Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλων γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φίλων γραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ας μείνουμε εδώ, στη βροχή..



Ας μείνουμε εδώ, στη βροχή.
Όπως ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιούνται. Βλέπω στα κατακόρυφα νερά ρούχα να στροβιλίζονται, δόντια ακίνδυνα να αστράφτουν, μάτια να μη βλέπουν τίποτα. Γιατί υπάρχουν πράγματα που είναι αιώνια. Παρότι γήινα. Το βρόχινο νερό, ας πούμε, η πέτρα που κουβαλάει ο άνθρωπος, η δόξα που αποθέτει στην κόμη μας ο έρωτας.

Μην πας πιο κάτω.
Πιο κάτω τα νερά αγριεύουν. Γίνονται χείμαρροι. Μετά θολά ποτάμια. Τραβάνε γραμμή για τους μεγάλους καταρράκτες. Έτσι ακούγεται – κανείς δεν επέστρεψε να μας πει αν είναι αλήθεια. Μονάχα ο θεός, αλλά αυτός δεν μιλάει. Μιμείται εξίσου καλά την ύπαρξη και την ανυπαρξία. Η ζωή είναι απλώς μία σκέψη του. Για τη δική μας ζωή μιλάω. Αν στροβιλιστούμε τώρα στη βροχή, η σκέψη του θα γίνει σάρκα. Θα την μυρίσεις πάνω μου. Θα την μυρίσω πάνω σου. Έτσι γίνεται – δεν υπάρχουν αναίμακτες θυσίες. Μα, μη φοβάσαι. Ύστερα η βροχούλα θα ξεπλύνει το βωμό από τα κόκκινα.

Ούτε μέσα να μπούμε.
Με κούρασαν τα ασφαλή στέγαστρά μας. Δεν βρέχει εκεί. Στους χορούς μας εκεί δεν μπαίνουμε μούσκεμα. Εκεί μόνο φυσάει. Θυμάσαι τότε πράγματα αλλόκοτα. Κάποιους ανθρώπους που περάσαν βιαστικά από τη ζωή σου, εξερχόμενοι για λίγο από τη δική τους ζωή΄ ένα μπλε ποδήλατο που σε δυσκόλευε στις ανηφόρες΄ τρεις φόβους που για χρόνια τους ερμήνευες λάθος. Και φυσάει δαιμονισμένα από παντού. Σαν να ’ναι οι τοίχοι μας φασματικοί. Φέρνει διάφορα απέξω. Αίφνης, στο μαξιλάρι σου ανακαλύπτεις ένα ματωμένο φτερό.

Τότε είναι που χωρίζουν οι άνθρωποι.
Τη στιγμή ακριβώς που ανακαλύπτουν ότι συνορεύουν. Κάθονται και μετράνε τα πασαλάκια των ορίων. Μοιάζει να μην τους αφορά που συναντήθηκαν – εκεί, στο ξέφωτο, στoυς αγρους. Τελικά, απελαύνονται εντός τους. Αναζητούν τη φύση του σώματός τους, λογχίζουν τα πλευρά τους, γνωρίζουν το καλό και το κακό. Γι’ αυτό και δεν είναι θλίψη αυτό που βλέπεις στα μάτια τους. Σάστισμα είναι. “Τι παραδείσια εξορία ο εαυτός”, παρηγοριούνται. Δεν θεραπεύονται ποτέ. Μόνο στον ύπνο τους φυτεύουνε μηλιές, αλλά κι εκεί σε γαίες ναρκοθετημένες γύρω γύρω.

Ξέρω – δεν βρέχει τώρα.
Όμως μπορώ να κάνω έτσι με το χέρι το δεξί και να ’ρθουνε ευθύς τα νέφη να μας συγχωρέσουν. Όλα θα γίνουν γαλανά, υγρά και διάφανα. Ακόμα και αυτά που κάποτε ποδοπατήσαμε αλύτρωτοι – ένα μερμήγκι που έτρεχε για τη φωλιά του, τη μάσκα που ήτανε για χρόνια πρόσωπό μας, το στρώμα που, γνωρίζοντας το βάρος μας, έμαθε καλά τη γλώσσα των νικητών και των ηττημένων. Θυμήσου μόνο πού έκρυψες το γρανιτένιο σου μαχαίρι, ιέρεια. Θυμήσου μόνο ότι η ελευθερία αναρριχάται σε άλλον. Ποτέ κανείς δεν πάτησε στον εαυτό του για ν’ ανέβει ψηλά, να ανοίξει τους κρουνούς στα σύννεφα.





Πίνακας : Julian Alden Weir  "Φθινοπωρινή βροχή"  1890


(Α, πρέπει αμέσως να συνέλθω. Να βγω μια βόλτα στη βροχή, έστω και μόνος. Μ’ έπιασε πάλι Αυτό από το χέρι σαν μητέρα. Κάπου θέλει να με πάει Αυτό. “Στην ποίηση”, λέει. “Στην ποίηση”. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι Αυτό, γιατί είναι αόρατο. Μονάχα ως γλυκασμό το αισθάνομαι. Λέω συχνά πως είναι πνεύμα αγαθό, ας το ακολουθήσω. Μετά όμως αμφιβάλω. Με γλυκασμούς μας παρασέρνουν και τα πνεύματα τα πονηρά. Κι αν μπω στην ποίηση με Αυτό ξεναγό, αν γίνω όργανό του, θα σπείρω στον κόσμο δυνάμεις ανεξέλεγκτες. Γιατί η ποίηση είναι χρησμός που επαληθεύεται. Γίνεται ειμαρμένη. Πώς ν’ αναλάβω τέτοια ευθύνη; Γι’ αυτό και κρατιέμαι μακριά από δαύτη. Στυλώνω το πόδια μου σε Αυτό. Πιάνω μιαν άκρη και μιλάω. Λέω τα δικά μου. Λέω μόνο λόγια. Γιατί όλα πρέπει να ειπωθούν. Τα πιο ταπεινά κυρίως. 
Όμως εσύ να έρθεις. Να σε χορέψω, να με χορέψεις στη βροχή. 
Όχι στην ποίηση. Σπάνια εμφανίζομαι πλέον εκεί.) 

 Πάνος Σταθόγιαννης  



Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

αντράκια ..





Υπάρχουν κάτι αντράκια με ολίγη που περνιούνται για πολύ. Και μ' αυτό το πουλόβερ της ψευδαίσθησης στραβοφορεμένο βγαίνουν τσάρκα στον κόσμο. Παντός εποχής. Με παντελονάκι νάυλον, σοσόνι λευκό και τσαντάκι δερμάτινο με το πτυχίο του Πανεπισ
τημίου φάτσα φόρα. Δίπλωμα και πιστωτική. Μα ναι...καπνίζουν συνήθως, πούρο ή καπνό βαρύ, τρία κιλά εκ δεξιών, τρία κιλά εξ ευωνύμων. Και τα καράβια έχουν έρμα για να ισορροπούν μα οι θάλασσες τα πνίγουν σε μια καύλα. Πού πας καημένε μου ξυπόλητος στ' αγκάθια;
Και ξέρεις πόσα αγκάθια κουβαλάνε τα κύματα; Απ' όπου και να τα πιάσεις κόβεσαι και πονάς.
Μικρά, λυπημένα αντράκια που δεν πρόλαβαν να μάθουν το άλφα και το βήτα της ζωής, την χρήση του αλατιού στο μαγείρεμα, το κορφολόγημα της αμπέλου και το νόημα της Θείας Μετάληψης.
Μιλούν με πρόκες στραβωμένες στο στόμα και φιλούν με γλώσσες μαδέρια και σκλήθρες βγαλμένες. Κι άμα λάχει πηδάνε κιόλας. Μα φράχτες μικρούς, περιφραγμένων αυλόγυρων και καλλιεργημένων κτημάτων. Άντε και κανένα σκαλοπάτι, το πολύ δύο μαζί.
Μην τους φέρνετε σε δύσκολη θέση. Ω! όχι δεν μπορούν να κάνουν βουτιές στο κενό, να πέφτουν χωρίς αλεξίπτωτο, να παριστάνουν τους ακροβάτες. Δεν γίνεται να ευτελιστούν οι αξίες. Άλλωστε γιατί σπουδάζανε χρόνια και χρόνια σε σχολειά, κολλέγια, πανεπιστήμια; Για να μπορούν την κρίσιμη στιγμή του πηδήματος - του όποιου πηδήματος - να έχουν μια καλή δικαιολογία. Ένα άλλοθι αδερφέ! Τι θα απογίνει η κοινωνία χωρίς το λαμπερό τους κρανίο αλήθεια;
Τι θα απογίνει η ανθρωπότητα χωρίς τους βαθιούς στοχασμούς τους; Κι αλίμονο ποιος θα φροντίζει τα ρηχά αιδοία τούτης της γης; Παρεκτός εκείνων, των ολίγων με ολίγη εκλεκτών;
Πάμε γι' άλλα λέμε εμείς! Στις ανοιχτές θάλασσες και στους κόντρα καιρούς. Καμιά φορά έχει μεγαλύτερη μαγκιά το να φοράς φουστάνι κι ας είναι δεύτερο απ' τη λαϊκή. Κι ας δηλώνεις επάγγελμα νοικοκυρά, κομμώτρια και νοσοκόμα!
Εδώ είναι τα αναστενάρια φιλαράκι εδώ και τα κάρβουνα. Για να σε δω να περπατάς αντρίκεια και με φόρα...για έλα να σε δω!

(έτσι, γιατί μου ήρθε)

Μαρία Στρίγγου 


Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Πωλούνται πάτρια ..


ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΠΆΤΡΙΑ (τέλη 18ου αιώνα)


Οι Φράγκοι κουνούσαν τα χέρια πάνω κάτω στις τσέπες τους (όπως συχνά κάνουν οι στερημένοι φαντάροι), κάνοντας τα πολλά τάλερα που είχαν εκεί να κουδουνίζουν. Έπαιρναν μια βαθιά αμφίσημη ανάσα κι έλεγαν:
«Δεν έχετε χρήματα;... Εντάξει, την καταλαβαίνουμε πολύ καλά την κατάστασή σας… Είστε πτωχοί, πλην όμως τίμιοι, και αυτό είναι κάτι που σας ανεβάζει στα μάτια μας… Όποιος δεν έχει τάλερα στην τσέπη του, πουλάει κάτι και τη γεμίζει. Πουλήστε μας κάτι από εκείνα που έχετε παντού και με το παραπάνω και δεν πρόκειται ποτέ να σας λείψουν. Πουλήστε μας τα αγκωνάρια με τα τσίτσιδα σχήματα επάνω, πουλήστε μας τα κλαδεμένα σας αγάλματα, πουλήστε μας εκείνη τη μαρμάρινη γυναίκα που έχει φτερά αλλά δεν μπορεί να πετάξει… Εδώ ο καλός παλιατζής! Όοολα τα παλιά αγοράζωωω…»
Του Ρωμιού μην του πεις γι’ αρπαχτές και νταλαβέρια! Να τα πάρει κάποτε και να καθαρίσει για το υπόλοιπο της ζωής του! Του βρήκες το κουμπί. Του πήρες την ψυχή. Ειδικά άμα νομίζει ότι σου πουλάει κούκο γι’ αηδόνι. Και ήταν στ’ αλήθεια κούκος γι’ αηδόνι το να πουλάει εκείνους τους θεόρατους παλαιούς, που, όπου κι αν έσκαβε για να ανοίξει πηγάδι, τους έβγαζε δέκα δέκα και δεν είχε πού να τους πετάξει… Κάποιους τους εντοίχιζε στις εκκλησίες του, κάποιους έχτιζε αριστερά στην κεντρική πόρτα του σπιτιού του, κάποιους άφηνε ανάσκελα ανάμεσα στα ανθισμένα χαμομήλια, να βγαίνουν πάνω τους σεργιάνι τα σαλιγκάρια και να ζεσταίνουν το κρύο αίμα τους οι σαύρες, αλλά αυτοί δεν είχαν τελειωμό. Γκαστρωμένη η γη μας με πελεκημένα μάρμαρα.
«Τα μεταφορικά δικά σου, εντάξει», έλεγε στον κοκκινολαίμη Φράγκο και του έσφιγγε το χέρι.
Κάποιοι το σκέφτονταν και αλλιώς.
«Ας τα πάρουν», έλεγαν. «Να τα βάλουν στα σαλόνια τους, να τα βλέπουν κάθε μέρα και να θυμούνται, έστω στα λόγια, ότι κάτι μας χρωστάνε. Καλύτερα να μας μελετάνε ψεύτικα παρά να μη μας μελετάνε καθόλου. Άμα πάψουν να μας μελετάνε, πάει, χαθήκαμε! Ας τα πάρουν. Εμείς έχουμε να φάνε και οι κότες…»
Και τα έπαιρναν οι ξένοι. Γέμιζαν τις αυλές τους, τα σαλόνια τους, τις εισόδους των εξοχικών τους, τις πλατείες τους, τους δρόμους τους, τα πάρκα τους, τα παλάτια τους, τα μουσεία τους και τα χαρτιά τους με θραύσματα Ελλάδας, που γίνονταν αμέσως μικρές Ελλάδες. Γιατί, κάτι φορές, η Ελλάδα μοιάζει με εκείνες τις διάφανες μέδουσες του Αιγαίου, με τα πανέμορφα ανάποδα λειριά. Αν τους κόψεις ένα κομμάτι και το ρίξεις και πάλι στη θάλασσα, εκείνο σε λίγο θα γίνει μια κανονική μέδουσα. Έτσι και η Ελλάδα. Παίρνεις ένα κομμάτι σπασμένο μάρμαρο από το χώμα της, το φυτεύεις αλλού, το ποτίζεις κι ένα πρωί βλέπεις να φυτρώνει άγαλμα ολόκληρο και αστραφτερό.
Κι επειδή, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, ουδείς προφήτης στον τόπο του, το φ α ι ν ό μ ε ν ο ετούτο παρατηρείται παντού αλλού εκτός από την ίδια την Ελλάδα. Ίσως επειδή η μέδουσα που κομματιάστηκε ήταν θηρίο πράγμα, παμμέγιστη, σαραντάπηχη, κι έβγαλε αμέτρητες μικρές μεδουσούλες. Τόσες πολλές, που τους λείπε ο ζωτικός χώρος να κολυμπήσουν και να πάρουν ανάσα. Σκάβεις πηγάδι, σκάβεις μετρό, σκάβεις να θάψεις τον πατέρα σου και πέφτεις πάνω στα θραύσματα εκείνης της θεόρατης Ελλάδας. Σωριασμένα το ένα πάνω στο άλλο. Που να απλώσουν τη ριζούλα τους και να φυτρώσουν;
Με άλλα λόγια, ευτυχώς που βρίσκονται κι ετούτοι οι αιρετικοί του πάπα και της Διαμαρτυρίας, που τα αγοράζουν στα κουτουρού, και μάλιστα με την οκά. Και εμάς μας ξαλαφρώνουν και τον εαυτό τους ωφελούν – βάζουν στα κονάκια τους και κάτι το ωραίον. 
Έχωναν το χέρι στην τσέπη, έβγαζαν μια χούφτα τάλερα να δεις ότι το χρήμα το φυσάνε, ξεχώριζαν δύο και τα έχωναν στη δική μας τσέπη. Και πάνω που πήγαινες να πεις ‘‘άντε! και σε καλή μεριά’’, να σου ο Τούρκος.
«Τι γίνεται εδώ, μωρέ, πίσω από την πλάτη της εξουσίας;» και το δεξί του τα χαϊδεύει τη φούντα του γιαταγανιού του.
«Τίποτα αφέντη… Να, κάτι μάρμαρα έδωσα στον κουτόφραγκο από δω, να ξεβρομίσει ο τόπος».
«Και ποιος σου έδωσε εσένα το ελεύθερο να πουλάς στον κουτόφραγκο λιθάρια από τη γη που το ισλάμ κατέκτησε πατώντας επί πτωμάτων;»
Εδώ ο δικός μας άρχιζε να τα μασάει:
«Νόμισα, αφέντη, ότι, μιας που τα φτιάξανε οι παππούδες μου προ αμνημονεύτων ετών, είναι κ λ η ρ ο ν ο μ ι κ ώ δ ι κ α ί ω δικά μου… Σας τα ρούχα του μακαρίτη, που όταν πεθάνει μένουν στους συγγενείς του… Στα μέρη τα δικά μας το ’χουμε για κακό να φοράμε τα ρούχα των πεθαμένων, πάει γρουσουζιά. Τους βάζουμε φωτιά και τα καίμε… Και τώρα που βρήκαμε κορόιδα, που μας πλερώνουν κι από πάνω για να μας πάρουν το βάρος της φωτιάς από την πλάτη, να αφήσουμε αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη;»
«Άλλο πράγμα τα ρούχα», έλεγε σοφά ο Τούρκος, αλλά πού να σηκώσει το χέρι από το γιαταγάνι. «Τα ρούχα κουβαλάνε τη μυρωδιά του πεθαμένου πάνω τους, γι’ αυτό και δεν τα θέλει κανείς. Εδώ, όμως, μιλάμε για ετούτα τα σκαλιστά αγκωνάρια. Άλλο το ρούχο και άλλο το λιθάρι…»
«Μα και τα λιθάρια, αφέντη, κουβαλάνε τη μυρωδιά των παλαιών πάνω τους. Και όχι μόνο τη μυρωδιά, αλλά και τα σουσούμια της ψυχής τους, και τη φάτσα τους, και την πόζα τους, γιατί τα φτιάχνανε κατ’ εικόνα και ομοίωση…»
«Άμα μυρίζουνε νεκρίλα τόσο πολύ, τότε γιατί έχουνε τέτοια ζήτηση στα φραγκοπάζαρα, που έρχονται από του διαόλου τη μάνα οι έμποροί τους και τα παζαρεύουν;» φρύαζε ο Τούρκος, μισόβγαζε το γιαταγάνι από το θηκάρι του, ύστερα το μετάνιωνε και το ξανάφηνε στη θέση του.
Άπλωνε το χέρι στην τσέπη σου κι έπαιρνε τα δύο τάλερα. Τα δάγκωνε, να δει αν το ασήμι ήταν καθαρό, κι ύστερα τα έχωνε στη δική του απύθμενη τσέπη. Έβαζε ύστερα το χέρι του στο τσεπάκι του γιλέκου του, έβγαζε ένα άσπρο τόσο δα, που ούτε καφέ δεν πίνεις με δαύτο, και σου έλεγε:
«Να, για τον κόπο σου. Κοψομεσιάστηκες να σκάβεις, βλέπω…»
Ύστερα διπλάρωνε τον φράγκο με την παλάμη ανοιχτή:
«Θα σου χρειαστουν επίσημα κιτάπια, για να τα βγάλεις έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ετούτα τα φορτία. Άδεια εξαγωγής, βίζα, χαρτί από το Εμπορικό Επιμελητήριο, χαρτόσημα, υγειονομικός έλεγχος, εγγυητικές επιστολές… Θα σου βγει η πίστη ανάποδη μέχρι να τα βγάλεις. Σκάσε δύο τάλερα ακόμη και θα καθαρίσω εγώ για σένα μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες, παρακάμπτοντας όλη τη γραφειοκρατία…»
Ήθελε δεν ήθελε ο Φράγκος, του τα έσκαγε.
«Μα, αφέντη, εσύ γιατί τα πουλάς;» έκανε προσπάθειες να ξεκαταπιεί τη γλώσσα του ο ομογενής μας. «Με τα λόγια που μας είπες, νομίσαμε ότι δεν πρέπει…»
«Δεν πρέπει για σας» απαντούσε ο Τούρκος, πατώντας στη ράχη μας για να καβαλικέψει το άλογό του. «Για μένα δεν υπάρχει τέτοια απαγορευτική διάταξη. Στο κάτω κάτω της γραφής – δικά μου είναι για να με νοιάξει και να κάτσω να το σκεφτώ;»
Έδινε μια στο άλογό του κι έφευγε, κοντοστεκόταν και ξαναμιλούσε:
«Σα δε ντρέπεσαι, μωρέ, να ρωτάς εσύ, που για δύο τάλερα θα πούλαγες και το βρακί της μάνας σου ακόμη… Εγώ τα δικά μου τα φυλάω».
Ξανάδινε μια στο άλογό του κι έφευγε, με τα τέσσερα τάλερα να κουδουνίζουν στην τσέπη του.
Κι εμείς μέναμε μόνο με το ένα άσπρο. Ε, από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα. Μικροποσό, όμως, ξεφτίλα. Για ένα άσπρο, ολόκληρος κ ο ύ ρ ο ς, χαμογελαστός, σκερτσόζος, με όλα τα σέα και τα μέα του… Θα μου πεις ότι του λείπανε τα αχαμνά. Αλλά ακόμη και ευνουχισμένο, είναι ντροπή να τον πουλήσεις για ένα άσπρο… Και όμως, για ένα άσπρο τους πουλήσαμε τους κούρους και τις κόρες μας. Που δε φτάνει ούτε για να πιεις έναν καφέ. Ίσως επειδή τους έχουμε πολλούς, να είμαστε άνθρωποι του σκόντου. Σ’ αυτό δε μοιάζουμε με τους Τούρκους, που όντως τα φυλάνε τα δικά τους. Και όχι μόνο τα δικά τους, αλλά κι εκείνα που αρπάξανε μες στης νυκτός τη σιγαλιά. Βλέπε Δερύνεια… Βλέπε Ίμια… Είναι που έχουν κοψοχρονίτικο σόι μέσα στον καιρό. Δεν είναι σαν κι εμάς, που από καιρό και αρχαία έχουμε να φάν' κι οι κότες…

Πάνος Σταθόγιαννης
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ‘‘Ο ΩΡΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ’’, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, 1998.)

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

η μάχη της αγάπης


-------------------
Η μάχη της αγάπης ξεκίνησε μόλις οι δυο στρατοί παρατάχθηκαν ο ένας έναντι του άλλου.
Στην αρχή έπεσαν τα αγαπημένα, πανάρχαια λόγια των εραστών και οι αγωνιώδεις ψίθυροι που ο άνεμος μετέφερε απ το ένα στρατόπεδο στο άλλο.
Η κλαγγή των σπαθιών ήταν τα φιλιά μας.
Οι στεναγμοί των πληγωμένων, οι ανασασμοί μας.

- " Αυτή η φορά δεν είναι σαν τις άλλες " έλεγες. " Δεν είναι πόλεμος "
-" Πάντα πόλεμος είναι " και πρόσθετα και άλλο κάψιμο και πέτρα στα χείλια.
-" Πάντα θα σ αγαπώ " μου φώναζες.
Μα εγώ δεν καταλαβαίνω πια αυτή τη γλώσσα,
εγώ, ακούω μόνο τα λόγια του Άνουβι, του θεού του Κάτω κόσμου.
Τις νύχτες τριγυρνώ στα ερειπία των πυραμίδων,
τρώω ψωμί νοτισμένο απ την υγρασία των ανοιχτών τάφων,
σκάβω το παρελθόν μου στην κοιλάδα των Βασιλέων και βρίσκω το πρόσωπό μου πλάι σε όπλα και χρυσάφια.

Τις νύχτες χωρίς φεγγάρι βουτώ με λύσσα στη λάσπη του Νείλου και ακολουθώ το μυστήριο φως της σκηνής σου. Αποκρυπτογραφώ τα λάβαρα με τη μορφή σου, μα δε βγάνω άκρη.
Οι στρατιώτες μου, κάτι τύποι με θολά μάτια και κίτρινο δέρμα, στριμώχνουν τους υπασπιστές σου στις όχθες του ιερού ποταμού και λεηλατούν τα μυστικά της φυλής σου.
Ακούς όπερα και διαβάζεις τους κλασικούς ?
Νηστεύεις και προσεύχεσαι κοιτώντας τον ουρανό ?
Πίνεις κρασί,
χορεύεις,
α- γα- πάς ??

Τί να σημαίνουν άραγε τούτα τα μυστικά για μένα που είμαι χιλιάδων ετών και που στο πήλινο σώμα μου έχουν μείνει μόνο το χνάρια μιας Γραμμικής Α, κατάλοιπα κι αυτά μιας πυρκαγιάς του βασιλικού ανακτόρου.
Μινωίτισσα ή Αμαζόνα
με ιστορία ή πιο παλιά απ όλα αυτά.
Μόνο της πάλης ο σάλαγγος κυλά στις αρτηρίες μου και το θολό βλέμμα μου, όμοιο με αγρίμι τρελαμένο ξέρει μόνο να καταπίνει τους αμμόλοφους και να με πετά βορά στον Σιμούν και στα δευτερόλεπτα.

Τί να σημαίνουν τα μυστικά σου,
τα φτερά και τα μελάνια,
οι πάπυροι και τα χειρόγραφα με τα παραδείσια πουλιά στα περιθώρια..
Τί υλικό έχουν τα όπλα σου,
τί δύναμη μαγική
και μοιάζεις τόσο ήρεμος και διαυγής σαν το νερό των οάσεων ?

Μαζεύω τα σπαθιά και τ άλογά μου.
Τ ακόντια και τα δηλητηριασμένα βέλη.
Τα σπιρούνια και τη φουντωτή μου περικεφαλαία.
Θα πατάξω, εγώ, το αγέρωχο χαμόγελο της Γνώσης σου.
Θα κουρσέψω τα βιβλία και τις ιστορίες σου.
Όλες οι χίλιες νύχτες της Χαλιμάς θα γίνουν μία και μοναδική.
απόψε,
θα βάλω τα καλά μου, θα βάψω τα μάτια μου,
θα σου φέρω σμύρνα και λιβάνι,
θα μάθω τη γλώσσα σου και θα σου πω πως σ αγαπώ....

Το πρωί, μια κουρελιασμένη σημαία θα δηλώνει το νικητή...

Γιουλα αγαπακη



Τετάρτη 10 Νοεμβρίου 2010

''Το έλεος. Ενός κατώτερου θεού'' του Λευτέρη Πανούση



Εσυ, Κυριε, το ξερεις καλυτερα απ ολους, ότι ειχαμε παρει εντολη να περιπολουμε ανοιχτα της Καλυμνου, εκεινη τη νυχτα… και θυμασαι, επισης, πως ησαν επικινδυνες οι ημερες… αυτοι εκει πανω συζητουσαν το τι θα γινονταν με τους λαθρομεταναστες και οι δουλεμποροι θα προσπαθουσαν να περασουν οσο το δυνατον περισσοτερους - γιατι ποτε δεν ξερεις τι γινεται…όχι ότι φοβοντουσαν τις διεθνεις συμφωνιες και αλλά τετοια – αυτοι εκει πανω είναι πολύ μακρια για να ασχοληθουν με το τι συμβαινει στην πραγματικοτητα, ωστοσο όταν κλεινονται οι συμφωνιες, ολοι εμεις βρισκομαστε στην τσιτα για λιγο καιρο κι αυτό οσο να ναι δυσκολευει την κατασταση… Μετα ξεχνιεται το πραγμα και δεν μιλανε πια στην τηλεοραση γι αυτά, οποτε ειναι σαν να μην γινονται…

Εκεινη τη νυχτα, Κυριε, λες και το εκαμες επιτηδες, ειχες στειλει θυελλες να οργωνουν τη θαλασσα και ο παγωμενος σου ανεμος μας τρυπουσε τα κοκκαλα και το χειροτερο, ειχες ταξει σε μενα το βαρος να ειμαι υπηρεσια και να σαρωνω την ανταριασμενη επιφανεια των κυματων με τον προβολεα – ολομοναχος στη πλωρη, ενώ η ακατος, μια χανονταν στην αρμυρα Σου, μια προβαλε στο σκοταδι Σου…
Και τοτε, Κυριε, ακουσα τη μηχανη της σαπιοβαρκας, βαρια και παλια μηχανη, που ισα-ισα καταφερνε να σπρωχνει το σκαρι της, πριν να διαλυθει και να σκορπισει στη μανια της θαλασσας Σου… Ναι, Κυριε των προγονων και του Καθηκοντος – το ξερεις πολύ καλα ότι δεν με ειχε παρει ο υπνος εκεινη την ωρα, ότι ημουν πιστος στο χρεος μου και ότι πρωτος απ ολους τους πηρα ειδηση και πως ετοιμαστηκα να εκτελεσω το καθηκον μου και εστησα αυτι να εντοπισω την κατευθυνση του σκαφους τους και να τους ριξω τον προβολεα και να αρχισω να σφυραω με τη σφυριχτρα μου, να ετοιμαστουν οι αντρες, να ξεκινησει η διαδικασια της αναχαιτισης, οπως προβλεπουν ολες οι διεθνεις διαδικασιες…
Τωρα βεβαια, θα μου πεις, ότι κι Εσυ ακομα τις διεθνεις συνθηκες τις εχεις γραμμενες στ Απαυτα Σου, γιατι Κυριε μια ζωη την κανω αυτή τη γαμημενη τη δουλεια και μια ζωη τα ιδια γινονται… Αντι να φοβηθουν οι δουλεμποροι που μια ακατος του Πολεμικου Ναυτικου τους έχει εντοπισει και λογικα θα τους αναγκασει να γυρισουν πισω, από οπου ηρθανε, αυτοι – όπως το ξερεις πολύ καλα Εσυ Κυριε – βυθιζουν το σκαφος τους και μετα την κοπανανε κολυμπωντας, με τα σωσσιβια, μεχρι την τουρκικη ακταιωρο, που θα τους περιμαζεψει, ενώ τους αλλους, τους αμοιρους τους εγκαταλειπουνε ερμαια στα κυματα…
Κι εμεις φυσικα ειμαστε υποχρεωμενοι να τους συμμαζεψουμε, γιαιτ αν δεν το κανουμε, θα πλακωσουν οι Τουρκοι και θα παρουν φωτογραφιες τους πνιγμενους και θα μας κραζουν μετα αυτοι εκει πανω, γιατι δεν εκτελεσαμε το καθηκον μας.
Και ναι μεν εμεις τους μαζευουμε Κυριε, ωστοσο κατι τετοιες νυχτες σαν εκεινη δεν είναι βεβαιο ότι θα τους βρουμε ολους, μεσα στην ανταρα Σου κι ουτε είναι σιγουρο ότι μεχρι να τους μαζεψουμε θα είναι ολοι τους ζωντανοι. Γιατι, βλεπεις Κυριε, εμεις οι ανθρωποι κανουμε οτι μπορουμε αλλά παντα, γαμωτο μου, είναι τοσο λιγο αυτό που μπορουμε…

Κι όμως, εγω Κυριε εκεινη τη νυχτα, ημουν πραγματικα ετοιμος να εκτελεσω το καθηκον μου και ειχα βαλει τη σφυριχτρα στο στομα και ειχα ετοιμασει τον προβολεα, ελα όμως που ακουσα εκεινο το βηξιμο…
Μαλιστα Κυριε του Καθηκοντας και του Πατριου εδαφους – το βηξιμο…
Και ητανε βηχας ενός παιδιου – κοριτσιου κατά πασαν πιθανοτητα και εγω το ακουσα μεσα σε κεινο το πηχτο σκοταδι και τα αλαφιασμενα νερα, όπως ισως δεν θα επρεπε να το ακουσει ανθρωπινο αυτι…Αλλά το ακουσα…γιατι βεβαια οι δουλεμποροι ειχαν ορμηνεψει τους αθλιους να μην βγαζουν τσιμουδια όμως πώς να κρυψει το βηχα του ένα παιδι, Κυριε?
Ναι, το ακουσα…
Και μου επεσε η σφυριχτρα από το στομα…

Ξερεις Εσυ Κυριε,ότι σχεδον παντα αυτά τα σαπια σκαρια των δουλεμπορων χωνουν ανάμεσα στους αντρες και λιγες γυναικες και οπωσδηποτε καποια παιδια, επειδη ετσι ξερουν ότι μας κανουν δυσκολοτερο το να ανοιξουμε πυρ ή να αρχισουμε τους επικινδυνους ελιγμους ή, στο τελος-τελος να τους αφησουμε να πνιγουν, όπως εχει συμβει μερικες φορες…
Ναι, ηταν κάποιο παιδι εκει μεσα, ένα κοριτσακι – αναθεμα με Κυριε και αν μπορουσα να ξερω ποσω χρονω…ωστοσο ένα μικρο παιδι, που θα μπορουσε να ηταν σαν και το δικο μου – γιατι εσυ Κυριε ξερεις ότι εχω και γω μια κορη στην ηλικια της, Εσυ μου την εδωσες και ξερεις καλα Κυριε ότι λιγο καιρο πριν ειχε περασει ένα ασχημο κρυωμα και την ειχα τοσες νυχτες να της αλλαζω τα σκεπασματα, που ετρεμε από τα ριγη και να της αλλαζω τις κομπρεσες με το ξιδι στο μετωπο της και να στεκομαι ολη νυχτα από πανω της για να της σφγουγγιζω τα καστανα της μαλια με τις ελαφριες μπουκλες, που μουσκευονταν στον ιδρωτα…
Να, Κυριε…Εσυ τα ξερεις αυτά και θα επρεπε να καταλαβαινεις πως ενιωσα όταν ακουσα εκεινο το βηχα της μικρης, μεσα στην παγωνια Σου και την ανταρα Σου…
Εκεινη την ωρα Κυριε αυτό το παιδι ριγουσε, καιγονταν από τον πυρετο και δεν υπηρχε κανενα χερι πλαι της να της αλλαξει μια κομπρεσσα, να της σφουγγισει τα μαλλια, που θα ησαν μουσκεμα από ιδρωτα κι αρμυρα – και πανω απ όλα Κυριε, δεν υπηρχε μια κουβερτα…
Καταλαβαινεις Κυριε – μα κουβερτα!
Ισως και να καταλαβαινες αν δεν ησουν, όπως παντα απων.
Εγω όμως Κυριε, ημουν παρων…
Και επρεπε να εκτελεσω το καθηκον μου. Ποιο καθηκον μου? Να τους επισημανω και μετα οι δουλεμποροι να βουλιαξουν τη βαρκα και να τους φουνταρουν ολους στη θαλασσα.
Δηλαδη Κυριε των προγονων και του Καθηκοντος, το καθηκον μου ηταν να στειλω αυτό το παιδι, που θα μπορουσε να είναι και δικο Σου παιδι, στα παγωμενα νερα, ενώ κιολας ριγουσε απο τον πυρετο.
Να, Κυριε…αυτό ηταν το καθηκον μου.
Αλλά εμενα μου επεσε η σφυριχτρα απο το στομα…
Κι αντι να εκτελεσω το καθηκον μου Κυριε, εσβησα τον προβολεα, εχωσα τη σφυριχτρα στην τσεπη και αναψα ένα τσιγαρο.
Κι υστερα ακουγα τη μηχανη να απομακρυνεται σιγα-σιγα και τον βηχα του παιδιου να τον καταπινει το σκοταδι. Τους αφησα στο ελεος Σου Κυριε – ειπα πως θα ηταν καλυτερα να ξεμπαρκαρανε σε κανενα νησι λαθραια, τουλαχιστον να έχει ξημερωσει και μετα ποιος ξέρει, ολοι λενε ότι το ελεος Σου είναι μεγαλο.

Χαραμα μας ειδοποιησαν καποιοι ψαραδες. Υπηρχανε σκοπελοι εκει γυρω, κατι ξεροβραχοι που σχιζουνε την κοιλια της θαλασσας και ξεπεταγονται από το πουθενα. Η ακατος εβαλε πλωρη για εκει που μας εδειχναν.
Οι δουλεμποροι, ατζαμηδες ναυτικοι, μεσα στην σκοτεινια το ειχανε ριξει το σκαφος στα βραχια. Το σαπιοξυλο διαλυθηκε και τωρα βλεπαμε να επιπλεουν στη ραχη της θαλασσας, κατι σανιδια με γαντζωμενους απανω τους οσους ειχαν γλιτωσει.
Λιγους Κυριε… πολύ λιγους… Και μετα την ειδα… Δηλαδη ειδα πρωτα μια πλαστικη κουκλα, χωρις κεφαλι που επεπλεε πλαι σε μια σανιδα και μετα ξεχωρισα τα μαλλια της, που ησαν Κυριε ολοϊδια με της δικιας μου – καστανα με ελαφριες μπουκλες…
Μονον που στα δικα της Κυριε ειχαν κιολας αρχισει να μπλεκονται τα κοραλλια.
Ναι, Κυριε… Ηταν πνιγμενη… Η ζωη της ειχε τελειωσει τη στιγμη που εγω αποφασισα να αναψω ένα τσιγαρο…
Για να την σωσω, υποτιθεται…

Ποσο σκληρα με τιμωρησες Κυριε των προγονων και του καθηκοντος… Χρονια τωρα σερνομαι στις ραχες της γης, αναζητωντας έναν Θεο, που θα μου δειξει το ελεος του αλλά θα πρέπει να είναι ενας κατωτερος Θεος από εσενα Κυριε…
Που θα δεχεται να αναγνωρισει ότι ανάμεσα στα παιδια του, δεν μπορουν να υπαρχουν συνορα….

                                                                                                       Λευτέρης Πανούσης