Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταθόγιαννης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταθόγιαννης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Κόκκινο στο στόμα της




 Τα βράδια συνήθως, στον ύπνο μου, μπαίνω σ’ ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Κλείνω τα μάτια και τραβάω στην τύχη ένα βιβλίο από τα ράφια. Το ανοίγω στην τύχη και διαβάζω την πρώτη φράση που θα συλλάβει η όρασή μου. Θεωρώ ότι αυτό που θα μου πει είναι χρησμός και μήνυμα σημαντικό

Ετούτη τη φορά έπεσα σ’ ένα βιβλίο. Ήταν στα πολωνικά. Είδα τη φράση, αλλά δεν εννόησα τίποτα. Ήταν από κάποιο ποίημα του Τσέσλαβ Μίλος – στην κορυφή της σελίδας ήταν το όνομά του. Πλησίασα τον ηλικιωμένο παλαιοβιβλιοπώλη που γνωρίζει όλες τις γλώσσες και ζήτησα τη βοήθειά του. Έριξε μια ματιά στον στίχο, κι ύστερα, μη ξέροντας αν με απελπίζει ή μου δίνει κουράγιο, είπε:

«Η καρδιά δεν πεθαίνει όποτε θέλουμε εμείς».


[...]


Καθώς καθόμουν και περίμενα, γυναίκες έρχονταν. Σου έμοιαζαν όλες και δεν σου έμοιαζε καμία. Ούτε κι εσύ η ίδια έμοιαζες του εαυτού σου. Είχες ακόμα όψη δύσκολη και υποφέγγουσα. Θα σε θυσίαζαν στους ούριους. Θα σε αγγίζαν. Γι’ αυτό κι είχες μια όψη δύσκολη πολύ. Έφεγγες λίγο. Όλες τους τέτοια όψη είχαν – όψη ωραίας γυναικός, μα σε αφίσα.
Κι ως είδα αυτό το κόκκινο που κατασπάραζες ακίνητη, «Εγώ το δάνεισα το αίμα στο χαμόγελο», κόμπασα. «Εγώ, που όλο στα αίματα πηγαίνω».

Έρχεται ύστερα ο θεός σου. Κοιτάει καλά καλά τα έργα μου και με απεχθάνεται. Μου στέλνει κι άλλα χείλη να ματώσω. «Πού θα μου πας, θα βαρεθείς», λέει στη γλώσσα του, που μόνο εγώ καταλαβαίνω.
«Θα σηκωθεί ένας κουρνιαχτός και θα σε καθηλώσει, άμοιρε. Εκεί να κάθεσαι εσαεί. Να περιμένεις. Γυναίκες να έρχονται. Να μοιάζουν όλες στην αγάπη. Μονάχα η αγάπη να μην έρχεται. Κι όταν θα έρχεται, να έχει κι εκείνη κόκκινο στο στόμα της.
Να έχει αίμα».



Εδώ θα κάθομαι. Εδώ θα κάθομαι και θα απελπίζομαι ανέμελος.


Πάνος Σταθόγιαννης 

από το 
Ο ΓΡΑΦΙΑΣ (Homo scripror) - "Κόκκινο στο στόμα της".
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2013.







Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Ας μείνουμε εδώ, στη βροχή..



Ας μείνουμε εδώ, στη βροχή.
Όπως ένας άντρας και μια γυναίκα που αγαπιούνται. Βλέπω στα κατακόρυφα νερά ρούχα να στροβιλίζονται, δόντια ακίνδυνα να αστράφτουν, μάτια να μη βλέπουν τίποτα. Γιατί υπάρχουν πράγματα που είναι αιώνια. Παρότι γήινα. Το βρόχινο νερό, ας πούμε, η πέτρα που κουβαλάει ο άνθρωπος, η δόξα που αποθέτει στην κόμη μας ο έρωτας.

Μην πας πιο κάτω.
Πιο κάτω τα νερά αγριεύουν. Γίνονται χείμαρροι. Μετά θολά ποτάμια. Τραβάνε γραμμή για τους μεγάλους καταρράκτες. Έτσι ακούγεται – κανείς δεν επέστρεψε να μας πει αν είναι αλήθεια. Μονάχα ο θεός, αλλά αυτός δεν μιλάει. Μιμείται εξίσου καλά την ύπαρξη και την ανυπαρξία. Η ζωή είναι απλώς μία σκέψη του. Για τη δική μας ζωή μιλάω. Αν στροβιλιστούμε τώρα στη βροχή, η σκέψη του θα γίνει σάρκα. Θα την μυρίσεις πάνω μου. Θα την μυρίσω πάνω σου. Έτσι γίνεται – δεν υπάρχουν αναίμακτες θυσίες. Μα, μη φοβάσαι. Ύστερα η βροχούλα θα ξεπλύνει το βωμό από τα κόκκινα.

Ούτε μέσα να μπούμε.
Με κούρασαν τα ασφαλή στέγαστρά μας. Δεν βρέχει εκεί. Στους χορούς μας εκεί δεν μπαίνουμε μούσκεμα. Εκεί μόνο φυσάει. Θυμάσαι τότε πράγματα αλλόκοτα. Κάποιους ανθρώπους που περάσαν βιαστικά από τη ζωή σου, εξερχόμενοι για λίγο από τη δική τους ζωή΄ ένα μπλε ποδήλατο που σε δυσκόλευε στις ανηφόρες΄ τρεις φόβους που για χρόνια τους ερμήνευες λάθος. Και φυσάει δαιμονισμένα από παντού. Σαν να ’ναι οι τοίχοι μας φασματικοί. Φέρνει διάφορα απέξω. Αίφνης, στο μαξιλάρι σου ανακαλύπτεις ένα ματωμένο φτερό.

Τότε είναι που χωρίζουν οι άνθρωποι.
Τη στιγμή ακριβώς που ανακαλύπτουν ότι συνορεύουν. Κάθονται και μετράνε τα πασαλάκια των ορίων. Μοιάζει να μην τους αφορά που συναντήθηκαν – εκεί, στο ξέφωτο, στoυς αγρους. Τελικά, απελαύνονται εντός τους. Αναζητούν τη φύση του σώματός τους, λογχίζουν τα πλευρά τους, γνωρίζουν το καλό και το κακό. Γι’ αυτό και δεν είναι θλίψη αυτό που βλέπεις στα μάτια τους. Σάστισμα είναι. “Τι παραδείσια εξορία ο εαυτός”, παρηγοριούνται. Δεν θεραπεύονται ποτέ. Μόνο στον ύπνο τους φυτεύουνε μηλιές, αλλά κι εκεί σε γαίες ναρκοθετημένες γύρω γύρω.

Ξέρω – δεν βρέχει τώρα.
Όμως μπορώ να κάνω έτσι με το χέρι το δεξί και να ’ρθουνε ευθύς τα νέφη να μας συγχωρέσουν. Όλα θα γίνουν γαλανά, υγρά και διάφανα. Ακόμα και αυτά που κάποτε ποδοπατήσαμε αλύτρωτοι – ένα μερμήγκι που έτρεχε για τη φωλιά του, τη μάσκα που ήτανε για χρόνια πρόσωπό μας, το στρώμα που, γνωρίζοντας το βάρος μας, έμαθε καλά τη γλώσσα των νικητών και των ηττημένων. Θυμήσου μόνο πού έκρυψες το γρανιτένιο σου μαχαίρι, ιέρεια. Θυμήσου μόνο ότι η ελευθερία αναρριχάται σε άλλον. Ποτέ κανείς δεν πάτησε στον εαυτό του για ν’ ανέβει ψηλά, να ανοίξει τους κρουνούς στα σύννεφα.





Πίνακας : Julian Alden Weir  "Φθινοπωρινή βροχή"  1890


(Α, πρέπει αμέσως να συνέλθω. Να βγω μια βόλτα στη βροχή, έστω και μόνος. Μ’ έπιασε πάλι Αυτό από το χέρι σαν μητέρα. Κάπου θέλει να με πάει Αυτό. “Στην ποίηση”, λέει. “Στην ποίηση”. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι Αυτό, γιατί είναι αόρατο. Μονάχα ως γλυκασμό το αισθάνομαι. Λέω συχνά πως είναι πνεύμα αγαθό, ας το ακολουθήσω. Μετά όμως αμφιβάλω. Με γλυκασμούς μας παρασέρνουν και τα πνεύματα τα πονηρά. Κι αν μπω στην ποίηση με Αυτό ξεναγό, αν γίνω όργανό του, θα σπείρω στον κόσμο δυνάμεις ανεξέλεγκτες. Γιατί η ποίηση είναι χρησμός που επαληθεύεται. Γίνεται ειμαρμένη. Πώς ν’ αναλάβω τέτοια ευθύνη; Γι’ αυτό και κρατιέμαι μακριά από δαύτη. Στυλώνω το πόδια μου σε Αυτό. Πιάνω μιαν άκρη και μιλάω. Λέω τα δικά μου. Λέω μόνο λόγια. Γιατί όλα πρέπει να ειπωθούν. Τα πιο ταπεινά κυρίως. 
Όμως εσύ να έρθεις. Να σε χορέψω, να με χορέψεις στη βροχή. 
Όχι στην ποίηση. Σπάνια εμφανίζομαι πλέον εκεί.) 

 Πάνος Σταθόγιαννης  



Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Πωλούνται πάτρια ..


ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΠΆΤΡΙΑ (τέλη 18ου αιώνα)


Οι Φράγκοι κουνούσαν τα χέρια πάνω κάτω στις τσέπες τους (όπως συχνά κάνουν οι στερημένοι φαντάροι), κάνοντας τα πολλά τάλερα που είχαν εκεί να κουδουνίζουν. Έπαιρναν μια βαθιά αμφίσημη ανάσα κι έλεγαν:
«Δεν έχετε χρήματα;... Εντάξει, την καταλαβαίνουμε πολύ καλά την κατάστασή σας… Είστε πτωχοί, πλην όμως τίμιοι, και αυτό είναι κάτι που σας ανεβάζει στα μάτια μας… Όποιος δεν έχει τάλερα στην τσέπη του, πουλάει κάτι και τη γεμίζει. Πουλήστε μας κάτι από εκείνα που έχετε παντού και με το παραπάνω και δεν πρόκειται ποτέ να σας λείψουν. Πουλήστε μας τα αγκωνάρια με τα τσίτσιδα σχήματα επάνω, πουλήστε μας τα κλαδεμένα σας αγάλματα, πουλήστε μας εκείνη τη μαρμάρινη γυναίκα που έχει φτερά αλλά δεν μπορεί να πετάξει… Εδώ ο καλός παλιατζής! Όοολα τα παλιά αγοράζωωω…»
Του Ρωμιού μην του πεις γι’ αρπαχτές και νταλαβέρια! Να τα πάρει κάποτε και να καθαρίσει για το υπόλοιπο της ζωής του! Του βρήκες το κουμπί. Του πήρες την ψυχή. Ειδικά άμα νομίζει ότι σου πουλάει κούκο γι’ αηδόνι. Και ήταν στ’ αλήθεια κούκος γι’ αηδόνι το να πουλάει εκείνους τους θεόρατους παλαιούς, που, όπου κι αν έσκαβε για να ανοίξει πηγάδι, τους έβγαζε δέκα δέκα και δεν είχε πού να τους πετάξει… Κάποιους τους εντοίχιζε στις εκκλησίες του, κάποιους έχτιζε αριστερά στην κεντρική πόρτα του σπιτιού του, κάποιους άφηνε ανάσκελα ανάμεσα στα ανθισμένα χαμομήλια, να βγαίνουν πάνω τους σεργιάνι τα σαλιγκάρια και να ζεσταίνουν το κρύο αίμα τους οι σαύρες, αλλά αυτοί δεν είχαν τελειωμό. Γκαστρωμένη η γη μας με πελεκημένα μάρμαρα.
«Τα μεταφορικά δικά σου, εντάξει», έλεγε στον κοκκινολαίμη Φράγκο και του έσφιγγε το χέρι.
Κάποιοι το σκέφτονταν και αλλιώς.
«Ας τα πάρουν», έλεγαν. «Να τα βάλουν στα σαλόνια τους, να τα βλέπουν κάθε μέρα και να θυμούνται, έστω στα λόγια, ότι κάτι μας χρωστάνε. Καλύτερα να μας μελετάνε ψεύτικα παρά να μη μας μελετάνε καθόλου. Άμα πάψουν να μας μελετάνε, πάει, χαθήκαμε! Ας τα πάρουν. Εμείς έχουμε να φάνε και οι κότες…»
Και τα έπαιρναν οι ξένοι. Γέμιζαν τις αυλές τους, τα σαλόνια τους, τις εισόδους των εξοχικών τους, τις πλατείες τους, τους δρόμους τους, τα πάρκα τους, τα παλάτια τους, τα μουσεία τους και τα χαρτιά τους με θραύσματα Ελλάδας, που γίνονταν αμέσως μικρές Ελλάδες. Γιατί, κάτι φορές, η Ελλάδα μοιάζει με εκείνες τις διάφανες μέδουσες του Αιγαίου, με τα πανέμορφα ανάποδα λειριά. Αν τους κόψεις ένα κομμάτι και το ρίξεις και πάλι στη θάλασσα, εκείνο σε λίγο θα γίνει μια κανονική μέδουσα. Έτσι και η Ελλάδα. Παίρνεις ένα κομμάτι σπασμένο μάρμαρο από το χώμα της, το φυτεύεις αλλού, το ποτίζεις κι ένα πρωί βλέπεις να φυτρώνει άγαλμα ολόκληρο και αστραφτερό.
Κι επειδή, όπως έλεγαν οι παλαιότεροι, ουδείς προφήτης στον τόπο του, το φ α ι ν ό μ ε ν ο ετούτο παρατηρείται παντού αλλού εκτός από την ίδια την Ελλάδα. Ίσως επειδή η μέδουσα που κομματιάστηκε ήταν θηρίο πράγμα, παμμέγιστη, σαραντάπηχη, κι έβγαλε αμέτρητες μικρές μεδουσούλες. Τόσες πολλές, που τους λείπε ο ζωτικός χώρος να κολυμπήσουν και να πάρουν ανάσα. Σκάβεις πηγάδι, σκάβεις μετρό, σκάβεις να θάψεις τον πατέρα σου και πέφτεις πάνω στα θραύσματα εκείνης της θεόρατης Ελλάδας. Σωριασμένα το ένα πάνω στο άλλο. Που να απλώσουν τη ριζούλα τους και να φυτρώσουν;
Με άλλα λόγια, ευτυχώς που βρίσκονται κι ετούτοι οι αιρετικοί του πάπα και της Διαμαρτυρίας, που τα αγοράζουν στα κουτουρού, και μάλιστα με την οκά. Και εμάς μας ξαλαφρώνουν και τον εαυτό τους ωφελούν – βάζουν στα κονάκια τους και κάτι το ωραίον. 
Έχωναν το χέρι στην τσέπη, έβγαζαν μια χούφτα τάλερα να δεις ότι το χρήμα το φυσάνε, ξεχώριζαν δύο και τα έχωναν στη δική μας τσέπη. Και πάνω που πήγαινες να πεις ‘‘άντε! και σε καλή μεριά’’, να σου ο Τούρκος.
«Τι γίνεται εδώ, μωρέ, πίσω από την πλάτη της εξουσίας;» και το δεξί του τα χαϊδεύει τη φούντα του γιαταγανιού του.
«Τίποτα αφέντη… Να, κάτι μάρμαρα έδωσα στον κουτόφραγκο από δω, να ξεβρομίσει ο τόπος».
«Και ποιος σου έδωσε εσένα το ελεύθερο να πουλάς στον κουτόφραγκο λιθάρια από τη γη που το ισλάμ κατέκτησε πατώντας επί πτωμάτων;»
Εδώ ο δικός μας άρχιζε να τα μασάει:
«Νόμισα, αφέντη, ότι, μιας που τα φτιάξανε οι παππούδες μου προ αμνημονεύτων ετών, είναι κ λ η ρ ο ν ο μ ι κ ώ δ ι κ α ί ω δικά μου… Σας τα ρούχα του μακαρίτη, που όταν πεθάνει μένουν στους συγγενείς του… Στα μέρη τα δικά μας το ’χουμε για κακό να φοράμε τα ρούχα των πεθαμένων, πάει γρουσουζιά. Τους βάζουμε φωτιά και τα καίμε… Και τώρα που βρήκαμε κορόιδα, που μας πλερώνουν κι από πάνω για να μας πάρουν το βάρος της φωτιάς από την πλάτη, να αφήσουμε αυτή την ευκαιρία να πάει χαμένη;»
«Άλλο πράγμα τα ρούχα», έλεγε σοφά ο Τούρκος, αλλά πού να σηκώσει το χέρι από το γιαταγάνι. «Τα ρούχα κουβαλάνε τη μυρωδιά του πεθαμένου πάνω τους, γι’ αυτό και δεν τα θέλει κανείς. Εδώ, όμως, μιλάμε για ετούτα τα σκαλιστά αγκωνάρια. Άλλο το ρούχο και άλλο το λιθάρι…»
«Μα και τα λιθάρια, αφέντη, κουβαλάνε τη μυρωδιά των παλαιών πάνω τους. Και όχι μόνο τη μυρωδιά, αλλά και τα σουσούμια της ψυχής τους, και τη φάτσα τους, και την πόζα τους, γιατί τα φτιάχνανε κατ’ εικόνα και ομοίωση…»
«Άμα μυρίζουνε νεκρίλα τόσο πολύ, τότε γιατί έχουνε τέτοια ζήτηση στα φραγκοπάζαρα, που έρχονται από του διαόλου τη μάνα οι έμποροί τους και τα παζαρεύουν;» φρύαζε ο Τούρκος, μισόβγαζε το γιαταγάνι από το θηκάρι του, ύστερα το μετάνιωνε και το ξανάφηνε στη θέση του.
Άπλωνε το χέρι στην τσέπη σου κι έπαιρνε τα δύο τάλερα. Τα δάγκωνε, να δει αν το ασήμι ήταν καθαρό, κι ύστερα τα έχωνε στη δική του απύθμενη τσέπη. Έβαζε ύστερα το χέρι του στο τσεπάκι του γιλέκου του, έβγαζε ένα άσπρο τόσο δα, που ούτε καφέ δεν πίνεις με δαύτο, και σου έλεγε:
«Να, για τον κόπο σου. Κοψομεσιάστηκες να σκάβεις, βλέπω…»
Ύστερα διπλάρωνε τον φράγκο με την παλάμη ανοιχτή:
«Θα σου χρειαστουν επίσημα κιτάπια, για να τα βγάλεις έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ετούτα τα φορτία. Άδεια εξαγωγής, βίζα, χαρτί από το Εμπορικό Επιμελητήριο, χαρτόσημα, υγειονομικός έλεγχος, εγγυητικές επιστολές… Θα σου βγει η πίστη ανάποδη μέχρι να τα βγάλεις. Σκάσε δύο τάλερα ακόμη και θα καθαρίσω εγώ για σένα μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες, παρακάμπτοντας όλη τη γραφειοκρατία…»
Ήθελε δεν ήθελε ο Φράγκος, του τα έσκαγε.
«Μα, αφέντη, εσύ γιατί τα πουλάς;» έκανε προσπάθειες να ξεκαταπιεί τη γλώσσα του ο ομογενής μας. «Με τα λόγια που μας είπες, νομίσαμε ότι δεν πρέπει…»
«Δεν πρέπει για σας» απαντούσε ο Τούρκος, πατώντας στη ράχη μας για να καβαλικέψει το άλογό του. «Για μένα δεν υπάρχει τέτοια απαγορευτική διάταξη. Στο κάτω κάτω της γραφής – δικά μου είναι για να με νοιάξει και να κάτσω να το σκεφτώ;»
Έδινε μια στο άλογό του κι έφευγε, κοντοστεκόταν και ξαναμιλούσε:
«Σα δε ντρέπεσαι, μωρέ, να ρωτάς εσύ, που για δύο τάλερα θα πούλαγες και το βρακί της μάνας σου ακόμη… Εγώ τα δικά μου τα φυλάω».
Ξανάδινε μια στο άλογό του κι έφευγε, με τα τέσσερα τάλερα να κουδουνίζουν στην τσέπη του.
Κι εμείς μέναμε μόνο με το ένα άσπρο. Ε, από το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα. Μικροποσό, όμως, ξεφτίλα. Για ένα άσπρο, ολόκληρος κ ο ύ ρ ο ς, χαμογελαστός, σκερτσόζος, με όλα τα σέα και τα μέα του… Θα μου πεις ότι του λείπανε τα αχαμνά. Αλλά ακόμη και ευνουχισμένο, είναι ντροπή να τον πουλήσεις για ένα άσπρο… Και όμως, για ένα άσπρο τους πουλήσαμε τους κούρους και τις κόρες μας. Που δε φτάνει ούτε για να πιεις έναν καφέ. Ίσως επειδή τους έχουμε πολλούς, να είμαστε άνθρωποι του σκόντου. Σ’ αυτό δε μοιάζουμε με τους Τούρκους, που όντως τα φυλάνε τα δικά τους. Και όχι μόνο τα δικά τους, αλλά κι εκείνα που αρπάξανε μες στης νυκτός τη σιγαλιά. Βλέπε Δερύνεια… Βλέπε Ίμια… Είναι που έχουν κοψοχρονίτικο σόι μέσα στον καιρό. Δεν είναι σαν κι εμάς, που από καιρό και αρχαία έχουμε να φάν' κι οι κότες…

Πάνος Σταθόγιαννης
(Απόσπασμα από το μυθιστόρημα ‘‘Ο ΩΡΑΙΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΘΗΡΙΑ ΤΗΣ ΣΤΑΧΤΗΣ’’, εκδόσεις Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, 1998.)