Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα





Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.


μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό

Η Καρδιά Του Πεθαμένου





Στ' αλήθεια, είμαι νευρικός! Πολύ, τρομαχτικά νευρικός, ήμουν πάντα κι είμαι! Αλλά για ποιο λόγο υποστηρίζετε πως είμαι τρελός, ε; Η αρρώστια μου έχει οξύνει έτσι πολύ τη λογική και τα νεύρα μου, καθόλου μα καθόλου δεν τα κατάστρεψε κι ούτε που τα χαλάρωσε καν. Και πάνω από όλα, πιο έντονη και οξύτερη έγινε η αίσθηση της ακοής μου. Ακούω το κάθε τι που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, σε γη και ουρανό. Ακούω ένα σωρό διαολεμένα πράγματα.
Πως, λοιπόν, είμαι τότε τρελός; Ακούω, ναι ακούω! Και τώρα θέλω να προσέξετε πόσο ήρεμα θα σας διηγηθώ ολόκληρη τούτη την ιστορία.

Είναι αδύνατο να πω με ποιον τρόπο, στην αρχή, τούτη η ιδέα χώθηκε στο μυαλό μου, μα από τη στιγμή που τη συνειδητοποίησα με καταδιώκει μέρα νύχτα. Δεν υπάρχει καμιά αιτία, φανερή, που λέμε. Κι ούτε πάθος κανένα. Τον αγαπούσα το γέρο. Ποτέ δεν μου κανε κακό. Ποτέ δεν με έβρισε. Κι ούτε που επιθύμησα το χρυσάφι του. Το ένα του μάτι έμοιαζε σαν του γερακιού - ένα ανοιχτόχρωμο, γαλάζιο μάτι, με μια μεμβράνη από πάνω του. Όποτε κι αν έπεφτε πάνω μου αυτό το μάτι, το αίμα μου πάγωνε, κι έτσι, σταδιακά - πολύ προοδευτικά - έβαλα στο μυαλό μου να σκοτώσω κείνο το γέρο, για να ξεφορτωθώ μια για πάντα το μάτι του.

Τώρα, να πως έχουν τα πράγματα.
Με φανταζόσαστε τρελό. Μα οι τρελοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ενώ εμένα, θά πρεπε να δείτε. Ω, ναι, θα πρεπε να βλέπατε πόσο συνετά προχώρησα στο σχέδιό μου, με πόση προσοχή, με τι προβλεπτικότητα, με πόση προσποίηση έκανα όλη τη δουλειά! Ποτέ δεν ήμουν πιο ευγενικός με το γέρο όσο μέσα σε εκείνη την εβδομάδα πριν τον σκοτώσω. Και κάθε βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, γύριζα το πόμολο της πόρτας του και την άνοιγα - ω πολύ απαλά! Και τότε, όταν το άνοιγμα ήταν αρκετό για να χωρέσει μέσα το κεφάλι μου, περνούσα από εκεί ένα φανάρι, με τα φύλλα του καλά κλειστά, - ω, πάρα πολύ προσεχτικά τα είχα κλεισμένα τα φύλλα του έτσι που να μην βγαίνει η παραμικρή αχτίδα από φως' και τότε πέρναγα και το κεφάλι μου. Α, μα θα γελούσατε πάρα πολύ αν βλέπατε με τι πονηριά, τάκανα όλα αυτά! Προχωρούσε το κεφάλι μου αργά, πολύ, πολύ αργά, έτσι που να μην ταράξω διόλου τον ύπνο του γέρου. Και μούπαιρνε μια ολόκληρη ώρα τούτη η δουλειά, μέχρι που να βάλω ολόκληρο το κεφάλι μου μέσα από το άνοιγμα της πόρτας και να μπορέσω να τον δω εκεί πέρα που ήταν ξαπλωμένος, στο κρεβάτι του.

Χα! Θα μπορούσε ποτέ ένας τρελός να φερθεί με τόση σύνεση; ε; Και τότε, όταν ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν μέσα στο δωμάτιο, έστρεφα το φύλλο που έκλεινε το φως του φαναριού προσεχτικά - ω, τόσο προσεχτικά (για να μην ακουστεί κανένα τρίξιμο) - το έστρεφα τόσο δα, ίσα - ίσα για να πέσει μια μικρή αχτίδα φως πάνω στο γερακίσιο μάτι. Κι όλο τούτο να γίνεται για εφτά ατελείωτες νύχτες - κάθε νύχτα ακριβώς τα μεσάνυχτα - μα πάντα έβρισκα εκείνο το μάτι κλειστό' κι έτσι μου ήταν αδύνατο να κάνω δουλειά μου' γιατί δεν ήταν ο γέρος που με είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, μα το Κακό Μάτι του. Κάθε πρωί, όταν η μέρα χάραζε, έμπαινα θαρραλέα στην κάμαρη και του μιλούσα με πολύ κουράγιο, φωνάζοντάς τον με το όνομά του και ρωτώντας τον πως είχε περάσει τη νύχτα του. Γιατί, καθώς καταλαβαίνετε, ήταν ένα πολύ αγαθό γεροντάκι, πραγματικά, για να υποπτευθεί πως κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, εγώ στεκόμουν και τον κοίταζα, καθώς κοιμόταν.

Την όγδοη βραδιά, ήμουν πολύ περισσότερο, προσεχτικός από όσο συνήθως ανοίγοντας την πόρτα. Ο λεπτοδείχτης του ρολογιού θα κινιόταν πολύ πιο γρήγορα από όσο εγώ. Ποτέ άλλοτε, πριν από κείνη τη νύχτα, δεν ένιωσα σε τόση έκταση τις ίδιες τις δυνάμεις μου - πέρα από τη ίδια την οξύτητα του νου μου. Μόλις που μπόρεσα να συγκρατήσω τα θριαμβευτικά συναισθήματα που με πλημμύριζαν. Μα σκέφτομαι πως εγώ ήμουν αυτός εκεί πέρα που άνοιγα την πόρτα, σιγά - σιγά, λίγο - λίγο, κι ο άλλος ούτε που να ονειρεύεται τις απόκρυφες πράξεις ή σκέψεις μου! Γέλασα από μέσα μου, σχεδόν, με τούτη την ιδέα' κι ίσως μάλιστα να με άκουσε' γιατί κουνήθηκε στο κρεβάτι του ξαφνικά, σα να τρόμαξε. Τώρα εσείς θα σκεφτείτε πως τραβήχτηκα πίσω - μα όχι. Το δωμάτιό του ήταν μαύρο σαν την πίσσα, βαθύ σκοτάδι βασίλευε εκεί μέσα (γιατί τα παντζούρια ήταν κλειστά από το φόβο κάποιου κλέφτη), έτσι που ήξερα ότι δε μπορούσε να δει το άνοιγμα της πόρτας, κι εξακολούθησα να τη σπρώχνω, σταθερά, όλο και πιο σταθερά.

Είχα βάλει όλο μου το κεφάλι μέσα και ήμουν έτοιμος να ανοίξω το φανάρι, όταν το μεγάλο μου δάχτυλο χτύπησε πάνω στο τενεκεδένιο φύλλο του φαναριού κι έκανε θόρυβο, κι ο γέρος τινάχτηκε στο κρεβάτι του, φωνάζοντας:
-"Ποιος είναι";
Απόμεινα ολότελα ακίνητος και δεν είπα τίποτα. Για μια ολόκληρη ώρα δεν κουνούσα ούτε μούσκουλο του κορμιού μου, και στο μεταξύ δεν τον άκουγα να ξαπλώνει πάλι. Καθόταν κι εκείνος στο κρεβάτι τεντωμένος κι έβαζε αυτί' ακριβώς όπως είχα κάνει εγώ, τη μια νύχτα πίσω από την άλλη, ακούγοντας το θάνατο να κοιτάζει από τον τοίχο. Την ίδια στιγμή άκουσα ένα ελαφρό βογκητό, κι ήξερα πως το βογκητό του θανάσιμου τρόμου. Δεν ήταν κανένα βογκητό πόνου, ή από θλίψη - α, όχι! Ήταν ο βαθύς πνιγμένος ήχος που βγαίνει από τα έγκατα της ψυχής, όταν ο φόβος την πλημμυρίσει. Τον ήξερα καλά αυτό τον ήχο. Πολλές νύχτες., ακριβώς τα μεσάνυχτα, όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν, έβγαινε μέσα από τα βάθη μου, μουνταίνοντας με την τρομαχτική του ηχώ τους τρόμους που με βασάνιζαν. Είπα πως τόξερα καλά αυτό.

Ήξερα πως ένιωθε ο γέρος και τον λυπόμουν, παρόλο που στην καρδιά μου γελούσα. Ήξερα πως καθόταν εκεί πέρα άγρυπνος, από την πρώτη στιγμή που ακούστηκε ο ανάλαφρος ήχος, από τη στιγμή που στριφογύρισε στο κρεβάτι του. Οι φόβοι του από τότε όλο και μεγάλωναν. Προσπαθούσε να τους φανταστεί άπραγους, αλλά δεν το μπορούσε. Θάλεγε στον εαυτό του: «Δεν είναι τίποτα άλλο έξω από τον αέρα στην καμινάδα - θάναι κανένα ποντίκι που πέρασε το πάτωμα», ή «θάναι κάποιος γρύλος που τετέρισε μόνο μια φορά». Ναι, προσπαθούσε να παρηγορηθεί με αυτούς τους συλλογισμούς, μα τάβρισκε όλα τα μάταια. Όλα μάταια, γιατί ο θάνατος, προσεγγίζοντας τον, είχε βαδίσει αγέρωχα με τη μαύρη του σκιά και τύλιξει το θύμα. Κι ήταν αυτή η πένθιμη επίδραση της ακατανόητης σκιάς που τον βοήθησε να νιώσει, παρόλο που ούτε είδε, ούτε άκουσε, την παρουσία του κεφαλιού μου μέσα στο δωμάτιο.
Αφού περίμενα αρκετή ώρα, πολύ υπομονετικά, δίχως να τον ακούω να ξαπλώνει αποφάσισα να ανοίξω λίγο, πάρα πολύ λίγο, μια χαραμάδα μόνο το φανάρι μου. Έτσι το άνοιξα - δε μπορείτε όμως να φανταστείτε πόσο αθόρυβα και κρυφά - ώσπου τελικά μια μόνο θαμπή αχτίδα, σαν τον ιστό μιας αράχνης, να πεταχτεί από το άνοιγμα και να πέσει πάνω στο γερακίσιο μάτι. Ήταν ανοιχτό -ορθάνοιχτο- και θύμωσα πάρα πολύ κοιτάζοντάς το. Το είδα ολότελα καθαρά -ένα θολό γαλάζιο, με κάποιο τρομερό και απαίσιο πέπλο γύρω του, που με έκανε να παγώσω ως το μεδούλι των κοκάλων μου, αλλά δε μπορούσα να δω τίποτα άλλο από το πρόσωπο ή το άτομο του γέρου: γιατί είχα κατευθύνει την αχτίδα, σαν από ένστικτο, πάνω σε αυτό το καταραμένο σημείο.

Και τώρα -δεν σας το είπα ότι το λάθος σχετικά με την τρέλα είναι αυτή η υπερευαισθησία των αισθήσεων;- τώρα, λέω, έφτασε ως τα αφτιά μου ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίξουμε με ένα βαμβακερό ύφασμα. Ήξερα πολύ καλά κι αυτόν τον ήχο. Ήταν ο χτύπος της καρδιάς του γέρου. Κάτι τέτοιο έκανε το θυμό του μεγαλύτερο, καθώς το χτύπημα του τυμπάνου ερεθίζει τη μαχητικότητα του στρατιώτη. Μα ωστόσο, ακόμη κι έτσι συγκρατήθηκα κι εξακολουθούσα να μένω ακίνητος. Μόλις που ανάσαινα. Κράτησα ακίνητο και το φανάρι. Δοκίμασα να δω πόσο σταθερά μπορούσα να κρατήσω την αχτίδα πάνω στο μάτι. Στο μεταξύ, ο διαβολεμένος χτύπος της καρδιάς δυνάμωνε. Γινόταν πιο γρήγορος, όλο πιο γρήγορος, πιο βαθύς, όλο βαθύτερος, την κάθε στιγμή. Ο τρόμος του γέρου έπρεπε νάναι στο αποκορύφωμά του! Ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, σας λέω, όλο και πιο βαθύς, την κάθε στιγμή! -με προσέξατε καλά;

Σας το είπα, νομίζω πως είμαι νευρικός: ναι, αυτό είμαι. Και τώρα, τούτη τη νεκρή ώρα της νύχτας, μέσα στην τρομακτική σιωπή του σπιτιού, αυτός ο τόσο παράξενος θόρυβος μου δημιούργησε έναν τρόμο που δεν μπορούσα πια να τον ελέγξω. Παρόλα αυτά, για μερικά λεπτά ακόμη, συγκρατήθηκα κι έμεινα ακίνητος. Αλλά ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, ολοένα και περισσότερο! Νόμιζα πως η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Και τότε, μια καινούρια αγωνία με έπιασε -ο ήχος θα μπορούσε να ακουστεί από τη γειτονιά! Η ώρα του γέρου είχε έρθει! Με μια πνιγμένη κραυγή, άνοιξα ολότελα το φανάρι και όρμησα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνος στρίγκλισε μια -μόνο φορά. Σε μια στιγμή τον έσυρα στο πάτωμα και σώριασα το βαρύ κρεβάτι από πάνω του. Μετά χαμογέλασα, χαρούμενα γιατί το κατόρθωμά μου είχεν ολοκληρωθεί. Αλλά για πολλά λεπτά της ώρας, η καρδιά εξακολουθούσε να χτυπά, με ένα πνιγμένο θόρυβο. Τούτη τη φορά όμως δεν εξοργίστηκα' δεν μπορούσε να ακουστεί μέσα από τον τοίχο. Τράβηξα πάλι το κρεβάτι πέρα κι εξέτασα το πτώμα. Ναι, ήταν πτώμα, ολότελα πεθαμένος. Έβαλα το χέρι μου πάνω στην καρδιά του και το κράτησα εκεί για μερικά λεπτά. Δεν ακουγόταν τίποτα, κανένας παλμός. Ήταν ολότελα νεκρός. Το μάτι δε θα με τρόμαζε πια.

Αν ακόμη εξακολουθείτε να με θεωρείτε τρελό, δε θα το κάνετε αυτό για πολύ, αν σας περιγράψω τις σοφές προφυλάξεις που πήρα για να κρύψω το πτώμα. Η νύχτα χλόμιαζε κιόλας κι εγώ εργαζόμουν βιαστικά, μα αθόρυβα. Πρώτα από όλα τεμάχισα το πτώμα. Έκοψα το κεφάλι και τα χέρια και τα πόδια. Ύστερα έβγαλα τρεις σανίδες από το πάτωμα της κάμαρης και τα τοποθέτησα όλα ανάμεσα στο δοκάρια. Μετά ξανάβαλα τις σανίδες στη θέση τους τόσο έξυπνα, τόσο πονηρά που κανένα ανθρώπινο μάτι -ακόμα και το δικό του- δε θα μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα το ύποπτο. Δεν είχα τίποτα να πλύνω -καμιά κηλίδα, κανενός είδους- καμιά σταγόνα αίμα πουθενά. Είχα πάρει όλες τις προφυλάξεις μου πάνω σε αυτό. Μια σκάφη τα είχε μαζέψει όλα... Χα - χα!
Όταν όλες αυτές οι εργασίες τελείωσαν, ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί -κι ακόμα σκοτάδι, σαν μεσάνυχτα. Καθώς το ρολόι σήμανε την ώρα ακούστηκε κι ένας χτύπος στην εξώπορτα. Κατέβηκα να ανοίξω με ανάλαφρη καρδιά, γιατί τι είχα πια τώρα να φοβηθώ; Να που μπήκαν μέσα τρεις άντρες και μου συστήθηκαν από μόνοι τους, με πολύ εγκαρδιότητα, σαν αστυνομικοί. Μια στριγκλιά που ακούστηκε από κάποιο γείτονα μέσα στη νύχτα: η υποψία πως κάτι είχε συμβεί' πληροφορίες έφτασαν στο αστυνομικό τμήμα και τότε αυτοί (οι αστυνομικοί) στάλθηκαν να κάνουν μια έρευνα επιτόπου. Χαμογέλασα -γιατί τι θα μπορούσα να φοβηθώ. Παρακάλεσα τους κυρίους να καθίσουν.
-"Η κραυγή", είπα, "ήτανε δική μου, μέσα στ' όνειρό μου. Ο γέρος", δήλωσα, "έλειπε στην επαρχία". Έδειξα στους κυρίους όλο το σπίτι. Και τους παρακάλεσα να ψάξουν -να ψάξουν μάλιστα καλά. Τους οδήγησα στο τέλος και στο δωμάτιο του. Τους έδειξα τους θησαυρούς του, σίγουρος κι ατάραχος. Πάνω στον ενθουσιασμό και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, τους έφερα εκεί καρέκλες και τους πρότεινα να καθίσουν εκεί, να ξεκουραστούν, ενώ εγώ, μες στην άγρια τόλμη του τέλειου θριάμβου μου, έβαλα τη δική μου καρέκλα στο ίδιο ακριβώς σημείο που κάτω του αναπαυόταν το πτώμα του θύματός μου.

Οι αστυνομικοί ήταν ικανοποιημένοι. Ο τρόπος μου τους είχε πείσει. Εγώ πάλι ήμουν απόλυτα ήρεμος. Κάθισαν κι ενώ τους απαντούσα χαρούμενα, άρχισα να χλομιάζω και να θέλω να φύγουν αμέσως. Το κεφάλι μου πονούσε, κι αισθανόμουν ένα βουητό στ' αφτιά: όμως εκείνοι εξακολουθούσαν να κάθονται και να φλυαρούν. Το βουητό έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο. Εξακολουθούσε, ναι, όλο και πιο φανερό... 'Αρχισα να μιλώ πιο δυνατά για να ξεφορτωθώ αυτό το συναίσθημα, μα τούτο συνεχιζόταν και γινόταν οριστικό και μόνιμο -ώσπου, τελικά, ανακάλυψα πως ο ήχος δεν ήταν μέσα στ' αφτιά μου.

Χωρίς αμφιβολία είχα χλωμιάσει πάρα πολύ, μα εξακολουθούσα να μιλώ όλο και πιο ελεύθερα και με υψωμένο τόνο φωνής. Ωστόσο ο θόρυβος μεγάλωνε - και τι μπορούσα να κάνω πια ε; Ήταν ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίγουμε σε βαμβακερό ύφασμα. 'Ανοιξα το στόμα μου να πάρω ανάσα -κι όμως οι αστυνομικοί δεν άκουγαν τίποτα. Μίλησα πιο γρήγορα, πιο εκνευρισμένα αλλά ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Ω Θεέ μου, τι μπορούσα να κάνω; 'Αφριζα, μάνιαζα, βλαστημούσα! 'Αρπαξα τη καρέκλα που πάνω της καθόμουν και τη χτύπησα στις σανίδες, μα ο θόρυβος εξακολουθούσε πάντα κι όλο δυνάμωνε. Γινόταν όλο και πιο βαθύς... βαθύτερος... βαθύτερος! Και πάντα οι αστυνομικοί φλυαρούσαν καλοδιάθετα και χαμογελούσαν. Ήταν δυνατόν να μην ακούν; Παντοδύναμε Θεέ! Όχι, όχι! 'Ακουγαν, υποψιάζονταν, ήξεραν! Μόνο που κορόιδευαν, έπαιζαν με τον τρόμο μου! Αυτό σκέφτηκα τότε, κι αυτό σκέφτομαι τώρα. Αλλά το κάθε τι άλλο ήταν καλύτερο από τούτη την αγωνία! Το κάθε τι θα μπορούσα να το ανεχτώ, έξω από τη χλεύη! Μου ήταν αδύνατο να υποφέρω άλλο αυτά τα υποκριτικά χαμόγελα! Ένιωθα πως έπρεπε να ουρλιάξω ή να πεθάνω! Και τώρα πάλι! 'Ακου! Όλο και βαθύτερος... βαθύτερος... βαθύτερος!...

-"Γουρούνια!", ούρλιαξα, "μη προσποιείστε άλλο πια!
Παραδέχομαι πως εγώ τo 'κανα! Βγάλτε αυτές τις σανίδες!... Εδώ, εδώ!... Εδώ χτυπά αυτή η απαίσια καρδιά του"!
_______________________


Εντγαρ Άλαν Πόε
The Tell-Tale Heart (1842)
Μτφρ.: Δ. Κωστελένος

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Η εποχή του Λυκόφωτος



Οι καταστροφείς ήρθαν από την έρημο. Η Παλμύρα πρέπει να τους περίμενε:  Για χρόνια ομάδες επιδρομέων αποτελούμενες από γενειοφόρους μαυροφορεμένους ζηλωτές, οπλισμένους κυρίως με πέτρες, μεταλλικά ραβδιά και μια χαλύβδινη αίσθηση αρετής, τρομοκρατούσαν τις ανατολικές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Οι επιθέσεις τους ήταν πρωτόγονες, βάναυσες και εξαιρετικά αποτελεσματικές. Οι άντρες αυτοί κινούνταν σε αγέλες - αργότερα σε πλήθη που έφταναν μέχρι και τα πεντακόσια άτομα- κι απ΄όπου περνούσαν, προκαλούσαν απόλυτη καταστροφή. Στόχος τους ήταν οι ναοί κι οι επιθέσεις τους ήταν αστραπιαίες. Τεράστιες πέτρινες κολώνες που στέκονταν όρθιες για αιώνες κατέρρεαν μέσα σε ένα απόγευμα. Αγάλματα που έστεκαν στο βάθρο τους για μισή χιλιετία, έμεναν με τα πρόσωπα ακρωτηριασμένα μέσα σε μερικά λεπτά. Ναοί που είχαν υπάρξει μάρτυρες της ανόδου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρεαν μέσα σε μια μέρα. 

Οι πράξεις αυτές ήταν βίαιες, αλλά δεν συνοδεύονταν από κάποια ευσέβεια. Οι ζηλωτές γελούσαν ασυγκράτητα καθώς τσάκιζαν τα "σατανικά"   "ειδωλολατρικά"  αγάλματα. οι πιστοί ξεσπούσαν σε γιουχαϊσματα καθώς γκρέμιζαν ναούς, ξήλωναν στέγες και κατέστρεφαν τάφους.  Άρχισαν να εμφανίζονται ύμνοι που απαθανάτιζαν τις ένδοξες αυτές στιγμές.  "Τα αισχρά αυτά πράγματα" έψελναν περήφανοι οι προσκυνητές. οι "δαίμονες και τα είδωλα [...] ο καλός Σωτήρας μας όλα τα ποδοπάτησε"   (1)
Ο φανατισμός σπανίως παράγει καλή ποίηση.

Σε αυτή την ατμόσφαιρα, ο ναός της Αθηνάς  στην Παλμύρα αποτελούσε προφανή στόχο. Το όμορφο κτίσμα ήταν ένας απροκάλυπτος ύμνος σε όλα όσα απεχθάνονταν οι πιστοί: ένας μνημειώδης ψόγος στο μονοθεϊσμό.  Αν δάβαινες τις πύλες του, τα μάτια σου χρειάζονταν μερικές στιγμές για να συνηθίσουν το δροσερό μισοσκόταδο στο εσωτερικό του μετά τη λαμπρότητα του εκτυφλωτικού ήλιου της Συρίας. Καθώς θα προσαρμόζονταν, μπορεί να παρατηρούσες ότι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τη μυρωδιά των θυμιαμάτων, ή ίσως ότι το λιγοστό φως που υπήρχε προερχόταν από μερικά σκόρπια λυχνάρια αφημένα από τους πιστούς. Αν σήκωνες το βλέμμα, θα έβλεπες στην τρεμουλιαστή λάμψη τους την ίδια την Αθηνά. 

Το όμορφο, περήφανο προφίλ του αγάλματος μπορεί να βρισκόταν  μακριά από την πατρίδα της Αθηνάς, την Αθήνα, αλλά ήταν απολύτως αναγνωρίσιμο, με την ίσια ελληνική του μύτη, το διάφανο μαρμάρινο δέρμα και το πλούσιο, ελαφρά δύσθυμο στόμα. Το μέγεθος του αγάλματος  -πολύ ψηλότερο από οποιονδήποτε άνθρωπο- μπορεί επίσης να εντυπωσίαζε. Αν και πιθανότατα πιο αξιοθαύμαστο από τις διαστάσεις του αγάλματος ήταν το μέγεθος των αυτοκρατορικών υποδομών και φιλοδοξιών, που είχαν φέρει ως εδώ αυτό το αντικείμενο. Το άγαλμα ήταν αντανάκλαση άλλων μορφών που βρίσκονταν στην αθηναϊκή Ακρόπολη, πάνω από χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά. αυτή η συγκεκριμένη εκδοχή είχε κατασκευαστεί σε ένα εργαστήριο εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Παλμύρα, για να μεταφερθεί στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία και κόστος ως εδώ, προκειμένου να δημιουργηθεί μια μικρή νησίδα ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στους αμμόλοφους της συριακής ερήμου.

Το πρόσεξαν άραγε, αυτό οι καταστροφείς καθώς έμπαιναν; Τους εντυπωσίασε, έστω και φευγαλέα, η επιτήδευση μιας αυτοκρατορίας που μπορούσε να εξορύξει το μάρμαρο, να κατασκευάσει το γλυπτό κι ύστερα να το μεταφέρει σε τόσο μεγάλες αποστάσεις;  Θαύμασαν έστω και για μια στιγμή την τέχνη που μπορούσε να κατασκευάσει από μάρμαρο ένα στόμα τόσο τρυφερό στην όψη, ώστε θα μπορούσες να το φιλήσεις;  Θαύμασαν έστω και για ένα δευτερόλεπτο την ομορφιά του;

Μάλλον όχι. Γιατί, όταν οι άντρες μπήκαν στο ναό, πήραν ένα όπλο και με ένα συντριπτικό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού αποκεφάλισαν τη θεά. Το κεφάλι του αγάλματος έπεσε στο δάπεδο, η μύτη έσπασε και τα άλλοτε λεία μάγουλα βούλιαξαν. Τα μάτια της Αθηνάς, άθικτα, κοιτούσαν τώρα από ένα πρόσωπο παραμορφωμένο.
Ο αποκεφαλισμός δεν ήταν αρκετός. Ακολούθησαν κι άλλα χτυπήματα που αφαίρεσαν την κορυφή του κεφαλιού, έβγαλαν την περικεφαλαία από το κεφάλι της θεάς και την έκαναν κομμάτια. Το άγαλμα έπεσε από το βάθρο και τα μπράτσα και οι ώμοι του αποκόπηκαν. Το σώμα έμεινε πεσμένο μπρούμυτα στη σκόνη.  ο βωμός που βρισκόταν δίπλα κόπηκε από τη βάση του.

Μόνο τότε οι άνθρωποι αυτοί - οι χριστιανοί αυτοί - ένιωσαν ότι το έργο τους είχε ολοκληρωθεί. Χάθηκαν ξανά στην έρημο. Πίσω τους, ο ναός έμεινε σιωπηλός.  Οι αναθηματικοί λύχνοι, χωρίς κανέναν να τους συντηρεί, έσβησαν. Στο δάπεδο το κεφάλι της Αθηνάς άρχισε να σκεπάζεται αργά από την άμμο της συριακής ερήμου.

Ο "θρίαμβος"  του χριστιανισμού είχε αρχίσει 



Catherine Nixey 
από το βιβλίο της 
"Η εποχή του λυκόφωτος - Η καταστροφή του κλασικού κόσμου από τον χριστιανισμό" 
εκδ Αλεξάνδρεια





(1) ύμνος κοπτών προσκυνητών 














Δευτέρα 14 Ιουλίου 2025

Το μυαλό της κότας


 " Από την ώρα που ο Φρανκεστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει 
 μαθηματικά στη εκμηδένισή του.
Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά συνήθισε να φοβάται.

 Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ' το μυαλό της κότας. 
Απ' το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ' ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ' ένα ζώο δυνατό που βρυχάται. Τι να τους πως και πώς να τους το πω.
Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

 Η υποταγή, ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;
Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε.
Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. 

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι από τους εχθρούς.
Κι ο εχθρός  γεννιέται, δε γίνεται. Μας παρακολουθεί απ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά. Κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας 
Η μορφή του Τέρατος  είναι πολύχρωμη. 
Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα, να προφυλαχθούν από τις σκόνες , τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα, και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες .

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράστασή τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο , μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού
Χορός από τραβεστί ψάλλει τα χωρικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τα μικράς οδούς χορεύοντας συρτάκι.  

Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι' Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ' αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν αλλάξουνε συνάλλαγμα. 

 Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασσική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.
Το ερώτημα περνάει απ' τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θα αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη». Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι όταν παρουσιαζότανε η μορφή του τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπό του η μορφή του τέρατος, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

 Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος." 


Μάνος Χατζιδάκις Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978




Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Μαγδαληνή



Πίνακας Αλεξαντρ Ιβανόφ 
Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.

Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙

κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.

Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.


Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.

Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.

Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.

Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια

κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».





Ντίνος Χριστιανόπουλος  (1931-2020)

Από τη συλλογή
Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950)

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

"Εναντίον"



ENANTION (1987)





*Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

*Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

*Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

*Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;

*Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.

*Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.

*Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.

*Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’ αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. Xαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα του κατεστημένου.

*Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

*Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;…

"Περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979    




Ντίνος Χριστιανόπουλος





Αμετανόητος αιρετικός, σπαρακτικός και παράφορα ευαίσθητος, οξύς παρατηρητής και σχολιαστής του βίου και των έργων των ανθρώπων, ασυμβίβαστος και αναπάντεχος προβοκάτορας, ο ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, που οι λέξεις του τάραζαν και μετακινούσαν, αποχαιρέτησε σε ηλικία 89 ετών τη ζωή




Λάτρης του ανθρώπου και βαθύς αισθηματίας, που έγραψε για την ένταση της ζωής και του οργασμού της ανθρώπινης σάρκας, αλλά και της ερωτικής στέρησης, όπως έλεγε, δεν προσπέρασε ποτέ την απόγνωση, τον πόνο και τα βάσανα και αρθρώνοντας το δικό του, προσωπικό ιδίωμα, δεν δίστασε να μας ταρακουνήσει λέγοντας: «Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;».

Ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός, ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ασχολήθηκε με μια ευρεία γκάμα που ξεκινούσε από φιλολογικές εργασίες και βιβλιογραφίες για τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία και έφτανε έως μελέτες για ζωγράφους και ρεμπέτες.

Γεννημένος στις 21 Μαρτίου του 1931 στη Θεσσαλονίκη, την οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ ταυτιζόμενος απόλυτα μαζί της, όπως ο Πεσόα τη Λισσαβώνα του, γιος προσφύγων από την ανατολική Θράκη, φοίτησε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και πήρε πτυχίο στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Κατόπιν εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 έως το 1965 και στη συνέχεια ως επιμελητής εκδόσεων.

Το 1958 ίδρυσε και διηύθυνε το περιοδικό "Διαγώνιος", που κυκλοφόρησε ώς το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις, καθώς και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγωνίου. Είναι η εποχή που αναδεικνύει και στηρίζει νέους πεζογράφους και ποιητές δημιουργώντας τον "κύκλο των λογοτεχνών της Διαγωνίου".

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων», το 1950, διακρίνεται για το προσωπικό ύφος της και για τις δημιουργικές επιρροές από τον Καβάφη και τον Έλιοτ, ενώ στις επόμενες εμφανίσεις του εκφράζεται καθαρά το κυρίαρχο θέμα της ποίησής του μέσα από το ερωτικό πάθος και τη μοναξιά.

Πολλά από τα ποιήματά του, όπως αυτά της σειράς «Ο αλλήθωρος», εμπεριέχουν το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής και σχολιογραφίας.

Κατά καιρούς κυνηγήθηκε πολύ από το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής, όταν κατά τη διάρκεια της χούντας αρνήθηκε να παραλάβει βραβείο για ένα έργο του.

Αρνητής των βραβείων

Ήταν το 2011 όταν τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του, το οποίο ωστόσο αρνήθηκε να παραλάβει παραπέμποντας στο κείμενό του "Εναντίον" από το 1979,

Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα Φιλολογίας.

Εκτός από ποιητής ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπήρξε λαογράφος, συλλέκτης, μελετητής και ερμηνευτής ρεμπέτικων τραγουδιών, τα οποία δεν δίσταζε να πει πως τραγουδάει από νταλκά.

Είχε ασχοληθεί με το έργο του Σολωμού, του Στρατή Δούκα, του Καβάφη, του Καββαδία, ενώ είχε μελετήσει και το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη εκδίδοντας έργα για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Στον τοίχο του ισόγειου σπιτιού του στην οδό Σκεπαστού στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια, η εικόνα του Καβάφη γειτνίαζε με αυτή του Τσιτσάνη, πάνω από το γραφείο του, καταδεικνύοντας τα πάθη και τις μεγάλες αγάπες του ποιητή.




«Πάντα μου άρεσαν οι λέξεις»

Έχοντας αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια και χωρίς να γράφει, καταβεβλημένος από απανωτά προβλήματα υγείας, δώρισε το αρχείο του, αποτελούμενο από ημερολόγια, κείμενα αλληλογραφίας, χειρόγραφα, αποκόμματα συνεντεύξεων και ηχογραφήσειςκ, στις οποίες ερμηνεύει ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια με την κομπανία «Παρέα του Τσιτσάνη», στη βιβλιοθήκη του ΑΠΘ.

Ο ίδιος συνήθιζε να λέει αναφερόμενος στην ποίηση πως «είναι απίθανο μυστήριο αυτό της ποίησης... Εμένα πάντα μου άρεσαν - μου αρέσουν πολύ οι λέξεις... Δεν μπορώ όμως να διεισδύσω σ’ αυτό το μυστήριο που λέγεται ποίηση... Μπορεί όμως η ποίηση να αναστείλει πολέμους, να δώσει λύση σ' αυτή την κρίση που βιώνουμε; Δεν νομίζω...».

Δεν έκρυβε τη δυσφορία του για τους νέους ομότεχνους λέγοντας πως «η εποχή σιγά - σιγά χειροτερεύει. Ήδη οι νεότεροι ποιητές εμένα προσωπικά δεν με ικανοποιούν. Κάτι έχει χαλάσει παντού, σε όλα. Έχει χαλάσει η ίδια η ουσία της ζωής μας. Δεν υπάρχει πλέον ατομική έκφραση που να σε πείθει... Λόγια παρμένα από τα σλόγκαν των εφημερίδων. Ο καθένας γράφει ό,τι μπορείς να φανταστείς με την πεποίθηση πως εκφράζει τον εαυτό του, ενώ δεν εκφράζει παρά μόνο την ηλιθιότητα ή τη μετριότητά του... Τη μετριότητα της ζωής που βιώνει».




Τα υπόλοιπα στοιχεία από εδώ



Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Φραντς Κάφκα: Τρομαγμένος από τη ζωή



 Δεν υπάρχει αμφιβολία πως την προφητική του δύναμι αντλούσε ο Κάφκα από τρεις παράγοντες: τον εβραϊσμό του, την απέραντη ευαισθησία που έδειχνε στον ανθρώπινο πόνο και τελικά την αρρώστιά του. Πέθανε στις 3 Ιουνίου 1924 από φυματίωσι του λάρυγγος στο σανατόριο Κίρλιγκ κοντά στην Βιέννη. Είχε ζήσει ακριβώς σαράντα χρόνια και ένδεκα μήνες. Από τη νέα αυτή ζωή ελάχιστες μέρες ήταν ελεύθερες από τον φόβο της Αποκαλύψεως που ετάραζε την ύπαρξί του.






Η εποχή του, κουρασμένη κι’ αυτή από τα δεινά της, δεν τον είχε προσέξει. Τον ανεκάλυψαν μετά τον τελευταίο πόλεμο οι συμπατριώτες του οι Τσεχοεβραίοι. Ο Μαξ Μπροντ τον έκανε έργο ζωής, τα οράματα του Κάφκα για την κατάντια του ανθρώπου, για τον πόλεμο και τον φασισμό, τον μετέβαλαν σε αναγνωρισμένο πια προφήτη. Έκτοτε δημιουργήθηκε ένα είδος λατρείας Κάφκα. Τον μετέφρασαν σε πολλές γλώσσες, τον διάβασαν, τον κατάλαβαν ή νόμισαν ότι δεν τον καταλαβαίνουν. Ο Φραντς Κάφκα έχει προωθηθή στο διεθνές προσκήνιο της συζητήσεως, του εκδοτικού ενδιαφέροντος, έχει γίνει μόδα. Αγαπάτε τον Κάφκα;



Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα η Πράγα, η πατρίδα του, έβαλε μπροστά μια μεγάλη έκθεσι γύρω από τη ζωή και το έργο του προφήτη-συγγραφέα της. Έχει σκοπό να τη δείξη σ’ όλον τον κόσμο, αρχίζοντας από τη Βιέννη. 
Είδαμε την έκθεσι αυτή, κι’ όταν εγκαταλείψαμε το ανάκτορο Πάλφυ, όπου διωργανώθηκε, είχαμε το αίσθημα ότι φεύγαμε από την αίθουσα της «Δίκης» του Κάφκα. Σκοτεινά τα πάντα, γεμάτα μαύρη απόγνωσι — καμμιά ακτίνα ελπίδας. Και ο Κάφκα ο ίδιος και η έκθεσίς του είχαν ρουφήξει σαν ξερή γης όλη την άρνησι όχι μόνο της εποχής τους αλλά και της ζωής γενικά. 
Η έκθεσις και η ζωή του ήταν ένα μωσαϊκό της Αποκαλύψεως και κάθε ψηφίδα του ένα κομματάκι φρίκη, ανθρώπινη βαρβαρότητα, απελπισία.

 Βγήκαμε στο δρόμο και αναπνέοντας τα καυσαέρια της μεγαλούπολης νομίζαμε ότι αναπνέομε τον καθαρό αέρα των… ηπειρωτικών βουνών. Είμαστε ευχαριστημένοι ότι είχαμε φύγει. Όπως είναι ευχαριστημένοι και οι άνθρωποι του Κάφκα που αλλάζουν κουβέντα και πεζοδρόμιο όταν συναντούν την Ευθύνη για το μέλλον μας, άγρια και απαιτητική.

Το βάρος της εκθέσεως Κάφκα στη Βιέννη —την ωργάνωσε ο Αυστροτσεχοσλοβακικός Σύνδεσμος— το κρατάνε οι ιστορικές φωτογραφίες από τη ζωή και το περιβάλλον του Κάφκα, καθώς και ντοκουμέντα της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας, χειρόγραφα των έργων του και αυτόγραφες επιστολές του. Στα γραψίματά του με τις πολλές διαγραφές αναγνωρίζουμε καθαρά τον αγώνα ενός ανθρώπου που πάλευε με δυο ξένες γλώσσες, τη γερμανική και την τσεχική, χωρίς να κατέχη όμως και τη μητρική του, που θα έπρεπε να είναι η εβραϊκή.

 Γεννήθηκε στην Πράγα από μικροαστούς Εβραίους που προσπαθούσαν να σπάσουν τα τείχη του γκέτο και να ενσωματωθούν στην τσεχική κοινωνία. Ο πατέρας του ήταν ένας δυναμικός μικρο-καταστηματάρχης, ένας καλός οικογενειάρχης, αλλά ξένος προς τις αναζητήσεις του παιδιού του. Τον άφησε στη μοίρα του λοιπόν, κι’ έτσι ήρθε η αποξένωσις ανάμεσά τους, που την εκφράζει έντονα ο Κάφκα στα γράμματά του.







Στο δίπλωμα της νομικής που πήρε ο Κάφκα, και που αναγράφονται όλα τα μαθήματα που παρακολούθησεν, αναγνωρίζομε το ζωηρό του ενδιαφέρον και για ζητήματα της τέχνης και της λογοτεχνίας. 
Παρακολουθούσε σπουδαίους καθηγητές στο αρχαιότερο αυτό γερμανόγλωσσο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του θείου του, πρωτοδοκιμάζει τη βιοπάλη στους δικαστηριακούς διαδρόμους, για να καταλήξη στον πιο εξασφαλισμένο λιμένα μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Ο τομέας που αναλαμβάνει είναι η ασφάλεια εργατικών ατυχημάτων. Βλέπομε στην έκθεσι διάφορες μελέτες του πάνω στο θέμα και τρομάζομε αναδρομικά από την ανία που θα του προκαλούσε. Καθημερινά η απασχόλησις μιας τόσο ευαίσθητης φύσης με τέτοια θέματα. Ο φόβος της επιβιώσεως όμως τον έκανε, φαίνεται, καλό υπάλληλο, αν κρίνομε από τις υψηλές θέσεις στις οποίες προωθήθηκε με την υπαλληλική του ευσυνειδησία. Οι μελέτες του στην ασφαλιστική εταιρεία δείχνουν και μια γερή κριτική του όλου κοινωνικού μηχανισμού. Στα τσέχικα αυτά χειρόγραφα του «ασφαλιστή» Κάφκα βρίσκομε τη θετική βάσι για την παράλογη πλευρά του λογοτεχνικού του έργου.





Στην αρχή του αιώνα τον συναντούμε στον κύκλο της τσεχοεβραϊκής εκείνης ιντελλιγκέντσιας που αποτελούσε την πλευρά της γερμανόγλωσσης λογοτεχνίας της Πράγας. Στο καφενείο «Άρκο» συχνάζουν ο Βέρφελ, ο Μαξ Μπροντ, ο Όσκαρ Μπράουν, ο Ρούντολφ Φουξ, ο Φέλιξ Μπάουμ. Ό,τι εκλεκτότερο έχει να επιδείξη η «Χρυσή πόλις», καύχημα των Τσέχων, εστία σφοδρών εθνικιστικών αγώνων για τους Αψβούργους, κρυφή φιλοδοξία των Γερμανών. 
Τα ντοκουμέντα της εκθέσεως της Βιέννης μάς δίνουν ανάγλυφη την εποχή αυτή της Πράγας του Κάφκα. Οι αμφιβολίες του ότι όλα μπορεί να είναι και ανεπανόρθωτα χαλασμένα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, τον φέρνουν σ’ επαφή με τους αναρχικούς και τη φιλοσοφία του Εγέλου και του Φίχτε. 
Γνωρίζει, μιλάει, χτυπιέται καθημερινά με μαθηματικούς, με φυσικούς, με φιλοσόφους, με τον ίδιο τον Αϊνστάιν. 

Μέχρι την ημέρα —είμαστε στο 1912— που αισθάνεται κάτι σαν μια ελπίδα να σαλεύη μέσα του. Αρραβωνιάζεται τη Φελίτσια Μπάουερ. Η αρχή του πολέμου τον πετάει και πάλι στην απελπισία. Απαντά με τη νουβέλλα «Σ’ ένα λόχο τιμωρημένων», διαλύει τον αρραβώνα κι’ αρχίζει να εργάζεται στη «Δίκη». Το 1918 κουρνιάζει στο λαρύγγι του κι’ η φυματίωσις. 

Γνωρίζει τότε την Τσέχα δημοσιογράφο Μιλένα Γιέζενσκα. Είναι η γυναίκα της ζωής του, αυτή που θα του κλείση τρυφερά τα μάτια στο σανατόριο κοντά στη Βιέννη, στις 3 Ιουνίου 1924. Τρεις μέρες αργότερα θα του γράψη η Μιλένα και τη νεκρολογία που τυπώθηκε τσέχικα στην εφημερίδα «Ναρόντνι Λίστυ». Είναι κατά τη γνώμη μου το συνταρακτικώτερο ντοκουμέντο της εκθέσεως. 

Γράφει η Μιλένα ανάμεσα σ’ άλλα για τον πεθαμένο φίλο της:


«Τον γνώριζαν λίγοι άνθρωποι, γιατί ήταν μονόλυκος, γεμάτος γνώσεις, τρομαγμένος από τη ζωή. Χρόνια πολλά ήταν άρρωστος από φυματίωσι, και μολονότι προσπαθούσε να τη θεραπεύση, την έθρεψε ωστόσο συνειδητά με τις σκέψεις του. Έλεγε: Όταν η ψυχή και η καρδιά δεν μπορούν πια να κρατήσουν το βάρος, αναλαμβάνει τη μισή επιβάρυνσι ο πνεύμονας, για να υπάρχη κάποια αναλογία στην κατανομή. Η αρρώστια τού είχε προσδώσει μια θαυμαστή ευαισθησία, και του είχε ακονίσει τον διανοητισμό του κατά τρόπο σχεδόν φρικτό. Ήταν ντροπαλός, φοβισμένος, ήπιος και αγαθός — αλλά τα βιβλία που έγραφε ήσαν ανηλεή και προκαλούσαν πόνο.
Έβλεπε τη ζωή γεμάτη αόρατους δαίμονες που αρπάζουν και εξοντώνουν έναν απροστάτευτο άνθρωπο. Ήταν πολύ προφητικός, πολύ σοφός για να μπορέση να ζη, πολύ αδύνατος για να αγωνισθή, αδύνατος όπως οι ευγενικοί, ωραίοι άνθρωποι που δεν ρίχνονται στον αγώνα από φόβο μήπως δεν τους καταλάβουν, μήπως τους φερθούν άφιλα, γιατί φοβούνται τα ψέματα των διανοουμένων και ξέρουν εκ των προτέρων ότι είναι αδύναμοι και νικιούνται τελικά έτσι που να ντροπιάζουν τον νικητή».





«Τον είχε τρομάξει η ζωή». Στη φράσι αυτή βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησι της ζωής και του έργου του Κάφκα. Η έκθεσις της Βιέννης με τις φωτογραφίες και τα ντοκουμέντα της μας τόδωσε το κλειδί αυτό στο χέρι.

        ----   ------     -------


*Κείμενο για τον αποβιώσαντα πριν από έναν ακριβώς αιώνα Φραντς ΚάφκαΦραντς Κάφκα, που έφερε την υπογραφή «Π. Πόντιος» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 2 Αυγούστου 1964.