Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιογραφίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

«Μη με χάσεις, μη χαθείς. Σε περιμένω»

"Σε χρειάζομαι όπως χρειάζομαι το καλοκαίρι. Σε χρειάζομαι.
Είναι ένα μυστήριο ο έρωτας αυτός που δε θέλησε ποτέ να πεθάνει. Να που έμαθα να στηρίζομαι επάνω σου. Και ξέρω ότι μπορώ να βασιστώ σ' εσένα. Τα γράμματα σου τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω. Είναι η μοναδική χαρά μου.
Η μοναδική.
Η τελείως μοναδική σ' αυτούς τους ζοφερούς καιρούς''



Γράμμα σ΄εκείνη..
Για να του απαντήσει με τη σειρά της ...

"Θυμάμαι το χαμόγελο σου και νομίζω πως, αν έγινα γυναίκα σου για όλη μου τη ζωή, είναι γιατί με μάγεψε το γέλιο σου. Κανείς δεν ξέρει να γελάει σαν εσένα. Ξέρω πως δεν είναι ένα γέλιο σαν τα άλλα, ξέρεις τι θέλω να πω. Για μένα είναι μια χάρη, ένας τρόπος να λες ευχαριστώ στα όμορφα πράγματα της γης αυτής. Είναι σαν τον καρπό του δέντρου. Το χαμόγελο σου είναι βάλσαμο στην καρδιά μου..."

Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ και Κονσουέλο.
Ένας έρωτας μαγικός, όπως μαγικός είναι ο μεγάλος Έρωτας .
Αυτός που γίνεται γέφυρα, συνάντηση και ένωση, πέρασμα και σωτηρία. Αυτός που σε οδηγεί στην ουσία.
Που σε μαθαίνει ουρανό..


Στην τελευταία του πτήση, αυτήν που δεν άφησε κανένα ίχνος του, παρά τη βεβαιότητα πως αναζητά ακόμη τον μικρό τους παράδεισο, είχε μαζί του μια φωτογραφία της και δυο της λόγια

«Μη με χάσεις, μη χαθείς. Σε περιμένω»

υγ :
Πέρασαν πάνω από πενήντα χρόνια για να βρει ένας ψαράς στα νερά της Μασσαλίας το βραχιόλι που του χε χαρίσει με χαραγμένο το όνομά της
 

                                          ----------------------------------------- 

(Αποσπάσματα από το "Ο μικρός πρίγκιπας και το ρόδο του"  του  Alain Vircondelet )

''Οσο απίστευτο και αν φαίνεται, καμία από τις πολλές βιογραφίες του Εξυπερί δεν εκμεταλλεύτηκε την πολύτιμη πηγή πληροφοριών που αντιπροσώπευε η σύζυγός του, η μόνη γυναίκα που παντρεύτηκε. Ολοι παρέλειψαν να τη συναντήσουν και δεν αναζήτησαν τους κληρονόμους της μετά τον θάνατό της, προτιμώντας να την αγνοούν, στριμώχνοντάς την σε λίγες μόνο αράδες. Προφανώς η παράξενη και μποέμ Νοτιοαμερικάνα δεν έμοιαζε να ταιριάζει με τον μύθο.

Και όμως χάρη στα μαύρα σιδερένια σεντούκια που έφερε η Κονσουέλο ­ αυτό ήταν το όνομά της ­ από τη Νέα Υόρκη, μετά τον θάνατο του άντρα της, ανακαλύπτουμε εκατοντάδες γράμματα, φωτογραφίες, ζωγραφιές, μια φωτογραφική μηχανή, το σωσίβιό του, αεροπορικούς χάρτες ζωγραφισμένους με το χέρι, ακουαρέλες του Μικρού Πρίγκιπα, ένα σενάριο ταινίας για τον Γκαμπέν, βιβλία και, προπαντός, ένα μαύρο δακτυλογραφημένο τετράδιο με σημειώσεις στο περιθώριο από το χέρι της Κονσουέλο. 





Ανοίγοντας τις κασέλες κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα βρισκόταν μπρος σε μια εκπληκτική εκ νέου αποκάλυψη της ζωής και του έργου του Σεντ Εξυπερί, ότι ο μύθος έπρεπε να ξαναγραφεί, ότι η ανάγνωση των ντοκουμέντων θα μας αποκάλυπτε ανέκδοτες μαρτυρίες γύρω από την εποποιία του θαρραλέου αεροπόρου, τους έρωτες του ρομαντικού συγγραφέα, τις χίμαιρες ενός ανθρώπου που συχνά υπήρξε εύπιστος. Γρήγορα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Κονσουέλο δεν ήταν η ανόητη κούκλα που όλοι πίστευαν. Ο Σεντ Εξυπερί την ερωτεύτηκε τρελά.
«Φίλησέ με ή ρίχνω το αεροπλάνο» της είπε το πρώτο βράδυ που γνωρίστηκαν, την ώρα που την πήγαινε περίπατο στους αιθέρες. Του απάντησε ότι μόλις είχε χάσει τον άνδρα της. 

Ο Σεντ Εξυπερί σβήνει τη μηχανή. Η Κονσουέλο πανικοβάλλεται και υποκύπτει. 
Ο Σεντ Εξυπερί συνεχίζει απτόητος, κάνει ακροβατικά που κόβουν την ανάσα και μοιάζουν λίγο με εκβιασμό. Προτού προσγειωθούν της ζητάει το χέρι της. Αρχίζει η εκπληκτική ιστορία του έρωτά τους. 


Η Κονσουέλο θα γίνει η ηγερία του. Οι δυο τους μάς φέρνουν στον νου άλλα διάσημα ζευγάρια του αιώνα: Ελσα Τριολέ και Αραγκόν, Γκαλά και Νταλί κ.ά. Η ιστορία τους περιλαμβάνει μεγάλες απουσίες, υπέροχες εξομολογήσεις και φοβερούς διαπληκτισμούς. Το ζευγάρι χωρίζει, ο ένας απατάει τον άλλον, αλλά ως το τέλος λατρεύονται. Μια ημέρα ωστόσο η Κονσουέλο δεν αντέχει άλλο και αποφασίζει να επιστρέψει στη Γουατεμάλα. Στο πλοίο παίρνει ένα τηλεγράφημα:«Αεροπορικό ατύχημα στη Γουατεμάλα ­ Ο Saint Exupery κινδυνεύει να πεθάνει». 
Η Κονσουέλο τρέχει στο νοσοκομείο, όπου βρίσκει τον άντρα της με 32 κατάγματα και το ένα μάτι στο κούτελο. Τον φροντίζει και του παραστέκεται μέρα νύχτα. Μόλις όμως συνέρχεται φεύγει για τη Νέα Υόρκη. Η Κονσουέλο αποφασίζει τότε να ζήσει σε ένα κοινόβιο καλλιτεχνών. Δεν αντέχει να περιμένει τον Αντουάν και να πνίγεται από την αγωνία. Γράφει ένα βιβλίο, το Oppede, που εκδόθηκε από τον Gallimard, έργο συγκινητικό, απελπισμένο, με θέμα την προσμονή. Συνδέεται με τον Αντρέ Μπρετόν, με τον Μαξ Ερνστ και ζει έναν τρελό έρωτα με τον διάσημο αρχιτέκτονα Μπερνάρ Ζερφύς. 

Το 1943 ο Αντουάν τής ζητεί να συναντηθούν στη Νέα Υόρκη. Εκείνη τρέχει. Νομίζει ότι όλα θα ξαναρχίσουν, γρήγορα όμως απογοητεύεται. Την πηγαίνει σε έναν δικηγόρο για να χωρίσουν. Τότε τα γεγονότα παίρνουν δραματική τροπή: ο Σεντ Εξυπερί αλλάζει γνώμη, σηκώνεται και την αγκαλιάζει. Τον ρωτάει αν μιλάει σοβαρά και εκείνος απαντά: «Στο διάβολο οι νόμοι, σ' αγαπάω».Αποφασίζουν τότε να εγκατασταθούν σε προάστιο της Νέας Υόρκης, όπου ο Αντουάν γράφει τον «Μικρό Πρίγκιπα». Δυσκολεύεται να γράψει. Η Κονσουέλο τον υποχρεώνει να κάθεται στο γραφείο του.




Από αγάπη για την Κονσουέλο γράφει καθημερινά πέντε-έξι σελίδες από το έργο που θα γίνει το αριστούργημά του, τον «Μικρό Πρίγκιπα», βιβλίο που συμβολίζει την επιλογή του τρόπου ζωής του: να προστατέψει την ποίηση, ποτέ να μη σκύψει, να μην ταπεινωθεί. «Να δώσουμε στους ανθρώπους πνευματικό νόημα, πνευματικές ανησυχίες. Δεν μπορούμε πια να ζούμε χωρίς ποίηση, χωρίς χρώμα και χωρίς αγάπη» επανελάμβανε. Ολόκληρη η ιστορία του με την Κονσουέλο δείχνει την ίδια ανάγκη: να παραμείνει στον χώρο της ποίησης. Στη ζωή τους κυριαρχεί η ποίηση.





Στη Νέα Υόρκη ο Αντουάν ιχνογραφεί τον Μικρό Πρίγκιπα, στα σιδερένια σεντούκια όμως βρίσκουμε μια ζωγραφιά της Κονσουέλο, πολύ παλιότερη, που μοιάζει περίεργα με εκείνην του Μικρού Πρίγκιπα. Μαθαίνουμε πως η Κονσουέλο είχε βρει τον τίτλο του βιβλίου του Νυχτερινή πτήση («Vol de nuit»). Καταλαβαίνουμε ότι ανάμεσά τους λειτουργούσε μια έντονη δημιουργική αλληλεπίδραση, ότι πίσω από το έργο βρίσκεται η Κονσουέλο, πράγμα που κανένας βιογράφος δεν είχε αντιληφθεί. 

Στις 31 Ιουλίου 1944, όταν ο Αντουάν απογειώνεται από το Μπογκό της Κορσικής, έχει μαζί του ­ στο μέρος της καρδιάς ­ μια φωτογραφία της Κονσουέλο που είχε τραβήξει στη Νέα Υόρκη μετά από μια ερωτική νύχτα. Ημίγυμνη, είναι ξαπλωμένη στο συζυγικό κρεβάτι, με τα μαλλιά ξέπλεκα πάνω στο μαξιλάρι.
 Στο πίσω μέρος η Κονσουέλο γράφει: «Μη με χάσεις, μη χαθείς. Σε περιμένω». Ο Σεντ Εξυπερί δεν θα γυρίσει πίσω. Θα χαθεί στη θάλασσα. Ο μύθος αρχίζει, για 50 χρόνια και περισσότερο, χωρίς εκείνην. Η ιστορία δεν θέλει να ξέρει για την Κονσουέλο. Ετσι αποφάσισαν οι βιογράφοι. Και όμως εκείνη υπήρξε το τριαντάφυλλό του, το λουλούδι του Μικρού Πρίγκιπα, το παιδί που δεν απέκτησαν ποτέ, το μοναδικό του αγαθό, αντικείμενο του έρωτά του και αιτία των δοκιμασιών του.









Πέρα από το ενδιαφέρον για τον Σεντ Εξυπερί, τα μυστικά που αποκαλύπτει η βιογραφία του Alain Vircondelet, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στη Γαλλία, θέτουν το ερώτημα σχετικά με τον ρόλο του βιογράφου μπροστά στην Ιστορία. Πώς παραμελήθηκε για τόσα χρόνια μια τόσο σημαντική πτυχή; Τι σημαίνει βιογραφία; Γιατί και για ποιον γράφεται; Οπωσδήποτε το θέμα δεν είναι εύκολο ενώ ο γνωστός λίβελος του Προυστ Εναντίον του Σεντ-Μπεβ έκανε τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα γιατί αν, όπως το βεβαιώνει ο συγγραφέας της «Αναζήτησης», το εγώ του δημιουργού φανερώνεται μόνο μέσα στα βιβλία του, για ποιον λόγο να ασχοληθεί κανείς και με την ύπαρξή του; Και όμως τα βιβλία αυτού του τύπου γοητεύουν τους φίλους του είδους καθώς και τους λογίους, ανθούν στις αγγλοσαξονικές χώρες και στη Γαλλία, ενώ δεν είναι εξαιρετικά δημοφιλή στην Ελλάδα. Πρόσφατα με έκπληξή μου ανακάλυπτα το γεγονός αυτό όταν ένας φίλος μού εξήγησε πως στην Ελλάδα όλοι γνωρίζουν τα πάντα για τους πάντες εν ζωή, έτσι λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο να μαθευτεί μετά θάνατον, οπότε γιατί να γράφονται βιογραφίες; Μου διηγήθηκε μάλιστα και το εξής, γνωστό φαίνεται, ανέκδοτο: σε έναν ξένο κατάσκοπο που απορούσε, στη διάρκεια του πολέμου, σχετικά με την απουσία πραγματικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα δόθηκε η απάντηση ότι δύο χώρες στον κόσμο δεν τις χρειάζονται: η Ιαπωνία, επειδή κανείς δεν μιλάει, και η Ελλάδα, επειδή όλος ο κόσμος φλυαρεί.



Πολλοί συγγραφείς προσπαθούν συνήθως να δικαιολογήσουν το διάβημά τους. Μερικοί ομολογούν την ενοχή τους, θεωρούν ότι δεν υπάρχει αθώος βιογράφος. Η βιογραφία παρουσιάζεται κυρίως ως έκφραση θαυμασμού, συνήθως ένα είδος επικοινωνίας μέσω της ταύτισης, πράγμα που φαίνεται και στον «William Shakespeare» του Βίκτωρος Ουγκό. Από την ταύτιση όμως ως τη συγκεκαλυμμένη αυτοβιογραφία τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Ιδιαίτερα όταν ο βιογράφος είναι και συγγραφέας. Κινδυνεύει να παρεκτραπεί προς το μυθιστόρημα αφανίζοντας τα τραχιά σημεία που δεν θα εξυπηρετούσαν τον μύθο και μάλιστα τον μύθο του άλλου εγώ. Ο Vircondelet το έθεσε ωραία: την Κονσουέλο την έσβησαν γιατί αποτελούσε αταξία απέναντι στον μύθο.''

'Αρθρο της Κατριν Βελισσάρη  από εδώ 


και πληρέστερα στοιχεία για τη ζωή του ε δ ώ 

--------------






Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012







Η Emma Goldman είναι γνωστή ως επαναστάτρια, αναρχική, υπέρμαχος και πρωτοπόρος του ελέγχου των γεννήσεων και συγγραφέας. Κι όμως, η αληθινή Emma Goldman παραμένει στην πραγματικότητα άγνωστη.

Ο κατεστημένος Τύπος της εποχής της είχε περιβάλλει το όνομά της με τόσα ψέματα και συκοφαντίες που θα έμοιαζε σχεδόν με θαύμα, το αν θα μπορούσε έστω και η παραμικρή αχτίδα αλήθειας να διαπεράσει τον ιστό του ψεύδους. Και ίσως να μην είναι μεγάλη παρηγοριά το γεγονός ότι ο κάθε φορέας νέων ιδεών πρέπει να υποφέρει και να παλέψει υπό παρόμοιες συνθήκες. Ο δρόμος του προπαγανδιστή της κοινωνικής δικαιοσύνης είναι στρωμένος με αγκάθια. Οι δυνάμεις του κράτους βάζουν σε ενέργεια όλα τους τα μέσα ώστε ούτε η ελάχιστη χαρά να μην δώσει λίγη γαλήνη στην αγωνιώδη ζωή του. Η θέρμη με την οποία η Emma Goldman υπερασπίστηκε την αναρχία, η βαθιά της ειλικρίνεια, το κουράγιο και οι ικανότητές της, έχουν κερδίσει τον σεβασμό και τον θαυμασμό πολλών.

Η Goldman γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου 1869 στην Ρωσική επαρχία του Kovno (στη σημερινή Λιθουανία) από εβραίους γονείς. Οι γονείς της βέβαια σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να φανταστούν την εξέλιξη της κόρης τους. Όπως όλοι οι συντηρητικοί της εποχής περίμεναν πως η Emma θα παντρευόταν έναν ευυπόληπτο πολίτη, θα έκανε πολλά παιδιά και θα ανταποκρινόταν γενικά στα «καθήκοντά» που της είχαν ορίσει η κοινωνία και η θρησκεία.

Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε στην όμορφη και ήσυχη γερμανορωσική επαρχία του Kurland, όπου ο πατέρας της δούλευε ως κυβερνητικός υπάλληλος. Από τότε έγινε φανερός ο αντισυμβατικός της χαρακτήρας και η απέχθειά της για κάθε μορφής καταπίεση.

Γρήγορα κατάλαβε τι σημαίνει Κράτος: Είδε τον πατέρα της να ταπεινώνεται από τους χριστιανούς chinovniks και να καταδιώκεται ως ασήμαντος αξιωματούχος και ως μισητός εβραίος. Έβλεπε νεαρούς άνδρες, συχνά το μοναδικό στήριγμα των πολυάριθμων οικογενειών τους, να αντιμετωπίζουν τον εφιάλτη της αναγκαστικής κατάταξης στον στρατό.

Εξοργιζόταν από την μεταχείριση που είχαν οι φτωχές εργάτριες: κακοποιημένες από τα αφεντικά τους έπεφταν στις αγκαλιές των «ελεημόνων» αξιωματικών. Πολλά από αυτά τα κορίτσια βρήκαν καταφύγιο στο σπίτι των Goldman.

Στα 7 της χρόνια οι γονείς της την έστειλαν στην γιαγιά της στο Koningsberg στην ανατολική Πρωσία, όπου και παρέμεινε μέχρι τα 13 της. Αργότερα οι γονείς της αποφάσισαν να εγκατασταθούν στην Αγία Πετρούπολη.

Η χρονιά που έφτασε η Emma Goldman στην Αγία Πετρούπολη –(το 1882)- ήταν γεμάτη γεγονότα. Ο τσάρος Αλέξανδρος ο 2ος είχε εκτελεστεί την προηγούμενη χρονιά. Οι εκτελεστές του θανατώθηκαν από την κυβέρνηση προς παραδειγματισμό και μόνο στην Jessie Helfman χαρίστηκε η ζωή λόγω εγκυμοσύνης και εξορίστηκε στην Σιβηρία. Το όνομα των νιχιλιστών βρισκόταν στα χείλη σχεδόν όλου του κόσμου και πολλοί ήταν πρόθυμοι να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους.

Η εκμάθηση της ρωσικής γλώσσας, γρήγορα έφερε την Emma Goldman σε επαφή με επαναστατικούς κύκλους. Οι γονείς της δε μπορούσαν να καταλάβουν το ενδιαφέρον της κόρης τους για αυτές τις απόψεις, τις οποίες οι ίδιοι θεωρούσαν επικίνδυνες ουτοπίες. Αγωνιζόντουσαν να την απομακρύνουν από αυτές τις «χίμαιρες» με αποτέλεσμα οι διαφωνίες και οι καβγάδες να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη.

Μόνο στη μεγαλύτερη αδελφή της την Helene μπορούσε η Goldman να βρει συμπαράσταση και κατανόηση. Τελικά κατάφερε να κερδίσει την ανεξαρτησία της. Έπιασε δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο. Ήταν 17 χρονών και μπορούσε να κερδίζει την ζωή της. Αν είχε παραμείνει στην Ρωσία, το πιθανότερο είναι πως θα είχε την ίδια τύχη με τις χιλιάδες που θάφτηκαν στα χιόνια της Σιβηρίας. Η αδελφή της, Helene, αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Αμερική, όπου μια άλλη αδελφή τους είχε ήδη εγκατασταθεί. Η Emma κατάφερε να την πείσει και το 1886 ξεκίνησαν το ταξίδι τους.

Πολύ σύντομα όμως την περίμενε η απογοήτευση. Η ιδεατή εικόνα που είχε για την Αμερική διαλύθηκε στο Castle Garden. Οι σκηνές που αντίκρυσε της θύμισαν τα παιδικά της χρόνια στο Kurland. Η αγριότητα με την οποία αντιμετωπίζονταν οι μετανάστες στα πλοία που ταξίδευαν προς Αμερική, επαναλαμβανόταν στο Castle Garden από τους αστυνομικούς με πολύ χειρότερο τρόπο. Η απογοήτευση της Goldman ήταν απερίγραπτη.

Αντί για έναν Τσάρο, εδώ βρήκε πολλούς. Οι Κοζάκοι είχαν αντικατασταθεί από τους αστυνομικούς. Η Goldman σύντομα βρήκε δουλειά στο εργοστάσιο ρούχων Garson Co. Οι γυναίκες εκεί ήταν αναγκασμένες να δουλεύουν από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα.

Η εκμετάλλευση όμως δεν ήταν μόνο οικονομική. Οι προϊστάμενοι και τ’ αφεντικά τίς έβλεπαν ως σεξουαλικά αντικείμενα. Και αν κάποια αρνούνταν να υποκύψει, σύντομα θα την έδιωχναν από το εργοστάσιο. Ποτέ δεν υπήρχε έλλειψη «πρόθυμων θυμάτων».

Η προσφορά πάντα ξεπερνούσε τη ζήτηση. Η Goldman ασφυκτιούσε σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα. Διανοητικά ακόμα ζούσε στην Ρωσία. Μην έχοντας εξοικειωθεί με την γλώσσα γύριζε στο παρελθόν αγνοώντας το παρόν. Τότε γνώρισε έναν νεαρό Ρώσο μετανάστη και τελικά τον παντρεύτηκε. Έτσι έμαθε από προσωπική πείρα, ότι οι κρατικοί θεσμοί, συνεπάγονται εξάρτηση και καταρράκωση της προσωπικότητας, ειδικά για την γυναίκα. Το ζευγάρι είχε αγεφύρωτες διαφορές. Γρήγορα χώρισαν και η Goldman πήγε στο New Haven. Εκεί έπιασε δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο και έχασε επαφή με τον πρώην άντρα της. Δύο δεκαετίες αργότερα θα της τον θύμιζαν και πάλι οι ομοσπονδιακές αρχές.

Η Goldman έφτασε στην Αμερική, όπως και στην Αγία Πετρούπολη τέσσερα χρόνια νωρίτερα, σε μια περίοδο μεγάλης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής. Οι εργάτες είχαν ξεσηκωθεί ενάντια στις απάνθρωπες συνθήκες εργασίας. Ολόκληρη σχεδόν η χώρα έβραζε. Η πάλη κορυφώθηκε με την απεργία στην εταιρεία Harvester του Σικάγο, την σφαγή των απεργών και τη νομιμοποιημένη δολοφονία των αναρχικών που ακολούθησε την ιστορική έκρηξη της βόμβας στο Haymarket.

Οι αναρχικοί πήραν με το αίμα τους το βάπτισμα του πυρός. Λίγοι κατάλαβαν την σημασία της δολοφονίας των «μαρτύρων του Σικάγο». Και ακόμα λιγότερο, το κράτος. Νόμιζαν πως έτσι είχαν λύσει το «πρόβλημα». Δεν συνειδητοποίησαν ότι το αίμα των δολοφονημένων εργατών και αναρχικών, θα έφερνε πολλούς κοντά στην αναρχία.

Η Voltairine de Cleyre και η Emma Goldman άρχισαν να ασχολούνται με την αναρχία, μετά την δίκη και την εκτέλεση των αναρχικών. Η Goldman μέχρι τέλους πίστευε ότι οι αναρχικοί δεν θα εκτελούνταν. Η 11ηΝοεμβρίου 1887, την διέψευσε. Κατάλαβε τότε ότι, ανάμεσα στον ρωσικό τσαρισμό και την αμερικανική πλουτοκρατία, η διαφορά είναι μόνο στο όνομα.

Με τον ενθουσιασμό που την χαρακτήριζε, άρχισε να παρακολουθεί πολιτικές συγκεντρώσεις. Στο New Haven γνώρισε και συνδέθηκε με αρκετούς αναρχικούς. Εδώ διάβασε για πρώτη φορά την εφημερίδα Freiheit του John Most. Η εξοντωτική δουλειά στο εργοστάσιο την αρρώστησε. Επέστρεψε στο Rochester, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1889, οπότε μετακόμισε στη Νέα Υόρκη. Ήταν 21 χρονών. Είναι η εποχή της «προπαγάνδας μέσω της πράξης».

Ο Κροπότκιν, η Λουίζ Μισέλ, ο Ελυζέ Ρεκλύ και άλλοι, εμπνέουν τους νέους αγωνιστές. Η διακοπή των σχέσεων με τους σοσιαλιστές είναι αναπόφευκτη από την στιγμή που οι τελευταίοι απαρνήθηκαν την ιδέα της ελευθερίας και αποδέχτηκαν τις κρατικές πολιτικές. Ο Most έχοντας χάσει τη θέση του στο Reichstag και κυνηγημένος, βρήκε καταφύγιο στο Λονδίνο. Εκεί έκοψε κάθε επαφή με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Ερχόμενος στην Αμερική, συνέχισε την έκδοση του Freiheit και δραστηριοποιήθηκε εντονότατα μεταξύ των γερμανών εργατών της Νέας Υόρκης. Όταν η Goldman έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1889, δεν δυσκολεύτηκε να έρθει σ’ επαφή με αναρχικούς.

Εκεί γνώρισε τον Most και τον Alexander Berkman. Οι ικανότητές της εντυπωσίασαν τον Most ο οποίος την έστειλε σε προπαγανδιστική περιοδεία. Συμμετείχε σε διάφορους εργατικούς αγώνες όπως η μεγάλη απεργία των ενδυματοποιών το 1889. Ένα χρόνο αργότερα, η Goldman άρχισε να αποστασιοποιείται από τη μεγάλη μερίδα των γερμανόφωνων αναρχικών, διαφωνώντας σε ζητήματα τακτικής.

Υπήρχαν ακόμα κάποιοι που πίστευαν στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και άλλοι που ήταν υπερβολικά συγκεντρωτικοί. Αυτές οι διαφορές, οδήγησαν το 1891 σε χάσμα με τον John Most. Η Goldman, o Berkman και άλλοι έστρεψαν το ενδιαφέρον τους σε μια μαχητική γερμανική αναρχική εφημερίδα, την «ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ» (Die Autonomie), στην οποία επίσης πολύ σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι Joseph Paukert, Otto Rinke και ο Claus Timmermann.

Η Goldman άρχισε ν’ ασχολείται με τα γραπτά του Κροπότκιν. Προσπάθησε να συνδυάσει την κοινωνικότητα και την πανανθρώπινη αλληλεγγύη του Κροπότκιν, με την δική της σθεναρή πίστη στην ελευθερία του ατόμου. Οι πικρόχολες αντιπαραθέσεις έλαβαν τέλος με τον θάνατο του John Most το 1906.

Το 1892 μαζί με τον Berkman, σχεδιάζουν την εκτέλεση του Henry Clay Finch, ο οποίος με ένοπλους αστυνομικούς κατέστειλε βίαια τις απεργίες στο εργοστάσιο Homestead της Pensylvania.

Προσπάθησε ακόμα -χωρίς όμως επιτυχία- να κάνει και την πόρνη, προκειμένου να βρεθούν τα χρήματα για το όπλο. Το μόνο που κατάφερε ο Berkman ήταν να τραυματίσει τον Finch και να καταδικαστεί σε 22 χρόνια φυλάκιση. Η αστυνομία έκανε τα πάντα για να εμπλέξει άμεσα και την Goldman. Μόνο το γεγονός ότι βρισκόταν στη Νέα Υόρκη εκείνες τις μέρες, την έσωσε. Η πράξη του Berkman καταδικάστηκε σφοδρά από τον Most και διάφορους άλλους γερμανούς αναρχικούς. Η Goldman υπερασπίστηκε με όλη της την δύναμη τον Berkman λέγοντας ότι η αληθινή ηθική έχει να κάνει με τα κίνητρα και όχι με τις συνέπειες. Αυτή η αντίληψή της άλλαξε από την παραμονή της στη μετεπαναστατική Ρωσία.

Η υπεράσπιση του Berkman έκανε τις αρχές να μην την αφήνουν σε ησυχία. Οι ομιλίες τις διακόπτονταν σχεδόν πάντα από αστυνομικούς. Το 1893, συνελήφθη επειδή παρακινούσε τους άνεργους «να αρπάζουν το φαγητό που δεν τους δίνανε» και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός χρόνου στο «σωφρονιστήριο» του Blackwell Island.

Φυλακίστηκε και πάλι όταν συνελήφθη επειδή διένειμε υλικό σχετικά με την αντισύλληψη. Η μεγαλύτερη ποινή όμως ήρθε όταν καταδίκασε την κατάταξη στον στρατό και διοργάνωνε ομιλίες και κινήσεις εναντίον του 1ου παγκοσμίου πολέμου. Η Goldman και ο Berkman συνελήφθησαν το 1917, κατηγορούμενοι για συνομωσία εναντίον του στρατού και καταδικάστηκαν σε δύο χρόνια. Μετά, αφού τους αφαιρέθηκε η υπηκοότητα, απελάθηκαν μαζί με άλλους «επικίνδυνους για την κοινωνική ασφάλεια» στην Ρωσία. Ο J. Edgar Hoover, που ανέλαβε σχεδόν προσωπικά την απέλαση της Goldman, την αποκαλούσε ως «μια από τις πλέον επικίνδυνες γυναίκες στην Αμερική».

Η Goldman γνώρισε, λοιπόν, τη ρωσική επανάσταση από πρώτο χέρι. Αρχικά, φάνηκε διατεθειμένη να υποστηρίξει τους μπολσεβίκους στην 3η διεθνή. Όταν όμως το 1919, η Goldman και ο Berkman ταξίδεψαν στην χώρα τρομοκρατήθηκαν από την γραφειοκρατία, τις πολιτικές διώξεις, την πείνα και την καταναγκαστική εργασία που συναντούσαν παντού. Το αποκορύφωμα ήρθε το 1921, όταν οι ναύτες και οι στρατιώτες της Κρονστάνδης εξεγέρθηκαν εναντίον των μπολσεβίκων, παίρνοντας το μέρος των εργατών που απεργούσαν. Ο Τρότσκι και ο κόκκινος στρατός τούς έπνιξαν στο αίμα.

Τις εμπειρίες της από την Ρωσία, η Goldman τις κατέγραψε σε δύο βιβλία, όταν έφυγε από την χώρα τον Δεκέμβριο του 1921: «Η απογοήτευσή μου από την Ρωσία» και «Η ακόμα μεγαλύτερη απογοήτευσή μου από την Ρωσία». Έλεγε πως «ποτέ άλλοτε σ’ ολόκληρη την Ιστορία, άλλο κράτος, άλλη κυβέρνηση, δεν αποδείχτηκαν τόσο στατικά, αντιδραστικά και αντεπαναστατικά. Ακριβώς το αντίθετο από την έννοια της επανάστασης».

Ο καιρός που πέρασε στην Ρωσία, την οδήγησε να αναθεωρήσει την άποψή της ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Δέχτηκε την βία ως κάτι το αναγκαίο για την κοινωνική μεταβολή. Έγραψε: «Ξέρω πως στο παρελθόν κάθε κοινωνική και πολιτική μεταβολή απαιτούσε την βία. Με μια διαφορά: Άλλο η βία που χρησιμοποιείς στη μάχη ως μέσο άμυνας και άλλο η βία που σκοπό έχει να τρομοκρατήσει, να εμποδίσει να εκφραστούν δια του φόβου οι κοινωνικές αντιθέσεις. Αυτό λέγεται ωμή τρομοκρατία και συνεπάγεται με κάθε τι το αντεπαναστατικό, είναι αντεπανάσταση».

Οι απόψεις της αυτές την έφεραν σε διάσταση με όσους νόμιζαν ότι η ρωσική επανάσταση ήταν επιτυχία. Όταν πήγε στην Βρετανία το 1922, ήταν ουσιαστικά η μόνη που καταδίκαζε τους μπολσεβίκους και οι ομιλίες της είχαν μικρή απήχηση. Το 1925, ένας Ουαλός εργάτης στα ορυχεία, προσφέρθηκε να την παντρευτεί ώστε να αποκτήσει την βρετανική υπηκοότητα και να γλιτώσει την απέλαση. Με βρετανικό διαβατήριο, μπορούσε άνετα να ταξιδεύει στην Γαλλία και τον Καναδά.

Το 1936, ο Berkman αυτοκτονεί, λίγους μόλις μήνες πριν το ξέσπασμα της ισπανικής επανάστασης. Στα 67 της χρόνια, η Goldman πήγε στην Ισπανία να υποστηρίξει τον αγώνα. Είπε σε μια ομάδα νεαρών αναρχικών ότι «αυτή η επανάσταση θα καταστρέψει για πάντα το ψέμα ότι η αναρχία ισοδυναμεί με το χάος και μόνο». Διαφώνησε ανοικτά με την συμμετοχή της CNT-FAI στον κυβερνητικό συνασπισμό του 1937 και στις υποχωρήσεις που γινόντουσαν απέναντι στους κομμουνιστές, για χάρη της έκβασης του πολέμου.

Παρ’ όλ’ αυτά αρνήθηκε να καταδικάσει όσους συμμετείχαν στην κυβέρνηση και αποδέχτηκαν την στρατιωτικοποίηση των επαναστατικών κοινωνικών δυνάμεων, καθώς νόμιζε (λανθασμένα) πως η μόνη εναλλακτική λύση σε κάτι τέτοιο, θα ήταν μια κομμουνιστική δικτατορία.

Η Goldman πέθανε στις 14 Μαΐου 1940 στον Καναδά από εγκεφαλικό και απαρηγόρητη για την τελική νίκη των δυνάμεων του Φράνκο. Θάφτηκε στο Σικάγο κοντά στους «μάρτυρες του Haymarket», η μοίρα των οποίων άλλαξε την πορεία της ζωής της. Πάντα το όνομά της θα είναι συνδεδεμένο με τους αγώνες της για σεξουαλική ελευθερία, ένα θέμα το οποίο οι ως τότε αναρχικοί μετά βίας είχανε θίξει. Υπερασπίστηκε με όλη της την ψυχή και φυλακίστηκε, για το δικαίωμα των γυναικών στην αντισύλληψη.

Θεωρούσε πως ποτέ καμιά πολιτική λύση δεν θα ήταν αρκετή για να εξαλείψει την καταπίεση που υφίσταντο οι γυναίκες.

Έπρεπε να επέλθει ριζική αλλαγή των αξιών και πάνω απ’ όλα ν’ αλλάξουν οι ίδιες οι γυναίκες «πρώτα με το να καταλάβουν ότι είναι ανεξάρτητες προσωπικότητες και όχι σεξουαλικά αντικείμενα. Ότι κανένας δεν έχει δικαιώματα πάνω στο σώμα τους. Να κάνουν παιδιά μόνο αν και οι ίδιες το επιθυμούν. Να αρνηθούν μια και καλή τον ρόλο του υπηρέτη του θεού, του κράτους, της κοινωνίας, του συζύγου, της οικογένειας κλπ. Πρέπει να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε την ζωή με όλη της την πολυπλοκότητα και να απαλλαγούμε απ’ αυτόν τον αηδιαστικό φόβο της κοινής γνώμης και της κοινωνικής κατακραυγής. Μόνο μια αναρχική επανάσταση και όχι η ψήφος, θ’ απελευθερώσει την γυναίκα, καθιστώντας τη μια νέα δύναμη που θα φέρνει στον κόσμο ελεύθερους ανθρώπους».

(Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία αναρχική εφημερίδα ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ. 28)