ μως δν πίστευα τι θ πρχε μέρα πο θ μο ποδείκνυε τι γαποσα ληθινά. Δν ενε στ᾿ λήθεια τραγικό, μι μεγάλη ερωνεία, ν μιλον γι τν γάπη νθρωποι πο δν τν γνωρίζουν κα ν σιωπον ντελς κενοι πο νοιώθουν τν ψυχή τους ν πνίγεται στ πόνο της;

Πολλο
λέγαν τι ζοσα μεσ᾿ στ κεφάλι μου.
Κάτι πρεπε ν πον κι᾿ ατοί...
Πς λλως θ μ κατέτασσαν σ συγκεκριμένη κατηγορία νθρώπων;
νθρωποι, νθρωπάκια! ζω να τεράστιο ψέμα πο λλοι τ γαπνε κι᾿ λλοι - ο λίγοι - προσπαθον ν τ κάνουν ληθιν ζωή. σες, γαπητο γνωστοί μου φίλοι, πς ζετε; Ζετε; Μι φάρσα, ατ ταν δικιά μου ζωή. Κανες δν τν κατάλαβε. Γεννήθηκα χωρς ν τ θέλω, ζησα στ περίπου, κα σκηνοθέτησα τ θάνατό μου. Κι᾿ μως γαποσα τ ζωή, λλ πάντα ατ μοπαιρνε ,τι λλο γαποσα. Μο λειπε πάντα μι καρδι πο ν πον γι μένα. Κι ταν δύσκολο, δύσκολο πολ ν ζ μονάχη μου μέσ᾿ σνα κόσμο τόσο παράλογα προσκολλημένο στ μικρά της ζως κα στ τίποτα. μουνα σν παράσιτο, σν μαρο ξωτικ πο χασε τ δρόμο κι᾿ ντ ν ταξιδέψει στν νειροκόσμο του, ξέπεσε σ τούτη δ τ γ. Μάλιστα, κάποια φορά, κάποιος μ ρώτησε κρυφ ν εμαι χήρα σν φοροσα μαρα βαρειά. γέλασα. λήθεια ταν! ν μάντεψε τν ψυχή μου, καλ τν νόμασε χήρα...
Ε
νε πο θ παρακαλοσαν ν εχαν ζήσει στν ποχή μου. γώ, θθελα ν ζήσω σ κάποιαν λλην ποχή. ζησα νάμεσα σ μι γενει ττημένη. Κάποιοι πό μας κάναν τν πόνο στίχο, τν ργ τραγούδι, λλ κανες δν τόλμησε... - οτ᾿ π μς οτ᾿ π᾿ τος λλους - δν τόλμησε ν ν ξεφύγει π᾿ τ χαραγμένο μονοπάτι, δν τόλμησε ν πε ,τι στ᾿ λήθεια σκεφτότανε, δν τόλμησε ν κάνει ,τι στ᾿ λήθεια θελε ν κάνει. Ο περισσότεροι ταν - εμασταν - δειλο πο ᾿ψαχναν πλ ναύρουν τν ατοεπιβεβαίωσή τους. Κάτι νέοι σκυθρωπο κι᾿ νάπηροι. λίγοι γέροι μ κακόβουλο φος. Κάτι δεσποινίδες σαλατολόγοι κα περφίαλοι... πόκληροί της ντίληψης...

Κι᾿ μως νάμεσα σ᾿ ατος ταν κα Κ., μόνος πο θ μποροσε ποτ ν μ καταλάβει, λλ οτε κα κενος τόλμησε... Μοπε μάλιστα, πς μ λυπόταν γιατί τν γαποσα... τι μουνα γι᾿ ατν μι παρηγοριά. Τχε ποχή, κανες δν ταν αυτός του! Γι᾿ ατ θαρρ κα ζησα τόσο μόνη, κι᾿ ς εχα πάντοτε κάποιους ν μ συντροφεύουν, δέλφια μου σένα πόνο πο δ θ μποροσαν ποτ ν συλλάβουν. καναν τ πάντα γι μέ, λλ γάπη τους ταν μι θυσία πο ποτ δν δέχτηκα μ εμένεια κι᾿ ο νησυχίες τους χειροπέδες γι μένα. “Πόσο ενε στεία ζω μ κα πόσο στειότεροι εμαστε μες πο τν νεχόμαστε τέτοια”, γραψα, θυμμαι, κάποτε στ μερολόγιό μου...
Μά,
π τότε χουν πει περάσει χρόνια. Πόσα, δν ξεύρω, φο χρόνος δν χει πει γι μ καμμία σημασία. Τώρα, εμαι κάπου λλο κα ζ - ν τούτη δ κατάσταση θεωρεται ζω - μέσ᾿ π᾿ τς ναμνήσεις μου. Ξεφυλλίζω τ τετράδια το μυαλο κα κυττάζω πίσω. λα ζητάω τ χαμένα, τς μικρς στιγμές, τν γαπημένο... Γυρν τ βλέμμα κα τν κυττάζω πάντα τ δρόμο πο φήσαμε. Ενε μακρύς, σκοτεινός, γεμάτος δυσκολίες κα φρίκη... ενε τόσο μακρύς, τόσο δύσκολος... κι᾿ μως - θε συγχώρεσέ με - θ τν περνα μ τν καρδι γεμάτη δάκρυα κα μεταμέλεια... Μ τν καρδι δεμένη μ τ σίδερα τς μαρτίας θ ξεκινοσα ν σ᾿ ερω μοναδικ κι᾿ ξέχαστή μου γάπη...
Δ θέλω τίποτε λλο, μόνο ν φτάσω, ν σταθ κοντά σου τόσο πο φτάνει γι ν δ... ν δ τ πρτο βλέμμα σου κενο πο μο ᾿ριχνες σν φτανα... τς μικρολες λες κενες ρυτίδες στ πρόσωπό σου... ν δ τ χέρια σου ν᾿ πλώνονται σ μένανε ν μ γκαλιάσουν... ν δ... ν νοιώσω τ φίλημά σου...
Ενε τόσο μεγάλος καϋμς κα εμεθα τόσο μικρο νας-νας μες ο νθρωποι πο τν ποτελομεν...

Τ
λόγια ατ σως νκούγονται σν παραλήρημα νς τοιμοθανάτου, μά, λοί, δν μπορ ν πεθάνω φο εμαι π χρόνια πει νεκρή. σο ζοσα, σο ζησα, μουνα παιδί. μουνα να παιδ μυαλο, μπορ ν τ παραδέχωμαι λλ κα ποι παιδ δν ενε μυαλο; να παιδ εμαι κόμη... να παιδ πο γράφει σ σς, τος γνωστούς του φίλους, γι ν τος πε: ν μείνετε πάντα παιδιά, κι᾿ ν ενε δυνατν μυαλα παιδιά. Ν ζήσετε τ ζωή σας μ τρέλλα, ν ζήσετε παράλογα, ν σκοτώσετε τ λογικ πονε φονις τς χαρς κα τς ζως, ν τολμήσετε ν κάνετε τ δύσκολα, τ μεγάλα, τ σημαντικά, ν᾿ κολουθήσετε τ δύσβατα μονοπάτια, ν᾿ φήσετε ν θρονιαστε στν καρδιά σας γι πάντα νοιξη κα τ χαμόγελο στ χείλη, ν᾿ γαπήσετε μ πάθος κα ν καετε π᾿ τ φλόγα τς γάπης σας, ν κάνετε τν πόνο, τ χαρά, τν κάθε σας στιγμ τραγούδι, κι᾿ ταν ρθ᾿ ρα στερν ν πεθάνετε χι π πλξι, λλ π ελικρίνεια πως φίλος τζίτζικας, πο τόσο ραία τ λεγε μ μες τ παίρναμε γι γκρίνια...

Τώρα, καθ
ς γράφω τς τελευταες γραμμές, κυττ πίσω κα ντιλαμβάνομαι πόσο στάθηκα τυχερή: ζησα λεύθερη σο καμμι λλη γυναίκα τς ποχς μου, κανα πράγματα πο δν κανε καμμι λλη, κι᾿ γαπήθηκα σο λίγες. Καί, δν τ ξεχν, καθς τ βλέμμα μου σβηνε, κείνη τ μελαγχολικ αγούλα τ᾿ πρίλη, δν μουν πει μόνη. Νέοι πο μ᾿ γάπησαν ρθαν ν μ᾿ ποχαιρετήσουν κα φίλες γκαρδιακς στ προσκεφάλι μου να τελευταο τραγούδι ν μο χαρίσουν...

Α
τ εναι τ γράμμα μου στν κόσμο πο ποτ δν γραψε σ μένα, πως λέει κι᾿ καλή μου φίλη.

Μ
γάπη
Μαρίκα Πολυδούρη