Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος Ν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος Ν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

οι μικροί γαλαξίες





Edward Munch

Πνε κι ρχονται ο νθρωποι πάνω στ γ.
Σταματ
νε γι λίγο, στέκονται νας
ντίκρυ στν λλο, μιλον μεταξύ τους.
πειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σ
ν πέτρες πο βλέπονται.
μως, σύ,
δ
λόξεψες, βάδισες σα, προχώρησες
μ
ς π μένα, κάτω π᾿ τ τόξα μου,
πως κι γώ: προχώρησα ισα, μς π σένα,
κάτω
π᾿ τ τόξα σου. Σταθήκαμε νας μας
μέσα στ
ν λλο, σ νάχαμε φτάσει.
Βλέποντας πάνω μας δυ
κόσμους σ πλήρη
λάμψη κα
κίνηση, σαστίσαμε κίνητοι
κάτω
π᾿ τ θέα τους -
σουν νερό,
κατάκλυσες μέσα μου
λες τς στέρνες.
σουνα φς, διαμοιράστηκες. λες
ο
φλέβες μου γιναν ξαφνα να
δίχτυ πο
λάμπει: στ πόδια, στ χέρια,
στ
στθος, στ μέτωπο.
Τ
᾿ στρα τ βλέπουνε, τι:
δυ
δισεκατομμύρια μικρο γαλαξίες κα πλέον
κατοικο
με τ γ

Νικηφόρος Βρεττάκος «Οι μικροί γαλαξίες» 

Κυριακή 20 Μαΐου 2012

Λίγο πριν τη νύχτα



*edward munch 'starry night'

Κοιτώντας το βλέμμα σου, θαρρούσα πως έβλεπα,
πρώτη φορά, ουρανό που κυμάτιζε
Στο βάθος του ανταύγειες υποπράσινες σύνθεταν
ένα χρώμα ακαθόριστο.
Ένα χρώμα από πνεύμα, από φως, ένα αγίασμα. 
Νύχτωνε κι όμως
Θαρρούσα πως σάλευαν στους τοίχους λουλούδια,
σάμπως χαράζοντας πέρα σε κάποιο
βάθος ν’ ανταύγαζε.
Τα μάτια σου δέσποζαν.
Θωρώντας αυτή τους την ατλάζινη κίνηση
να πηγαίνει και να ‘ρχεται, δε μπορούσα να ειπώ
τι ακριβώς μου θυμίζανε.
Μπορεί την Αγία Άννα στους βράχους, ορθή,
με του σύμπαντος το διάφανο στέφανο γύρω στο στήθος της.
Μπορεί κάτι άλλο που τo χα συλλάβει ο ίδιος εγώ,
αλλά μου καψε τη σκέψη και χάθηκε.
Θαρρούσα πως έβλεπα τη γιορτή των χρωμάτων,
τη γιορτή της φωτιάς,
τη γιορτή του νερού και της βλάστησης. 
                         Κι όλα μαζί,
σ’ ένα όρθιο ποτάμι που ανέβαινε
και χύνονταν επάνω στον γαλάζιο ουρανό,
σε δυο οροπέδια, που αχτιδίζαν δυο διάφανες λίμνες: τα μάτια σου.   
                           Ποιος είναι άραγε
απ’ τους δυό μεγαλύτερος; ο κόσμος ή ο άνθρωπος;
Σε λίγο, βαδίζαμε μόνοι, κοιτάζοντας πέρα στο βάθος.
Είχεν απ’ ώρα δύσει ο ήλιος.
Πριν να προφτάσει
γλυκός σαν μετέωρο μάτι παιδιού, ν’ ανατείλει ο έσπερος,
πήραν να γίνονται πράγματα άλλα μες στον ορίζοντα.
Μέσα στο ημίφως σηκωνόνταν αυλαίες.

Άναψεν άξαφνα όλα τα μέσα   
  φώτα του  ο κόσμος.


Νικηφόρος Βρεττάκος