Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάραλη Μαλβίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κάραλη Μαλβίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2021

Οι άνθρωποι που αγαπώ έχουν πάρει διαζύγιο από την κοινή γνώμη




Τι θα πουν οι γείτονες, ρωτάει η ηρωίδα. Τη σηκώνει αγκαλιά, οι γείτονες είναι νεκροί, της λέει. Αντρζέι Ζουλάφσκι. Πολωνικός εξπρεσιονισμός, κάμερα στην άσφαλτο και σέρνεται. Ψηλός, μαυροντυμένος ήρωας.
Την έχει αγκαλιά, τη στροβιλίζει. Δεν ζαλίζεται. Οι γείτονες μαζεύουν υπογραφές να διώξουν τη μετανάστρια από το υπόγειο.

Οι γείτονες έχουν ενσωματωμένες γρίλιες στα μάτια. Ενεδρεύουν. Καιροφυλακτούν. Οι γείτονες διεκδικούν συνελεύσεις για λάμπες διαδρόμου και μυοκτονίες. Η ηρωίδα του αγαπημένου της βιβλίου απορούσε. Γιατί ο πατέρας της σε κείνο το ναυάγιο αφέθηκε να πνιγεί. Γιατί δεν έτρεξε με όσους συνωθούνταν προς τις βάρκες. Χρόνια αργότερα κατάλαβε.
Ο πατέρας δεν ήθελε κανενός είδους γειτνίαση με άξεστο κόσμο που δέρνει και στριμώχνεται. Από τη γειτνίαση, από την κοινή βάρκα, προτιμούσε τη γλυκιά, μπλε ανυπαρξία.
Γείτονες-πεθερές. Έχουν μάτια παντού. Κάτω από το κρεβάτι. Πίσω από τον καναπέ. Περνάνε παχουλούς αντίχειρες πάνω σου, κοιτάζουν το δάχτυλό τους. Ίχνη σκόνης.
Απαράδεκτο, νύφη μου. Εχρεώθητε. Κοινή γνώμη. 

Το λέει από μόνη της. Κοινή. Για χατίρι της οι κοινοί δεινόσαυροι, έδωσαν τις πιο ανέμπνευστες συνεντεύξεις. Για χατίρι της έγραψαν τα χειρότερα βιβλία. (Μην περιμένεις Χειμωνά, στη μπίζνες κλας του κοινού γούστου.) Άσε την κουτή σου κιθαρίτσα, φίλε, καμιά έγνοια, φίλε. Θα αρέσει το τραγούδι σου. Αφού γι' αυτούς γράφτηκε. Για τους χειρότερους του κόσμου. Κλεισμένος μήνες στο ξενοδοχείο Ο Ερυθρός Αστήρ ο Τσαϊκόφσκι μου, μεριμνούσε. Πώς θα σκοτώσει την κοινή γνώμη, πώς θα απαλείψει τα γούστα της. Ο Πεντερέτσκι μου. Ο Τόμας Μπέρνχαρντ μου. Εξόργισε τους χοντρούς μικροαστούς, πέλμα ελέφαντα τα έργα του πάνω στα διεσταλμένα στομάχια τους. Μέχρι που διώχτηκε από την Αυστρία.

Οι άνθρωποι που αγαπώ έχουν πάρει διαζύγιο από την κοινή γνώμη. 
Κοινή γνώμη, κοινό γούστο. Προβλέψιμο. Γειτονικό. 
Με την κοινή γνώμη τα πράγματα έχουν μόνο ένα δρόμο: Ή θα τη θάψεις ή θα σε θάψει αυτή. Πρόλαβα. 
Της έφτιαξα έναν ωραίο τάφο, απέριττο. Αν μπορούσατε να τον δείτε θα δακρύζατε. Λευκό μάρμαρο, λειασμένο από σάλια προφητών και από γαβγίσματα μεσσιανικών παραφρόνων. Με ενσωματωμένες μικρές μέδουσες τριγύρω. Κάθισα πάνω μετά. Πένθιμο σταυροπόδι. Μαύρο κομπινεζόν, ξυπόλυτη, τα πόδια γυμνά, τα νύχια κόκκινα. Αναμνηστική φωτογραφία. Η κοινή γνώμη θαμμένη για πάντα, από πάνω η ταφόπλακα.

Πιο πάνω εγώ. Με ένα ποτήρι ντράι μαρτίνι στο χέρι. Για το ξόδι. Άνθρωπος ευγενών προθέσεων, μη με βλέπετε έτσι, περνάω πού και πού τα ψυχοσάββατα. Ένα μπουκέτο παπαρούνες, της λέω…Παλιά ακριβή μου. Τετιμημένη μου για χρόνια. Αυτό το φονικό θα το γλιτώναμε. Αν δεν σε είχα αγαπήσει, έστω και γι' αυτό το μικρό διάστημα που σε αγάπησα. Αν δεν σε είχα υπηρετήσει. Έστω και γι' αυτό το λίγο. Αν δεν σου είχα υποταχτεί, έστω στα ψέματα.

Όμως, μια τι θα πει ο κόσμος, δυο τι θα πει ο κόσμος, τρεις τι θα πει ο κόσμος, χίλιες τι θα πει ο κόσμος - στη χιλιάδα πάνω σε σκότωσα. Μπορούσα να σε είχα αγνοήσει -όπως και το έκανα μέχρι τα τριάντα τόσα μου. Χίλιες φορές πιο νεκρή εσύ για μένα μέχρι τότε. Αλλά κουράστηκα από τις απανωτές εκστρατείες. Είπα να γίνω σαν τους πολλούς. Να κατακτά τον κόσμο καρφώνοντας βελάκια πάνω στα απάτητα του χάρτη. Σου υποτάχτηκα. Για λίγο. Μετά, πάλι «οι γείτονες είναι νεκροί, ο κόσμος είναι νεκρός».

Δίχως γείτονες και κόσμο, άκυρη εσύ, δεν υπάρχεις. Σε σκότωσα για να σε απαλλάξω. Από τον πόθο σου, τη λύσσα σου να με έχεις. Καλά ξεκίνησα, δίχως εσένα παιδί που, ντυνόταν μαύρος γάτος για να παίξει τον άγγελο στη χριστουγεννιάτικη γιορτή. Ξύλο. Μετά πάλι Χριστούγεννα. Πάλι αποκριάτικη στολή, Άγγελος γάτος που σέρνεται δίπλα στην Παναγία και το βρέφος, νιαουρίζοντας απαίσια. Γιατί έτσι ήθελα. Γάτος. Τριάντα χρόνια, ίδια διανομή, άλλες στολές. Γιατί έτσι ήθελα. Και ξαφνικά κούραση μεγάλη. Το μακρύ χέρι σου έψαχνε να με ξετρυπώσει από καιρό. Είπα τότε να σου κάτσω. Με ζήλο υπερβάλλοντα. Για λίγο. Τι θυμώνεις, νεκρή. Ξαναντύθηκα γάτος. Βγαίνω.


Μαλακισμένη αλλόφυλη. Από το να κυκλοφορώ καβάλα στη λίμo σου, προτιμώ να μαζεύω ραδίκια. 
Πού με βρήκες αδύναμη και με ξετρύπωσες; Εσύ που έπρεπε να μαζεύεις τα ψίχουλα από το τραπέζι μου και να χορταίνεις. Τι ξέρει ο γάτος από γείτονες; Γείτονες: βαριεστημένες, κατάκοπες μέλισσες. Κοινά ήθη: σύφιλη, Προκαταλήψεις: οσμή θανάτου. Τρέχουσα ηθική: όργανο εύκαμπτο στα χέρια ζηλωτών. Που θέλουν να διαμελίσουν όσους ξεφεύγουν από το κοπάδι. Που προκαλούνται από χαρίσματα που τα έχουν οι γάτες από γεννησιμιού τους. Όργανο στα χέρια άξεστων φανατικών. Που θέλουν να εκμηδενίσουν όσους ζουν δίχως να λογοδοτούν στις γρίλιες. Όσους δεν υποφέρουν από προχωρημένο εκφυλισμό του χαρίσματος. Που έχει η γάτα από γεννησιμιού της.

Πώς σου φαίνεται αυτή η πρόταση, κοινή γνώμη; «Θα αγκαλιαζόμαστε και τα δάχτυλα εκείνου θα γλιστρούν στη ράχη μας». Από βιβλίο είναι, χαζή. Κανένα κατάλληλο κηρυγματάκι για την περίπτωση; Προκαλείσαι από αυτήν την πρόταση, κοινή γνώμη; Πρόκληση: ό,τι δεν τολμάς, ενώ το θέλεις. Φτάνει μια πρόταση από βιβλίο, ηλίθια, για να προκληθείς. Όχι κηρύγματα σ' εμένα, λοιπόν, πνεύμα της υποκρισίας. Καίγεσαι για να νιώσεις τα δάχτυλα εκείνου να γλιστρούν στη ράχη σας. Εξάγνισε τον πόθο σου με ευχέλαιο. Με κατάρες γι' αυτούς που δεν σου επιτρέπουν να θέλεις και να τολμάς. Εσύ που κρυφοπηδάς τη γυναίκα του φίλου σου. Που κληρονομείς ασμένως τον πατέρα που μίσησες. Που μακελεύεις το παιδί σου με όνειρα διευθυντή. Τη γυναίκα σου, με όλα τα κοινωνικά ισοδύναμα της τρομοκρατίας.


Πάρε τους βιβλικούς σου αφορισμούς και δρόμο. Εδώ δεν έχεις θέση. Όχι τρομοκρατίες εδώ. Εδώ υπάρχουν άνθρωποι πράοι, με πολλή αγάπη μέσα τους. Που δεν μακελεύουν για να γεμίσουν το κενό της ανούσιας ζωής τους. Εδώ υψηλές προσδοκίες, εδώ φιλοξοδίες υπέρμετρες. Να καταστρέψουμε ό,τι θεωρείς ανώτερο από την ίδια τη ζωή. Εδώ πολλή αγάπη. Για όλους. Μέχρι και για τους γείτονες. Κι όταν ανατριχιάζω πού και πού από ένα αεράκι αραβικό, όνειρα για Ταγγέρη. Φίλα με, μωρό μου, μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο. Αλλιώς οι γείτονες θα μείνουν εκεί, μήνες θα στέκουν πίσω από τις γρίλιες. Μέχρι να βρουν τα σάπια απομεινάρια τους πάνω στις γυαλισμένες σανίδες του πατώματος. Αυτοί θα στέκουν.

Και το πρωί, λίγα λόγια. Ωραίο αυτό το φουστάνι. – Ναι, ωραίο. – Καλός ο καφές. – Τέλειος. – Σε ευχαριστώ. – Θέλεις αφρόλουτρο; - Θέλω. Σαν μικρά παιδιά που δεν μπορούν να μιλήσουν. Σαν σαλεμένοι στρατιώτες ύστερα από πόλεμο.

Απόγευμα, ο ήχος από το Όπους 109 φτάνει ως την κουζίνα. Ανεβάζω στο τραπέζι το κοριτσάκι του γείτονά μου. Τη μοναδική του δόξα. Του φοράω το ρολόι μου. Απαλείφω με παγωτό ένα παράπονο. Λέω μια ιστορία για ένα σφαγμένο παπαγάλο. Κλειδωνόμαστε για λίγο στην κουζίνα, βοηθάμε αρειανούς εισβολείς να βρουν το δρόμο για την κατσαρόλα. Πάμε επίσκεψη στον Ιούλιο Βερν και στο μακρινό νησί του. Μαϊμούδες μάς συντρέχουν. Μετά στο σαλόνι, που το λέτε λίβινγκ. Ουίσκι για μένα, σαμπούκα ντραμπουί για σένα, πορτοκαλάδα για τη μικρή. Και ένας καυτός άνεμος στα παραθυρόφυλλα. Σαν να έρχεται από φαράγγι. Μην ξενυχτήσουμε πολύ, μωρό μου. Σάββατο αύριο – έχω να πάω παπαρούνες στο νεκροταφείο.





Απόσπασμα από το βιβλίο «Σαββατογεννημένη» που επανακυκλοφορεί σε νέα, εμπλουτισμένη έκδοση.

Το κείμενο «Γρίλια» πρωτοδημοσιεύθηκε στο ένθετο περιοδικό Symbol του Επενδυτή.

Πηγή: www.doctv.gr

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί


"Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δεν σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν, γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δεν ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής. Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος.
Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. 


Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται  
και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δεν νιώθουν ανίσχυροι. 
Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δεν θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί "ένα ίσον κανένα". Ή τρία αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια.
Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: "Πώς ξέπεσες έτσι;" 


Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις.
Την ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα που βρήκε την πεμπτουσία της στο πρόσωπο του προέδρου. Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. 

Ζητάει τα πάντα και δεν δίνει τίποτα. 
Παριστάνει τη Δίκαιη. 
Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα. 

Ο Μικροαστός δεν θέλει μπλεξίματα. 

Γι' αυτό δεν μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι.
Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του. 



Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς..."



Μαλβίνα Κάραλη
Απόσπασμα από το άρθρο ''Βλέπει τσόντα ο Πρόεδρος;'' 
(Περιοδικό 01, 1995)


-

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Πάλι


Χάραμα στο κρεβάτι – πρώτο τσιγάρο της μέρας. 
Δολιχοκέφαλος αρκούδος στα παπλώματα. Τυπικός καλοπροαίρετος, τις νύχτες γίνεται βιολί. 
Αφού το κεφάλι του ανάμεσα στον ώμο μου και το μάγουλο, άρα βιολί. Παίζω πάλι. (Για πόσο.) Πρωινό του Σαββάτου με τους Αιγύπτιους και τους Πακιστανούς της Σοφοκλέους. Περπατάω στην κάτω πόλη με τον Σ., τον Α., την Α. Ιρακινοί φίλοι υποδέχονται τους νεοφερμένους με χαμόγελα. Κερνάνε νεράκι εμφιαλωμένο. Καφέ με κάρδαμο. Η Γάντα, η νεαρή Αιγύπτια φίλη μου, με βάζει για δέκατη φορά να της ξαναγράψω το τηλέφωνό μου. Αγοράζω κασέτες και αιγυπτιακή λεμονίτα. «Αγκάπη μου, λατρεύεις Αίγκυπτο, έτσι δεν είναι;» Ανατολή. Μέση οδός δεν υπάρχει. Ή λατρεύεις ή απεχθάνεσαι. Η Α. χώνεται στους Κινέζους και αγοράζει φόρεμα με το μοναδικό της χαρτονόμισμα. «Λεφτά για μεσημεριανό φαγητό ή φουστάνι;» ρωτάει. Φουστάνι, φυσικά. Έκπαγλο λουσάτο κουρέλι. «Σίγουρα Σότρις, αγάπη μου», θα της λένε τα βράδια στο Ζάζα’ς, τα ψώνια με τα κραυγαλέα, τα υπερτιμημένα κουρέλια τους.


Επιστρέφω απόγευμα στο κρεβάτι, ανοίγω το τελευταίο βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι. 

Μεσάνυχτα όλη μέρα. Εξ αφορμής μιας πρότασης στο οπισθόφυλλο το πήρα. 
«Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας, ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο. Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο». 
Εσύ, πάλι, λες πως με κάτι τέτοιο εκνευρίζεσαι. Πως οι άνθρωποι με αντίστοιχες απόψεις είναι για σφαλιάρες. 
Θυμώνω. Καλά κάνω και θυμώνω. Δίκιο έχεις. Εδώ και χρόνια πια το ξέρω. Με την άρρωστη κεκτημένη του Μπατάιγ πόσο θα πας; Μια δυο φορές στη ζωή σου. Εγώ τις πήγα, τέλειωσα. Όξω απ΄ την παράγκα οι αταίριαστοι. να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. 
Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου. Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως.



«Επιλέγεις λάθος άνθρωπο, δηλαδή, για να το σκάσεις πιο εύκολα; Και τότε πώς εξηγείται το γεγονός πως καμιά φορά κολλάς στο λάθος πρόσωπο εκατό χρόνια;», ρωτάει η μεταμεσονύκτια φίλη. 

«Κατά τη γνώμη μου, μείνεις, φύγεις, το ίδιο κάνει», λέω. 
«Πάλι κολλάς, για να γλιτώσεις από μια ουσιαστική δέσμευση. Η λάθος επιλογή σού διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο τού να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι. Πένθος αμετάκλητο μετά». 

Νύχτα, δυόμισι χρόνια πριν. Τρέχαμε με ένα φίλο στο Μούλτι Κούλτι – στο δρόμο απορούσε: «Μα πώς έγινε και πήγα και ερωτεύτηκα αυτό το πράγμα; Η προηγούμενη αγάπη μου διάβαζε στίχους της Σύλβια Πλαθ. Ίδια τραγούδια, ίδια κουλτούρα. Ήθελα να θέλω. Και όμως, δεν με μάγευε παρά μόνο το ασπόνδυλο. Το ριζικά ακαλλιέργητο πλάσμα. Λες πως θα μου περάσει; Αηδιάζω με τον εαυτό μου έτσι που έμπλεξα. Άλλωστε, ξέρεις πως αυτά τα παθιασμένα τα κοροϊδεύω».

Όχι, χαρά μου, δεν θα σου περάσει, σκεφτόμουν. Απλώς εκεί που κόβεσαι πως δεν θα μπορείς χωρίς την άξεστη αγάπη σου, πολύ σύντομα θα βρεις αφορμή και θα φύγεις. Και θα πεις πως δεν πήγαινε άλλο. Που πάντα πάει, άμα θες. Μετά, τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το πάθος της συντήρησης, θα μοιάσεις τότε ακόμα περισσότερο στους ήρωες που σιχαίνεσαι. Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία το άξεστο πλάσμα. Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου. Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου. 

«Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα, που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε. Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση. Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι». Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου, θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι, θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός, να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια.



Έκλεισα το βιβλίο του Κιουρέισι – δεν είχα και πολύ κέφι για διάβασμα. 

Την ώρα που ντυνόμουν για να βγω, θυμήθηκα τον Κ.   Άνθρωπος της νύχτας. Παρουσιαστικό τρομαχτικό. Ένας Βίκινγκ με μυαλό πεντάχρονου. Με συμπαθούσε. «Όταν ήμουν νέος», μου εξομολογήθηκε μια νύχτα, «σαν να με μούντζωσε ο Θεός και πήγα κι ερωτεύτηκα. ‘Ηταν μια καριόλα, δεν βάζει με το νου σου. Παίρνω το αεροπλάνο και ανεβαίνω Θεσσαλονίκη να τη δω. Τρελαμένος, θέλω να της πω πόσο ερωτευμένος είμαι, θέλω να πεθάνω μαζί της. Κατεβαίνω παράλυτος. Χέρια, πόδια, δεν μπορώ να τα μανουβράρω. Τη βλέπω να με περιμένει στο αεροδρόμιο. Την κοιτάζω. Και ύστερα την πλακώνω στο ξύλο. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου. Την τσάκισα. Πήρα το επόμενο αεροπλάνο και γύρισα. Αυτή ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ακόμα την αγαπάω την πουτάνα. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου…»

Μεθεόρτια γενεθλίων στο γαλλικό. 

Αγάπη πολλή, δεν βάζεις με το νου σου. 
Σε τσάκισα.





Μαλβίνα Κάραλη : Σαββατογεννημένη

[εκδόσεις Κείμενα, 2005, σελίδες 153-157]

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Symbol της εφημερίδας Επενδυτής, 2001)


Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Ο πρωτότοκος γιος της Γνώσης, αν αυτό σου λέει κάτι, λεγόταν Μύθος


Μαλβίνα Κάραλη  
(παραλήρημα… ερωτικό)

Υπάρχει μια πάθηση που λέγεται στατικός ίλιγγος.

Στη Φυσική ορίζεται ως "εκτροπή σώματος που πέφτει ελεύθερο".
Στον έρωτα, το λένε Εξομολόγηση.

Από όταν έμαθα πως οι ερωτευμένοι κινδυνεύουν από τους χειρότερους ιλίγγους,
με όλο το σεβασμό προς τη Φυσική,
τσεκάριζα καθημερινά πάνω στα τακούνια μου το Επίπεδο Ταλάντωσης.
Το έβρισκα σταθερό, ανακουφιζόμουν κι έτρεμα.
Πως όπου να’ ναι, θα έπαυα ν’ αντιστέκομαι στη δύναμη Κοριόλις,
το επίπεδο θα άλλαζε κι εγώ θα έβλεπα τη Γη να έρχεται τα πάνω κάτω.

Υπάρχουν ερωτευμένοι που δεν γνώρισαν ποτέ τον ίλιγγο και τις σκοτοδίνες.
Είναι αυτοί που χτυπήθηκαν πάνω στους έρωτές τους, σύμφωνα με το φυσικό νόμο της Πλάγιας Κρούσης. 
Αυτοί που, αν ποτέ επιχειρούσαν την Κάθετη Πτώση, θα χάνονταν στο βυθό. Ή θα ντρέπονταν που τους πήραν είδηση και μετά την αποκάλυψη θα έφευγαν.

Γιατί οι άρρωστοι ερωτευμένοι, οι εκ γενετής απαρηγόρητοι, πιστεύουν πως, όποιος αγαπάει, ξέρει και να κρύβεται από τον παραλήπτη της αγάπης του.
Χιλιάδες εφευρήματα προκειμένου να κρυφτείς.
Όπως το να ισχυρίζεσαι πως ονομάζοντας τον έρωτά σου, τον σχηματοποιείς, τον μεταμορφώνεις σε κάτι προβλέψιμο και αντιποιητικό…
Πως κανείς δεν πρέπει να μάθει πόσο τον αγαπάς,
γιατί μπορεί να σε τσακίσει, ή να σε υποπτευθεί, ή και να σου καταλογίσει πως θες να μετατρέψεις την (αισθητικώς άψογη και υπαινικτική) ασάφεια σε δήλωση.

Έβρισκες οπλοστάσια κουκλίτσα μου.
Οι έρωτές μας, έλεγες στα ψέματα, πίστεψέ με, δεν πρέπει να πάσχουν από υπερβολική σιγουριά αλλά από ευθραυστότητα…
Ισχυριζόσουν ακόμα πως τους έρωτές μας πρέπει να τους ζούμε στο σκοτάδι, (αλλά τότε, πώς θα μπορούσες να τον επιδεικνύεις και να επαίρεσαι;)


Όλα σου τα χρόνια, πλάγιες κρούσεις ανθρώπου που ντρέπεται τον έρωτα. 
Που τον φοβάσαι όσο η Κυβερνητική, γι’ αυτό και δίνει τον ορισμό:
«Έρωτας: καταστροφή, απορρύθμιση ενός συστήματος από ένα άλλο».
Όλο λόγια, και πόσο με βλάπτεις έρωτά μου, αφού από όταν σ’ ερωτεύτηκα, πηγαινοέρχομαι από την αναμονή στην απώλεια της δύναμής μου…
Ποιας δύναμης αλήθεια; Δεν ξέρεις τίποτα η άπειρη.
Μεγάλωσες, κουράστηκες, μίκρυνες, ξαναρχίζεις. Για να ξαναμεγαλώσεις και να ξανακουραστείς. Εξακολουθείς να τρέμεις μια ερωτική ομολογία – Κάθετη Πτώση.


Φοβάσαι τον ίλιγγο μα τώρα, πιο πολύ απ’ όλα,
φοβάσαι ένα αίσθημα αφημένο στη σιωπή…
Και πάλι η αμφιβολία.
Αν του το πεις, μήπως ψυλλιαστεί πως στην ουσία διαμαρτύρεσαι για τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των αισθημάτων σου, η εγωίστρια, για το αυτεξούσιο σου που απόλλυται;
Μήπως δεν υπάρχει καμιά γλυκύτητα στην ομολογία σου, αλλά μόνο η βίαιη επιθυμία να εγκατασταθείς μέσα στα αισθήματα του άλλου;
Και, αν εξομολογείσαι τον έρωτά σου, για να αρχίσει εκείνος ο μηχανισμός που βασίζεται στη βία της αμοιβαιότητας, αλλά που σου χαρίζει έναν ήσυχο ύπνο;
Εκεί όπου το εξομολογημένο «αγαπώ» σου δεν θα σημαίνει εν τέλει παρά ένα επιτακτικό «αγάπα με κι εσύ».
Αν δεν αντέχεις να το πεις και να μείνεις, σκέφτομαι τελευταία, μπορείς τουλάχιστον να το πεις και, όχι να φύγεις – να χαθείς… Ο άλλος πάντα ξέρει δραματουργικά από παρόμοιους ήρωες, θα καταλάβει.
Πως αυτό που ζητάς όταν χάνεσαι – και όχι όταν φεύγεις – είναι πάντα η εγκατάσταση…

Διάλειμμα: ο Φλωμπέρ μου:
«ξέρεις τι θα χρειαζόταν γιε μου, η γυναίκα σου η Έμμα; Βαριές δουλειές, χειρωνακτικές δουλειές.
Αν εργαζόταν, δε θα διάβαζε βλαβερά ρομάντζα και δεν θα είχε αυτή τη θολούρα στο κεφάλι…»!
Δεν τα βγάζεις πέρα κουκλίτσα μου. Παράτα τα.
Αφού η Λογική τα ερωτικά και ντροπιασμένα δεν τα καταδέχεται.
Ο πρωτότοκος γιος της Γνώσης, αν αυτό σου λέει κάτι, λεγόταν Μύθος…
Δύο ειδών ζωές μπορείς να ζήσεις, και η μία, αυτή με τις αγάπες τις μετωπικές, είναι πιο κρύα απ’το θάνατο. Πάνω απ’ το νεκροκρέβατό σου θα ολολύζουν συντετριμμένοι φίλοι και θα ρωτάει ο ένας τον άλλο:
«Μα πώς το έπαθε; Από τι ερωτεύτηκε; Πέρυσι ακόμα ήταν καλά»…



Τηλέφωνο-
-Τι γράφεις τώρα; με ρωτάνε.
- Κάτι για το πώς να μην μετατρέπεις τη συγκίνησή σου σε αίτημα, απαντάω η ψεύτρα…


[Από τα κείμενα της Μαλβίνας στο περιοδικό SYMBOL]

Κυριακή 20 Μαΐου 2012





Επιστρέφω σπίτι,με περιμένει έξω από την πόρτα.
Καθισμένη πάνω στη βαλίτσα της και περιμένει.
Τρεις μέρες πριν την αποχαιρέτησα.  Σχετικά εξημμένη,έφευγε με κάποιον για τα νησιά. Της το είχα επισημάνει. Όχι δεσμεύσεις πρόωρες. Μείνε για λίγο μόνη σου. Ασφαλίσου.
Και αν νιώσεις μοναξιά,τις νύχτες όποιον θέλεις. 
Αλλά για λίγο. Χωρίς κουβέντες. 
Δυο ώρες-μετά αρχίζει η λύπη.
Λίγο να σου πει ο μικρός πως είναι ορφανό,τέρμα. Αυτά είναι για δεσμούς. Δεν έχει άλλες δυο ώρες το μεθεπόμενο βράδυ. Εκτός κι αν έχεις κέφια για λυπημένες,τρυφερές αγκαλιές.
Νά την τώρα. Έξω από την πόρτα. Την κερνάω Σαπόρο και ασπιρίνες. Φτιάχνω κάτι να φάμε. 

Μίλα μου,της λέω.
Τι συνέβη έξω από όσα ξέρω.Αγκαλιάζει τους ώμους της. Ποστάρει τη φωνή της. Ακόμα και μπροστά στην καλύτερή της φίλη προετοιμάζεται.Για έναν καθωσπρέπει μονόλογο. 
Αδιόρθωτη. 
Διακοπές,λέει. 
Έσφιξα τα δόντια. Πήγα. Δίπλα μου,σώματα ωραία,αρχαίων ηρώων. Ανώφελο. Μόνο αυτός υπήρχε. Πρωί στην παραλία. Κανένα νόημα. Μόνο αυτός. Και να τον σκέφτομαι κάθε δέκα δευτερόλεπτα...

[...]Το λάγνο ψέμα του και η πιο σκληρή αλήθεια του.
Το ίδιο βράδυ. Τον αγαπώ. Δωμάτιο ξενοδοχείου. Έξω μια σκέτη ζωή. Χωρίς αυτόν,κανένα νόημα. Τόχου μπόχου το λένε στα Εβραϊκά. Κόσμος χαοτικός,ασυνάρτητος. Σκότη και άβυσσος. Κοντά δυο χρόνια. Μόνο αυτός. Λεπτός,κορδόνια λυμένα. Ώμοι σκυφτοί,πού και πού το θυμόταν,έστρωνε την πλάτη του. Μπαίνει με ένα φως απίστευτης πραότητας στο σπίτι μου. Φωταγωγεί. Τον ερωτεύομαι. Τον στέφω. Τον εξοργίζω. Τον θέλω. Δεν τον θέλω. Δεν τον μπορώ. Ακραία,απόλυτη βία ο έρωτας. Πληθύνων πληθύνω τας λύπας σου.[...]

Προσπάθεια για πρόβα ζωής μακριά του. 
Μακριά του.
Φιλότιμη προσπάθεια.  Επί ματαίω προσπάθεια. Χωρίς αυτόν πρόβα βυθού,θα προσπαθήσω κι άλλο[...]

Στρίβω στη γωνία,ακούω. 
Το πρώτο τραγούδι της αδέξιας κασέτας που του χάρισα."Σκύβεις λύνεις τα κορδόνια μ'ανοιχτό πουκάμισο και η αύρα σου με στέλνει μέχρι τον παράδεισο...".Συνωμοσία.[...].

Ακυρωμένη από ασάφεια και τον έψαχνα. Τι ήμουν γι'αυτόν. Γιατί μου άργησε τα χατίρια μου και τώρα έρχεται και μου λέει. Αφού του τα ζήτησα στην ώρα τους. Για να αποκλείσω το δρόμο. Όπως υποψιάστηκε Και άξεστα το είπε. Δεν του τα ζήτησα; Τι δεν πήγε; Ό,τι και σε όλη την ανθρωπότητα. Οι κώδικες Άλλους αυτός,άλλους εγώ.[...]

Παντού να το πω.  
Φώναξέ τες όλες. Να μάθει όλος ο χορός τα λόγια. 
Και πως το μεγαλειωδέστερο πράγμα στον κόσμο της γυναίκας είναι να διεκδικεί και να εκτίθεται. Τα έκανα και τα δύο. 
Μου άργησε το χατήρι μου. 
Δεν θα τον ξαναδώ ποτέ. 
Κάποιος άλλος. 
Που δεν θα τον αγαπώ. 
Που θα μπορώ να κάτσω μαζί του δέκα χρόνια.
Γιατί έτσι γίνεται όταν δεν αγαπάς. Μπορείς και μένεις.
Αυτό είναι όλο.[...]

Και ένα βράδυ θα κρυφτώ μόνη μου στο κρεβάτι, θα είμαι ήρεμη σαν πεθαμένη.
Τότε θ'ανοίξω τα κλειστά του γράμματα. Αδύνατον ακόμα  Η παιδική του φωτογραφία στο κομοδίνο μου. Θα τη γυρίσω για λίγο ανάποδα. Να μη με δει να κλαίω.[...]

Της έφερα δεύτερη μπίρα.Της έβαψα τα νύχια των ποδιών.
Ξάπλωσε στο κρεβάτι,αγκάλιασε τους ώμους της.
Κι αυτό είναι το αγκάλιασμα εκείνης που δεν έχει αυτόν,δεν έχει κανέναν.

Μαλβίνα Κάραλη.

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Τα χρυσαφένια λέπια του Κροκόδειλου



" Για τι θες να μιλήσουμε ; Για τσάντες ή για άντρες;


Μην απαντάς: Άντρες. Εσένα τι συνειρμό σού κάνει το λήμμα άντρας; 
Συγκεντρώνομαι. 
Άντρας είναι ένας, όταν είναι άντρας μου, λέω.  Ενδιάμεση κατάσταση δεν υπάρχει.
-Υπάρχουν εν τούτοις κι άλλα, μικρά και ανάξια, δευτερεύοντα χαρακτηριστικά που ορίζουν τον άντρα, με ειρωνεύτηκε (νομίζω) η γυναίκα.
-Αυτά δεν με αφορούν, αλλά αν θες…

Κατ’ αρχήν ο άντρας καπνίζει και πίνει. Το έλεγε η γιαγιά μου, ήταν αλάνθαστη η γριά. Ύστερα δεν τον πιάνουν κότσο εκεί που πιάνουν εσένα. Σου  λέει: "Άσε θα πάω εγώ να τους μιλήσω". Ακόμα και αν είναι ενάμιση μέτρο άντρας, πρέπει να σου δημιουργεί τη βεβαιότητα πως μπορεί και να τους δείρει στην εφορία.
…Ο άντρας πρέπει να έχει αντίληψη του κόσμου για να συνεχίζεις εσύ να ζεις ξέγνοιαστα. Αυτή είναι, ίσως, η πιο φεμινιστική αρχή. Κάθεσαι στο μπουντουάρ και κάνεις νύχι. Που εκείνη την ώρα τίποτε δεν θέλεις να σε διασπάσει. Ο σωστός άντρας έρχεται με τα χαρτιά από την τράπεζα και σου λέει: "Εδώ υπόγραψε. (Γιατί ξέρει και σωστά ελληνικά, δεν τον πήραμε τυχαία). Εδώ, παιδί μου, σου λέω, πάνω από τη γραμμούλα…" Εκείνη την ώρα -καταλαβαίνεις, δεν καταλαβαίνεις- σαν να σου δίνει ένα υποχθόνιο σήμα, ώστε να αρχίσεις να κάνεις γυναικεία: "πού να υπογράψω άντρα; Εδώ; Κάτσε να στεγνώσει πρώτο το νύχι, μην κάνω μουντζαλιά και δεν το παίρνουνε".
Τότε ο σωστός άντρας θα πει: "Άσε καλύτερα. Υπογράφω εγώ. Και θα γίνει πλαστογράφος… Το κάνει για να μην χαλάσεις το πεντικιούρ; Επειδή σε περνάει για τελείως ηλίθια; Επειδή αταβιστικά κάτι τον σπρώχνει;

Το συμπέρασμα είναι ένα: αυτή η κατάσταση σε βολεύει, γυναίκα. 
Άρα ο άντρας είναι ο σωστός. 
Βεβαίως, για να μη σε ξεγελάω, όλα αυτά τα πρακτικά μπορώ, αν ασκηθώ, να τα κάνω και μόνη μου. Αλλά είναι αυτή η άχαρη διανομή, η διανομή που ονειρεύτηκα;
"Που προχωράς μέσα στο πλήθος, χλομή, γκρίζα γυναίκα, που κανείς δεν σε φροντίζει;" 
Σαίξπηρ, κουκλάκι μου…

…"Πήγαινε πιες νερό, δεν ήπιες όλη μέρα". 
Και μέσα σε αυτή την ατάκα συνόψισα τα πάντα… Διόλου πια με ενδιέφερε αν θα μου φέρει ποτέ λουλούδια και τσάντα από κροκόδειλο, το ίδιο κάνει. Μόνο εκείνο το "δεν ήπιες νερό όλη μέρα". Ήρθε και ακούμπησε πάνω στην άλλη του κουβέντα: "Σήμερα πρέπει να σε βγάλω στον ήλιο" – 

καταλήγω:
Αυτά είναι τα μόνα αληθινά δώρα και άντρας είναι αυτός που δεν σ’ αφήνει να ξεραθείς… 
Να μαραθείς, είπα. 
Να ξεραθείς -είπε αυτή- και έχει διαφορά. Που ένα ποτήρι με νερό φτάνει για να την κάνει.

…"Άντρας είναι αυτός που σου διασφαλίζει μια τέτοια γυναικεία, προστατευμένη ζωή, ώστε αν χρειαστεί, να την αφηγηθείς στη μάνα σου, 
να μην ντραπείς, να μη σε λυπηθεί, να μην ανησυχήσει. 
Ιδίως να μην μπει στη λογική να σου φέρει αυτή εκείνο το ποτήρι το νερό που λέγαμε…"

Μαλβίνα Κάραλη

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

ΒΑΒΑΙ, ΚΥΡΙΑ ΚΟΥΛΑ ΜΟΥ…


"Και ποιά είν’ η γνώμη σας για τη γυναικεία λογοτεχνία;" με ρωτάει στο τηλέφωνο ο δημοσιογραφήσκος.



Οσμίζομαι πως ένας ανυποψίαστος όπου να ‘ναι θα ψελλίζει ακυριολεξίες
"Ρωτάτε για τη λογοτεχνία που γράφεται από γυναίκες, φυσικά…".
Γελάει. Με διαβεβαιώνει πως μόνο αυτό εννοεί…
"Γιατί εγώ εννοώ τελείως άλλο, κουκλίτσα μου", του λέω. "Γυναικεία λογοτεχνία δεν είναι ένα είδος που γράφεται από γυναίκες, αλλά που απευθύνεται σε γυναίκες. Πώς, για παράδειγμα, ο Τιτανικός, είναι γυναικείο σινεμά; Το ίδιο. "Δηλαδή γυναικεία λογοτεχνία", συνέχισε ο έχων την ελαιώδη διαύγεια των βαλτολιμνών, "είναι κακή λογοτεχνία; Και αν είναι, πόσο κινδυνεύουμε;" (Θεόχαζη αδελφή, σκέφτομαι. Άκου πόσο… Τόσο… Να ένας άνθρωπος που δεν θα τον καλούσα ποτέ για φράουλες και σαμπάνια σπίτι μου. Τον καταριέμαι να τρώει πάντα πίτσα ντελίβερι. "Μην ανησυχείς ακόμα", του λέω, "αν οι γυναίκες, διαβάζοντας την Κυρία Κούλα, την Καρδιά της μάνας και τη Μητέρα του σκύλου, εξακολουθούν να βάζουν πλυντήριο και τσουκάλι στην κουζίνα τους, τότε ο κίνδυνος που προέρχεται από την εξάπλωση της γυναικείας λογοτεχνίας ελαχιστοποιείται".

…Εννοείται πως έχω διαβάσει αμέτρητες "γυναικείες λογοτεχνίες", γραμμένες από γυναίκες και ιδίως από άντρες με ψυχοσύνθεση πικραμένης κομμώτριας που ονειρεύεται να μπει σε BMW…
Τελικά η ενημέρωση δεν είναι πάντα εχθρός της ευχαρίστησης. Τα βιβλία τους: η ιλαρότητα των παθών του εγώ…Δεν υπάρχει τίποτα πιο γυναικοτραβηχτικό, για παράδειγμα, από ένα συγγραφέα που επιδίδεται σε ερωτικά μνημόσυνα για την απωλεσθείσα Βούλα. (Που είχε κάτι ερεθιστικό πάνω της, αλλά κάποιοι το έλεγαν καυλωτικό). Τριακόσιες σελίδες κείμενο για να εμπεδώσω αυτό που ήδη ξέρω: πως ο βλάκας άνθρωπος, κάθε φορά που θέλει να γαμήσει, πείθει τον εαυτό του πως ερωτεύτηκε.

…Ανοίγω ένα βιβλίο στην τύχη.
"Στην απουσία σου η μορφή σου διαστέλλεται, σε σημείο που να γεμίζει το σύμπαν (…). Περνάς στη ρευστή κατάσταση, η οποία χαρακτηρίζει τα φαντάσματα (…) Πεθαίνω από αυτό το βάρος όταν μου πέφτει στην καρδιά…".
Άλλο απόσπασμα, από την Πανκόλ – όλο το βιβλίο έτσι πάει:
"Είσαι δικιά μου, σε αγαπούσα από πάντα, δεν θα στο πω ποτέ (ήδη της το είπε). Θέλω να εκραγείς από ηδονή, να σβήσεις ικετεύοντάς με να συνεχίσω (η μαλακία του δεν της έχει ρίξει ακόμα τη λίμπιντο;), να τιναχθείς στον αέρα (κούφια η ώρα), σε εκατομμύρια έτη φωτός μακριά (θέλει και να την ξαποστείλει, βλέπω), να γίνεις σκόνη (βρε ουστ, γρουσούζη, ανάθεμα την ώρα που σου κάθισα)…"

Όταν η γυναικεία λογοτεχνία δεν εξάπτει τη φαντασία των πεινασμένων μαινάδων με ιλιγγιώδη γαμήσια που σε στέλνουν εκατομμύρια έτη φωτός μακριά από την Αργυρούπολη, ξοδεύει εκατό σελίδες για να σε πείσει πως το ξεσκόνισμα στο οποίο δισεβδομαδιαίως επιδίδεται η άεργη παλιοτεμπέλα ισοδυναμεί με το να σου ξεριζώνουν τα νύχια και να σου βάζουν βραστά αυγά στις μασχάλες.


Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012


ΠΙΚ



(…) ‘Να μην ξέρει την αδυναμία που του έχεις, θα την εκμεταλλευτεί’. 
Ή ‘μη δίνεις τίποτα από τον εαυτό σου. Τότε σε εκτιμούν οι άντρες’. 
Ή ‘να μη σε βρίσκει πάντα στο τηλέφωνο. Γιατί σε θεωρεί δεδομένη’. 

Και τη χαρά του να τιμήσεις, να φωταγωγήσεις να προσφέρεις, να τον ακούσεις, πού την πάς; 
Η οξυδέρκειά τους; 
Σιδερένια μπάλα σε κομψά σφυρά – και πάνε σέρνοντας,.


Φαίνεται, Κέικ, λέω, πως η αγάπη δεν είναι αρκετή για όσους δεν αγαπάνε αρκετά, θέλει στρατηγική. Πρέπει να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα. 
Ποιος θα τρομάξει περισσότερο τον άλλον: το αγαπημένο ερωτικό άθλημα. 
Ποιος θα ντρεσάρει γρηγορότερα τον άλλον. 
Ποιος θα αποδειχθεί πιο έξυπνος. (δηλαδή πιο φοβισμένος). 
Ποιος θα επιβληθεί. 
Να επιβληθεί η γυναικα; Τι να τον κάνει όμως έναν άντρα που του επιβάλλεται;
Να επιβληθεί ο άντρας; Ποιος άντρας που τιμά το φύλο του έχει πρόβλημα με την επιβολή; 
Μόνο αυτός που δεν μπορεί να προστατέψει. 
Σώσον ημάς από τέτοιες αγάπες. Δεν θέλω να πάρω μέρος ποτέ πια σε τέτοια εκπαιδευτικά προγράμματα. 
Μεγάλωσα, αποφάσισα. Δε συμπλέω.

(…) Εδώ και πολύ μικρό διάστημα έχω βεβαιωθεί. 
Το εκπαιδευτικό σύστημα της αγάπης δεν με αφορά. Χρειάζεται μεταρρύθμιση. 
Δεν καταλαβαίνω τη διδακτέα ύλη. «Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου». Εγώ αυτή την τάξη δεν πρόκειται ποτέ να την περάσω. 
Γι’ αυτό σκασιαρχείο καλύτερα. Το σκυλί και βόλτα.

 Εμένα κάνε με μόνο κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια. 
Και τότε η καλύτερή σου είναι η καλύτερή μου. 
Αλλά ομόκεντρο. 
Αλλιώς ζηλεύω. 
Και όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. 
Και όταν γίνομαι έξυπνη τα καταστρέφω όλα.

Μαλβίνα Κάραλη 

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2012

ΜΠΑ, ΤΙΠΟΤΑ





-Ποιά χωρίζει σήμερα, γυναίκα; ρώτησε η μικρή
-Μια εξαισίως ανόητη. Αρχετυπικό μοντέλο. Απ’ αυτές που, παρά να διαλύσουν το γάμο τους, προτιμούν να διαλύονται οι ίδιες. Είκοσι χρόνια παντρεμένη. Επέμενε. Ασυνεννοησία, πλήξη, ανευθυνότητα, καθολική ανυπαρξία του άλλου, απιστίες – όλα ήταν ψιλοπράγματα. Μαρτύριο της σταγόνας – αυτό το τόσο άρρηκτα συνδεδεμένο με την τρέχουσα συζυγική ζωή- αυτή και πάλι έμενε. Την έκανε σκουπίδι, του έβρισκε βορβορώδη άλλοθι: κακή παιδική ηλικία, γολγοθάς του στρατού, η επιθετικότητα που εισπράττει από το προϊστάμενο και την εξαπολύει κι αυτός με τη σειρά του σαν αγέλη αγριόσκυλων πάνω στον πλησιέστερο άνθρωπο…
 Όλη της η θέση ζωής ήταν ένα διαρκές: "Σ’ ευχαριστώ που με θεωρείς τον πιο κοντινό σου άνθρωπο, ξαμόλυσε και άλλα αγριόσκυλα εναντίον μου".

…Αν πέσει πάνω σε μπερδεμένο, σε ανασφαλή, σε αναποφάσιστο, σε ασταθή, σε άντρα με ιδιότητες που μόνο ως γυναικείες είναι ανεκτές μέχρι χαριτωμένες, την έβαψε. 
Θα τον επινοήσει ως αρχετυπικό. 
Μεταθέτει το μοντέλο του αρχετυπικού πάνω στο εύρημά της, αρνούμενη να συλλάβει πως αυτός σφαδάζει κάτω από το βάρος της επιταγής…
Η δεινοσαυρική πλέον ευφυία της (εγκέφαλος σε μέγεθος μήλου) της απαγορεύει ακόμα και να σκεφτεί πως η τρυφερότητα, η ευγένεια, η καλοσύνη είναι ανθρώπινες ιδιότητες, που μερίδιό τους της αναλογεί. Αν αυτός την κακομεταχειρίζεται, την ταπεινώνει, την εξοντώνει ηθικά, δεν παίζει ρόλο. Αυτή η γυναίκα δεν είναι απλώς δυστυχισμένη και καταπιεσμένη, είναι ένας προδότης του αγώνα της ανθρώπινης επιβίωσης. Το μεγαλύτερο προνόμιό της είναι το δικαίωμα στην αυτογελοιοποίηση…
Είμαι ευτυχισμένη όσο μου λέει πως με αγαπάει και ας μη μου το δείχνει.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν πηγαίνει με άλλες.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν το ξέρω.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν με αφήνει.
Είμαι ευτυχισμένη όσο κάθε δεκαπέντε μέρες μου αφιερώνει μία ώρα.
Είμαι ευτυχισμένη όσο δεν με δέρνει.
Είμαι ευτυχισμένη όσο οι μώλωπές μου είναι ασήμαντοι.
Όσο δε μου βγάζει με το μαχαίρι τα μάτια, ωραία. 
Όσο δεν το στρίβει κιόλας το μαχαίρι, αξίζει ακόμα να είμαι παντρεμένη μαζί του. 
Η κλίμακα της Σούζαν Μπρέγκερ, κουκλίτσα μου… 
Αρχέτυπο γυναίκα.

…Ο αρχετυπικός άντρας είναι ευτυχώς έτσι φτιαγμένος, ώστε η γυναίκα να είναι μόνο ένα επεισόδιο στη ζωή του. 
Ποτέ όλη του η ζωή: αρχές, υπαρξιακό, αναγνώριση, φιλία, ποδόσφαιρο, γυναίκα. 
Έτσι πάει. 
Γι’ αυτό και είναι ο μόνος τύπος που δεν μας κρατάει κακία…