Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπόρχες Χ.Λ.(Jorge Luis Borges). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπόρχες Χ.Λ.(Jorge Luis Borges). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Το όνειρο του Κόουλριτζ [ Χ.Λ. Μπόρχες ]






Το λυρικό απόσπασμα Κουμπλάι Χαν (πάνω από πενήντα ομοιοκατάληκτοι και ελεύθεροι στίχοι εξαίσιας προσωδίας) το ονειρεύτηκε ο άγγλος ποιητής Σάμιουελ Τέιλορ Κόουλριτζ, μια μέρα του καλοκαιριού του 1797.

 Ο Κόουλριτζ γράφει πως είχε αποσυρθεί σ' ένα αγρόκτημα, στα περίχωρα του Έξμορ. 
Μια αδιαθεσία τον υποχρέωσε να πάρει ένα υπνωτικό. Ο ύπνος τον πήρε μόλις είχε τελειώσει την ανάγνωση μιας περικοπής του Πέρτσας, που αναφέρεται στην ανέγερση ενός παλατιού απ' τον Κουμπλάι Χαν, τον αυτοκράτορα που έγινε ξακουστός στη Δύση χάρη στον Μάρκο Πόλο. Μέσα στον ύπνο του Κόουλριτζ, το τυχαία διαβασμένο κείμενο άρχισε να βλασταίνει και να πολλαπλασιάζεται. Κοιμώμενος, «είδε» μια σειρά εικόνες και, πολύ απλά τις λέξεις που εξέφραζαν αυτές τις εικόνες. Σε λίγες ώρες, ξύπνησε, με τη βεβαιότητα ότι είχε συνθέσει ή δεχθεί ένα ποίημα περίπου τριακοσίων στίχων. Με μια ανεπανάληπτη διαύγεια, τους θυμήθηκε κι έπιασε να μεταγράφει το απόσπασμα που διασώζεται στα έργα του.
Μια αναπάντεχη επίσκεψη τον διέκοψε, κι από κείνη τη στιγμή, στάθηκε αδύνατον να θυμηθεί τη συνέχεια. 


«Δεν ήταν και μικρή η έκπληξη, μα και η απόγνωση που ένιωσα» διηγείται ο Κόουλριτζ, «όταν ανακάλυψα πως μπορεί να συγκρατούσα αμυδρά τη γενική μορφή του οράματος, αλλά όλα τα υπόλοιπα, εκτός από οκτώ-δέκα σκόρπιους στίχους, είχαν εξαφανιστεί, όπως οι εικόνες στην επιφάνεια ενός ποταμού όταν πετάμε μια πέτρα, αλλά, φευ!, χωρίς να ξαναγυρίσουν όπως εκείνες»

Ο Σουίνμπερν θεώρησε το απόσπασμα που διασώθηκε ως το υψηλότερο δείγμα της μουσικότητας της αγγλικής γλώσσας, και πρόσθεσε πως, όποιος κατόρθωνε να το αναλύσει, θα ήταν (η μεταφορά είναι του Τζον Κιτς) σαν να ξέπλεκε ένα ουράνιο τόξο(379). 

Οι μεταφράσεις και οι αναλύσεις ποιημάτων που θεμελιώδης αρετή τους είναι η μουσικότητα, είναι μάταιες και μπορεί να αποβούν ολέθριες. Ας αρκεστούμε να θυμόμαστε, προς το παρόν, ότι ο Κόουλριτζ δέχτηκε εν ονείρω μια σελίδα αναμφισβήτητου μεγαλείου.
Η περίπτωση όσο εξαιρετική κι αν είναι, δεν είναι μοναδική. 

Στην ψυχολογική μελέτη του The World of Dreams(380), ο Χάβελοκ Έλις την εξομοίωσε με εκείνην του βιολονίστα και συνθέτη Τζουζέπε Ταρτίνι, που ονειρεύτηκε ότι ο Διάβολος (ο σκλάβος του) έπαιζε στο βιολί μια υπέροχη σονάτα. Όταν ξύπνησε, ο ονειρευτής ανέσυρε απ' την ατελή του ανάμνηση το Trillo del Diavolo(381). 

Ένα άλλο κλασικό παράδειγμα υποσυνείδητης εγκεφαλικής εργασίας είναι εκείνο του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, στον οποίο ένα όνειρο (όπως αναφέρει ο ίδιος στο «A Chapter on Dreams»)(382) του προμήθευσε το θέμα του «Ολάλα», κι ένα άλλο όνειρο, το 1884, το θέμα του Τζέκιλ και Χάιντ(383). 
Ο Ταρτίνι θέλησε να αποτυπώσει «εν εγρηγόρσει» τη μουσική ενός ονείρου. 
Ο Στίβενσον πήρε απ' τα όνειρά του θέματα, δηλαδή γενικές μορφές.

 Εγγύτερη στη λεκτική έμπνευση του Κόουλριτζ είναι εκείνη που ο Βέδας ο Αιδέσιμος αποδίδει στον Κέιντμον (Historia ecclesiastica gentis Anglorum IV,24)(384). Συνέβη στα τέλη του 7ου αιώνα, στη μισθοφορική και πολεμοχαρή Αγγλία των σαξόνων βασιλέων. Ο Κέιντμον ήταν ένας άξεστος τσοπάνος που τον είχαν πάρει τα χρόνια. Μια νύχτα, έφυγε άρον άρον από μια γιορτή, προβλέποντας ότι θα 'ρχόταν η σειρά του για την άρπα, και ξέροντας ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει. Έπεσε να κοιμηθεί σ' ένα στάβλο, ανάμεσα στ' άλογα, και κάποιος μες στον ύπνο του τον φώναξε με τ' όνομά του(385) και τον πρόσταξε να τραγουδήσει. Ο Κέιντμον αποκρίθηκε πως δεν ήξερε να τραγουδάει, μα ο άλλος του είπε: «Τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου». Τότε ο Κέιντμον πρόφερε στίχους που δεν τους είχε ξανακούσει ποτέ. Δεν τους ξέχασε όταν ξύπνησε, και μπόρεσε να τους επαναλάβει μπροστά στους μοναχούς του κοντινού μοναστηριού του Χιλντ. Δεν έμαθε ποτέ του να διαβάζει, αλλά οι καλόγεροι του εξηγούσαν ιστορίες από την Αγία Γραφή, κι εκείνος, «μηρυκάζοντας σαν ζωντανό, τις μεταμόρφωνε σε γλυκόηχους στίχους, κι έτσι τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, κι όλη την ιστορία της Γένεσης και την έξοδο των τέκνων του Ισραήλ και την είσοδό τους στη Γη της Επαγγελίας, και τόσα άλλα απ' τις Γραφές, και την ενσάρκωση, τα Πάθη, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου, και τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, και την επιφοίτηση των αποστόλων, κι ακόμα, την τρομάρα της Δευτέρας Παρουσίας, τη φρίκη και τα βάσανα της Κόλασης, τις γλυκάδες του Παράδεισου, τις χάριτες και του Θεού τις κρίσεις». 
Ο Κέιντμον ήταν ο πρώτος ιερός ποιητής του αγγλικού έθνους. «κανείς δεν μπόρεσε να τον φτάσει» λέει ο Βέδας, «γιατί δεν ήταν των ανθρώπων μαθητής, μα του Θεού».
Λίγα χρόνια αργότερα, προφήτεψε την ώρα του θανάτου του και τον περίμενε στον ύπνο του. Ας ελπίσουμε πως ξαναβρήκε τον άγγελό του.


Εκ πρώτης όψεως, το όνειρο του Κόουλριτζ διατρέχει τον κίνδυνο να φανεί λιγότερο εκπληκτικό από εκείνο του προδρόμου του. Το Κουμπλάι Χαν είναι μια σύνθεση αξιοθαύμαστη, ενώ οι εννέα στίχοι του ύμνου που ονειρεύτηκε ο Κέιντμον, δεν παρουσιάζουν καμία άλλη αρετή πέρα απ την ονειρική καταγωγή τους. Ωστόσο, ο Κόουλριτζ ήταν ήδη ποιητής, ενώ ο Κέιντμον είδε να του αποκαλύπτεται ο προορισμός του. Υπάρχει, πάντως, ένα στοιχείο μεταγενέστερο, που μεγεθύνει ως το απίστευτο το θαύμα του ονείρου μέσα στο οποίο γεννήθηκε το Κουμπλάι Χαν. Αν αυτό το στοιχείο αληθεύει, τότε η ιστορία του ονείρου του Κόουλριτζ προηγείται κατά πολλούς αιώνες του Κόουλριτζ, κι ακόμα δεν έχει πάρει τέλος.

Ο ποιητής είδε τ' όνειρό του το 1797 (κατ' άλλους το 1798) και δημοσίευσε την ιστορία του ονείρου το 1816, εν είδει σχολίου ή επεξηγήσεων του ημιτελούς ποιήματος. Είκοσι χρόνια αργότερα, εκδόθηκε στο Παρίσι, αποσπασματικά, η πρώτη δυτική μετάφραση μιας από τις τόσες Παγκόσμιες Ιστορίες τις οποίες διαθέτει η πλούσια περσική λογοτεχνία, η Επιτομή Ιστοριών του Ρασίντ ελ Ντιν, που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα. Εκεί, λοιπόν, διαβάζουμε: «Ανατολικά του Σανγκ-του, ο Κουμπλάι Χαν έχτισε ένα παλάτι, πάνω σ' ένα σχέδιο που 'χε δει στ' όνειρό του και το φύλαγε στη μνήμη του». Το κομμάτι αυτό το έγραψε ο βεζίρης του Μαχμούτ Χαζάν, ενός απόγονου του Κουμπλάι Χαν.

Ένας μογγόλος αυτοκράτορας, τον 13ο αιώνα, ονειρεύεται ένα παλάτι και το χτίζει σύμφωνα με το όραμά του. Τον 18ο αιώνα, ένας άγγλος ποιητής, που αποκλείεται να ήξερε πως αυτό το οικοδόμημα είχε βγει μέσα από ένα όνειρο, ονειρεύεται ένα ποίημα για το παλάτι. Μπροστά σ' αυτή τη συμμετρία, που λειτουργεί μέσα απ' τις ψυχές κοιμωμένων και αγκαλιάζει ηπείρους και αιώνες, θαρρώ πως οι αναλήψεις, οι αναστάσεις κι οι αποκαλύψεις των ιερών βιβλίων δεν είναι τίποτα – ή σχεδόν τίποτα.

Ποια εξήγηση να διαλέξει κανείς; 

Όσοι απορρίπτουν εκ προοιμίου το υπερφυσικό (κι εγώ προσπαθώ πάντα ν' ανήκω σ' αυτή την ομάδα), θα πουν πως η ιστορία των δύο ονείρων είναι μια σύμπτωση, ένα σκαρίφημα της τύχης, όπως τα σχήματα των λιονταριών και των αλόγων που παίρνουν καμιά φορά τα σύννεφα. Άλλοι θα υποστηρίξουν πως ο ποιητής έμαθε, με κάποιο τρόπο, ότι ο αυτοκράτορας είχε ονειρευτεί το παλάτι του, και καμώθηκε πως το 'χε δει στ' όνειρό του, προκειμένου να φτιάξει έναν υπέροχο μύθο που θα κάλυπτε ή θα δικαιολογούσε τα τυχόν μειονεκτήματα αυτής της κολοβής ραψωδίας*. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη, αλλά μας υποχρεώνει να υποθέσουμε, αυθαίρετα, την ύπαρξη ενός κειμένου το οποίο αγνοούν οι σινολόγοι, και στο οποίο ο Κόουλριτζ θα μπορούσε να 'χει διαβάσει, πριν από το 1816, το όνειρο του Κουμπλάι**. 
Πιο μαγευτικές είναι οι εικασίες που ξεπερνούν τη λογική. Που επιτρέπουν, λ.χ., να υποθέσεις πως η ψυχή του αυτοκράτορα, όταν καταστράφηκε το παλάτι, διείσδυσε στην ψυχή του Κόουλριτζ, ώστε αυτός να το ξαναχτίσει με λόγια, που αντέχουν πιο πολύ στο χρόνο από τα μάρμαρα και τα μέταλλα.

Το πρώτο όνειρο πλούτισε την πραγματικότητα μ' ένα παλάτι. Το δεύτερο, πέντε αιώνες αργότερα, μ' ενα ποιήμα (ή την αρχή ενός ποιήματος) που του το είχε εμπνεύσει το ίδιο παλάτι. Η ομοιότητα των δύο ονείρων αφήνει να διαφανεί ένας μυστικός σκοπός. Το τεράστιο χρονικό διάλειμμα αποκαλύπτει έναν υπεράνθρωπο εκτελεστή. Το να θελήσεις ν' αποκρυπτογραφήσεις τις προθέσεις αυτού του αθάνατου ή αιωνόβιου όντος μπορεί να 'ναι ριψοκίνδυνο ή και ανώφελο, αλλά τίποτα δε σ' εμποδίζει να υποψιάζεσαι πως δεν έχει ακόμα εκπληρώσει το σκοπό του. 

Το 1691, ο ιησουίτης Ζερμπιγιόν βεβαίωσε πως μόνο ερείπια έχουν απομείνει απ' το παλάτι του Κουμπλάι Χαν. Ξέρουμε επίσης πως από το ποίημα έχουν διασωθεί μετά βίας πενήντα στίχοι. Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να φανταζόμαστε πως η σειρά ονείρων και έργων δεν έχει ακόμα τελειώσει. Ο πρώτος ονειρευτής είδε στον ύπνο του το όραμα του παλατιού και το έχτισε. Ο δεύτερος, που αγνοούσε το όνειρο του προηγούμενου, ένα ποίημα για το ίδιο παλάτι. Αν το σχήμα αυτό επαληθεύεται, δεν αποκλείεται, μια μελλοντική νύχτα απ' την οποία μας χωρίζουν αιώνες, ένας αναγνώστης του Κουμπλάι Χαν να ονειρευτεί το ίδιο όνειρο, να μην υποψιαστεί πως και άλλοι το ονειρεύτηκαν, και να του δώσει τη μορφή ενός γλυπτού ή μιας μουσικής. Ίσως η σειρά των ονείρων δεν έχει τέλος. Ίσως η κλείδα της είναι στο τελευταίο όνειρο.

Τώρα που έχω γράψει τα προηγούμενα, διαβλέπω – ή νομίζω ότι διαβλέπω – άλλη μια εξήγηση.

 Ίσως ένα αρχέτυπο, που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί στους ανθρώπους, ένα αιώνιο αντικείμενο (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Ουάιτχεντ)(386) εισδύει αργά αργά στον κόσμο. 
Η πρώτη του εκδήλωση ήταν το παλάτι. Η δεύτερη, το ποίημα.
 Όποιος τις συνέκρινε, θα 'βλεπε πως είναι κατά βάσιν ίδιες.


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Δοκίμια
Μτφ, επιμέλεια, σχόλια : Αχιλλέας Κυριακίδης
Ελληνικά Γράμματα 2007


379.«Philoshophy will clip an angel's wings, / conquer all mysteries by rule and line, / empty the haunted air, and gnomed mine - / unweave a rainbow...» («Lamia», β' μέρος, στ. 234-237).
380.Ο κόσμος των ονείρων (1911).
381. Κοντσέρτο για βιολί και μπάσο κοντίνουο σε φα, op. 1
382.«Περί ονείρων»: όγδοο κείμενο της συλλογής Across the Plains [Διασχίζοντας τις πεδιάδες (1892)]
383.Πλήρης τίτλος: Η παράξενη περίπτωση του Δρος Τζέκιλ και του Κυρίου Χάιντ [The Strange Case of Dr. Jekyll and Mr. Hyde (1885)]
384.Εκκλησιαστική Ιστορία των Άγγλων (731). ο Μπόρχες πάντως, παραθέτει όλη την ιστορία με το όνειρο του Κέιντμον στο Βιβλίο των ονείρων.
385.«Η φωνή που άκουγε ο βοσκός στο βουνό...» [«Πράγματα» (Το χρυσάφι των τίγρεων)]
386.«Κατά τον Ουάιτχεντ, οι μορφές αυτές [του Πλάτωνα], που ο Ουάιτχεντ τις ονομάζει “αιώνια αντικείμενα”, εισδύουν στο χρόνο και στο χώρο. Αυτές οι αέναες, συνδυασμένες εισδύσεις διαμορφώνουν την πραγματικότητα». [«Παρουσίαση του βιβλίου Modes of Thoight του Α. Ν. Ουάιτχεντ» (περιοδ. «El Hogar», 24.3.1939)]

______________________
*Στις αρχές του 19ου αιώνα, ή στα τέλη του 18ου, το Κουμπλάι Χαν θα φαινόταν στους αναγνώστες με κλασική παιδεία πολύ πιο αλλοπρόσαλλο απ' ό,τι σε μας, σήμερα. Το 1884, ο πρώτος βιογράφος του Κόουλριτζ, ο Τρέιλ, μπορούσε ακόμα να γράφει: «Το εξωφρενικό ονειρικό ποίημα Κουμπλάι Χαν δεν είναι παρά ένα ψυχολογικό αξιοπερίεργο».
**Βλ. Τζον Λίβινγκστον Λόουζ: The Road to Xanadu, 1927, σσ. 358, 585.


Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Ντέλια Έλενα Σαν Μάρκο



Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνία της Πλατείας Όνσε.


Από το απέναντι πεζοδρόμιο, ξανακοίταξα. Στραφήκατε και με αποχαιρετήσατε με το χέρι.
Ένα ποτάμι οχήματα κι ο κόσμος έτρεχε ανάμεσά μας. Ήταν μία μέρα οποιαδήποτε, πέντε το απόγευμα. Πώς να ήξερα πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητος;
Δεν ιδωθήκαμε πια κι ένα χρόνο μετά είχατε πεθάνει.


Κι έτσι ψάχνω αυτή την ανάμνηση, την κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήταν φενάκη, πως πίσω απ’ τον κοινότοπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο απέραντος χωρισμός.


Χθες τη νύχτα, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό, και ξαναδιάβασα, μήπως και καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλό του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει όταν η σάρκα πεθαίνει.
Και τώρα δεν ξέρω αν η αλήθεια είναι με το μέρος της μεταγενέστερης καταχθόνιας ερμηνείας ή με τον αθώο αποχαιρετισμό.
Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πρέπει να δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς τους.
Όταν οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται, είναι σαν να αρνιούνται τον αποχωρισμό, είναι σαν να λένε, Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αλλά τα ξαναλέμε αύριο.
Επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί κατά κάποιον τρόπο ξέρουν πως είναι αθάνατοι παρόλο που θεωρούν τον εαυτό τους τυχαίο και εφήμερο.



Ντέλια: κάποτε θα ξαναπιάσουμε (πλάι σε ποιο ποτάμι;) αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θα αναρωτηθούμε αν ποτέ, σε κάποια πόλη που χανόταν μέσα σε μία πεδιάδα, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια.




J. L. Borges, από τη συλλογή «Ο Ποιητής»: Άπαντα τα Πεζά ΙΙ, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗΣ.


Φωτο : Ευγενία Κουμαντάρου

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Και τι δε θα ‘δινα..


Και τι δε θα ‘δινα να μου ‘ρχόταν στη μνήμη
κείνος ο χωματόδρομος με τις ξερολιθιές
κι ένας ψηλός καβαλάρης ν’ ανατέλλει ξημερώνοντας
(με το φαρδύ και τριμμένο του πόντσο)
κάποια μέρα στις μέρες του κάμπου,
κάποια μέρα όπως όλες.




Και τι δε θα ‘δινα να μου ‘ρχόταν στη μνήμη
η μητέρα μου κοιτώντας τα χαράματα
στο κτήμα της Σάντα Ιρένε,
δίχως να ξέρει ότι τ’ όνομά της θα γινόταν Μπόρχες.


Και τι δε θα ‘δινα για κείνη τη μνήμη
πως πολεμούσα λέει στη Σεπέδα
και είδα τον Εστανίσλαο δελ Κάμπο
να χαιρετάει το πρώτο βόλι
με την έξαψη του θάρρους.

Και τι δε θα ‘δινα να θυμηθώ
μια εξώπορτα στο απόμερο σπίτι
που κάθε βράδυ άνοιγε ο πατέρας μου
προτού παραδοθεί στον ύπνο
και που την άνοιξε για τελευταία φορά
στις δεκατέσσερις Φεβρουαρίου του ’38.
Και τι δε θα ‘δινα να μου ‘ρχόταν στη μνήμη
τα καράβια του Χένγκιστ
καθώς σηκώναν άγκυρες από τις αμμουδιές της Δανίας
για να κυριεύσουν ένα νησί
που δεν ήταν ακόμα η Αγγλία.

Και τι δε θα ‘δινα να θυμηθώ
(κάποτε τον θυμόμουν μα τώρα πια όχι)
έναν πίνακα χρυσαφί του Τέρνερ,
αχανή σαν τη μουσική.

Και τι δε θα ‘δινα να μου ‘ρχόταν η μνήμη
πως ακούω τη φωνή του Σωκράτη
που, εκείνο το απόβραδο, πίνοντας το κώνειο
εξέταζε γαλήνιος το πρόβλημα
της αθανασίας
εναλλάσσοντας συλλογισμούς και μύθους
καθώς ο θάνατος σκαρφάλωνε κυανός
από τα παγωμένα κιόλας πόδια του.


 


Και τι δε θα ‘δινα να θυμηθώ
που μου ‘χες πει πως μ’αγαπούσες
κι εγώ δεν είχα κλείσει μάτι ως το πρωί
έτσι κατάπληκτος, κι ευτυχισμένος.




Χόρχε Λουίς Μπόρχες  
Ελεγεία της ανέφικτης ανάμνησης
[μτφ: Δημ. Καλοκύρης]


πίνακες  J. M. W. Turner  (1775–1851)


Κυριακή 25 Αυγούστου 2013



25 Αυγούστου 1983

Στο ρολόι του μικρού σταθμού είδα πως ήταν περασμένες 11 το βράδυ. Πήγα περπατώντας στο ξενοδοχείο. Όπως κι άλλες φορές, ένιωσα αυτή την παραίτηση και την ανακούφιση που μας προκ
αλούν οι οικείοι χώροι. Η μεγάλη εξώπορτα ήταν ανοιχτή• το κτίριο, σκοτεινό. Μπήκα στο χολ που οι θαμποί καθρέφτες του επαναλάμβαναν τα φυτά του σαλονιού. Κατά περίεργο τρόπο, ο ξενοδόχος δε με γνώρισε και μου εμφάνισε το βιβλίο πελατών. Πήρα την πένα που ήταν κρεμασμένη στο αναλόγιο, τη βούτηξα στο μπρούντζινο μελανοδοχείο και, τη στιγμή που έσκυβα πάνω απ’ το ανοιχτό βιβλίο, συνέβη η πρώτη απ’ τις πολλές εκπλήξεις που μου επιφύλασσε εκείνη η νύχτα. Τ’ όνομά μου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ήταν ήδη γραμμένο, και το μελάνι, ακόμα νωπό.
Ο ξενοδόχος μου είπε:
«Νόμιζα πως είχατε ήδη ανέβει».
Ύστερα, αφού με περιεργάστηκε, ένιωσε την ανάγκη ν’ απολογηθεί:
«Συγγνώμη, κύριε. Ο άλλος κύριος σας μοιάζει πάρα πολύ, αλλά εσείς είστε πολύ νεότερος».
Τον ρώτησα: «Σε ποιο δωμάτιο είναι;»
«Μου ζήτησε το 19» ήταν η απάντησή του.
Το φοβόμουν.



Άφησα κάτω την πένα κι ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά. Το δωμάτιο 19 βρισκόταν στον δεύτερο όροφο κι έβλεπε σε μια φτωχή, εγκαταλειμμένη αυλή όπου υπήρχε ένας καγκελωτός φράχτης και, το θυμάμαι καλά, ένα παγκάκι. Ήταν το πιο ψηλό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έσπρωξα την πόρτα που υποχώρησε. Ο πολυέλαιος δεν ήταν αναμμένος. Κάτω απ’ το αμείλικτο φως με αναγνώρισα: με την πλάτη γυρισμένη, πάνω στο στενό σιδερένιο κρεβάτι, γερασμένος, αδυνατισμένος και κατάχλομος, με το βλέμμα χαμένο στα γύψινα του ταβανιού. Άκουσα τη φωνή. Δεν ήταν ακριβώς η δική μου• ήταν αυτή που ακούω πάντα στις μαγνητοφωνήσεις μου: άχαρη και δίχως αποχρώσεις.
«Τι παράξενο...» έλεγε, «είμαστε δύο κι είμαστε ο ίδιος. Βέβαια, τίποτα στα όνειρα δεν είναι παράξενο.»
Έντρομος ρώτησα:
«Ώστε όλο αυτό είναι όνειρο;»
«Είμαι σίγουρος πως είν’ το τελευταίο μου.»
Μου ’δειξε με το χέρι ένα άδειο φλασκί πάνω στο μαρμάρινο κομοδίνο.
«Θα χρειαστεί να ονειρευτείς πολύ πριν φτάσεις σ’ αυτή τη νύχτα. Σε ποια χρονιά είσαι εσύ;»
«Δεν είμαι σίγουρος» του απάντησα, άναυδος, «αλλά ξέρω πως έκλεισα χθες τα εξήντα ένα.»
«Όταν η αϋπνία σου σε οδηγήσει σ’ αυτή τη νύχτα, θα έχεις κλείσει, χθες, τα ογδόντα τέσσερα. Σήμερα έχουμε 25 Αυγούστου 1983.»
«Θα πρέπει δηλαδή να περιμένω τόσα χρόνια...» ψιθύρισα.
«Τώρα πια, εμένα δε μου μένει τίποτα» είπε απότομα. «Μπορώ να πεθάνω ανά πάσα στιγμή, μπορώ να χαθώ μέσα σ’ αυτό που δε γνωρίζω, και συνεχίζω να ονειρεύομαι τον άλλο μου εαυτό. Είναι το ανιαρό θέμα που μου χάρισαν οι καθρέφτες και ο Στίβενσον.»
Αισθάνθηκα πως η επίκληση του Στίβενσον ήταν ένας αποχαιρετισμός και όχι επίδειξη ευρυμάθειας. Ήμουν αυτός και καταλάβαινα. Δεν αρκούν οι πιο δραματικές στιγμές για να γίνει κανείς Σαίξπηρ και να δώσει αξιομνημόνευτες φράσεις. Για να τον διασκεδάσω, του είπα:
«Ήξερα πως θα σου συνέβαινε αυτό. Εδώ μέσα ακριβώς, πριν από χρόνια, σ’ ένα από τα κάτω δωμάτια, είχαμε αρχίσει να εξυφαίνουμε το σχέδιο αυτής της αυτοκτονίας».
«Ναι» μου αποκρίθηκε αργά, σαν να συμμάζευε τις αναμνήσεις του. «Αλλά δε βλέπω τι σχέση έχει. Σ’ εκείνο το σχέδιο, είχα πάρει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Αδρογκέ, κι όταν έφτασα στο Ξενοδοχείο Las Delicias, ανέβηκα στο δωμάτιο 19, το πιο απομακρυσμένο. Εκεί μέσα αυτοκτόνησα.»




«Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ» του είπα.
«Εδώ; Μα πάντα είμαστε εδώ. Εδώ σε ονειρεύομαι, σ’ αυτό το σπίτι της οδού Μαϊπού. Κι εδώ μέσα σβήνω, σ’ αυτό το δωμάτιο που ήταν της μητέρας.»
«...που ήταν της μητέρας» επανέλαβα, χωρίς να θέλω να καταλάβω. «Εγώ σε ονειρεύομαι σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο 19, στον πάνω όροφο.»
«Ποιος ονειρεύεται ποιον; Εγώ ξέρω πως σ’ ονειρεύομαι, αλλά δεν ξέρω αν μ’ ονειρεύεσαι κι εσύ. Πάνε τόσα χρόνια που γκρέμισαν το ξενοδοχείο του Αδρογκέ: είκοσι, μπορεί και τριάντα. Ποιος ξέρει...»
«Εγώ είμαι αυτός που ονειρεύεται» απάντησα, με κάποια έπαρση.
«Δεν καταλαβαίνεις πως το βασικό είναι να επαληθεύσουμε αν ένας είναι αυτός που ονειρεύεται, ή δύο που ο ένας ονειρεύεται τον άλλον.»
«Εγώ είμαι ο Μπόρχες, που είδα τ’ όνομά σου γραμμένο στο βιβλίο κι ανέβηκα.»
«Μπόρχες είμαι εγώ, που αυτή τη στιγμή πεθαίνω στην οδό Μαϊπού.»
Μετά από μια παύση, ο άλλος μου είπε:
«Ας δούμε ποιος λέει αλήθεια. Ποια ήταν η πιο τρομερή στιγμή στη ζωή μας;»
Έσκυψα από πάνω του κι ανταλλάξαμε δυο-τρεις κουβέντες. Ξέρω πως και οι δυο μας λέγαμε ψέματα.
Ένα αδύναμο χαμόγελο φώτισε το γερασμένο πρόσωπο. Ένιωσα πως, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το χαμόγελο αντανακλούσε το δικό μου.
«Είπαμε ψέματα ο ένας στον άλλον» μου είπε, «γιατί μας θεωρούμε δύο και όχι έναν. Η αλήθεια είναι ότι είμαστε δύο και είμαστε ένας.»
Η συζήτηση είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει. Του το είπα. Και πρόσθεσα:
«Κι εσύ που είσαι στο 1983, δεν μπορείς να μου αποκαλύψεις τίποτα για το χρόνια που μου μέλλεται να ζήσω;»
«Τι να σου πω, καημένε μου Μπόρχες... Οι συνηθισμένες δυστυχίες σου θα επαναληφθούν. Θα μείνεις μόνος σ’ αυτό το σπίτι. Θ’ αγγίζεις τα βιβλία χωρίς γράμματα, το μενταγιόν του Σβέντεμποργκ και την ξύλινη σημαία με το Σταυρό της Ομοσπονδίας. Η τυφλότητα δεν είναι το σκότος• είναι μια μορφή μοναξιάς. Θα γυρίσεις στην Ισλανδία.»
«Ισλανδία! Ισλανδία των θαλασσών!»
«Στη Ρώμη, θα επαναλάβεις τους στίχους του Κιτς, που τ’ όνομά του, όπως όλα τα ονόματα, γράφτηκε στο νερό.»
«Δεν έχω πάει ποτέ στη Ρώμη.»
«Και μετά θα γράψεις το καλύτερο ποίημά σου, που θα ’ναι μια ελεγεία.»
«Για το θάνατο της...» συμπλήρωσα, αλλά δεν τόλμησα να πω το όνομα.
«Όχι• εκείνη θα ζήσει πιο πολύ από σένα.»
Μείναμε σιωπηλοί. Εκείνος συνέχισε:
«Θα γράψεις το βιβλίο που ονειρευόμασταν τόσα χρόνια. Γύρω στα 1979, θα καταλάβεις πως το υποτιθέμενο έργο σου δεν είναι παρά μια σειρά σχεδιάσματα, ποικίλα σχεδιάσματα, και θα υποκύψεις στον μάταιο και δεισιδαίμονα πειρασμό να γράψεις το μεγάλο σου βιβλίο. Μιλώ για τη δεισιδαιμονία που μας επέβαλαν ο Φάουστ του Γκέτε, η Σαλαμπό ή ο Οδυσσέας. Είναι απίστευτο πόσες σελίδες έχω γεμίσει!»
«Και στο τέλος κατάλαβες ότι είχες αποτύχει.»
«Ακόμα χειρότερα: κατάλαβα πως το έργο μου ήταν αριστούργημα, με την πιο αφόρητη έννοια του όρου. Οι καλές προθέσεις μου δεν ξεπερνούσαν τις πρώτες σελίδες: στις άλλες ήταν οι λαβύρινθοι, τα μαχαίρια, ο άνθρωπος που θαρρεί πως είναι εικόνα, το είδωλο στον καθρέφτη που θαρρεί πως είναι αληθινό, ο τίγρης των νυχτών, οι μάχες που γυρίζουν στο αίμα, ο Χουάν Μουράνια τυφλός και τραγικός, η φωνή του Μασεδόνιο, το καράβι που χτιζόταν με τα νύχια των νεκρών, τα παλιά αγγλικά που απάγγελνες τα βράδια.»
«Αυτό το μουσείο μού είναι οικείο» παρατήρησα με ειρωνεία.
«Κι εκτός απ’ αυτά, οι λανθασμένες αναμνήσεις, το διπλό παιχνίδι των συμβόλων, οι μακρές απαριθμήσεις, ο καλός χειρισμός του προζαϊσμού, οι ατελείς συμμετρίες που οι κριτικοί ανακαλύπτουν γοητευμένοι, τα όχι πάντα απόκρυφα παραθέματα.»
«Το εξέδωσες αυτό το βιβλίο;»
«Μου πέρασε απ’ το νου η μελοδραματική απόφαση να το καταστρέψω, ίσως να το κάψω, και κατέληξα να το εκδώσω στη Μαδρίτη, με ψευδώνυμο. Μϊλησαν τότε για έναν χονδροειδή μιμητή του Μπόρχες, που είχε το ελάττωμα να μην είναι ο Μπόρχες και να επαναλαμβάνει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προτύπου.»
«Αυτό, δε με εκπλήσσει» δήλωσα. «Κάθε συγγραφέας καταλήγει να είναι ο λιγότερο ευφυής μαθητής του.»
«Αυτό το βιβλίο υπήρξε ένας απ’ τους δρόμους που με οδήγησαν σ’ αυτή τη νύχτα. Θέλεις να σου πω τους άλλους; Η ταπείνωση των γηρατειών, η βεβαιότητα ότι κάθε μέρα την είχα ξαναζήσει...»
«Δε θα το γράψω αυτό το βιβλίο» του είπα.
«Θα το γράψεις. Τα λόγια μου, που τώρα είναι το παρόν, αργότερα δε θα ’ναι παρά η ανάμνηση ενός ονείρου.»


Ο δογματικός του τόνος με ενόχλησε• αυτός θα είναι σίγουρα που παίρνω όταν διδάσκω. Με ενόχλησε το γεγονός ότι μοιάζαμε τόσο πολύ κι ότι αξιοποιούσε την ασυλία που του παρείχε η εγγύτητα του θανάτου. 

Για να ισοφαρίσω, του είπα:
«Είσαι τόσο σίγουρος πως θα πεθάνεις;»
«Ναι» μου αποκρίθηκε. «Αισθάνομαι μια γλυκύτητα και μια ανακούφιση που δεν τις είχα αισθανθεί ποτέ πριν. Δεν μπορώ να σ’ το εξηγήσω. Όλες οι λέξεις απαιτούν μια κοινή εμπειρία. Γιατί δείχνεις σαν να σ’ ενοχλούν τόσο πολύ αυτά που σου λέω;»
«Γιατί μοιάζουμε υπερβολικά. Μισώ το πρόσωπό σου που είναι η καρικατούρα μου, μισώ τη φωνή σου που είναι απομίμησή μου, μισώ το θλιβερό συντακτικό σου που είναι το δικό μου.»
«Κι εγώ το ίδιο» είπε ο άλλος. «Γι’ αυτό αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω.»


Έξω, ένα πουλί κελάηδησε.
«Είναι το τελευταίο» είπε ο άλλος.
Μ’ ένα νεύμα, με κάλεσε να πάω κοντά του. Το χέρι του έψαξε το δικό μου. Έκανα πίσω• φοβήθηκα μη γίνουν ένα.
Μου είπε:
«Οι στωικοί διδάσκουν ότι δεν πρέπει να ’χουμε παράπονα από τη ζωή• η πόρτα της φυλακής είναι ανοιχτή. Έτσι το εκλάμβανα πάντα, αλλά η τεμπελιά και η δειλία με καθυστέρησαν. Εδώ και καμιά δεκαριά μέρες, έδινα στο Λα Πλάτα μια διάλεξη με θέμα το Έκτο Βιβλίο της Αινειάδας. Ξαφνικά, εκεί που απάγγελνα ένα εξάμετρο, κατάλαβα ποιος ήταν ο δρόμος μου. Πήρα αυτή την απόφαση. Από εκείνη τη στιγμή, νιώθω άτρωτος. Η τύχη μου θα είναι η δική σου. Θα δεχθείς τη βίαιη αποκάλυψη, εκεί στη μέση των λατινικών και του Βιργίλιου, και θα ’χεις ξεχάσει τελείως αυτόν τον περίεργο προφητικό διάλογο που εξελίσσεται σε δύο χρόνους και δύο χώρους. Όταν θα ξαναονειρευτείς, θα είσαι αυτός που είμαι, και θα ’σαι τ’ όνειρό μου».
«Δε θα το ξεχάσω• αύριο κιόλας θα το γράψω.»
«Θα μείνει στο βυθό της μνήμης σου, κάτω από την πλημμυρίδα των ονείρων. Καθώς θα το γράφεις, θα νομίζεις ότι υφαίνεις ένα φανταστικό διήγημα. Μα δε θα ’ναι αύριο – σου μένουν πολλά χρόνια ακόμα.»


Έπαψε να μιλάει, και κατάλαβα ότι είχε πεθάνει. Κατά κάποιον τρόπο, μαζί του πέθαινα κι εγώ• έσκυψα όλο αγωνία πάνω στο μαξιλάρι, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς.
Βγήκα με φούρια απ’ το δωμάτιο.

Έξω, δεν ήταν ούτε η αυλή, ούτε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, ούτε το μεγάλο σιωπηλό σπίτι, ούτε οι ευκάλυπτοι, ούτε τ’ αγάλματα, ούτε η κληματαριά, ούτε τα σιντριβάνια, ούτε η μεγάλη καγκελόπορτα του Αδρογκέ.

Έξω, με περίμεναν άλλα όνειρα.

Μπουένος Άιρες, 1977.


Jorge Luis Borges (24.8.1899-14.6.1986)

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Το Ρόδο





Στο εργαστήρι του, που έπιανε τα δυο δωμάτια του υπογείου, ο Παράκελσος παρακάλεσε το θεό του, τον ακαθόριστο θεό του, έναν οποιοδήποτε θεό, να του στείλει ένα μαθητή. Βράδιαζε. 


Η χλωμή φωτιά του τζακιού έριχνε στον τοίχο ακανόνιστους ίσκιους. Τού ‘κανε μεγάλο κόπο να σηκωθεί για ν’ ανάψει τη σιδερένια λάμπα. Ο Παράκελσος, αφηρημένος απ’ την κούραση, λησμόνησε την προσευχή του. Η νύχτα είχε σβήσει τους σκονισμένους άμβικες και την κάμινο, όταν κάποιος χτύπησε την πόρτα. Μισοκοιμισμένος, σηκώθηκε, ανέβηκε τη μικρή στριφογυριστή σκάλα κι άνοιξε ένα απ’ τα θυρόφυλλα. Μπήκε ένας άγνωστος. έδειχνε κι εκείνος πολύ κουρασμένος. Ο Παράκελσος τού ‘δειξε έναν πάγκο∙ ο άλλος κάθισε και περίμενε. Για λίγο δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη.

Ο δάσκαλος ήταν ο πρώτος που μίλησε.

-Θυμάμαι πρόσωπα της Δύσης και πρόσωπα της Ανατολής, είπε, όχι χωρίς μια κάποια έπαρση. Το δικό σου όμως πρόσωπο δεν το θυμάμαι. Ποιος είσαι και τι θέλεις από μένα;

-Τ’ όνομά μου δεν έχει σημασία, αποκρίθηκε ο άλλος. Ταξίδεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες για νά ‘ρθω στο σπίτι σου. Θέλω να γίνω μαθητής σου. Σού ‘φερα όλα μου τα υπάρχοντα.

Έβγαλε ένα πουγκί και τ’ άδειασε με το δεξί του χέρι πάνω στο τραπέζι. Πολλά χρυσά φλουριά κύλησαν από μέσα. Ο Παράκελσος τού ‘χε γυρίσει την πλάτη για ν’ ανάψει τη λάμπα. Όταν στράφηκε ξανά προς το μέρος του, παρατήρησε πως το αριστερό χέρι του ξένου κρατούσε ένα ρόδο. Το ρόδο τον ανησύχησε.

Έσκυψε, ένωσε τις άκριες των δαχτύλων του και είπε:

-Ενώ πιστεύεις πως μπορώ να κατεργάζομαι τη λίθο που μετουσιώνει όλα τα στοιχεία σε χρυσό, έρχεσαι και μου προσφέρεις χρυσό. Όμως ο χρυσός δεν είναι αυτό που ζητάω, κι αν εσένα αυτό που σ’ ενδιαφέρει είναι ο χρυσός, δεν θα γίνεις ποτέ μαθητής μου.

-Ο χρυσός δε μ’ ενδιαφέρει, απάντησε ο άλλος. Δέξου ετούτα τα φλουριά σα μια απόδειξη της δίψας μου να μάθω. Θέλω να μου διδάξεις την Τέχνη. Θέλω στο πλευρό σου να διαβώ το δρόμο που οδηγεί στη Λίθο.

Ο Παράκελσος είπε αργά:

-Ο δρόμος είναι η Λίθος. Η αφετηρία είναι η Λίθος. Αν δεν το καταλαβαίνεις αυτό, δεν έχεις αρχίσει ακόμα να καταλαβαίνεις. Κάθε βήμα που θα κάνεις είναι το τέρμα.

Ο άλλος τον κοίταξε δύσπιστα. Κι είπε, τονίζοντας τις λέξεις:

-Όμως, υπάρχει ένα τέρμα;

Ο Παράκελσος γέλασε.

-Οι εχθροί μου, που είναι τόσο πολλοί όσο κι ανόητοι, λένε πως όχι, δεν υπάρχει, και με αποκαλούν απατεώνα. Δεν τους δίνω δίκιο, κι όμως δεν αποκλείεται όλ’ αυτά να μην είναι παρά μια αυταπάτη. Αυτό που εγώ ξέρω είναι πως «υπάρχει» ένας Δρόμος.



Ύστερα από μια μικρή σιωπή, μίλησε ο άλλος:

-Είμαι έτοιμος να τον διαβώ μαζί σου, ακόμα κι αν μας πάρει χρόνια. Άφησέ με να διασχίσω την έρημο. Άφησέ με να διακρίνω έστω από μακριά τη Γη της Επαγγελίας, ακόμα κι αν τ’ άστρα δεν μ‘ αφήσουν να την περπατήσω. Ωστόσο, θέλω μιαν απόδειξη πριν βγω σ’ αυτό το ταξίδι.

-Πότε; είπε ο Παράκελσος με ανησυχία.

-Τώρα αμέσως, είπε ο μαθητής με μια ξαφνική αποφασιστικότητα.

Στην αρχή η συζήτηση γινόταν στα λατινικά∙ τώρα, στα γερμανικά.

Ο νεαρός σήκωσε ψηλά το ρόδο.

-Λένε πως μπορείς να κάψεις ένα ρόδο, κι ύστερα, χάρη στην τέχνη σου, να το κάνεις να ξαναγεννηθεί απ’ τις στάχτες του. Άφησέ με να δω αυτό το μεγαλούργημα. Τούτο μόνο σου ζητώ, κι ύστερα θα σου χαρίσω τη ζωή μου ολάκερη.

-Είσαι πολύ εύπιστος, είπε ο δάσκαλος. Δεν έχω ανάγκη από ευπιστία∙ εγώ απαιτώ την πίστη.

Ο άλλος επέμεινε.

-Μα ακριβώς επειδή δεν είμαι εύπιστος, θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια τον αφανισμό και την ανάσταση του ρόδου.

Ο Παράκελσος είχε πάρει το ρόδο στα χέρια του κι έπαιζε μ’ αυτό καθώς μιλούσε.

-Είσαι εύπιστος, είπε. Λες πως είμαι ικανός να το καταστρέψω;

-Καθένας είναι ικανός να το καταστρέψει, είπε ο μαθητής.

-Γελιέσαι. Μήπως θαρρείς πως μπορεί κανείς να εξαφανίσει οτιδήποτε; Θαρρείς πως ο πρωτόπλαστος Αδάμ στον Παράδεισο μπόρεσε να χαλάσει έστω κι ένα λουλούδι, έστω κι ένα χορταράκι;

-Δεν βρισκόμαστε στον Παράδεισο, είπε ο νεαρός πεισματωμένα. Εδώ, κάτω απ’ το φεγγάρι, όλα είναι θνητά.

Ο Παράκελσος είχε σηκωθεί.

-Και πού αλλού νομίζεις τότε πως βρισκόμαστε; Θαρρείς πως ο θεός μπορεί να πλάσει έναν τόπο, άλλο απ’ τον Παράδεισο; Ή μήπως νομίζεις πως η Πτώση είναι κάτι άλλο και όχι το ν’ αγνοούμε πως ακόμα βρισκόμαστε στον Παράδεισο;

-Ένα ρόδο μπορεί να καεί, είπε ο μαθητής προκλητικά.

-Έχει ακόμα φωτιά στο τζάκι, είπε ο Παράκελσος. Αν έριχνες αυτό το ρόδο στη χόβολη, θα πίστευες πως οι φλόγες το κατασπαράξανε και πως οι στάχτες του είναι αληθινές. Εγώ σου λέω πως το ρόδο είναι αιώνιο και πως μόνο η εμφάνισή του μπορεί ν’ αλλάξει. Μια λέξη μου θ’ αρκούσε να το ξαναδείς μπροστά σου.

-Μια λέξη; είπε έκπληκτος ο μαθητής. Η κάμινος είναι σβηστή κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Τι μπορείς να κάνεις για να το ξαναεμφανίσεις;




Ο Παράκελσος τον κοίταξε με θλίψη.

-Η κάμινος είναι σβηστή, επανέλαβε, κι οι άμβικες είναι σκεπασμένοι από σκόνη. Όμως εγώ, στη διάρκεια μιας μακριάς ημέρας, μεταχειρίζομαι κι άλλα σύνεργα.

-Δεν τολμάω να ρωτήσω ποια, είπε ο άλλος με πονηριά ή με ταπεινοσύνη.

-Μιλώ γι’ αυτόν που πήρε το θεό στη δούλεψή του για να πλάσει τους ουρανούς και τη γη και τον αόρατο Παράδεισο, που μέσα του βρισκόμαστε και που μας τον κρύβει το προπατορικό αμάρτημα. Μιλώ για το Λόγο. Αυτόν που μας διδάσκει η Καββάλα.

Ο μαθητής είπε παγερά:

-Ταπεινά σ’ ικετεύω να μου δείξεις την εξαφάνιση και την επανεμφάνιση του ρόδου. Δε μ’ ενδιαφέρει αν θα το κάνεις με τα σύνεργα ή με το Λόγο.



Ο Παράκελσος σκέφτηκε λίγο. Ύστερα είπε:

-Αν τό ‘κανα, θά ‘λεγες πως πρόκειται για μια οπτασία που σου την επέβαλε η μαγεία των ματιών σου. Το θαύμα δεν θα σου δώσει την πίστη που γυρεύεις. Ξέχασε λοιπόν το ρόδο.

Ο νεαρός τον κοίταξε, πάντα καχύποπτος. Ο δάσκαλος ύψωσε τη φωνή και του είπε:

-Στο κάτω κάτω, ποιος είσ’ εσύ που μπαίνεις έτσι στο σπίτι ενός δασκάλου κι απαιτείς απ’ αυτόν ένα μεγαλούργημα; Τι έχεις κάνει για να σου αξίζει ένα τέτοιο δώρο;

Ο άλλος του αποκρίθηκε, τρέμοντας:

-Ξέρω καλά πως δεν έχω κάνει τίποτα. Στο ζητάω στ’ όνομα όλων αυτών των χρόνων που θα σπουδάζω στον ίσκιο σου. Άφησέ με να δω τη στάχτη και μετά, το ρόδο. Δεν θα σου ξαναζητήσω τίποτ’ άλλο. Θα πιστέψω στη μαρτυρία των ματιών μου.

Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε το σαρκόχρωμο ρόδο, που ο Παράκελσος είχε αφήσει πάνω στο αναλόγιο και το πέταξε στις φλόγες. Το χρώμα εξαφανίστηκε και σε λίγο δεν απόμεινε απ’ το ρόδο παρά λίγη στάχτη.

Για μια στιγμή, που του φάνηκε αιώνες, ο μαθητής περίμενε τα λόγια και το θαύμα.

Ο Παράκελσος έμεινε ασυγκίνητος. Κι είπε, με μια περίεργη απλότητα:

-Όλοι οι γιατροί κι όλοι οι φαρμακοποιοί της Βασιλείας διατείνονται πως είμαι απατεώνας. Ίσως να λεν αλήθεια. Εδώ βρίσκεται η στάχτη που ήταν κάποτε ένα ρόδο και δεν θα ξαναείναι ποτέ πια.

Ο νεαρός ένιωσε ντροπή. Ο Παράκελσος ήταν ένας τσαρλατάνος ή ένας απλός οραματιστής κι αυτός, ένας παρείσακτος, είχε περάσει το κατώφλι του και τον υποχρέωνε τώρα να ομολογήσει πως η διαβόητη μαγική του τέχνη ήτανε μια πλάνη.

Γονάτισε και του είπε:

-Είμαι ασυγχώρετος. Μού ‘λειψε η πίστη που ο Κύριος απαιτούσε από τους ζηλωτές του. Άσε με να ξαναδώ τη στάχτη. Θα γυρίσω όταν θά ‘μαι πιο δυνατός και θα γίνω μαθητής σου και στην άκρη του Δρόμου θα δω το ρόδο.

Μιλούσε μ’ ενα απροσποίητο πάθος, κι ωστόσο αυτό το πάθος δεν ήταν παρά ο οίκτος που του προκαλούσε ο γερο-δάσκαλος, τόσο σεβάσμιος και κυνηγημένος, τόσο ξακουστός και, γι’ αυτό, τόσο κενός. Ποιος ήταν αυτός, ο Γιοχάνες Γκρίσεμπαχ, για ν’ ανακαλύψει με χέρι ιερόσυλο πως πίσω απ’ το προσωπείο δεν υπήρχε κανείς;

Ν’ αφήσει τα χρυσά φλουριά θα φαινόταν σαν ελεημοσύνη. Τα ξαναπήρε λοιπόν φεύγοντας. Ο Παράκελσος τον συνόδεψε ως το πλατύσκαλο και του είπε πως σ΄εκείνο το σπίτι θά ‘ταν πάντα καλόδεχτος. Κι οι δυο ξέρανε πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ πια.

Ο Παράκελσος έμεινε μόνος. Πριν σβήσει τη λάμπα και καθίσει στη φθαρμένη πολυθρόνα, έριξε τη λίγη στάχτη στη φούχτα του κι είπε μια λέξη με χαμηλή φωνή. 

Το ρόδο ξαναγεννήθηκε.



''To ρόδο του Παράκελσου''

 Χόρχε Λουίς Μπόρχες  
 Από τη συλλογή Ρόδινο και Γαλάζιο (μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης) 

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

«Η τέχνη του στίχου»




Η μνήμη μου με πηγαίνει πίσω σ' ένα συγκεκριμένο βράδυ κάπου εξήντα χρόνια πριν, στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου στο Μπουένος Άιρες. Τον βλέπω. βλέπω το φως του γκαζιού.  μπορώ να βάλω το χέρι μου πάνω 
 στα ράφια. Ξέρω πού ακριβώς θα βρω τις «Χίλιες και μία νύχτες» του Burton και την «Κατάκτηση τον Περού» του Prescott, παρόλο που η βιβλιοθήκη δεν υπάρχει πια. Πηγαίνω πίσω σ' εκείνο το αρχαίο πια νοτιοαμερικάνικο βράδυ, και βλέπω τον πατέρα μου. Τον βλέπω αυτή τη στιγμή 
κι ακούω τη φωνή του να λέει λέξεις που δεν τις καταλάβαινα, όμως τις ένιωθα. Οι λέξεις αυτές προέρχονταν από τον Keats, από την «Ωδή σ' ένα αηδόνι». Τις έχω διαβάσει τόσες φορές από τότε, όπως κι εσείς, αλλά θα ήθελα να τις επαναλάβω άλλη μια φορά. Νομίζω πως αυτό θα ευχαριστούσε το φάντασμα του πατέρα μου, αν βρίσκεται κάπου εδώ κοντά.
Οι στίχοι που θυμάμαι είναι αυτοί που έρχονται τώρα και σε σας:

Thou wast not born for death, immortal Bird!
No hungry generations tread thee down;
The voice I hear this passing night was heard
In ancient days by emperor and clown:
Perhaps the self-same song that found a path
Through the sad heart of Ruth, when, sick for home,
She stood in tears amid the alien corn.

(Δεν γεννήθηκες για να πεθάνεις, αθάνατο Πουλί!
Οι πεινασμένες γενεές δεν σε αφάνισαν
η φωνή που ακούω αυτή τη σύντομη νύχτα ακουγόταν
σε αρχαίες μέρες από αυτοκράτορα και από γελωτοποιό:
Είναι ίσως το ίδιο ακριβώς τραγούδι που βρήκε έναν δρόμο
στη θλιμμένη καρδιά της Ρουθ, όταν γεμάτη νοσταλγία για τον τόπο της,
στεκόταν δακρυσμένη μέσα σε ξένα στάχυα).

Νόμιζα πως ήξερα τα πάντα για τις λέξεις, τα πάντα για τη γλώσσα 

(όταν είναι κανείς παιδί, νιώθει πως ξέρει πολλά πράγματα), 
όμως οι λέξεις αυτές ήρθαν σε μένα ως αποκάλυψη. 
Φυσικά, δεν τις καταλάβαινα. 
Πώς θα μπορούσα να καταλάβω αυτούς τους στίχους για τα πουλιά - για τα ζώα - που κατά κάποιον τρόπο είναι αιώνια, έξω από τον χρόνο, γιατί ζουν στο παρόν; 

Είμαστε θνητοί γιατί ζούμε στο παρελθόν και στο μέλλον - γιατί θυμόμαστε μιαν εποχή που δεν υπήρχαμε, και προβλέπουμε μιαν εποχή που θα είμαστε νεκροί. 
Οι στίχοι αυτοί ήρθαν σε μένα διαμέσου της μουσικής τους. Πίστευα ότι η γλώσσα ήταν ένας τρόπος να λέει κανείς πράγματα, να εκφράζει παράπονα, να δηλώνει ότι είναι ευχαριστημένος ή λυπημένος, και ούτω καθεξής. 
Όμως όταν άκουσα αυτούς τους στίχους 
(και τους ακούω, κατά κάποιον τρόπο, συνεχώς από τότε), 
κατάλαβα ότι η γλώσσα μπορούσε να είναι και μουσική και πάθος. 
Κι έτσι μου αποκαλύφθηκε η ποίηση.


Jorge Luis Borges, «Η τέχνη του στίχου»

[μτφρ.: Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης]

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2011

Το δέντρο των φίλων




Υπάρχουν άνθρωποι στη ζωή μας που μας κάνουν ευτυχισμένους απ΄ την απλή σύμπτωση να συναντηθούν τα μονοπάτια μας. Κάποιους τους έχουμε σε όλη τη διαδρομή στο πλάϊ μας, βλέποντας πολλά φεγγάρια να περνάνε, ενώ κάποιους τους βλέπουμε ελάχιστα μεταξύ δύο βημάτων μας. Όλους τους ονομάζουμε φίλους και υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη αυτών. Ίσως κάθε φύλλο ενός δέντρου χαρακτηρίζει τους φίλους μας. Το πρώτο που ξεπροβάλλει είναι ο πατέρας και η μητέρα μας, μάς δείχνουν τι είναι η ζωή. Στη συνέχεια έρχονται οι αδελφικοί φίλοι με τους οποίους μοιραζόμαστε το χώρο μας, για να ανθίσουν και αυτοί όπως κι εμείς.

Καταλήγουμε να αναγνωρίσουμε  σε ολόκληρη την οικογένεια φύλλων αυτούς που σεβόμαστε και επιθυμούμε το καλό τους. Επιπλέον, η μοίρα μάς φέρνει και άλλους φίλους, αυτούς που δεν γνωρίζαμε ότι επρόκειτο να διασχίσουν το δρόμο μας. Πολλούς από αυτούς τους ορίζουμε ως αδερφές ψυχές, φίλους καρδιακούς. Είναι ειλικρινείς, είναι αληθινοί. Ξέρουν πότε δεν είμαστε καλά, ξέρουν τι μας κάνει ευτυχισμένους. Και μερικές φορές μία από αυτές τις αδερφές ψυχές αναφλέγεται μέσα στην καρδιά μας και τότε γίνεται ερωτικά εμπνευσμένος φίλος. Αυτός δίνει λάμψη στα μάτια μας, μουσική στα χείλη μας, φτερά στα πόδια μας, πεταλούδες στο στομάχι μας, κλπ.

Υπάρχουν επίσης οι περιστασιακοί φίλοι, αυτοί που γνωρίζουμε σε κάποιες διακοπές, ή για λίγες μέρες ή ώρες. Αυτοί συνήθως στολίζουνε το πρόσωπό μας με πολλά χαμόγελα για όσο καιρό είμαστε κοντά τους. Μιλώντας για κοντά, δε θα μπορούσαμε να ξεχάσουμε τους μακρινούς μας φίλους, εκείνους που είναι στην άκρη των κλαδιών και όταν ο άνεμος φυσάει εμφανίζονται πάντα μεταξύ του ενός φύλλου και του άλλου. Περνάει ο καιρός, το καλοκαίρι φεύγει, πλησιάζει το φθινόπωρο και χάνουμε κάποια από τα φύλλα μας, μερικά γεννιούνται σε ένα άλλο καλοκαίρι, και μερικά παραμένουν για πολλές εποχές.
Αλλά αυτό που μας κάνει πιο ευτυχισμένους είναι η συνειδητοποίηση ότι τα φύλλα που έπεσαν συνεχίζουν να είναι κοντά, να τρέφουν τις ρίζες μας με χαρά. Είναι αναμνήσεις εκπληκτικών στιγμών από τη στιγμή που διασχίσανε το μονοπάτι μας. Σας εύχομαι, φύλλα του δέντρου μου, ειρήνη, αγάπη, υγεία, τύχη και ευημερία. Σήμερα και πάντα …
γιατί απλά
κάθε πρόσωπο που έρχεται στη ζωή μας είναι μοναδικό. 
Πάντα αφήνει κάτι από τον εαυτό του και παίρνει ένα κομμάτι από εμάς. 
Θα υπάρξουν και εκείνοι που μας πήραν πολλά, αλλά δε θα υπάρξουν αυτοί που δε μας άφησαν τίποτα. 
Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευθύνη της ζωής μας και η πιο προφανής απόδειξη πως δύο ψυχές δε συναντήθηκαν ποτέ τυχαία.

El Arbol de los Amigos-Borges / Το δέντρο των φίλων-Μπόρχες