Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2026

Η τελευταία ερώτηση




Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ Από το Περιοδικό "ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ" 
Τεύχος 8, Ιανουάριος 1976.

Ελεύθερη απόδοση Κειµένου Προλεγόµενα, και Επίλογος ∆ιον. Π. Σιµόπουλου






Ο συγγραφέας του διηγήµατος επιστηµονικής φαντασίας «Η τελευταία ερώτηση» ∆ρ Ισαάκ Ασίµωφ είναι ένας από τους πιο προφητικούς συγγραφείς όλων των εποχών. Έχει γράψει συνολικά πάνω από 160 βιβλία, και εκατοντάδες διηγήµατα, δοκίµια και άρθρα. τα θέµατα του ποικίλλουν από διάφορα εκλαϊκευµένα θέµατα της επιστήµης, έως διηγήµατα και µυθιστορήµατα επιστηµονικής φαντασίας. Έχει γράψει Για κάθε σχεδόν θέµα πού µπορεί νά φανταστεί κανείς: από αστρονοµία µεχρι Σαίξπηρ, από µαθηµατικά µέχρι σάτιρα, από βιολογία µέχρι ιστορία, και από φυσική µέχρι Για την Παλαιά και την Καινή ∆ιαθήκη. Όπως όµως παραδέχεται και ο ίδιος, είναι περισσότερο γνωστός σαν συγγραφέας επιστηµονικής φαντασίας.


Παρ' όλο πού γεννήθηκε στην µικρή κωµόπολη Πετρόβιτσι τής Ρωσίας στις 2 Ιανουαρίου 1920, ή οικογένεια του µετανάστευσε στις Ηνωµένες Πολιτείες δύο χρόνια αργότερα, το 1922, όπου ο νεαρός Ισαάκ µεγάλωσε, στο Μπρούκλιν τής Νέας Υόρκης. Αργότερα παρακολούθησε µαθήµατα βιοχηµείας στο Πανεπιστήµιο Κολούµπια τής Νέας Υόρκης, απ' όπου και έλαβε το διδακτορικό του δίπλωµα το 1948. το 1949 εκλέγεται καθηγητής τής Βιοχηµείας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστηµίου της Βοστόνης, όπου συνεχίζει ακόµα και σήµερα νά δίνει ορισµένες διαλέξεις κάθε χρόνο. Το πρώτο του διήγηµα επιστηµονικής φαντασίας δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό «Καταπληκτικές Ιστορίες» τον Απρίλιο του 1940. Είχε τίτλο «Η Απειλή από την Καλλιστώ», και αριθµούσε συνολικά 6.500 λέξεις και Για το οποίο έλαβε το µηδαµινό, ακόµα και τότε, ποσό των 1000 δραχµών. Αυτή ήταν ή αρχή. Και ήταν µια καλή αρχή, γιατί στην περίοδο των πανεπιστηµιακών του χρόνων και µέχρι τον διορισµό του σαν καθηγητή Πανεπι στηµίου συνέγραψε συνολικά 60 διηγήµατα και µυθιστορήµατα επιστηµονικής φαντασίας, πού αριθµούσαν συνολικά από 100 έως 50.000 λέξεις το καθένα. Κατά τη διάρκεια τής πρώτης του αυτής συγγραφικής περιόδου συνέγραψε την περίφηµη τριλογία του: «το Ίδρυµα», «το Ίδρυµα και ή Αυτοκρατορία», και «το ∆εύτερο Ίδρυµα». το µυθιστόρηµα αυτό θεωρείται σήµερα πλέον σαν το καλύτερο µυθιστόρηµα πού έχει ποτέ γραφεί στον χώρο τής επιστηµονικής φαντασίας. Επίσης στην ίδια περίοδο συνέγραψε και ένα διήγηµα 13.200 λέξεων πού θεωρείται απ’ όλους τους ειδικούς εκτός από τον ίδιο, ότι είναι το καλύτερο διήγηµα επιστηµονικής φαντασίας πού έχει ποτέ γραφεί. Ο τίτλος του είναι «Ο ερχοµός τής Νύχτας» και δηµοσιεύτηκε Για πρώτη φορά στο περιοδικό «Καταπληκτική Επιστηµονική Φαντασία» το Σεπτέµβριο του 1941. Ήταν το 320ο διήγηµα πού είχε γράψει.
Εν τούτοις το διήγηµα πού θεωρεί ο ίδιος σαν το καλύτερο τής καριέρας του µέχρι σήµερα είναι αυτό πού δηµοσιεύεται πάρα κάτω και τιτλοφορείται: «Η τελευταία ερώτηση». ∆ηµοσιεύτηκε Για πρώτη φορά το 1956 και είναι το επιστέγασµα µιας σειράς είκοσι διηγηµάτων µε γενικό θέµα τους κοµπιούτερς - ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τη θέση τους στις κοινωνίες του µέλλοντος και την εξέλιξή τους. το διήγηµα αυτό κατέχει µία ενδιαφέρουσα θέση. Ξεφεύγει τελείως από την πεπατηµένη οδό των ροµπότ τής σειράς και των Φρανκεστάιν και ανεβάζει τον τύπο αυτό σε µια κλίµακα τέτοια, ώστε πολλοί αναγνώστες νά γράφουν στον συγγραφέα ρωτώντας τον εάν το έγραψε ο ίδιος και πώς µπορούν νά το ξαναδιαβάσουν, γιατί είτε είχαν ξεχάσει τον τίτλο του, είτε δεν θυµόντουσαν που το είχαν διαβάσει Για πρώτη φορά. Φαίνεται ότι το περιεχόµενο του διηγήµατος αυτού τους ελκύει, αλλά και συγχρόνως τους φοβίζει. Υποσυνείδητα φαίνεται ότι προσπαθούν νά το ξεχάσουν αλλά δεν το επιτυγχάνουν τελείως. θα ήταν νοµίζω ενδιαφέρον νά αναφερθεί εδώ ότι το διήγηµα αυτό έγινε και θέµα κηρύγµατος σε µία εκκλησία του Μπέντφορντ τής Μασαχουσέτης. Η «Τελευταία ερώτηση» είναι αναµφίβολα ένα διαφορετικό διήγηµα επιστηµονικής φαντασίας, γιατί πιάνει ένα θέµα από την αρχή του, και το συνεχίζει µέσα σε διαδοχικές φάσεις µέχρι το τέλος του, όπου ο αναγνώστης ανακαλύπτει ξαφνικά ότι...

                                             ----   ~~~~    -----


Η τελευταία ερώτηση ετέθη για πρώτη φορά, στα µισοαστεία, στις 21 Μαΐου του 2061, τον καιρό εκείνο όταν η ανθρωπότητα πρωτοείδε το φως. Η ερώτηση, πού είχε για κίνητρο ένα στοίχηµα πέντε δολαρίων έγινε µια φορά πού ο Αλεξάντερ Αντέλ και ό Μπέρτραµ Λούπωφ έπιναν τα ποτηράκια τους. Ήσαν και οι δυο τους πιστοί επιστάτες του Μάλτιβακ. Και ήξεραν καλά τι κρυβόταν πίσω από το γεµάτο φωτάκια και ηλεκτρονικούς θορύβους, κρύο πρόσωπο — µίλια και µίλια προσώπου — του γιγάντιου αυτού κοµπιούτερ. Η τουλάχιστον το 'ξεραν τόσο καλά όσο οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Είχαν τουλάχιστον µια γενική ιδέα του όλου σχεδίου των ρελέδων και των ηλεκτρονικών κυκλωµάτων πού είχαν προ πολλού αναπτυχθεί πέρα από τα όρια από τα οποία ένας και µόνον άνθρωπος θα ήταν δυνατόν νά έχει µια σταθερή αντίληψη του όλου συστήµατος. Ο Μάλτιβακ ήταν πλήρως αύτοπροσαρµοζόµενος και αυτοδιορθωνόµενος. Και έπρεπε νά είναι, γιατί τίποτε το ανθρώπινο δέν µπορούσε νά τον προσαρµόσει και νά τον διορθώσει αρκετά γρήγορα, ή ακόµη και αρκετά επαρκώς. Έτσι ο Αντέλ και ο Κούπωφ επιστατούσαν τον τερατώδη γίγαντα µόνον ελαφρά και επιφανειακά, εν τούτοις, τόσο καλά όσο όποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος. Τον τροφοδοτούσαν µε πληροφορίες, προσάρµοζαν τις ερωτήσεις στα µέτρα του, και µετέφραζαν τις απαντήσεις πού εκδίδονταν. Ήταν φυσικό λοιπόν οι δυο τους, καθώς και όλοι οι άλλοι σαν κι αυτούς, νά µοιράζονται τη δόξα πού ανήκε στον Μάλτιβακ. Επί δεκαετίες, ο Μάλτιβακ είχε βοηθήσει στον σχεδιασµό των διαστηµοπλοίων και τον προσδιορισµό των τροχιών που βοήθησε τον άνθρωπο νά φτάσει στην Σελήνη, στον Άρη, στην Αφροδίτη, αλλά πέραν αυτών, οι φτωχοί πόροι της Γης δεν µπορούσαν νά υποστηρίξουν τα διαστηµόπλοια. Για τα µακρινά ταξίδια χρειάζονταν πάρα πολλή ενέργεια. Η Γή εκµεταλλευόταν τον άνθρακα και το ουράνιο µε αναπτυσσόµενη αποδοτικότητα, αλλά τα κοιτάσµατα και των δύο ήσαν περιορισµένα. Σιγά-σιγά όµως ό Μάλτιβακ έµαθε αρκετά ώστε νά δώσει απάντηση σε περισσότερο βασικές ερωτήσεις, στις 14 Μαΐου του 2061, αυτό πού ήταν κάποτε θεωρία, έγινε πραγµατικότητα. Η ενέργεια του Ήλιου αποθηκευόταν, µετατρεπόταν και άρχισε να χρησιµοποιείται απ’ ευθείας από όλα τα µέρη του πλανήτη. Ολόκληρη η Γη έσβησε τον καιγόµενο άνθρακα, το διασπαζόµενο ουράνιο, και άνοιξε τον διακόπτη πού την συνέδεσε ολόκληρη µε ενα µικρό σταθµό, πού είχε διάµετρο ενός µιλίου, και περιφερόταν γύρω από τη Γή στη µέση τής απόστασης, από τή Σελήνη. Ολόκληρη ή Γή τροφοδοτείτο µε αόρατες δέσµες ακτίνων ηλιακής ενέργειας.

Επτά µέρες δεν ήσαν αρκετές για νά ξεφτίσουν τη δόξα του γεγονότος και τελικά ο Αντέλ και ό Λούπωφ κατόρθωσαν νά ξεφύγουν από τις δηµόσιες εκδηλώσεις και νά συναντηθούν ήσυχα εκεί πού κανείς δεν θά σκεφτόταν νά ψάξει νά τους βρει, στις ερηµωµένες υπόγειες αίθουσες, όπου φαίνονταν µερικά τµήµατα του πανίσχυρου θαµµένου κορµιού του Μάλτιβακ.  Χωρίς επιτήρηση, ο Μάλτιβακ τεµπέλιαζε, διαχωρίζοντας διάφορα στοιχεία µε ευχαριστηµένους οκνηρούς µικροθορύβους, µια που κι αυτός είχε κερδίσει τις διακοπές του, κάτι που κι οι δυο τους του το αναγνώριζαν. ∆εν είχαν αρχικά καµία πρόθεση νά τον ενοχλήσουν. Είχαν φέρει µαζί τους µια µποτίλια και το µόνο τους ενδιαφέρον την στιγµή εκείνη ήταν να ξεκουραστούν µε συντροφιά τους την µπουκάλα.  
«Είναι καταπληκτικό όταν το σκεφτεί κανείς» είπε ο Αντέλ. Το πλατύ του πρόσωπο ήταν χαρακωµένο από την κούραση, και ανακατεύοντας το ποτό του σιγά - σιγά µε µια γυάλινη βεργούλα, κοίταζε τα παγάκια πού µπερδεύονταν ακατάστατα στο ποτήρι. «Όλη την ενέργεια πού θα µπορούσαµε νά χρησιµοποιήσουµε για πάντα, την έχουµε τσάµπα. Αρκετή ενέργεια για να λιώσουµε την Γή, εάν το θέλαµε, και να την κάνουµε µια µεγάλη σταγόνα ακάθαρτου υγρού σιδήρου, και εν τούτοις νά µην µας λείψει καν όλη αυτή ή ενέργεια πού θα χρησιµοποιούσαµε. Όλη την ενέργεια πού θα µπορούσαµε ποτέ νά χρειαστούµε, νυν και αεί και στους αιώνες των αιώνων»
Ο Λούπωφ ανασήκωσε το κεφάλι του πλαγιαστά. Του 'χε γίνει συνήθεια όταν ήθελε νά φέρει αντίρρηση σε κάτι· και ήθελε νά κάνει τον αντιρρησία τώρα, από ένα µέρος γιατί υποχρεώθηκε νά µεταφέρει τά παγάκια και τα ποτήρια, 
«Όχι για πάντα» είπε. 
«Στο καλό σου Μπέρτ, σχεδόν για πάντα. Μέχρις ότου ξωφλήσει ο Ήλιος». 
«Αυτό όµως δεν είναι για πάντα». 
«Εντάξει λοιπόν. ∆ισεκατοµµύρια και δισεκατοµµύρια χρόνια. Ίσως και είκοσι δισεκατοµµύρια, είσαι ευχαριστηµένος;». 

Ο Λούπωφ πέρασε το δάκτυλο του ανάµεσα στα αραιά του µαλλιά σαν να προσπαθούσε νά βεβαιώσει τον εαυτό του ότι του είχαν ακόµη µείνει µερικά και ρούφηξε απαλά λίγο από το ποτό του. 
«Είκοσι δισεκατοµµύρια χρόνια δεν είναι για πάντα»
«Και λοιπόν για µας είναι αρκετά, ναι ή όχι;». 
«Εν τάξει, τώρα όµως µπορούµε νά συνδέσουµε το κάθε διαστηµόπλοιο στον Ηλιακό Σταθµό, και νά το στείλουµε στον Πλούτωνα µετ! επιστροφής είκοσι εκατοµµύρια φορές χωρίς νά ανησυχούµε γιά τά καύσιµα. ∆εν µπορείς νά κάνεις κάτι τέτοιο µε άνθρακα και ουράνιο. Ρώτα τον Μάλτιβακ, εάν δέν µε πιστεύεις!» «∆εν χρειάζεται νά ρωτήσω τον Μάλτιβακ το ξέρω». 
«Τότε πάψε νά κακολογάς το τι έχει κάνει για µας ο Μάλτιβακ» είπε ό Αντέλ ξαναµµένος. «Τα κατάφερε µία χαρά»
«Και ποιος είπε το αντίθετο; Το τι λέω είναι ότι ό Ήλιος δεν θα διαρκέσει για πάντα. Μόνον αυτό λέω. Είµαστε ασφαλείς για είκοσι δισεκατοµµύρια χρόνια, κατόπιν όµως;» πρότεινε ό Λούπωφ µε σηκωµένο το ένα του δάκτυλο, πού έτρεµε ελαφρά, προς τον άλλον. «Και µην µου πεις ότι τότε θα χρησιµοποιήσουµε κάποιο άλλο άστρο!». 

Για λίγο έµειναν κι οι δυό σιωπηλοί. Ο Αντέλ έφερνε µόνον που και που το ποτήρι του στα χείλη, ενώ τα µάτια του Λούπωφ έκλεισαν σιγά-σιγά. Ξεκουράζονταν. 
Και τότε τα µάτια του Λούπωφ άνοιξαν ξαφνικά διάπλατα. 
«Σκέφτεσαι ότι θα χρησιµοποιήσουµε κάποιο άλλο άστρο όταν τα τινάξει ό Ήλιος, έτσι δεν είναι;» 
«∆εν σκέφτοµαι τίποτε». 
«Και βέβαια το σκέφτεσαι. ∆εν είσαι γερός στη λογική κι αυτό είναι το πρόβληµα σου. Μοιάζεις µε εκείνον τον άνθρωπο σ' ένα ανέκδοτο πού αναγκάστηκε νά τρέξει κάτω από ένα δένδρο σ' ένα δάσος όταν έπιασε µία ξαφνική µπόρα. Βλέπεις κι αυτός δεν ανησυχούσε γιατί υπολόγιζε ότι όταν το ένα δένδρο µούσκευε, θα πήγαινε κάτω από ένα άλλο». 
«Εν τάξει το κατάλαβα» είπε ο Αντέλ «Μη φωνάζεις. Όταν ο Ήλιος σβήσει, τα αλλά άστρα θά έχουν κι αυτά σβήσει». 
«Καλά πού το κατάλαβες» µουρµούρισε ό Λούπωφ «Τα πάντα είχαν µιά αρχή στην πρωταρχική κοσµική έκρηξη, ό,τιδήποτε κι αν ήταν αυτό Και τα πάντα θα έχουν ένα τέλος όταν όλα τα άστρα θα σβήσουν. Μερικά σβήνουν γρηγορότερα από άλλα. Τα άστρα γίγαντες δεν θα κρατήσουν ούτε εκατό εκατοµµύρια χρόνια. Ο Ήλιος θα κρατήσει είκοσι δισεκατοµµύρια χρόνια, Και ίσως τα άστρα - νάνοι νά κρατήσουν εκατό δισεκατοµµύρια, το πολύ πού θα µας κάνουν. Ας περάσουν όµως ένα τρισεκατοµµύριο χρόνια Και τα πάντα θα σκοτεινιάσουν. Η εντροπία αναγκαστικά θα αυξηθεί στο µέγιστο όριο, Και τότε τέρµα στα δίφραγκα». 
«Ξέρω τα πάντα για την εντροπία» είπε ο Αντέλ, υπερασπιζόµενος την αξιοπρέπεια του.
 «Αρβύλες ξέρεις». 
«Ξέρω τόσα όσα κι εσύ». 
«Τότε λοιπόν θα πρέπει νά ξέρεις ότι το κάθε τι αναγκαστικά θα σταµατήσει κάποτε». 
«Εν τάξει. Ποιος λέει όχι.» 
«Εσύ το 'πες κακοµοίρη µου. Είπες ότι είχαµε όλη την ενέργεια πού χρειαζόµαστε για πάντα. Είπες για πάντα». 
Ήταν τώρα ή σειρά του Αντέλ νά κάνει τον αντιρρησία. 
«Ίσως κάποτε µπορέσουµε νά ξαναδηµιουργήσουµε τα πάντα Και πάλι» είπε. «Ποτέ». 
«Γιατί όχι, κάποτε». 
«Ποτέ»! «Ρώτα τον Μάλτιβακ!»
 «Ρώτησε τον εσύ. Σε προκαλώ. Πέντε δολάρια λένε ότι δεν γίνεται»

Ο Αντέλ ήταν αρκετά µεθυσµένος ώστε νά το προσπαθήσει, αρκετά νηφάλιος ώστε νά µπορέσει νά σχηµατίσει την ερώτηση µε τά απαραίτητα σύµβολα και λειτουργίες πού χρειάζονταν, ώστε σε κοινές λέξεις θα µπορούσε νά µεταφραστεί ως εξής: Θα µπορέσει κάποια µέρα ή ανθρωπότητα νά επαναφέρει τον Ήλιο στην πρώτη του νεότητα ακόµη Και µετά το θάνατο του από γηρατειά; Η θα µπορούσε νά εκφραστεί µάλλον καλύτερα κάπως έτσι: Πώς θα µπορούσε ή καθαρή ποσότητα τής εντροπίας του σύµπαντος νά ελαττωθεί;

Ο Μάλτιβακ για µια στιγµή σταµάτησε νά δουλεύει και ή σιωπή του ήταν καταθλιπτική. Το αργό άναβόσβηµα πού έκαναν τα φωτάκια του σταµάτησε, οι µακρινοί µικροθόρυβοι των ρελέδων του σταµάτησαν κι αυτοί. Και τότε καθώς οι δυο φοβισµένοι τεχνικοί αισθάνθηκαν ότι δεν θα µπορούσαν νά βαστήξουν την αναπνοή τους ούτε ένα δευτερόλεπτο πάρα πάνω ξαφνικά το τηλέτυπο πού ήταν συνδεδεµένο σ' εκείνο το τµήµα του Μάλτιβακ ξαναζωντάνεψε απότοµα. Οι τυπωµένες λέξεις έγραφαν: ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. 
«Το στοίχηµα χάλασε» ψιθύρισε ο Λούπωφ κι έφυγαν βιαστικά. Μέχρι το επόµενο πρωινό, µε κεφάλια πού βούιζαν και µουδιασµένες γλώσσες, είχαν και οι δυο τους ξεχάσει το όλο περιστατικό.



Ο Τζερόντ, ή Τζεροντίνη και οι Τζεροντέτες Α και Β παρακολουθούσαν την αστρική εικόνα στην τηλεοθόνη νά αλλάζει καθώς ή διάβαση τους από το ύπερδιάστηµα συµπληρώθηκε µέσα σε χρόνο µηδέν. Ταυτόχρονα το οµοιόµορφο µείγµα των άστρων παραχώρησε την θέση του στην επικράτηση ενός και µόνου λαµπρού σφαιρικού δίσκου στο κέντρο της. 
«Νάτος ο Χ-23» είπε ό Τζερόντ µε πεποίθηση. Τα λεπτά του χέρια σφίχτηκαν γερά πίσω από την πλάτη του και οι κλειδώσεις τους άσπρισαν. Τά δύο κορίτσια οι µικρές Τζεροντέτες είχαν για πρώτη φορά στην ζωή τους αισθανθεί την εµπειρία της διάβασης µέσω του ύπερδιαστήµατος και ήσαν νευρικές από την στιγµιαία αίσθηση της διαδροµής. Έπνιξαν τα νευρικά τους γελάκια Και άρχισαν γρήγορα νά κυνηγούν ή µία την άλλη γύρω από την µητέρα τους, φωνάζοντας 
«Φτάσαµε στον Χ23, φτάσαµε στον Χ-23, φτάσαµε...». 
«Ησυχία παιδιά» είπε ή Τζεροντίνη. 
«Είσαι βέβαιος Τζερόντ;» 
«Υπάρχει Και τίποτε άλλο νά είναι κανείς εκτός από σίγουρος;» ρώτησε ό Τζερόντ ρίχνοντας την µατιά του στον όγκο του άµορφου µετάλλου ακριβώς κάτω από την οροφή. ∆ιέσχιζε όλο το µήκος του δωµατίου Και χανόταν µέσα και στους δύο ακραίους τοίχους. Ήταν τόσο µακρύ όσο Και το διαστηµόπλοιο. Ο Τζερόντ µόλις και µετά βίας γνώριζε ένα-δύο πράγµατα γιά την παχιά αυτή µεταλλική βέργα εκτός από το ότι την αποκαλούσαν Μικροβάκ, ότι της έθετε κανείς ερωτήσεις εάν ήθελε· Και ακόµη κι αν δέν την ρωτούσες αυτή είχε έτσι κι αλλιώς σαν έργο της νά οδηγήσει το διαστηµόπλοιο σ' έναν προδιατεταγµενο προορισµό, νά τροφοδοτείται από τις ενέργειες τών διαφόρων Υπογαλαξιακών Σταθµών Ενεργείας· νά υπολογίζει τις εξισώσεις γιά τά ύπερδιαστηµικά άλµατα. Ο Τζερόντ Και ή οικογένεια του δέν είχαν νά κάνουν τίποτε παρά νά περιµένουν, παραµένοντας στους αναπαυτικούς χώρους του διαστηµοπλοίου. Κάποιος είχε πει κάποτε στον Τζερόντ ότι το -ακ στο τέλος της λέξης «Μικροβάκ» σήµαινε «αναλογικός κοµπιούτερ» στην αρχαία γλώσσα αλλά βρισκόταν στα πρόθυρα νά ξεχάσει ακόµη κι αυτό. 
Τα µάτια της Τζεροντίνης ήσαν υγρά καθώς κοιτούσε την τηλεοθόνη. 
«∆εν µπορώ παρά νά αισθάνοµαι άσχηµα πού αφήνουµε την Γη». 
«Μα γιατί για όνοµα του Θεού;» ρώτησε ο Τζερόντ απαιτητικά. 
«∆εν είχαµε τίποτε εκεί πέρα. Στον Χ-23 θα τα 'χουµε όλα. ∆εν θα 'σαι µόνη σου. Υπάρχουν ήδη περισσότεροι από ενα εκατοµµύριο άνθρωποι επάνω στον πλανήτη. Θεέ µου, ξεχνάς ότι τα δισέγγονα µας θά ψάχνουν για νέους κόσµους επειδή ο Χ-23 θα είναι υπερπληρωµενος;» 
«Το ξέρω, το ξέρω» είπε ή Τζεροντίνη παθιασµένα. 

Η Τζεροντέτα Α τους έκοψε λέγοντας «Ο Μικροβάκ µας είναι ο καλύτερος Μικροβάκ του κόσµου»
«Το πιστεύω κι εγώ αυτό» είπε ο Τζερόντ ανακατεύοντας τα µαλλιά της. Ήταν υπέροχο το αίσθηµα του νά ξέρεις ότι έχεις έναν δικό σου Μικροβάκ και ό Τζερόντ ήταν ευτυχής πού ανήκε στην γενιά του και σε καµιά άλλη. Στα νιάτα του πατέρα του οι µόνοι κοµπιούτερς πού υπήρχαν ήσαν τεράστιες µηχανές ξαπλωµένες σ' ένα χώρο 250 τετραγωνικών χλµ. Κάθε πλανήτης είχε έναν και µόνον. Και τους αποκαλούσαν Πλανητικούς Α.Κ. Επί χίλια χρόνια µεγάλωναν συνεχώς σε µέγεθος Και τότε ξαφνικά δια µιας έγινε ή τελειοποίηση Και ή λέπτυνση. Αντί για τρανζίστορς τοποθετήθηκαν οι µοριακές βαλβίδες, έτσι ώστε ακόµη και ο µεγαλύτερος Πλανητικός Α.Κ. µπορούσε νά τοποθετηθεί σ' έναν χώρο ίσο µε τον µισό χώρο ενός διαστηµοπλοίου. Ο Τζερόντ αισθάνθηκε αναζωογονηµένος, όπως αισθανόταν πάντα όταν θυµόταν ότι ό δικός του προσωπικός Μικροβάκ ήταν πολύ πιο περίπλοκος από τον αρχαίο και πρωτόγονο Μάλτιβακ πού είχε πρώτος δαµάσει τον Ήλιο, Και σχεδόν τόσο περίπλοκος όσο ό Πλανητικός Α.Κ. τής Γης πού ήταν ο µεγαλύτερος και πού είχε για πρώτη φορά λύσει το πρόβληµα των υπερδιαστηµικών ταξιδιών κάνοντας τα ταξίδια στα άστρα πραγµατικότητα. 
«Τόσα πολλά άστρα, τόσοι πολλοί πλανήτες» αναστέναξε ή Τζεροντίνη, απασχοληµένη µε τις δικές της σκέψεις. «Υποθέτω ότι οι οικογένειες θά ταξιδεύουν σε νέους πλανήτες για πάντα όπως κάνουµε κι εµείς τώρα». 
«Όχι για πάντα» είπε ο Τζερόντ µ' ένα χαµόγελο. 
«Θα σταµατήσουν όλα κάποτε, αλλά όχι πριν περάσουν δισεκατοµµύρια χρόνια. Πολλά δισεκατοµµύρια. Ακόµη και τά άστρα πεθαίνουν. Η Εντροπία αναγκαστικά αυξάνεται». 
«Τι είναι ή Εντροπία, µπαµπά;» πετάχτηκε ή Τζεροντέτα Β. 
«Εντροπία, γλυκεία µου µικρούλα, είναι µία λέξη πού σηµαίνει την ποσότητα µε την οποία καταναλώνεται το Σύµπαν. Το κάθε τι ξοδεύεται Και τελειώνει όπως και το µικρό σου ροµπότ, θυµάσαι;» 
«Ναι αλλά δεν µπορεί κανείς νά αλλάξει την µπαταρία όπως στο ροµπότ µου;» 
«Μα τα άστρα ε ί ν α ι   οι µπαταρίες µας, µικρή µου. Όταν τελειώσουν αυτά δεν υπάρχουν άλλες µπαταρίες»
Η Τζεροντέτα Α έβαλε τις φωνές «Μην τ' αφήσεις, µπαµπά. Μην αφήσεις τ' άστρα νά πεθάνουν».
 «Κοίτα τώρα τί έκανες» ψιθύρισε ή Τζεροντίνη αναστατωµένη. 
«Πού ήθελες νά ξέρω ότι θά τις φόβιζε;» απάντησε και ό Τζερόντ ψιθυριστά. «Ρώτησε τον Μικροβάκ» θρηνούσε ή Τζεροντέτα Α. 
«Ρώτησε τον πώς θα ξαναζωντανέψουν τα άστρα Και πάλι». 
«Άντε κάνε το» είπε ή Τζεροντίνη. «Θα τις κάνεις νά ησυχάσουν» (Η Τζεροντέτα Β είχε κι αυτή αρχίσει νά κλαίει). 
Ο Τζερόντ σήκωσε τους ώµους του. 
«Εν τάξει, εν τάξει µικρούλες µου, θα ρωτήσω τον Μικροβάκ. Μην στενοχωριέστε θα µας το πεί». Ρωτώντας τον Μικροβάκ πρόσθεσε γρήγορα «Γράψε την απάντηση». 
Ο Τζερόντ χούφτιασε την λεπτή ταινία του σελοφίλµ και είπε χαρούµενα  «το βλέπετε ο Μικροβάκ λέει ότι θα τα τακτοποιήσει όλα όταν φτάσει ο καιρός, γι' αυτό µην στενοχωριέστε καθόλου»
Η Τζεροντίνη είπε «Και τώρα παιδιά καιρός γιά ύπνο. Θά βρισκόµαστε στο νέο µας σπίτι σύντοµα». Ο Τζερόντ διάβασε για µια ακόµη φορά τις λέξεις στο σελοφίλµ πριν το καταστρέψει: ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. 


Σήκωσε και πάλι τους ώµους του και κοιταξε στην τηλεοθόνη. 
Ο Χ-23 βρισκόταν κατ' ευθείαν εµπρός. 
Ο ΒΖ-23Χ του Λαµεθ ατένισε τον µαύρο βυθό του  τρισδιάστατου µικροποιηµένου χάρτη του Γαλαξία και είπε «είµαστε άραγε γελοίοι µε το νά ανησυχούµε για το όλο θέµα;» 
Ο ΜΚ-17Ζ του Νικρόν κούνησε το κεφάλι του. «∆έν το νοµίζω. Το ξέρεις καλά ότι ο Γαλαξίας θά έχει γεµίσει σε πέντε χρόνια µε τον τωρινό ρυθµό της αύξησης». 
Και οι δυό τους έµοιαζαν νά είναι γύρω στα είκοσι και οι δύο τους ήσαν ψηλοί µε τέλεια κατατοµή. 
«Εν τούτοις» είπε ό ΒΖ-23Χ, «διστάζω ακόµη να καταθέσω µια απογοητευτική αναφορά στο Γαλαξιακό Συµβούλιο».
 «Εγώ δεν θα υπολόγιζα κανενός άλλου είδους αναφορά. Τράνταξε τους λιγάκι. Και είναι ανάγκη νά τους τραντάξουµε». 
Ο ΒΖ-23Χ αναστέναξε. «Το διάστηµα είναι άπειρο. Εκατό δισεκατοµµύρια γαλαξίες µας περιµένουν. Ίσως και περισσότεροι». 
«Εκατό δισεκατοµµύρια δεν είναι καθόλου άπειρο και µε τον καιρό αυτό το άπειρο λιγοστεύει. Σκέψου!  Πριν είκοσι χιλιάδες χρόνια ή ανθρωπότητα έλυσε για πρώτη φορά το πρόβληµα του πώς νά κάνουν χρήση της αστρικής ενέργειας και µερικούς αιώνες αργότερα τα διαστρικά ταξίδια πραγµατοποιήθηκαν. Η ανθρωπότητα χρειάστηκε ένα εκατοµµύριο χρόνια για νά γεµίσει έναν µικρό κόσµο και µετά, µέσα σε δεκαπέντε χιλιάδες χρόνια, είχε πληµµυρίσει τον υπόλοιπο Γαλαξία. Και τώρα ό πληθυσµός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια»
Ο ΒΖ-23 Χ τον διέκοψε. «Το χρωστάµε κι αυτό στην αθανασία». 
«Πολύ καλά. Η αθανασία έγινε πραγµατικότητα και υπάρχει, και αναγκαστικά πρέπει νά την λάβουµε υπόψη µας. Παραδέχοµαι ότι αυτή ή αθανασία έχει και τις άσχηµες πλευρές της. Ο Γαλαξιακός Α.Κ. µας έχει λύσει πολλά προβλήµατα αλλά λύνοντας το πρόβληµα των γηρατειών και τού θανάτου, έχει χαλάσει όλες τις άλλες λύσεις πού µας έδωσε»
«Εν τούτοις δεν νοµίζω νά θέλεις νά εγκαταλείψεις τή ζωή». 
«Κάθε άλλο» τον έκοψε ο ΜΚ-17Ζ, και µαλακώνοντας αµέσως είπε: «όχι ακόµη. Όπως και νά το κάνεις δεν είµαι ακόµη αρκετά µεγάλος, πόσο χρονών είσαι εσύ;» «∆ιακοσίων είκοσι τριών χρόνων. Και συ;» 
«Είµαι ακόµη κάτω από διακόσια. Αλλά ξαναγυρίζοντας στο θέµα µας, ο πληθυσµός διπλασιάζεται κάθε δέκα χρόνια. Όταν ο Γαλαξίας µας αυτός γεµίσει, θα έχουµε κατακλύσει άλλον έναν µέσα σε δέκα χρόνια. ∆έκα χρόνια ακόµη και θα 'χουµε γεµίσει δύο ακόµη γαλαξίες. Σε µιαν ακόµη δεκαετία τέσσερις επί πλέον. Σε εκατό χρόνια θα 'χουµε γεµίσει χίλιους γαλαξίες. Σε χίλια χρόνια, ένα εκατοµµύριο γαλαξίες. Σε δέκα χιλιάδες χρόνια, ολόκληρο το γνωστό Σύµπαν. Και τότε τι κάνουµε;» 
Ο ΒΖ-23Χ είπε «Σαν υποπροϊόν µην ξεχνάς ότι θα υπάρχει και το πρόβληµα της µετακίνησης. Θα 'θελα να 'ξερά πόσες µονάδες αστρικής ενέργειας θα χρειαστούν για νά µεταφερθούν γαλαξίες ανθρώπων από έναν γαλαξία στον άλλον». 
«Πολύ καλή παρατήρηση. Η ανθρωπότητα καταναλώνει ήδη δύο µονάδες αστρικής ενέργειας κάθε χρόνο».
 «Και το µεγαλύτερο µέρος της ενέργειας αυτής σπαταλιέται. Στο κάτω κάτω, ό δικός µας Γαλαξίας και µόνον σκορπάει χίλιες µονάδες αστρικής ενέργειας το χρόνο ενώ εµείς χρησιµοποιούµαι µόνον τις δύο απ’ αυτές τις µονάδες». 
«Εν τούτοις ακόµη και µε εκατό τοις εκατό αποδοτικότητα, δεν κάνουµε τίποτε παρά νά αναχαιτίζουµε µόνον για λίγο το τέλος. Οι ανάγκες µας σε ενέργεια αυξάνονται µε γεωµετρικό ρυθµό ακόµη πιο γρήγορα απ’ ότι ο πληθυσµός. Θα µας τελειώσει ή ενέργεια ακόµη πιο σύντοµα από ότι οι άδειοι γαλαξίες. Καλή παρατήρηση. Πάρα πολύ καλή παρατήρηση». 
«Θα αναγκαστούµε νά δηµιουργήσουµε νέα άστρα από διαστρικό αέριο». 
Η, καλύτερα δεν θα 'ταν, από την διασκορπισµένη θερµότητα;» ρώτησε ό ΜΚ-17Ζ σαρκαστικά. «Ίσως νά υπάρχει κάποιος τρόπος για νά αντιστραφεί ή εντροπία. Θα πρέπει νά ρωτούσαµε τον Γαλαξιακό Α.Κ.». 

Ο ΒΖ-23Χ δεν µιλούσε σοβαρά, αλλά ό ΜΚ-17Ζ έβγαλε από την τσέπη του την ατοµική του µονάδα σύνδεσης µε τον Α.Κ. και την τοποθέτησε µπροστά του επάνω στο τραπέζι. «Είµαι µισοαποφασισµένος νά το κάνω», είπε, «είναι κάτι πού ή ανθρώπινη φυλή θα πρέπει νά το αντιµετωπίσει κάποια µέρα». Τα µάτια του στυλώθηκαν µελαγχολικά στην µονάδα τής σύνδεσης του µε τον Α.Κ. Είχε όγκο τριάντα µόλις κυβικών εκατοστών και δέν έλεγε πολλά πράγµατα από µόνη της ήταν όµως συνδεδεµένη µέσω του ύπερδιαστήµατος µε τον Γαλαξιακό Α.Κ. πού υπηρετούσε όλη την ανθρωπότητα. Ακόµη και το υπερδιάστηµα, ήταν και αυτό ένα απερίσπαστο µέρος του Γαλαξιακού Α.Κ.

Ο ΜΚ-17Ζ δίστασε στιγµιαία, για νά αναρωτηθεί εάν κάποια µέρα στην αθάνατη ζωή του θα του δινόταν ή ευκαιρία νά δει τον Γαλαξιακό Α.Κ. Βρισκόταν επάνω σ' έναν µικρό ολόδικό του κόσµο, όπου αραχνωτά δύχτια από δέσµες ενέργειας κρατούσαν την ύλη µέσα στην όποια ρεύµατα υποµεσονίων είχαν πάρει τη θέση των χοντροκοµµένων µοριακών βαλβίδων. Εν τούτοις, παρά τις υποαιθέριες λειτουργίες του, ό Γαλαξιακός Α.Κ. ήταν γνωστό ότι είχε µήκος 30 περίπου µέτρων. 
Ο ΜΚ-17Ζ ρώτησε ξαφνικά τή µονάδα σύνδεσης µε τον Α.Κ.: «Μπορεί ή εντροπία νά αντιστραφεί ποτέ;» 
Ο ΒΖ-23Χ ξαφνιάστηκε και είπε αµέσως «Ε! τι κάνεις, δεν µιλούσα στα σοβαρά νά ρωτήσεις κάτι τέτοιο». 
«Γιατί όχι;» 
«Γιατί και οι δυο µας γνωρίζουµε ότι ή εντροπία δεν µπορεί νά αντιστραφεί. ∆εν µπορείς νά µετατρέψεις και πάλι καπνό και στάχτες σε δέντρο». «Έχετε δέντρα στον κόσµο σου;» ρώτησε ό ΜΚ17Ζ. 
Ο ήχος του Γαλαξιακού Α.Κ. τους ξάφνιασε, κάνοντας τους νά σωπάσουν. Η φωνή του βγήκε λεπτή και όµορφη από την µικρή µονάδα σύνδεσης στο τραπέζι. Είπε: ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. 
Ο ΒΖ-23Χ είπε: «Τα βλέπεις;» Και αµέσως µετά οι δύο άντρες επέστρεψαν στο θέµα τής αναφοράς πού θα έκαναν στο Γαλαξιακό Συµβούλιο. 


Η διάνοια του Ζή Πράιµ διασκορπίστηκε στον νέο Γαλαξία µε ένα ελαφρό ενδιαφέρον στους πολυάριθµους στρόµβους των άστρων πού του έδιναν δύναµη. Ήταν ή πρώτη φορά πού έβλεπε αυτόν τον Γαλαξία και αναρωτήθηκε εάν θα τους έβλεπε κάποτε όλους. Ήσαν τόσοι πολλοί, ο καθένας τους µε το φορτίο του, την ανθρωπότητα πού µετέφερε, ένα φορτίο πού ήταν σχεδόν άχρηστο. Όλο Και περισσότερο ή πραγµατική ουσία των ανθρώπων συγκεντρωνόταν εδώ έξω στον διαστηµικό χώρο. Όχι σώµατα πια, παρά διάνοιες. Τα αθάνατα σώµατα παρέµειναν πίσω επάνω στους πλανήτες, ακίνητα και άφθαρτα στο πέρασµα των αιώνων. Μερικές φορές κινιόνταν για µία κάποια υλική ενεργοποίηση αλλά κι αυτό γινόταν όλο και πιό σπάνια. Πολύ λίγα νέα άτοµα είχαν τώρα πιά δηµιουργηθεί για νά προσχωρήσουν στο απίστευτα ισχυρό πλήθος, άλλ' αυτό δεν είχε σηµασία. ∆εν υπήρχε παρά ελάχιστος χώρος στο Σύµπαν για νέους ανθρώπους. Ο Ζή Πράιµ ξέφυγε από τον ρεµβασµό του, όταν ήλθε σε επαφή µε την δαντελωτή ουσία µιας άλλης διάνοιας.
«Είµαι ο Ζή Πράιµ» είπε ό Ζή Πράιµ, «κι εσύ;» 
«Είµαι ο Ντή Σάµπ Ούάν. Ο Γαλαξίας σου;» 
«Τον αποκαλούµε απλά Γαλαξία, κι εσείς;» 
«Αποκαλούµε Και τον δικό µας το ίδιο. Όλοι οι άνθρωποι αποκαλούν τον Γαλαξία τους Γαλαξία Και τίποτ' άλλο. Γιατί όχι;» 
«Πράγµατι. Μια Και όλοι οι Γαλαξίες είναι το ίδιο». 
«Όχι όλοι οι Γαλαξίες. Σ' έναν ιδιαίτερο Γαλαξία ή φυλή του ανθρώπου θα πρέπει νά πρωτοδηµιουργήθηκε. Και αυτόν τον κάνει διαφορετικό». 
Ο Ζή Πράιµ είπε «Σε ποιόν απ' όλους;» 
«∆εν µπορώ να πω. Ο Παγκόσµιος Α.Κ. θά το ξέρει». 
«Τον ρωτάµε; Είµαι ξαφνικά περίεργος»

Η αντίληψη του Ζή Πράιµ ευρύνθηκε µέχρις ότου οι ίδιοι οι Γαλαξίες συνεστάλησαν Και έγιναν ένα νέο περισσότερο διάχυτο γαλάκτωµα σ' ένα µεγαλύτερο πλαίσιο. Τόσες πολλές εκατοντάδες δισεκατοµµυρίων Γαλαξίες, όλοι µε τα αθάνατα όντα τους, όλοι µεταφέροντας το φορτίο τους των νοηµόνων ατόµων, των οποίων οι διάνοιες περιφέρονταν άσκοπα και ελεύθερα στον διαστηµικό χώρο. 
Κι όµως ένας απ' αυτούς ήταν µοναδικός ανάµεσα σ' όλους τους, γιατί ήταν ό πρωταρχικός Γαλαξίας. Ένας απ’ αυτούςείχε, στο ανώτερο και µακρινό παρελθόν, µία περίοδο στην οποία ήταν ο µοναδικός Γαλαξίας πού κατοικείτο από τον άνθρωπο. Ο Ζή Πράιµ είχε κυριευτεί από την περιέργεια νά δει αυτόν τον Γαλαξία Και φώναξε δυνατά: «Παγκόσµιε Α.Κ. Από ποιόν Γαλαξία κατάγεται ή ανθρωπότητα;» 
Ο Παγκόσµιος Α.Κ. τον άκουσε, µια και σε κάθε πλανήτη Και σε κάθε σηµείο του διαστηµικού χώρου, είχε τους δέκτες του έτοιµους, και ό κάθε δέκτης οδηγούσε δια µέσου του υπερδιαστήµατος σε κάποιο άγνωστο σηµείο, όπου ό Παγκόσµιος Α.Κ. παρέµενε µόνος του διαχωρισµένος και µακρινός. Ο Ζή Πράιµ γνώριζε ένα µόνον άνθρωπο του οποίου οι σκέψεις είχαν εισχωρήσει σε µικρή απόσταση από τον Παγκόσµιο Α.Κ. και του είχε πει ότι είδε µόνον µία αστραφτερή σφαίρα µε διάµετρο µισό περίπου µετρο και δυσκολοδιάκριτη. 
«Αλλά πώς είναι δυνατόν αυτο Και µόνον νά αποτελεί τον Παγκόσµιο Α.Κ.;» είχε ρωτήσει ό Ζή Πράιµ. 
«Το µεγαλύτερο µέρος του» ήταν ή απάντηση, «βρίσκεται στο ύπερδιάστηµα. Σε τι κατάσταση είναι εκεί πέρα, ούτε πού µπορώ νά φανταστώ». 
Και ούτε κανένας άλλος µπορούσε, µια Και είχε περάσει προ πολλού πια ό καιρός, το γνώριζε καλά αυτό ο Ζή Πράιµ, πού οποιοσδήποτε άνθρωπος είχε οποιονδήποτε ρόλο στην κατασκευή ενός Παγκόσµιου Α.Κ. Ο κάθε Παγκόσµιος Α.Κ. σχεδίαζε Και κατασκεύαζε τον αντικαταστάτη του. Ο καθένας τους, κατά την διάρκεια τής υπόστασης του, του ενός περίπου εκατοµµυρίου ετών, συγκέντρωνε τα απαραίτητα στοιχεία για νά κατασκευάσει έναν καλύτερο και πιο πολύπλοκο, πιο ικανό αντικαταστάτη στον οποίον θα συγχωνεύονταν και τα δικά του στοιχεία Και ή δική του προσωπικότητα. Ο Παγκόσµιος Α.Κ. διέκοψε τις πλανόµενες σκέψεις του Ζή Πράιµ, όχι µε λόγια αλλά µε την καθοδήγηση. Η διανοητικότητα του Ζή Πράιµ οδηγήθηκε µέσα στην αχνοφωτισµένη θάλασσα των Γαλαξιών και ένας ιδιαίτερα απ' αυτούς µεγεθύνθηκε σε άστρα. 
Μία σκέψη τότε έφθασε, απείρως µακρινή, αλλά Και απείρως καθαρή. ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟΣ ΓΑΛΑΞΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ. Αλλά παρ' όλα αυτά ήταν το ίδιο όµοιος µε οποιονδήποτε άλλον, και ο Ζή Πράιµ έπνιξε την απογοήτευση του. 
Ο Ντή Σάµπ Ουάν του οποίου ή διάνοια είχε συντροφεύσει την άλλη, είπε ξαφνικά, «Και ένα απ’ αυτά τ' άστρα είναι µήπως το πρωταρχικό άστρο του Ανθρώπου;» 
Ο Παγκόσµιος Α.Κ. είπε: ΤΟ ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΧΕΙ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΝΟΒΑ. ΕΙΝΑΙ ΤΩΡΑ ΠΙΑ ΕΝΑ ΑΣΤΡΟ ΛΕΥΚΟΣ ΝΑΝΟΣ. «Και οι άνθρωποι του συστήµατος του πέθαναν;» ρώτησε ο Ζή Πράιµ, ξαφνιασµένος Και χωρίς νά σκεφτεί. 
Ο Παγκόσµιος Α.Κ. είπε: ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ, ΟΠΩΣ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΠΑΡΟΜΟΙΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΓΙΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ ΤΟΥΣ ΣΩΜΑΤΑ. 
«Ναί, βέβαια», είπε ό Ζή, Πράιµ, αλλά παρ' όλα αυτά µία αίσθηση απώλειας τον κατακυρίευσε. Η διάνοια του απελευθέρωσε την εικόνα του Πρωταρχικού Γαλαξία του Ανθρώπου, την άφησε νά επιστρέψει πίσω και νά χαθεί ανάµεσα στα άλλα δυσδιάκριτα φωτεινά σηµεία. ∆εν ήθελε νά τον ξαναδεί ποτέ πιά. 
Ο Ντή Σάµπ Ούάν, είπε «Τι τρέχει;» 
«Τ' άστρα πεθαίνουν. Το πρωταρχικό άστρο πέθανε». 
«Πρέπει νά πεθάνουν κάποτε όλα. Γιατί όχι;» 
«Ναι αλλά, όταν όλη ή ενέργεια έχει διασκορπιστεί, τα σώµατα µας θα πεθάνουν κι αυτά στο τέλος, και µαζί τους εσύ κι εγώ». 
«Θα περάσουν δισεκατοµµύρια χρόνια».
 «∆εν θέλω όµως νά συµβεί κάτι τέτοιο ακόµη κι αν περάσουν δισεκατοµµύρια χρόνια. Παγκόσµιε Α.Κ.! Πώς είναι δυνατόν νά συγκρατηθούν τα άστρα από τον θάνατο;» 
Ο Ντή Σάµπ Ούάν είπε διασκεδάζοντας. «Μα συ ρωτάς πώς µπορεί νά αλλάξει διεύθυνση ή εντροπία» 
Και ό Παγκόσµιος Α.Κ. απάντησε: ∆ΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΑΡΚΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤ Ι Κ Η Α Π Α Ν Τ Η Σ Η . 

Οι σκέψεις τού Ζή Πράιµ έφυγαν τότε, επιστρέφοντας πίσω στον δικό του Γαλαξία. ∆εν ξανασκέφτηκε ούτε στιγµή τον Ντή Σάµπ Ουάν, του οποίου το σώµα ίσως νά περίµενε σ' έναν γαλαξία ένα τρισεκατοµµύριο έτη φωτός µακριά, ή και στο γειτονικό ακόµη άστρο του ίδιου τού Ζή Πράιµ. ∆εν είχε όµως καµιά σχέση. ∆ύσθυµα ό Ζή Πράιµ άρχισε νά συλλέγει µεσοαστρικό υδρογόνο από το οποίο θα έφτιαχνε ένα δικό του µικρό άστρο. Εάν τα άστρα πρέπει κάποια µέρα νά πεθάνουν, τουλάχιστον µερικά µπορούσαν ακόµη νά δηµιουργηθούν. 


Ο Άνθρωπος βρέθηκε µε τον εαυτόν του, γιατί κατά κάποιον τρόπο ο Άνθρωπος ήταν διανοητικά µία µονάδα. Τον αποτελούσαν ένα τρισεκατοµµύριο τρισεκατοµµύρια τρισεκατοµµυρίων αγέραστα σώµατα, το καθένα στον τόπο του, το καθένα αναπαυόµενο ήσυχο και αδιάφθορο, το καθένα το φρόντιζαν τέλεια αυτόµατα ροµπότ, το ίδιο αδιάφθορα, ενώ οι διάνοιες όλων των σωµάτων ελεύθερα συγχωνεύονταν ή µία µε την άλλη, αδιάκριτα χωρίς διαχωρισµό. Και ο Άνθρωπος είπε «Το Σύµπαν πεθαίνει». Ο Άνθρωπος κοίταξε γύρω τους αµυδρούς Γαλαξίες. Τα άστρα γίγαντες, τα σπάταλα άστρα, είχαν χαθεί προ πολλού, πίσω στο αµυδρότερο από το αµυδρό παρελθόν. Σχεδόν όλα τα άστρα πού απέµειναν ήσαν πια λευκοί νάνοι, ξεθωριασµένα εξαφανίζονταν κι αυτά βαθµηδόν. Νέα άστρα είχαν δηµιουργηθεί από την µεσοαστρική σκόνη, µερικά από τις φυσικές διαδικασίες, µερικά από τον ίδιο τον Άνθρωπο, άλλα και αυτά εξαφανίζονταν σιγά-σιγά. Ίσως ήταν δυνατόν κάπως νά συντρίβονταν οι λευκοί νάνοι Και, µε τις πανίσχυρες δυνάµεις πού θα απελευθερώνονταν, νέα άστρα νά µπορούσαν νά δηµιουργηθούν, αλλά κι έτσι θα µπορούσε νά δηµιουργηθεί ένα µόνον άστρο για κάθε χίλιους καταστραµµένους λευκούς νάνους. Ακόµη όµως κι αυτά τα άστρα θα έφταναν στο τέλος τους. Ο Άνθρωπος είπε «Με την πιο προσεκτική φειδώ Και µε τις οδηγίες του Κοσµικού Α.Κ., ή ενέργεια πού έχει ακόµη αποµείνει σ' όλο το Σύµπαν θα διαρκέσει για δισεκατοµµύρια χρόνια». «Εν τούτοις» είπε ο Άνθρωπος «τελικά τα πάντα θα πάρουν κάποιο τέλος. Οσοδήποτε φειδωλά κι αν χρησιµοποιηθεί, οσοδήποτε κι αν παραταθεί, ή ενέργεια εφ' όσον έχει χρησιµοποιηθεί δεν µπορεί νά αναγεννηθεί. Η εντροπία πρέπει νά αυξάνεται συνεχώς µέχρις ότου· φθάσει το µέγιστο». Ο Άνθρωπος είπε «∆εν θα µπορούσε άραγε νά αντιστραφεί ή εντροπία; Ας ρωτήσουµε τον Κοσµικό Α.Κ.». Ο Κοσµικός Α.Κ. τους περιέβαλε άλλα όχι στον διαστηµικό χώρο. Ούτε το ελαχιστότατο τµήµα του δεν βρισκόταν στον διαστηµικό χώρο. Ήταν ολόκληρος στο ύπερδιάστηµα Και αποτελείτο από κάτι πού δεν ήταν ούτε ύλη ούτε ενέργεια. Το θέµα του µεγέθους του και τής φύσης του δεν είχε πια καµία έννοια µε δεδοµένα τα οποία θα µπορούσε ο Άνθρωπος νά κατανοήσει. «Κοσµικέ Α.Κ.» είπε ο Άνθρωπος, «πώς θα ήταν δυνατόν νά αντιστραφεί η εντροπία;» Ο Κοσµικός Α.Κ. είπε: ∆ΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΑΡΚΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. 
Ο Άνθρωπος είπε «Συγκέντρωσε τα συµπληρωµατικά στοιχεία». 
Ο Κοσµικός Α.Κ. είπε: ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΩ. ΕΧΩ Η∆Η ΑΡΧΙΣΕΙ ΝΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΝΩ ΤΑ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙ ΕΚΑΤΟ ∆ΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ. ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΟΧΟΙ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΕΧΟΥΜΕ ΕΡΩΤΗΘΕΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ. ΟΛΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΟΥ ΕΧΩ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΝΕΠΑΡΚΗ. 
«Θα έρθει όµως ο καιρός κάποτε» είπε ο Άνθρωπος «όταν τά στοιχεία θα είναι αρκετά, ή το πρόβληµα είναι άλυτο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες;» 
Ο Κοσµικός Α.Κ. είπε: ΚΑΝΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ∆ΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΥΤΟ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΟΠΟΙΕΣ∆ΗΠΟΤΕ ΣΥΝΘΗΚΕΣ. 
Ο Άνθρωπος είπε «Πότε θα έχεις αρκετά στοιχεία για νά απαντήσεις στην ερώτηση;» 
Ο Κοσµικός Α.Κ. είπε: ∆ΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΑΡΚΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. 
«Θα συνεχίσεις όµως νά προσπαθείς;» ρώτησε ό Άνθρωπος. 
Ο Κοσµικός Α.Κ. είπε: ΝΑΙ. 
Ο Άνθρωπος είπε «Θα περιµένουµε». 


Τα άστρα και oι Γαλαξίες πέθαναν Και σβήστηκαν για πάντα, και το διάστηµα σκοτείνιασε µετά από διαρροή δέκα τρισεκατοµµυρίων χρόνων. Ο ένας τον άλλον, ο Άνθρωπος συγχωνεύθηκε Και ενώθηκε µε τον Α.Κ., το καθένα από τα φυσικά σώµατα έχανε την διανοητική του ιδιότητα µε έναν τρόπο πού ήταν κάπως όχι απώλεια αλλά κέρδος. Η τελευταία διάνοια του ανθρώπου σταµάτησε λίγο πριν από τη συγχώνευση, κοιτάζοντας γύρω τον διαστηµικό χώρο πού δεν περιελάµβανε παρά τα αποµεινάρια ενός τελευταίου σκοτεινού άστρου και τίποτε άλλο εκτός από τροµερά λεπτή ύλη, πού κι αυτή ταραζόταν τυχαία από τα υπολείµµατα της θερµότητας πού διασκορπιζόταν, ασυµπτωτικά, σε µια ισορροπηµένη κατανοµή πού έφθανε το απόλυτο µηδέν. Ο Άνθρωπος είπε «Α.Κ. αυτό είναι το τέλος; θα µπορούσε αυτό το χάος νά αντιστραφεί Και νά ξαναµετατραπεί σε Σύµπαν; ∆εν µπορεί νά γίνει κάτι τέτοιο;» Ο Α.Κ. είπε: ∆ΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΗ ΑΡΚΕΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΘΕΤΙΚΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ. Η τελευταία διάνοια του Ανθρώπου συγχωνεύτηκε κι αυτή, και µόνον ο Α.Κ. υπήρχε — Και αυτός στο υπερδιάστηµα. 
Η ύλη και ή ενέργεια είχαν τελειώσει Και µαζί τους ο χώρος και ο χρόνος. Ακόµη και ο Α.Κ. υπήρχε µόνον χάρη στην µία τελευταία ερώτηση στην οποία δεν είχε ποτέ δώσει απάντηση από τον καιρό πού ένας µισοµεθυσµένος επιµελητής του κοµπιούτερ πριν δέκα τρισεκατοµµύρια χρόνια είχε κάνει την ερώτηση σε έναν κοµπιούτερ πού είχε λιγότερη σχέση από ότι ένας άνθρωπος είχε στον Άνθρωπο. Όλες οι άλλες ερωτήσεις είχαν πάρει απάντηση Και µέχρις ότου αυτή η τελευταία ερώτηση θα εύρισκε την απάντηση της επίσης, ο Α.Κ. δεν µπορούσε νά ελευθερώσει την συναίσθησή του. Όλα τα στοιχεία πού µπορούσε νά συλλέξει είχαν τελειώσει. ∆εν υπήρχε κανένα άλλο πια. Αλλά όλα τα στοιχεία είχαν ακόµη νά συνδυασθούν πλήρως Και νά τοποθετηθούν µαζί σε όλες τις πιθανές σχέσεις Και συνδυασµούς. Μια χρονικά απροσδιόριστη περίοδος δαπανήθηκε για νά γίνει αυτό. Και έφτασε νά πληρωθεί ο καιρός ώστε ο Α.Κ. νά µπορέσει νά µάθει πώς νά αντιστρέψει την κατεύθυνση της εντροπίας. Αλλά δεν υπήρχε πια κανένας άνθρωπος στον οποίον ο Α.Κ. θα µπορούσε νά δώσει την απάντηση στην τελευταία ερώτηση. ∆εν είχε όµως σηµασία. Η απάντηση — Και η απόδειξη — θα συµπεριλάµβανε και αυτό. Για µια ακόµη χρονικά απροσδιόριστη περίοδο, ο Α.Κ. σκέφτηκε πώς θα ήταν καλύτερα ΝΑ το εκτελέσει. 
Προσεκτικά ο Α.Κ. οργάνωσε το πρόγραµµα. 
Η συναίσθηση του Α.Κ. πού συµπεριλάµβανε τα πάντα, το κάθε τι πού ήταν κάποτε το Σύµπαν, περιφερόταν πάνω απ' αυτό πού ήταν τώρα Χάος. 
Βήµα προς Βήµα, θα πρέπει νά εκτελεστεί. 
Και ο Α.Κ. είπε: ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ ΦΩΣ: 
Και έγένετο φως...


Isaac Asimov 1956




Τι µπορεί να πει κανείς επί πλέον για την όλη πλοκή, και κυρίως για το απροσδόκητο όσο και εικονοπλαστικό τέλος του; Σ' αυτά τα ζητήµατα ο καθένας µπορεί να δώσει τις δικές του διευκρινίσεις και κριτικές. Εδώ θα αρκεστούµε µόνον σε µια µικρή και γενική ανάλυση του επιστηµονικού σκέλους του διηγήµατος, αφήνοντας το σκέλος της φαντασίας στη θεώρηση του κάθε αναγνώστη. Στην «Τελευταία ερώτηση» ο επιστηµονικός κρίκος πού συνδέει τα διάφορα χρονικά πλάνα µεταξύ τους είναι το θέµα της Εντροπίας. Συνδεδεµένα επίσης µεταξύ τους είναι και τρία θέµατα πού µπορούµε για ευκολία µας να τα ονοµάσουµε εξελικτικά µια και στα πλαίσια του διηγήµατος εξετάζουν την πιθανή εξελικτική πορεία, (α) των ηλεκτρονικών υπολογιστών - κοµπιούτερς, (β) του ανθρώπου, και (γ) των διαστηµικών και κυρίως των διαστρικών ταξιδιών. Εξετάζοντας τα εξελικτικά πρώτα θέµατα µπορούµε να αποδεχτούµε εύκολα όλες τις «προβλέψεις» του συγγραφέα οι οποίες τοποθετούνται στο πρώτο πλάνο, του 2061. ∆εν θα ήταν καθόλου φανταστικό να έχουν εξελιχθεί οι κοµπιούτερς σε εκατό περίπου χρόνια από σήµερα, στο σηµείο πού να µπορούν να λύνουν προβλήµατα όπως οι τροχιές των διαστηµοπλοίων, — κάτι πού και σήµερα γίνεται, µε τη βοήθεια όµως ειδικών προγραµµατιστών ανθρώπων — ή και ακόµα τής δέσµευσης και χρήσης τής ηλιακής ενέργειας.

Στα υπόλοιπα όµως πλάνα η αποδοχή µας γίνεται όλο και πιο περιορισµένη, οπότε πέφτουµε στο σκέλος τής φαντασίας. ∆εν µπορούµε φυσικά να αποκλείσουµε την περίπτωση ότι οι κοµπιούτερς θα γίνονται όλο και πιο τέλειοι, ότι θα µπορούν να κατασκευάζουν τελειότερους αντικαταστάτες, και ότι ο όγκος τους συνεχώς θα µικραίνει, ενώ οι δυνατότητας τους θα µεγαλώνουν. Μην ξεχνάµε άλλωστε τη ραγδαία — τερατώδη µάλλον—εξέλιξη πού είχαν τα τρία τελευταία χρόνια οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές τσέπης, οι οποίοι µε το πάτηµα µερικών πλήκτρων δίδουν λογαρίθµους, ρίζες, ηµίτονα, συνηµίτονα και τόσους άλλους µαθηµατικούς υπολογισµούς πού µέχρι προ τίνος ένας φοιτητής χρειαζόταν ώρες να εκτελέσει, ενώ σήµερα αρκούν κλάσµατα µόνο του δευτερολέπτου. Επίσης δεν µπορούµε να αποκλείσουµε ότι ο άνθρωπος θα εξελιχθεί στο µέλλον, γιατί ακόµα και τα σηµερινά µας δεδοµένα το παραδέχονται. Σε ποιο όµως από τα χρονικά πλάνα του διηγήµατος γίνεται ή µεταβίβαση από την επιστήµη στη φαντασία για τα δύο αυτά θέµατα, τής εξέλιξης των κοµπιούτερς αφ' ενός και του ανθρώπου αφ' ετέρου; Όσον αφορά τώρα το θέµα των διαστηµικών ή καλύτερα των διαστρικών ταξιδιών ο διαχωρισµός είναι πιο εύκολος. Ανέκαθεν οι συγγραφείς επιστηµονικής φαντασίας αργά η γρήγορα έπρεπε να αντιµετωπίσουν το θέµα των τεραστίων αποστάσεων µεταξύ των διαφόρων άστρων και γαλαξιών του σύµπαντος, καθώς και το αδιαπέραστο φράγµα πού παρουσιάζεται µε το ανώτατο όριο ταχύτητας, την ταχύτητα του φωτός — 300.000 χιλιόµετρα το δευτερόλεπτο. Οι συγγραφείς επιστηµονικής φαντασίας γνωρίζουν ότι το φράγµα αυτό είναι αδιαπέραστο, οπότε αναγκαστικά είναι υποχρεωµένοι να περιορίσουν την ταχύτητα των διαστηµοπλοίων τους στα 99.999 τοις εκατό τής ταχύτητας του φωτός. Μ' αυτή όµως την ταχύτητα ένα ταξίδι στο κέντρο του Γαλαξία µας θα διαρκούσε πάνω από 30.000 χρόνια. Ένα ταξίδι στον άλλο µεγάλο γαλαξία τής τοπικής µας οµάδας, στο γαλαξία τής Ανδροµέδας θα διαρκούσε δύο εκατοµµύρια χρόνια κ.ο.κ. Ο περιορισµός όµως αυτός δεν βόλευε καθόλου τους συγγραφείς επιστηµονικής φαντασίας, γιατί ακόµα κι αν δικαιολογούσαν τη δυνατότητα των πολύχρονων αυτών ταξιδιών µέσα στα χρονικά όρια τής ζωής των διαστηµικών ταξιδιωτών, χάρη στη σύµπτυξη του χρόνου, όπως προβλέπει η θεωρία τής σχετικότητας του Αϊνστάιν, εν τούτοις οι ήρωες του ήσαν καταδικασµένοι να επιστρέψουν στη Γη µετά πάροδο χιλιάδων χρόνων. Γι' αυτό όλοι σχεδόν οι συγγραφείς επιστηµονικής φαντασίας, όπως και ο Ασίµωφ στην «Τελευταία ερώτηση», κάνουν χρήση του «υπερδιαστήµατος». Το ύπερδιάστηµα αυτό υποτίθεται ότι είναι ένα είδος τούνελ πού κάπως πώς δηµιουργείται από κάποια µηχανή του διαστηµοπλοίου και µεταφέρει το διαστηµόπλοιο σε ελάχιστο χρόνο από το ένα µέρος του σύµπαντος στο άλλο. 
Με άλλα λόγια το «υπερδιάστηµα» δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό πού συνήθως αποκαλούµε «τα φτερά τής φαντασίας» µας. Απλά λοιπόν ύπερδιάστηµα δεν υπάρχει, παρ' όλο πού είναι µια αναπόσπαστη ανεκτίµητη και αναγκαία εφεύρεση στα περισσότερα διηγήµατα επιστηµονικής φαντασίας. Και µια υποσηµείωση: για όσους θεωρούν τις µαύρες και λευκές οπές του διαστήµατος σαν «υπερδιάστηµα» η απάντηση είναι ότι ίσως έχουν δίκιο, αλλά κανένα διαστηµόπλοιο πού θα µπει στο εσωτερικό µιας µαύρης οπής δεν πρόκειται να βγει από µια λευκή οπή, όπως το ξέρουµε, για να µας πει ότι κάναµε λάθος. Τέλος, στο πλέον βασικό επιστηµονικό θέµα του διηγήµατος, την Εντροπία, και την εξέλιξη των άστρων, ή έπιστηµονικότητα του συγγραφέα δεν µεταπηδά ούτε για µια στιγµή στο σκέλος τής φαντασίας. Και εδώ, βρίσκεται ή ανωτερότητα και ή υπεροχή πού έχουν κάνει τον Ασίµωφ έναν τόσο επιτυχηµένο συγγραφέα. Γιατί βήµα προς βήµα, µεθοδικά και χωρίς να το καταλάβει σχεδόν ο αναγνώστης, µε το τέλος του διηγήµατος έχει µάθει ένα από τα βασικότερα θέµατα τής εξέλιξης του σύµπαντος, και ένα από τα κυριότερα κεφάλαια της Φυσικής: τι σηµαίνει Εντροπία και που οδηγεί το σύµπαν το δεύτερο θερµοδυναµικό αξίωµα νόµος.

Μπορεί µάλιστα το διήγηµα αυτό να θεωρηθεί και λίγο προφητικό. Το 1956 το πιο ενδεδειγµένο µοντέλο πού είχαµε για την εξέλιξη του σύµπαντος ήταν το λεγόµενο παλλόµενο σύµπαν. Θεωρείτο δηλαδή ότι παρ' όλο πού σήµερα το σύµπαν διαστέλλεται εµφανώς, δισεκατοµµύρια χρόνια στο µέλλον ή διαστολή αυτή θα αντιστραφεί και θα αρχίσει ή συστολή του, ή οποία θα επαναφέρει όλη την ύλη του σύµπαντος στο κέντρο, όπου µια τεράστια σύγκρουση θα επιφέρει µια νέα κοσµική έκρηξη και θα ξαναρχίσει η διαστολή, και έτσι θα συµβαίνει επ' άπειρον. Κατ' αυτόν τον τρόπο υπήρχε ή ελπίδα τής αντιστροφής τής Εντροπίας στην κοσµική έκρηξη του κέντρου. Προ µηνός όµως επισταµένες µετρήσεις και µελέτες µερικών αστροφυσικών στις Ηνωµένες Πολιτείες απέδειξαν ότι δεν υφίστανται σήµερα ή στο µέλλον οι απαιτούµενες βαρυτικές δυνάµεις για να σταµατήσουν κάποτε τη διαστολή του σύµπαντος. Οπότε η διαστολή θα συνεχιστεί, αναγκαστικά η Εντροπία θα τείνει να φτάσει στο µέγιστο, «η ύλη και ενέργεια θα τελειώσουν και µαζί τους ο χώρος και ο Χρόνος». Εκτός εάν…

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Αυτοί που φεύγουν από την Όμελας



Με μια κωδωνοκρουσία  που έκανε τα χελιδόνια να ξεχυθούν στον ουρανό, άρχισε το Θερινό Φεστιβάλ στην πόλη Όμελας, την πόλη με τους λαμπερούς πύργους δίπλα στη θάλασσα.
Τα ξάρτια των πλοίων στο λιμάνι ήταν γεμάτα σημαίες. Στους δρόμους ανάμεσα στα σπίτια με τις κόκκινες σκεπές και τους πολύχρωμους τοίχους, ανάμεσα σε παλιούς κήπους γεμάτους βρύα και κάτω από τα δέντρα στις λεωφόρους, μπροστά από μεγάλα πάρκα και δημόσια κτίρια, προχωρούσαν πομπές.
Μερικές είχαν έναν καθωσπρεπισμό: ηλικιωμένοι με μακριούς μοβ και γκρίζους χιτώνες, σοβαροί αρχιτεχνίτες, ήσυχες, χαρούμενες γυναίκες που κρατούσαν τα μωρά τους και κουβέντιαζαν καθώς περπατούσαν. Σε άλλους δρόμους η μουσική ήταν πιο γρήγορη ―ένας διάλογος γκονγκ και ντεφιού― και ο κόσμος χόρευε, η πομπή ήταν χορός. Παιδιά έμπαιναν κι έβγαιναν με ελιγμούς από την πομπή, με τις κραυγές τους να υψώνονται σαν τις διασταυρούμενες τροχιές των χελιδονιών πάνω από τη μουσική και το τραγούδι.

Όλες οι πομπές κατευθύνονταν στη βόρεια πλευρά της πόλης, όπου στη μεγάλη έκταση που ονομάζουν Πράσινα Λιβάδια, ψηλά, ευκίνητα αγόρια και κορίτσια, γυμνά κάτω από το φως του ήλιου, με λασπωμένα πόδια και αστραγάλους, γύμναζαν τα ανήσυχα άλογά τους πριν από την ιπποδρομία. Τα άλογα δεν είχαν σέλα, μόνο ένα χαλινάρι χωρίς στομίδα. Οι χαίτες τους ήταν πλεγμένες με ασημένιες, χρυσές και πράσινες κορδέλες. Ρουθούνιζαν και τριπόδιζαν και καμάρωναν το ένα στο άλλο. Είχαν τρομερή υπερένταση, καθώς το άλογο ήταν το μοναδικό ζώο που είχε υιοθετήσει τις τελετές μας σαν να ήταν και δικές του.
Μακριά στον βορρά και στα δυτικά υψώνονταν βουνά που πλαισίωναν την Όμελας όπως ήταν φωλιασμένη εκεί στον κόλπο. Ο πρωινός αέρας ήταν τόσο καθαρός και φωτεινός, που το χιόνι που στεφάνωνε ακόμη τις Δεκαοχτώ Κορυφές έμοιαζε να φλέγεται από μια λευκόχρυση φωτιά από ηλιόφως κάτω από το σκούρο μπλε του ουρανού. Φυσούσε αρκετά, τόσο που έκανε τα λάβαρα στον ιπποδρόμιο να πλαταγίζουν και πότε-πότε να ανεμίζουν. Μέσα στην ησυχία της απλωσιάς των πράσινων λιβαδιών άκουγε κανείς τη μουσική να πηγαινοέρχεται με τον αέρα στους δρόμους της πόλης, πότε πιο μακριά και πότε πιο κοντά, αλλά όλο να πλησιάζει, σαν μια φευγαλέα, όλο χαρά γλύκα στον αέρα, που πότε-πότε έμοιαζε σαν να πυκνώνει ένα τρέμουλο και να ξεσπά σε μια μεγάλη χαρμόσυνη κωδωνοκρουσία.

Χαρμόσυνη! Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για τη χαρά; Πώς να περιγράψει τους κατοίκους της Όμελας;
Βλέπετε, δεν ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, παρόλο που ήταν ευτυχισμένοι.
Όμως τώρα πια δεν λέμε τις χαρούμενες λέξεις. Τα χαμόγελα θεωρούνται πια αρχαϊκά. 
Με δεδομένη μια περιγραφή σαν αυτή, πολλοί τείνουν με σιγουριά να πιθανολογούν· να κάνουν εικασίες, συχνά, για παράδειγμα για την παρουσία του Βασιλιά καβάλα στο υπέροχο άλογό του, με τους ευγενείς ιππότες γύρω του, ή ίσως μέσα σε ένα φορητό κουβούκλιο που το κουβαλούν μυώδεις σκλάβοι. 
Όμως δεν υπάρχει βασιλιάς. 
Δεν έχουν σπαθιά ούτε σκλάβους. 
Αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι βάρβαροι. 
Δεν ξέρω τους κανόνες και τους νόμους της κοινωνίας τους, αλλά υποψιάζομαι ότι είναι πολύ λίγοι. Όπως ζουν χωρίς μοναρχία και δουλεία, έτσι ζουν επίσης χωρίς χρηματιστήριο, διαφημίσεις, μυστική αστυνομία και ατομική βόμβα. Όμως, επαναλαμβάνω, δεν ήταν απλοϊκοί άνθρωποι ούτε γραφικοί βοσκοί, «ευγενείς άγριοι» ή ανούσιοι ουτοπιστές. Δεν ήταν λιγότερο πολύπλοκοι από μας. 

Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε μια κακή συνήθεια, που ενθαρρύνεται από σχολαστικούς και εκλεπτυσμένους, να βλέπουμε την ευτυχία ως κάτι μάλλον ηλίθιο. 
Μόνο ο πόνος είναι διανοουμενίστικος, μόνο το κακό είναι ενδιαφέρον. Αυτή είναι η προδοσία του καλλιτέχνη: μια άρνηση να παραδεχτεί την κοινοτοπία του κακού και την τρομερή ανία του πόνου. Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, πήγαινε μαζί τους. Αν πονάει, ξανακάν’ το. 
Όμως όταν επαινείς την απελπισία, είναι σαν να καταδικάζεις τη χαρά, όταν ασπάζεσαι τη βία, χάνεις από τα χέρια σου όλα τα άλλα. 
Σχεδόν τα έχουμε χάσει όλα. Δεν μπορούμε πια να περιγράψουμε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, ούτε να εκθειάσουμε τη χαρά. 




Πώς μπορώ να σας πω για τους κατοίκους της Όμελας; 
Δεν ήταν αφελή και ευτυχισμένα παιδιά―αν και τα παιδιά τους ήταν όντως ευτυχισμένα. Ήταν ώριμοι, έξυπνοι άνθρωποι, με πάθος για τη ζωή, μια ζωή που δεν ήταν άθλια. Ω, τι θαύμα! Όμως μακάρι να μπορούσα να το περιγράψω καλύτερα. Μακάρι να μπορούσα να σας πείσω. Η Όμελας, έτσι όπως το περιγράφω, ακούγεται σαν πόλη σε παραμύθι, πριν από πολύν καιρό και σε μακρινά μέρη, μια φορά κι έναν καιρό. Ίσως θα ήταν καλύτερα να τη φανταστείτε όπως θα θέλατε εσείς, ελπίζοντας ότι θα αρθείτε στο ύψος των περιστάσεων, γιατί σίγουρα δεν μπορώ να σας ικανοποιήσω όλους. Για παράδειγμα, τι γίνεται με την τεχνολογία; Νομίζω ότι δεν θα υπήρχαν αυτοκίνητα στους δρόμους ή ελικόπτερα πάνω από τους δρόμους.Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Όμελας ήταν ευτυχισμένοι. 

Η ευτυχία βασίζεται σε μια δίκαιη διάκριση ανάμεσα στο τι είναι απαραίτητο, στο τι δεν είναι ούτε απαραίτητο ούτε καταστροφικό και στο τι είναι απλώς καταστροφικό. Όμως στη μεσαία κατηγορία ―εκείνη του μη απαραίτητου και μη καταστροφικού, εκείνη της άνεσης, της πολυτέλειας, της ευφορίας κ.λπ.― θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν κεντρική θέρμανση, μετρό, πλυντήρια και κάθε είδους θαυμαστές συσκευές που δεν έχουν επινοηθεί ακόμη εδώ, αιωρούμενες πηγές φωτός, ενέργεια χωρίς καύσιμα, τη θεραπεία του κρυολογήματος. Ή μπορεί να μην έχουν τίποτε απ’ όλ’ αυτά: δεν έχει σημασία. Όπως το προτιμάτε. 
Τείνω να πιστεύω ότι τις τελευταίες μέρες πριν απ’ το φεστιβάλ, κάτοικοι πόλεων από όλη την ακτή έρχονται στην Όμελας με πολύ γρήγορα μικρά τρένα και διώροφα τραμ, και ότι ο σιδηροδρομικός σταθμός της Όμελας είναι ουσιαστικά το πιο όμορφο κτίριο της πόλης, αν και πιο απλό από την υπέροχη Αγορά Γεωργικών Προϊόντων. 

Όμως, έστω και αν δεχτήκαμε ότι υπάρχουν τρένα, φοβάμαι ότι η Όμελας ως τώρα φαίνεται σε μερικούς από σας υπερβολικά γλυκερή. Χαμόγελα, καμπάνες, παρελάσεις, άλογα, μπλιαχ. Αν ναι, παρακαλώ προσθέστε ένα όργιο. Αν ένα όργιο θα βοηθούσε, μη διστάσετε. Όμως, ας μην έχουμε ναούς από τους οποίους βγαίνουν όμορφοι γυμνοί ιερείς και ιέρειες ήδη σε ημιέκσταση και έτοιμοι να συνουσιαστούν με οποιονδήποτε άντρα ή γυναίκα, εραστή ή άγνωστο, που επιθυμεί την ένωση με τη βαθιά θεότητα του αίματος, αν κι αυτή ήταν η πρώτη μου ιδέα. Όμως, πραγματικά, θα ήταν προτιμότερο να μην έχουμε ναούς στην Όμελας ― τουλάχιστον όχι επανδρωμένους ναούς. Θρησκεία ναι, κλήρο όχι. Σίγουρα οι όμορφοι γυμνοί και οι όμορφες γυμνές μπορούν απλώς να περιπλανιούνται και να προσφέρουν τον εαυτό τους σαν θεϊκά σουφλέ στην πείνα των στερημένων και στην έκσταση της σάρκας. Ας μπουν κι αυτοί στις πομπές. Ας παίζουν ντέφια πάνω από τις συνουσίες και ας διακηρύσσεται η δόξα της επιθυμίας με τα γκονγκ· και (ένα όχι ασήμαντο σημείο) τα παιδιά αυτών των υπέροχων τελετών ας τα αγαπούν και ας τα φροντίζουν όλοι.  

Ένα πράγμα ξέρω ότι δεν υπάρχει στην Όμελας, η ενοχή. Όμως τι άλλο θα έπρεπε να υπάρχει; Στην αρχή σκέφτηκα ότι δεν υπάρχουν ναρκωτικά, αλλά αυτό είναι πουριτανικό. Για κείνους που τους αρέσει αυτή η εμπειρία, η αμυδρή και επίμονη γλυκιά οσμή του ντρουζ μπορεί να αρωματίζει τους δρόμους της πόλης, του ντρουζ που πρώτα φέρνει μια μεγάλη ελαφρύτητα και λαμπρότητα στη σκέψη και το σώμα, και μετά από μερικές ώρες ονειρικής χαύνωσης, οδηγεί σε υπέροχα οράματα της ίδιας της αρκάνα και των εσώτατων μυστικών του Σύμπαντος, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει την απόλαυση του σεξ πέρα από κάθε φαντασία. Και δεν είναι εθιστικό. Για πιο μετριοπαθή γούστα νομίζω ότι πρέπει να υπάρχει μπίρα. 
Τι άλλο; Τι άλλο πρέπει να υπάρχει στη χαρούμενη πόλη; 
Η αίσθηση της νίκης, βέβαια, ο εκθειασμός του θάρρους. Όμως, όπως αποκλείσαμε τον κλήρο, ας αποκλείσουμε και τον στρατό. Η χαρά που βασίζεται στην επιτυχημένη σφαγή δεν είναι σωστή χαρά. Δεν μας κάνει. Είναι φοβισμένη και ασήμαντη. Μια απέραντη και γενναιόδωρη ικανοποίηση, ένας μεγαλόψυχος θρίαμβος όχι ενάντια σε κάποιον εξωτερικό εχθρό, αλλά για την ένωση με τα καλύτερα και δικαιότερα στοιχεία στις ψυχές όλων των ανθρώπων παντού και τη λαμπρότητα του καλοκαιρού του κόσμου: αυτό φουσκώνει τις καρδιές των κατοίκων της Όμελας, και η νίκη που γιορτάζουν είναι η νίκη της ζωής. Πραγματικά πιστεύω ότι δεν έχουν πολλοί την ανάγκη να παίρνουν ντρουζ.

Πολλές από τις πομπές έχουν φτάσει στα Πράσινα Λιβάδια πια. Μια υπέροχη μυρωδιά από μαγειρεμένα φαγητά αναδύεται από τα κόκκινα και μπλε αντίσκηνα. Τα πρόσωπα των μικρών παιδιών κολλούν χαριτωμένα. Στην επιβλητική γκρίζα γενειάδα ενός άντρα είναι κολλημένα τα υπολείμματα ενός υπέροχου γλυκού. Οι νέοι και τα κορίτσια έχουν ανεβεί στα άλογά τους και συγκεντρώνονται στη γραμμή αφετηρίας. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, κοντή, παχιά και γελαστή, μοιράζει λουλούδια από ένα καλάθι, και ψηλοί νέοι τα τοποθετούν στα λαμπερά μαλλιά τους. Ένα παιδί εννιά-δέκα χρονών κάθεται στην άκρη του πλήθους μόνο και παίζει μια ξύλινη φλογέρα. Πολλοί σταματούν για ν’ ακούσουν και χαμογελούν, αλλά δεν του μιλάνε γιατί δεν σταματά να παίζει ούτε τους κοιτά ― τα μαύρα μάτια του είναι εκστατικά χαμένα μέσα στη γλυκιά, λεπτή μαγεία της μελωδίας.
Τελειώνει και χαμηλώνει αργά τη φλογέρα.
Λες και αυτή η σύντομη προσωπική σιωπή ήταν το σύνθημα, ηχεί εντελώς ξαφνικά μια σάλπιγγα από το αντίσκηνο κοντά στην αφετηρία. Είναι επιβλητική, μελαγχολική, διαπεραστική. Τα άλογα ορθώνονται στα λεπτά τους πόδια και μερικά απαντούν χλιμιντρίζοντας. Οι νεαροί αναβάτες, σοβαροί, χαϊδεύουν τον λαιμό τους για να τα ηρεμήσουν, ψιθυρίζοντάς τους, « Ήσυχα, ήσυχα, έτσι μπράβο ομορφιά μου, ελπίδα μου…» Αρχίζουν να παρατάσσονται στη γραμμή της αφετηρίας. Ο κόσμος κατά μήκος όλης της διαδρομής τους θυμίζει λιβάδι με χόρτα και λουλούδια στον άνεμο. Το Θερινό Φεστιβάλ έχει αρχίσει.

Το πιστεύετε; Δέχεστε το φεστιβάλ, την πόλη, τη χαρά; 
Όχι; 
Τότε επιτρέψτε μου να σας περιγράψω κάτι ακόμη.

Στο υπόγειο ενός από τα υπέροχα δημόσια κτίρια της Όμελας, ή ίσως στο κελάρι ενός μεγάλου σπιτιού, υπάρχει ένα δωμάτιο. Η πόρτα του κλειδωμένη και δεν έχει κανένα παράθυρο. Λίγο φως περνά από τις σχισμές στις σανίδες μαζί με σκόνη, φως από δεύτερο χέρι που έρχεται από ένα αραχνιασμένο παράθυρο κάπου στην απέναντι άκρη του κελαριού. Σε μια γωνιά του μικρού δωματίου υπάρχουν δυο σφουγγαρίστρες αποστεγνωμένες, μπερδεμένες, που βρομάνε, και δίπλα τους ένας σκουριασμένος κουβάς. Το δάπεδο είναι από χώμα, λίγο νωπό στο άγγιγμα, όπως είναι συνήθως το χώμα στα κελάρια. Το δωμάτιο έχει μήκος γύρω στις τρεις δρασκελιές και πλάτος δύο· περισσότερο θυμίζει ντουλάπι για σκούπες ή μια αχρησιμοποίητη πια αποθήκη για εργαλεία. Μέσα στο δωμάτιο κάθεται ένα παιδί. Μπορεί να είναι αγόρι ή κορίτσι. Δείχνει γύρω στα έξι, αλλά στην πραγματικότητα κοντεύει τα δέκα. Είναι καθυστερημένο. Ίσως γεννήθηκε έτσι ή μπορεί να αποβλακώθηκε από τον φόβο, τον υποσιτισμό και την παραμέληση. Σκαλίζει τη μύτη του και πότε-πότε πιάνει αφηρημένα τα δάχτυλα των ποδιών του ή τα γεννητικά του όργανα, ενώ κάθεται μαζεμένο στη γωνία που είναι πιο μακριά από τον κουβά και τις δύο σφουγγαρίστρες. Τις φοβάται τις σφουγγαρίστρες. Τις βρίσκει φρικτές. Κλείνει τα μάτια του, αλλά ξέρει ότι οι σφουγγαρίστρες είναι ακόμη εκεί. Και η πόρτα είναι κλειδωμένη. Και δεν θα ’ρθει κανείς. Η πόρτα είναι πάντα κλειδωμένη. Και ποτέ δεν έρχεται κανείς. Μόνο μερικές φορές ― το παιδί δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει χρόνος ή χρονικό διάστημα ―, μερικές φορές η πόρτα κροταλίζει τρομακτικά και ανοίγει, και εμφανίζεται ένας άνθρωπος ή κάμποσοι μαζί. Ο ένας μπορεί να μπει μέσα και να κλοτσήσει το παιδί για να το κάνει να σηκωθεί. Οι άλλοι δεν πλησιάζουν ποτέ, αλλά το κοιτάζουν με τρομαγμένο, γεμάτο απέχθεια βλέμμα. Ο ένας γεμίζει βιαστικά το μπολ με τροφή και το κανάτι με νερό, κλειδώνει την πόρτα, τα μάτια εξαφανίζονται. Αυτοί που στέκουν στην πόρτα δεν μιλούν ποτέ, αλλά το παιδί, που δεν ζούσε πάντα στην αποθήκη και θυμάται το φως του ήλιου και τη φωνή της μητέρας του, μερικές φορές μιλάει.
«Θα είμαι καλό παιδί» λέει. «Σας παρακαλώ αφήστε με να βγω. Θα είμαι καλό παιδί!» Αυτοί δεν του απαντούν ποτέ. Παλιότερα το παιδί ούρλιαζε τη νύχτα ζητώντας βοήθεια και έκλαιγε πολύ, τώρα όμως βγάζει μόνο ένα κλαψούρισμα και μιλάει όλο και πιο λίγο. Είναι τόσο αδύνατο, που δεν υπάρχουν γάμπες στα πόδια του. Η κοιλιά του προεξέχει. Ζει με μισό μπολ καλαμποκάλευρο και λίπος τη μέρα. Είναι γυμνό. Οι γλουτοί και οι μηροί του είναι γεμάτοι κακοφορμισμένες πληγές γιατί κάθεται μόνιμα μέσα στα περιττώματά του.


Το ξέρουν όλοι για το παιδί, όλοι οι κάτοικοι της Όμελας. 
Μερικοί έχουν έρθει να το δουν, άλλοι γνωρίζουν απλώς την ύπαρξή του. Όλοι ξέρουν ότι πρέπει να είναι εκεί που είναι. Μερικοί καταλαβαίνουν γιατί και μερικοί όχι, όλοι όμως ξέρουν ότι η ευτυχία τους, η ομορφιά της πόλης τους, η τρυφερότητα των φιλικών τους σχέσεων, η υγεία των παιδιών τους, η σοφία των λογίων τους, η ικανότητα των κατασκευαστών τους, ακόμη και η αφθονία της σοδειάς και ο καλός καιρός της περιοχής τους εξαρτώνται ολοκληρωτικά από τη φρικτή δυστυχία εκείνου του παιδιού.
Αυτό το εξηγούν συνήθως στα παιδιά ανάμεσα στα οχτώ και τα δώδεκα, όταν είναι σε θέση να το καταλάβουν. Και οι περισσότεροι από αυτούς που έρχονται να δουν το παιδί είναι νέοι, όμως αρκετά συχνά έρχεται ή ξανάρχεται και κάποιος μεγάλος.

Όσο καλά και αν τους έχουν εξηγήσει το θέμα, οι νεαροί θεατές πάντα σοκάρονται και αηδιάζουν με το θέαμα. Νιώθουν αηδία που νόμιζαν ότι την είχαν ξεπεράσει. Θυμώνουν, εξοργίζονται, νιώθουν ανήμποροι παρ’ όλες τις εξηγήσεις. 
Θα ήθελαν να κάνουν κάτι για το παιδί. Όμως δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. 
Αν έβγαζε κάποιος το παιδί στο φως του ήλιου, έξω από κείνο το άθλιο μέρος, αν το καθάριζαν και το τάιζαν και το παρηγορούσαν, αυτό θα ήταν όντως πολύ καλό. Όμως αν γινόταν αυτό, την ίδια μέρα και ώρα όλη η ευημερία και η ομορφιά και η χαρά της Όμελας θα μαράζωνε και θα χανόταν. Αυτός είναι ο όρος. Θα ’πρεπε να θυσιάσει κανείς όλα τα αγαθά και την ευτυχία κάθε ζωής στην Όμελας για να κάνει αυτήν τη μικρή βελτίωση. Να καταστρέψει την ευτυχία χιλιάδων για να δώσει την ευκαιρία της ευτυχίας σε έναν: αυτό κι αν θα προκαλούσε ενοχή.

Ο όρος είναι αυστηρός και απόλυτος. Ούτε καν έναν καλό λόγο δεν πρέπει να πει στο παιδί κανένας.

Συχνά οι νέοι, αφού δουν το παιδί και βρεθούν αντιμέτωποι με αυτό το τρομερό παράδοξο, γυρίζουν σπίτι τους κλαίγοντας ή με τα μάτια στεγνά μεν, αλλά βράζοντας από θυμό. 
Μπορεί να το αναλογίζονται για βδομάδες ή χρόνια. Όμως, καθώς περνά ο χρόνος, αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ακόμη και αν ήταν δυνατό να ελευθερωθεί το παιδί, δεν θα το ωφελούσε η ελευθερία του: μια κάποια αόριστη ευχαρίστηση από τη ζέστη και το φαγητό σίγουρα, αλλά τίποτα περισσότερο. Έχει πια εκφυλιστεί και αποβλακωθεί τόσο πολύ, που δεν μπορεί να νιώσει το ίδιο πραγματική χαρά. Έχει ζήσει με τον φόβο τόσον καιρό, που θα του είναι αδύνατο να απαλλαγεί από αυτόν. Είναι πολύ άξεστο για να ανταποκριθεί σε μια ανθρώπινη μεταχείριση. Πραγματικά, μετά από τόσον καιρό μάλλον θα ήταν δυστυχισμένο χωρίς τοίχους γύρω του να το προστατεύουν, και χωρίς σκοτάδι για τα μάτια του, και χωρίς τα περιττώματά του για να κάθεται από πάνω. Τα δάκρυά τους για την ακραία αδικία στεγνώνουν όταν αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την τρομερή δικαιοσύνη της πραγματικότητας και να την αποδέχονται. 

Όμως αυτά τα δάκρυα και ο θυμός τους, αυτή η δοκιμασία της γενναιοδωρίας τους και η αποδοχή του γεγονότος ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα, είναι ίσως και η αληθινή πηγή της υπέροχης ζωής τους. Η ευτυχία τους δεν είναι βαρετή και ανεύθυνη. 
Ξέρουν ότι κι αυτοί, όπως και το παιδί, δεν είναι ελεύθεροι. 
Ξέρουν τι θα πει συμπόνια. 
Η ύπαρξη του παιδιού και η γνώση ακριβώς αυτής της ύπαρξής του είναι αυτό που επιτρέπει στην αρχιτεκτονική τους να είναι τόσο εμπνευσμένη, στη μουσική τους να είναι τόσο συγκλονιστική, στην επιστήμη τους τόσο βαθυστόχαστη. Εξαιτίας του παιδιού είναι τόσο καλοί με τα παιδιά. Ξέρουν ότι, αν δεν υπήρχε το δυστυχισμένο παιδί που κλαψουρίζει μέσα στο σκοτάδι, το άλλο παιδί, εκείνο με τη φλογέρα, δεν θα μπορούσε να παίξει τόσο χαρμόσυνη μουσική όταν οι νεαροί αναβάτες παρατάσσονται με όλη την ομορφιά τους για την ιπποδρομία μέσα στη λιακάδα του πρώτου πρωινού του καλοκαιριού.

Τώρα τους πιστεύετε; Δεν είναι πιο πιστευτοί; 


Όμως υπάρχει άλλο ένα πράγμα να πούμε, κι αυτό είναι τελείως απίστευτο.
Μερικές φορές ένα από τα έφηβα κορίτσια ή αγόρια που πάνε να δούνε το παιδί δεν γυρίζουν σπίτι τους για να κλάψουν ή να θυμώσουν. Βασικά δεν γυρίζουν σπίτι τους καθόλου. 
Μερικές φορές επίσης ένα άντρας ή μια γυναίκα πολύ μεγαλύτερης ηλικίας παύει να μιλά για μια-δυο μέρες και μετά φεύγει. 
Αυτοί οι άνθρωποι βγαίνουν στον δρόμο και περπατούν μόνοι. Συνεχίζουν να περπατούν και βγαίνουν από την πόλη της Όμελας περνώντας τις επιβλητικές της πύλες.
Συνεχίζουν να περπατούν στα χωράφια έξω από την Όμελας.  
Ο καθένας τους περπατά μόνος, νέος ή νέα, άντρας ή γυναίκα. Πέφτει η νύχτα. Ο ταξιδιώτης πρέπει να περάσει από δρόμους χωριών, ανάμεσα από σπίτια με φωτισμένα παράθυρα, και να βγει πάλι στο σκοτάδι των χωραφιών. 
Ο καθένας μόνος του πηγαίνει δυτικά ή βόρεια, προς τα βουνά. 
Και συνεχίζουν. 
Αφήνουν την Όμελας, περπατούν μέσα στο σκοτάδι και δεν γυρίζουν πίσω. 

Το μέρος όπου πηγαίνουν είναι ένα μέρος που οι περισσότεροι από μας δεν μπορούμε να το φανταστούμε ούτε όσο φανταζόμαστε την πόλη της ευτυχίας. 
Δεν μπορώ να το περιγράψω καθόλου. 
Μπορεί να μην υπάρχει. 
Αλλά φαίνονται να ξέρουν πού πάνε αυτοί που φεύγουν από την Όμελας.





Το διήγημα  είναι της Ούρσουλα Λε Γκεν  
από τη συλλογή "Δώδεκα κατευθύνσεις του ανέμου"  
εκδόσεις Αίολος και έχει πάρει το βραβείο 
 καλύτερου διηγήματος Χιούγκο το 1974 

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα





Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.


μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό

Η Καρδιά Του Πεθαμένου





Στ' αλήθεια, είμαι νευρικός! Πολύ, τρομαχτικά νευρικός, ήμουν πάντα κι είμαι! Αλλά για ποιο λόγο υποστηρίζετε πως είμαι τρελός, ε; Η αρρώστια μου έχει οξύνει έτσι πολύ τη λογική και τα νεύρα μου, καθόλου μα καθόλου δεν τα κατάστρεψε κι ούτε που τα χαλάρωσε καν. Και πάνω από όλα, πιο έντονη και οξύτερη έγινε η αίσθηση της ακοής μου. Ακούω το κάθε τι που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, σε γη και ουρανό. Ακούω ένα σωρό διαολεμένα πράγματα.
Πως, λοιπόν, είμαι τότε τρελός; Ακούω, ναι ακούω! Και τώρα θέλω να προσέξετε πόσο ήρεμα θα σας διηγηθώ ολόκληρη τούτη την ιστορία.

Είναι αδύνατο να πω με ποιον τρόπο, στην αρχή, τούτη η ιδέα χώθηκε στο μυαλό μου, μα από τη στιγμή που τη συνειδητοποίησα με καταδιώκει μέρα νύχτα. Δεν υπάρχει καμιά αιτία, φανερή, που λέμε. Κι ούτε πάθος κανένα. Τον αγαπούσα το γέρο. Ποτέ δεν μου κανε κακό. Ποτέ δεν με έβρισε. Κι ούτε που επιθύμησα το χρυσάφι του. Το ένα του μάτι έμοιαζε σαν του γερακιού - ένα ανοιχτόχρωμο, γαλάζιο μάτι, με μια μεμβράνη από πάνω του. Όποτε κι αν έπεφτε πάνω μου αυτό το μάτι, το αίμα μου πάγωνε, κι έτσι, σταδιακά - πολύ προοδευτικά - έβαλα στο μυαλό μου να σκοτώσω κείνο το γέρο, για να ξεφορτωθώ μια για πάντα το μάτι του.

Τώρα, να πως έχουν τα πράγματα.
Με φανταζόσαστε τρελό. Μα οι τρελοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ενώ εμένα, θά πρεπε να δείτε. Ω, ναι, θα πρεπε να βλέπατε πόσο συνετά προχώρησα στο σχέδιό μου, με πόση προσοχή, με τι προβλεπτικότητα, με πόση προσποίηση έκανα όλη τη δουλειά! Ποτέ δεν ήμουν πιο ευγενικός με το γέρο όσο μέσα σε εκείνη την εβδομάδα πριν τον σκοτώσω. Και κάθε βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, γύριζα το πόμολο της πόρτας του και την άνοιγα - ω πολύ απαλά! Και τότε, όταν το άνοιγμα ήταν αρκετό για να χωρέσει μέσα το κεφάλι μου, περνούσα από εκεί ένα φανάρι, με τα φύλλα του καλά κλειστά, - ω, πάρα πολύ προσεχτικά τα είχα κλεισμένα τα φύλλα του έτσι που να μην βγαίνει η παραμικρή αχτίδα από φως' και τότε πέρναγα και το κεφάλι μου. Α, μα θα γελούσατε πάρα πολύ αν βλέπατε με τι πονηριά, τάκανα όλα αυτά! Προχωρούσε το κεφάλι μου αργά, πολύ, πολύ αργά, έτσι που να μην ταράξω διόλου τον ύπνο του γέρου. Και μούπαιρνε μια ολόκληρη ώρα τούτη η δουλειά, μέχρι που να βάλω ολόκληρο το κεφάλι μου μέσα από το άνοιγμα της πόρτας και να μπορέσω να τον δω εκεί πέρα που ήταν ξαπλωμένος, στο κρεβάτι του.

Χα! Θα μπορούσε ποτέ ένας τρελός να φερθεί με τόση σύνεση; ε; Και τότε, όταν ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν μέσα στο δωμάτιο, έστρεφα το φύλλο που έκλεινε το φως του φαναριού προσεχτικά - ω, τόσο προσεχτικά (για να μην ακουστεί κανένα τρίξιμο) - το έστρεφα τόσο δα, ίσα - ίσα για να πέσει μια μικρή αχτίδα φως πάνω στο γερακίσιο μάτι. Κι όλο τούτο να γίνεται για εφτά ατελείωτες νύχτες - κάθε νύχτα ακριβώς τα μεσάνυχτα - μα πάντα έβρισκα εκείνο το μάτι κλειστό' κι έτσι μου ήταν αδύνατο να κάνω δουλειά μου' γιατί δεν ήταν ο γέρος που με είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, μα το Κακό Μάτι του. Κάθε πρωί, όταν η μέρα χάραζε, έμπαινα θαρραλέα στην κάμαρη και του μιλούσα με πολύ κουράγιο, φωνάζοντάς τον με το όνομά του και ρωτώντας τον πως είχε περάσει τη νύχτα του. Γιατί, καθώς καταλαβαίνετε, ήταν ένα πολύ αγαθό γεροντάκι, πραγματικά, για να υποπτευθεί πως κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, εγώ στεκόμουν και τον κοίταζα, καθώς κοιμόταν.

Την όγδοη βραδιά, ήμουν πολύ περισσότερο, προσεχτικός από όσο συνήθως ανοίγοντας την πόρτα. Ο λεπτοδείχτης του ρολογιού θα κινιόταν πολύ πιο γρήγορα από όσο εγώ. Ποτέ άλλοτε, πριν από κείνη τη νύχτα, δεν ένιωσα σε τόση έκταση τις ίδιες τις δυνάμεις μου - πέρα από τη ίδια την οξύτητα του νου μου. Μόλις που μπόρεσα να συγκρατήσω τα θριαμβευτικά συναισθήματα που με πλημμύριζαν. Μα σκέφτομαι πως εγώ ήμουν αυτός εκεί πέρα που άνοιγα την πόρτα, σιγά - σιγά, λίγο - λίγο, κι ο άλλος ούτε που να ονειρεύεται τις απόκρυφες πράξεις ή σκέψεις μου! Γέλασα από μέσα μου, σχεδόν, με τούτη την ιδέα' κι ίσως μάλιστα να με άκουσε' γιατί κουνήθηκε στο κρεβάτι του ξαφνικά, σα να τρόμαξε. Τώρα εσείς θα σκεφτείτε πως τραβήχτηκα πίσω - μα όχι. Το δωμάτιό του ήταν μαύρο σαν την πίσσα, βαθύ σκοτάδι βασίλευε εκεί μέσα (γιατί τα παντζούρια ήταν κλειστά από το φόβο κάποιου κλέφτη), έτσι που ήξερα ότι δε μπορούσε να δει το άνοιγμα της πόρτας, κι εξακολούθησα να τη σπρώχνω, σταθερά, όλο και πιο σταθερά.

Είχα βάλει όλο μου το κεφάλι μέσα και ήμουν έτοιμος να ανοίξω το φανάρι, όταν το μεγάλο μου δάχτυλο χτύπησε πάνω στο τενεκεδένιο φύλλο του φαναριού κι έκανε θόρυβο, κι ο γέρος τινάχτηκε στο κρεβάτι του, φωνάζοντας:
-"Ποιος είναι";
Απόμεινα ολότελα ακίνητος και δεν είπα τίποτα. Για μια ολόκληρη ώρα δεν κουνούσα ούτε μούσκουλο του κορμιού μου, και στο μεταξύ δεν τον άκουγα να ξαπλώνει πάλι. Καθόταν κι εκείνος στο κρεβάτι τεντωμένος κι έβαζε αυτί' ακριβώς όπως είχα κάνει εγώ, τη μια νύχτα πίσω από την άλλη, ακούγοντας το θάνατο να κοιτάζει από τον τοίχο. Την ίδια στιγμή άκουσα ένα ελαφρό βογκητό, κι ήξερα πως το βογκητό του θανάσιμου τρόμου. Δεν ήταν κανένα βογκητό πόνου, ή από θλίψη - α, όχι! Ήταν ο βαθύς πνιγμένος ήχος που βγαίνει από τα έγκατα της ψυχής, όταν ο φόβος την πλημμυρίσει. Τον ήξερα καλά αυτό τον ήχο. Πολλές νύχτες., ακριβώς τα μεσάνυχτα, όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν, έβγαινε μέσα από τα βάθη μου, μουνταίνοντας με την τρομαχτική του ηχώ τους τρόμους που με βασάνιζαν. Είπα πως τόξερα καλά αυτό.

Ήξερα πως ένιωθε ο γέρος και τον λυπόμουν, παρόλο που στην καρδιά μου γελούσα. Ήξερα πως καθόταν εκεί πέρα άγρυπνος, από την πρώτη στιγμή που ακούστηκε ο ανάλαφρος ήχος, από τη στιγμή που στριφογύρισε στο κρεβάτι του. Οι φόβοι του από τότε όλο και μεγάλωναν. Προσπαθούσε να τους φανταστεί άπραγους, αλλά δεν το μπορούσε. Θάλεγε στον εαυτό του: «Δεν είναι τίποτα άλλο έξω από τον αέρα στην καμινάδα - θάναι κανένα ποντίκι που πέρασε το πάτωμα», ή «θάναι κάποιος γρύλος που τετέρισε μόνο μια φορά». Ναι, προσπαθούσε να παρηγορηθεί με αυτούς τους συλλογισμούς, μα τάβρισκε όλα τα μάταια. Όλα μάταια, γιατί ο θάνατος, προσεγγίζοντας τον, είχε βαδίσει αγέρωχα με τη μαύρη του σκιά και τύλιξει το θύμα. Κι ήταν αυτή η πένθιμη επίδραση της ακατανόητης σκιάς που τον βοήθησε να νιώσει, παρόλο που ούτε είδε, ούτε άκουσε, την παρουσία του κεφαλιού μου μέσα στο δωμάτιο.
Αφού περίμενα αρκετή ώρα, πολύ υπομονετικά, δίχως να τον ακούω να ξαπλώνει αποφάσισα να ανοίξω λίγο, πάρα πολύ λίγο, μια χαραμάδα μόνο το φανάρι μου. Έτσι το άνοιξα - δε μπορείτε όμως να φανταστείτε πόσο αθόρυβα και κρυφά - ώσπου τελικά μια μόνο θαμπή αχτίδα, σαν τον ιστό μιας αράχνης, να πεταχτεί από το άνοιγμα και να πέσει πάνω στο γερακίσιο μάτι. Ήταν ανοιχτό -ορθάνοιχτο- και θύμωσα πάρα πολύ κοιτάζοντάς το. Το είδα ολότελα καθαρά -ένα θολό γαλάζιο, με κάποιο τρομερό και απαίσιο πέπλο γύρω του, που με έκανε να παγώσω ως το μεδούλι των κοκάλων μου, αλλά δε μπορούσα να δω τίποτα άλλο από το πρόσωπο ή το άτομο του γέρου: γιατί είχα κατευθύνει την αχτίδα, σαν από ένστικτο, πάνω σε αυτό το καταραμένο σημείο.

Και τώρα -δεν σας το είπα ότι το λάθος σχετικά με την τρέλα είναι αυτή η υπερευαισθησία των αισθήσεων;- τώρα, λέω, έφτασε ως τα αφτιά μου ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίξουμε με ένα βαμβακερό ύφασμα. Ήξερα πολύ καλά κι αυτόν τον ήχο. Ήταν ο χτύπος της καρδιάς του γέρου. Κάτι τέτοιο έκανε το θυμό του μεγαλύτερο, καθώς το χτύπημα του τυμπάνου ερεθίζει τη μαχητικότητα του στρατιώτη. Μα ωστόσο, ακόμη κι έτσι συγκρατήθηκα κι εξακολουθούσα να μένω ακίνητος. Μόλις που ανάσαινα. Κράτησα ακίνητο και το φανάρι. Δοκίμασα να δω πόσο σταθερά μπορούσα να κρατήσω την αχτίδα πάνω στο μάτι. Στο μεταξύ, ο διαβολεμένος χτύπος της καρδιάς δυνάμωνε. Γινόταν πιο γρήγορος, όλο πιο γρήγορος, πιο βαθύς, όλο βαθύτερος, την κάθε στιγμή. Ο τρόμος του γέρου έπρεπε νάναι στο αποκορύφωμά του! Ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, σας λέω, όλο και πιο βαθύς, την κάθε στιγμή! -με προσέξατε καλά;

Σας το είπα, νομίζω πως είμαι νευρικός: ναι, αυτό είμαι. Και τώρα, τούτη τη νεκρή ώρα της νύχτας, μέσα στην τρομακτική σιωπή του σπιτιού, αυτός ο τόσο παράξενος θόρυβος μου δημιούργησε έναν τρόμο που δεν μπορούσα πια να τον ελέγξω. Παρόλα αυτά, για μερικά λεπτά ακόμη, συγκρατήθηκα κι έμεινα ακίνητος. Αλλά ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, ολοένα και περισσότερο! Νόμιζα πως η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Και τότε, μια καινούρια αγωνία με έπιασε -ο ήχος θα μπορούσε να ακουστεί από τη γειτονιά! Η ώρα του γέρου είχε έρθει! Με μια πνιγμένη κραυγή, άνοιξα ολότελα το φανάρι και όρμησα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνος στρίγκλισε μια -μόνο φορά. Σε μια στιγμή τον έσυρα στο πάτωμα και σώριασα το βαρύ κρεβάτι από πάνω του. Μετά χαμογέλασα, χαρούμενα γιατί το κατόρθωμά μου είχεν ολοκληρωθεί. Αλλά για πολλά λεπτά της ώρας, η καρδιά εξακολουθούσε να χτυπά, με ένα πνιγμένο θόρυβο. Τούτη τη φορά όμως δεν εξοργίστηκα' δεν μπορούσε να ακουστεί μέσα από τον τοίχο. Τράβηξα πάλι το κρεβάτι πέρα κι εξέτασα το πτώμα. Ναι, ήταν πτώμα, ολότελα πεθαμένος. Έβαλα το χέρι μου πάνω στην καρδιά του και το κράτησα εκεί για μερικά λεπτά. Δεν ακουγόταν τίποτα, κανένας παλμός. Ήταν ολότελα νεκρός. Το μάτι δε θα με τρόμαζε πια.

Αν ακόμη εξακολουθείτε να με θεωρείτε τρελό, δε θα το κάνετε αυτό για πολύ, αν σας περιγράψω τις σοφές προφυλάξεις που πήρα για να κρύψω το πτώμα. Η νύχτα χλόμιαζε κιόλας κι εγώ εργαζόμουν βιαστικά, μα αθόρυβα. Πρώτα από όλα τεμάχισα το πτώμα. Έκοψα το κεφάλι και τα χέρια και τα πόδια. Ύστερα έβγαλα τρεις σανίδες από το πάτωμα της κάμαρης και τα τοποθέτησα όλα ανάμεσα στο δοκάρια. Μετά ξανάβαλα τις σανίδες στη θέση τους τόσο έξυπνα, τόσο πονηρά που κανένα ανθρώπινο μάτι -ακόμα και το δικό του- δε θα μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα το ύποπτο. Δεν είχα τίποτα να πλύνω -καμιά κηλίδα, κανενός είδους- καμιά σταγόνα αίμα πουθενά. Είχα πάρει όλες τις προφυλάξεις μου πάνω σε αυτό. Μια σκάφη τα είχε μαζέψει όλα... Χα - χα!
Όταν όλες αυτές οι εργασίες τελείωσαν, ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί -κι ακόμα σκοτάδι, σαν μεσάνυχτα. Καθώς το ρολόι σήμανε την ώρα ακούστηκε κι ένας χτύπος στην εξώπορτα. Κατέβηκα να ανοίξω με ανάλαφρη καρδιά, γιατί τι είχα πια τώρα να φοβηθώ; Να που μπήκαν μέσα τρεις άντρες και μου συστήθηκαν από μόνοι τους, με πολύ εγκαρδιότητα, σαν αστυνομικοί. Μια στριγκλιά που ακούστηκε από κάποιο γείτονα μέσα στη νύχτα: η υποψία πως κάτι είχε συμβεί' πληροφορίες έφτασαν στο αστυνομικό τμήμα και τότε αυτοί (οι αστυνομικοί) στάλθηκαν να κάνουν μια έρευνα επιτόπου. Χαμογέλασα -γιατί τι θα μπορούσα να φοβηθώ. Παρακάλεσα τους κυρίους να καθίσουν.
-"Η κραυγή", είπα, "ήτανε δική μου, μέσα στ' όνειρό μου. Ο γέρος", δήλωσα, "έλειπε στην επαρχία". Έδειξα στους κυρίους όλο το σπίτι. Και τους παρακάλεσα να ψάξουν -να ψάξουν μάλιστα καλά. Τους οδήγησα στο τέλος και στο δωμάτιο του. Τους έδειξα τους θησαυρούς του, σίγουρος κι ατάραχος. Πάνω στον ενθουσιασμό και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, τους έφερα εκεί καρέκλες και τους πρότεινα να καθίσουν εκεί, να ξεκουραστούν, ενώ εγώ, μες στην άγρια τόλμη του τέλειου θριάμβου μου, έβαλα τη δική μου καρέκλα στο ίδιο ακριβώς σημείο που κάτω του αναπαυόταν το πτώμα του θύματός μου.

Οι αστυνομικοί ήταν ικανοποιημένοι. Ο τρόπος μου τους είχε πείσει. Εγώ πάλι ήμουν απόλυτα ήρεμος. Κάθισαν κι ενώ τους απαντούσα χαρούμενα, άρχισα να χλομιάζω και να θέλω να φύγουν αμέσως. Το κεφάλι μου πονούσε, κι αισθανόμουν ένα βουητό στ' αφτιά: όμως εκείνοι εξακολουθούσαν να κάθονται και να φλυαρούν. Το βουητό έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο. Εξακολουθούσε, ναι, όλο και πιο φανερό... 'Αρχισα να μιλώ πιο δυνατά για να ξεφορτωθώ αυτό το συναίσθημα, μα τούτο συνεχιζόταν και γινόταν οριστικό και μόνιμο -ώσπου, τελικά, ανακάλυψα πως ο ήχος δεν ήταν μέσα στ' αφτιά μου.

Χωρίς αμφιβολία είχα χλωμιάσει πάρα πολύ, μα εξακολουθούσα να μιλώ όλο και πιο ελεύθερα και με υψωμένο τόνο φωνής. Ωστόσο ο θόρυβος μεγάλωνε - και τι μπορούσα να κάνω πια ε; Ήταν ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίγουμε σε βαμβακερό ύφασμα. 'Ανοιξα το στόμα μου να πάρω ανάσα -κι όμως οι αστυνομικοί δεν άκουγαν τίποτα. Μίλησα πιο γρήγορα, πιο εκνευρισμένα αλλά ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Ω Θεέ μου, τι μπορούσα να κάνω; 'Αφριζα, μάνιαζα, βλαστημούσα! 'Αρπαξα τη καρέκλα που πάνω της καθόμουν και τη χτύπησα στις σανίδες, μα ο θόρυβος εξακολουθούσε πάντα κι όλο δυνάμωνε. Γινόταν όλο και πιο βαθύς... βαθύτερος... βαθύτερος! Και πάντα οι αστυνομικοί φλυαρούσαν καλοδιάθετα και χαμογελούσαν. Ήταν δυνατόν να μην ακούν; Παντοδύναμε Θεέ! Όχι, όχι! 'Ακουγαν, υποψιάζονταν, ήξεραν! Μόνο που κορόιδευαν, έπαιζαν με τον τρόμο μου! Αυτό σκέφτηκα τότε, κι αυτό σκέφτομαι τώρα. Αλλά το κάθε τι άλλο ήταν καλύτερο από τούτη την αγωνία! Το κάθε τι θα μπορούσα να το ανεχτώ, έξω από τη χλεύη! Μου ήταν αδύνατο να υποφέρω άλλο αυτά τα υποκριτικά χαμόγελα! Ένιωθα πως έπρεπε να ουρλιάξω ή να πεθάνω! Και τώρα πάλι! 'Ακου! Όλο και βαθύτερος... βαθύτερος... βαθύτερος!...

-"Γουρούνια!", ούρλιαξα, "μη προσποιείστε άλλο πια!
Παραδέχομαι πως εγώ τo 'κανα! Βγάλτε αυτές τις σανίδες!... Εδώ, εδώ!... Εδώ χτυπά αυτή η απαίσια καρδιά του"!
_______________________


Εντγαρ Άλαν Πόε
The Tell-Tale Heart (1842)
Μτφρ.: Δ. Κωστελένος