Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αγάπη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Αυτός που αγαπώ ( Brecht)



Αυτός που αγαπώ
μου είπε ότι με χρειάζεται.
Γι΄ αυτό, προσέχω τον εαυτό μου
βαδίζω με προφύλαξη
και φοβάμαι κάθε στάλα βροχής
μηδά και με σκοτώσει...






Αδυναμίες
Καμία δεν είχες
Εγώ είχα μια:
Aγάπησα




Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του, στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.


Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.


Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν
αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα
που το δείλι
πετούν πεινασμένα στο
σκοτεινιασμένο ουρανό.

μεταφρ. Μάριου Πλωρίτη, Θεμέλιο, Αθήνα 2000.


πηγή



Συμφωνία

Αυτός στην Κίνα
εδώ εκείνη
Καλή, είπε εκείνος
Μέρα, είπε εκείνη

μτφ Μ Πλωρίτης











Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

ΓΡΑΜΜΑ 8ο: Η αληθινή αγάπη δεν έχει ανάγκη από ανταπόδοση



Μην πιστέψεις στη θυσία και στην αγάπη, που θα σου επιβάλουν.
Με την έννοια της θυσίας δημιούργησαν την ενοχή. Την αγωνία της ενοχής, που είναι μια δουλεία του πνεύματος. Η πιο διαβρωτική δουλεία του ανθρώπινου προσώπου.
Πολέμησε όσο μπορείς, την ενοχή που γεννά μια τέτοια θυσία. Γιατί η αληθινή θυσία δεν γνωρίζει καμία ενοχή.
Την ενοχή την εφεύραν εκείνοι που πρόβαλαν ταπεινωτικά τη θυσία τους, για να καπηλευτούν συνειδήσεις. Μα αυτό είναι βλασφημία.
Η αγάπη δεν είναι αγάπη, όταν πηγάζει από το φόβο ή την ενοχή μιας θυσίας.
Η αληθινή θυσία, όπως και η αληθινή αγάπη, δεν ζητούν.
Η αληθινή θυσία, όπως και η αληθινή αγάπη, είναι μια ελευθερία του προσώπου. Και στην έννοια αυτή υπάρχει ο σεβασμός.


Ποιος μπορεί ν’ αμφισβητήσει πως η αγάπη της μητέρας δεν είναι μια μεγάλη και σιωπηλή θυσία. Λέω σιωπηλή, για σένα. Φτωχαίνει, όταν τη λες καθημερινά, για να την κάνεις απαίτηση.


Και ποιος δεν άκουσε τη φράση «εγώ που θυσιάστηκα για σένα …»
Είναι μια φράση, που την ακούσαμε τόσο πολύ. Έτσι, που στο τέλος ταυτίστηκε με την ψυχή μας. Μετάλλαξε την αγάπη σε ενοχή.
Σίγουρα, η αληθινή αγάπη είναι η ωραιότερη θυσία, καθώς εκχωρείς στο πρόσωπο που αγαπάς όλο σου το είναι. Την ψυχή σου, την αγωνία σου, το πνεύμα σου, τη ζωή σου, τη σκέψη σου.


Όμως, αυτό το δόσιμο είναι μαζί και κέρδος.
Δίνοντας τον εαυτό σου, τον κερδίζεις! είπε ο ποιητής. Και έτσι είναι.
Πόσες φορές ένιωσα ευγνωμοσύνη για σένα. Γιατί εσύ μ’ έκανες να γνωρίσω το αληθινό νόημα της αγάπης.
Με σένα η αγάπη δεν είναι ανταλλαγή.
Εγώ σ’ έφερα στον κόσμο. Εγώ έχω χρέος να σου δώσω. Εσύ αν μ’ αγαπάς, αυτό θα είναι για μένα μια ευτυχία. Μα εγώ δεν έχω δικαίωμα να διεκδικήσω τίποτε άλλο από σένα, παρά να γίνεις ένας σωστός άνθρωπος.
Η αγάπη που προβάλει τη θυσία σαν ανταπόδοση, την ίδια στιγμή φτωχαίνει. Γιατί η αγάπη δεν έχει άλλο τίμημα, παρά την ίδια τη χαρά της προσφοράς της.



Μαρία Λαμπαδαρίδου – Πόθου,  

 από το πολύ τρυφερό βιβλίο της
«γράμμα στο γιο μου κι ένα άστρο»
εκδ Κέδρος




















Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012






Αυτός που αγαπώ
Μου είπε
Ότι με χρειάζεται


Γι αυτό
Προσέχω τον εαυτό μου
Βαδίζω με προφύλαξη
Και φοβάμαι κάθε στάλα βροχή
Μηδά και με σκοτώσει



Μπέρτολτ Μπρεχτ



Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2011








Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στο δάσος μια πανύψηλη καμηλοπάρδαλη με πολλές καφέ και άσπρες βούλες.
Είχε τόσο υψηλά και ευγενικά αισθήματα που κάθε που νύχτωνε έχωνε το λεπτό της κεφάλι μέσα στα σύννεφα και καθόταν ώρες ατέλειωτες, κοιτούσε τα αστέρια και το ασημένιο φεγγάρι και δεν μιλούσε.
Και γέμιζε η καρδιά της όνειρα.
Για όλα του κόσμου τα θαύματα ένιωθε έρωτα μέσα της έτσι όπως αισθανόταν ελεύθερη ,πάνω εκεί κρεμασμένη στο μεγάλο παράθυρο του Ουρανού .
Για εκείνο μόνο το μικρό μολυβί μυρμηγκάκι ,που την αγαπούσε ανάμεσα στα πέλματα της ,όμως δεν μπορούσε να νιώσει τίποτα. Ούτε καν ήξερε πως υπήρχε δηλαδή.
Στεκόταν εκείνο και την κοιτούσε ερωτευμένο , σα να είχε χώσει κι αυτό το μαύρο κεφαλάκι του μέσα στα σύννεφα κι ονειρευόταν ότι ήταν λέει εκεί ψηλά ,ξαπλωμένο στο χνουδωτό της αυτί και βλέπανε μαζί τα πεφταστέρια.
Της φώναζε , της ψιθύριζε, της έλεγε γλυκόλογα από εκεί χαμηλά που ζούσε, μ όλη του τη δύναμη, μα εκείνη τίποτα. Πλήρης αδιαφορία.
Ώσπου μια ζεστή νύχτα του καλοκαιριού , απελπισμένο, αποφάσισε να σκοτωθεί από έρωτα. Είχε βρει και τον πιο ωραίο τρόπο να το κάνει μάλιστα. Θα έμπαινε αθόρυβα - έτσι κι αλλιώς αθόρυβο ήτανε για κείνη - κάτω απ τα λεπτά μακριά της πόδια και εκείνη θα τον πατούσε και θα τον σκότωνε για πάντα.
Έτσι κι έκανε. Έκλεισε τα μάτια , χαιρέτησε το χορτάρι και τα λουλούδια για τελευταία φορά και προχώρησε αποφασιστικά κρατώντας την αναπνοή του.
Που να ξέρει τώρα το μολυβί μυρμηγκάκι πως οι ψηλές ρομαντικές καμηλοπαρδάλεις με τις καφέ και άσπρες βούλες , το μόνο που αντιλαμβάνονται ,εκτός απ τους φωτεινούς πλανήτες και τα αστέρια τα μακρινά, είναι ακόμα και το πιο ανεπαίσθητο γαργάλημα στις πατούσες τους!
Αρκεί ένα τόσο δα μυρμηγκάκι για να καταλάβουν ότι πατούν τα πόδια τους κάτω στη Γη , να βγάλουνε για λίγο το κεφάλι από τα σύννεφα και να κοιτάξουν κάτω.
Ναι εδώ κάτω!
Η όμορφη καμηλοπάρδαλη ακούμπησε για λίγο τα όνειρα της απλωμένα στα άσπρα σύννεφα κι έστρεψε τον μακρύ λαιμό της προς το μέρος του.
Το μυρμηγκάκι είδε ξαφνικά τα τεράστια μάτια της να τον κοιτούν απορημένα λες και έβλεπαν για πρώτη φορά αστέρι να χει πέσει κάτω στο χώμα.
Κανείς δεν μπορούσε να είναι απολύτως σίγουρος για το πόση ώρα στάθηκαν έτσι, εκεί ,να κοιτιούνται.
Ακίνητα. Αμίλητα.
Το μόνο που θυμούνται όλα τα ζώα τους δάσους να σας πουν, χρόνια μετά, είναι ότι ετούτη ήταν η πιο όμορφη αγάπη που χαν δει.
Φτιαγμένη από αστέρια, από σύννεφα ,από χώμα και φύλα πεσμένα κατάχαμα.
Κι ότι άλλο μπορεί δηλαδή να βρισκόταν ανάμεσα σε μια ψηλή , λυγερή καμηλοπάρδαλη κι ένα μολυβί , μικρό μυρμηγκάκι.
 
Νίκος Βουτσινάς



There's a saying old, says that love is blind
Still we're often told, "seek and ye shall find"
So I'm going to seek a certain lad I've had in mind


Looking everywhere, haven't found him yet
He's the big affair I cannot forget
Only man I ever think of with regret



I'd like to add his initial to my monogram
Tell me, where is the shepherd for this lost lamb?



There's a somebody I'm longin' to see
I hope that he, turns out to be
Someone who'll watch over me



I'm a little lamb who's lost in the wood
I know I could, always be good
To one who'll watch over me



Although he may not be the man some
Girls think of as handsome
To my heart he carries the key



Won't you tell him please to put on some speed
Follow my lead, oh, how I need
Someone to watch over me



Won't you tell him please to put on some speed
Follow my lead, oh, how I need
Someone to watch over me



Someone to watch over me

Writer: GERSHWIN, GEORGE





Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011


Ήταν που λέτε μια φορά.....





Ήταν που λέτε μια φορά ένα σκιουράκι. Ούτε όμορφο, ούτε άσχημο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Ένα συνηθισμένο σκιουράκι ήτανε, που θα 'μοιαζε μ' όλα τα' άλλα, αν δεν είχε μια παράξενη συνήθεια. Μόλις σουρούπωνε, το 'σκαγε απ΄ τη φωλιά του και πήγαινε και στηνότανε στην άκρη του δάσους, δίπλα στο ποτάμι, καρτερώντας τα ζώα που πήγαιναν
να πιουν νερό...
Περνούσαν λέαινες, ζαρκάδια κι αρκούδες και λαγοί κι ασβοί και βατραχάκια...
Το σκιουράκι ένιωθε πως με όλα έμοιαζε λιγάκι, πως όλα τους είχανε κάτι όμορφο, κάτι ξεχωριστό.
Έτσι, τα σταματούσε όλα, τα κοίταζε στα μάτια και τα ρωτούσε:

- Μπορείς να μ' αγαπάς;

Τα πιο πολλά γελούσαν. Αλλα δεν έμπαιναν στον κόπο να απαντήσουν. Και άλλα του έλεγαν: Δεν έχω χρόνο - ή δεν ξέρω τι είναι ν' αγαπάς...
Κι αυτό γινόταν κάθε σούρουπο κι έτσι είχαν τα πράγματα, ώσπου μια μέρα, το σκιουράκι ξαναρώτησε κι ένας ασβός του χαμογέλασε και του είπε:

- Μπορώ. Έλα να αγαπηθούμε.

- Μπορείς; Πόσο χαίρομαι! Πες μου, όμως, τι πά' να πει ν' αγαπηθούμε;

- Λοιπόν, το πιο σπουδαίο είναι να μη βιαστείς να καταλάβεις.
Και τώρα άκου: Ν' αγαπηθούμε, πρώτα-πρώτα πά' να πει να κοιταζόμαστε στα μάτια.

Κι έτσι κοιταζόταν στα μάτια για μερόνυχτα...

- Τώρα αγαπιόμαστε;

- Όχι βέβαια. Αλίμονο αν ήταν τόσο απλό.
Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να φτιάξουμε κάτι μαζί.

Κι έφτιαξαν πράγματα μαζί. Κι ήταν τόσο χαρούμενα!...

- Τι ωραίο να σ' αγαπάω! Τώρα δεν αγαπιόμαστε;

- Όχι ακόμα. Γιατί ν' αγαπηθούμε πά' να πει και να 'χουμε κάτι ο ένας απ' τον άλλον.

 Δώσ' μου λίγο απ' το καστανόμαυρο τρίχωμά σου κι εγώ θα σου δώσω απ΄ το κίτρινο των ματιών μου.

Κι έκαναν έτσι...
Το σκιουράκι καθρεφτίστηκε στα μάτια του ασβού και καμάρωσε την κίτρινη λάμψη τους στα δικά του μάτια. 
Κι ύστερα του χάρισε το πιο γλυκό καστανόμαυρο τρίχωμα που είχε στην πλάτη του.

- Τώρα αγαπιόμαστε;

- Όχι, όχι ακόμα. Μας μένει το πιο δύσκολο.
Πρέπει να αγκαλιαστούμε σφιχτά, πολύ σφιχτά,
και να τρέξουμε στον ήλιο, καβαλώντας μιαν αχτίδα από φως.
Έλα, με το ένα, με το δύο, με το τρία, να προλάβουμε αυτήν εκεί την αχτίδα.

- Ένα, δύο, τρία, εεεεεεεεεεεεεε... ωπ!

- Τώρα αγαπιόμαστε;

- Τώρα.

Και που λέτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κάπως έτσι έγινε κι έτρεχαν για τον ήλιο.
Κι άρχισε να πέφτει βροχή, γλυκιά σα μέλι.
Ήταν τα δάκρυα της χαράς τους, που απ' την τεράστια ταχύτητα - που ζάλισε όλα τα πουλιά κι όλα τ' αστέρια - έγιναν ένα...
Κι ύστερα βγήκε ένα ουράνιο τόξο τόσο λαμπερό, που όλοι στη γη βάλανε το χέρι πάνω από τα μάτια να μην τυφλωθούνε, κι αναρωτιόντουσαν τι είχε συμβεί πάνω απ' τα σύννεφα...
Και πέρασε καιρός.

Να 'τανε χρόνια, να 'τανε ένα λεπτό μονάχα,...
κανένας δε θα μπορούσε να μας πει, γιατί ο χρόνος ήταν άχρονος, μέχρι που ο ασβός ψιθύρισε:

- Κουράστηκα.
Μη σου κακοφανεί.
Μπορεί και να ζαλίστηκα απ' το τρέξιμο.
Θα 'θελα να γυρίσω πίσω.

- Κουράστηκες;
Όμως, δεν τρέχουμε πατώντας στο χώμα.
Είναι το φως που μας κουβαλάει.
Δεν είναι κουραστικό.

- Για μένα είναι.
Έπειτα το 'χω ξανακάνει.
Λίγοι το αντέχουν δεύτερη φορά.
Είν' επικίνδυνο.
Γυρίζω πίσω...

Αυτά είπε. Και με μεγάλη ευκολία, πήδηξε σ' ένα μετεωρίτη που κατέβαινε στη γη και χάθηκε...

- Μη φεύγεις, φώναξε το σκιουράκι.
Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω ποτέ πια να σταματήσω,
κι είν' αστείο να τρέχω μόνος μου στον ουρανό...

Όμως, τη φωνή του την άκουσε μονάχα το σκοτάδι, κι ίσως - δε σας τ' ορκίζομαι - το φεγγαράκι που πρόβαλε πίσω από ένα σύννεφο δειλά.

- Εεεεεεε... ωωωωωωωωωω...
Είναι κανείς εδώ; Δεν έχει νόημα πια να πάω στον ήλιο.
Ποιος θα μπορούσε να μου πει πώς θα ξαναγυρίσω πίσω;

Αλλά το σύμπαν εκείνη τη στιγμή ήτανε άδειο, κι έτσι δεν του απάντησε κανένας.

- Μου φαίνεται πως τώρα τρέχω πιο γρήγορα από πρώτα.
Κι άρχισα να κρυώνω.
Κι αν τρέχω έτσι μόνο μου για πάντα;
Εεεεεεε... ωωωωωωωωω... Βοήθεια! Δεν είναι κανείς εδώ;

Τότε, μια μικρή φωνούλα έφτασε στ' αφτιά του,
τόσο γλυκιά και σιγανή σα να 'βγαινε από μέσα του.

- Ψιτ, ψιτ! Σκιουράκι!

- Μου μίλησε κανείς; Τίποτε δεν βλέπω.

- Ψιτ, εδώ δίπλα στην κοιλιά σου.
Είμαι η ηλιαχτίδα που σε κουβάλησε μαζί με τον ασβό βόλτα στον Γαλαξία.
Ακόμα πάνω μου τρέχεις. Ακου.
Μόνο εγώ μπορώ να σε γυρίσω πίσω.
Πρώτα θα μπούμε σε τροχιά γύρω από τη γη,
ύστερα σιγά-σιγά θα κατέβουμε.
Μόνο που 'χω τρέξει άπειρα χιλιόμετρα
κι η ενέργειά μου έχει σχεδόν εξαντληθεί.
Για να γυρίσουμε πρέπει να θυσιάσεις κάτι από σένα,
να το καίω, να γεμίζω τις μπαταρίες μου, να προχωράμε...

- Ότι πεις. Τι θες να θυσιάσω;

- Ξέρω κι εγώ;... Το τρίχωμά σου, τις πατούσες σου,
ένα κομμάτι από την καρδιά σου...

- Το τρίχωμά μου, οι πατούσες μου, δικά σου.
Μόνο που καρδιά δεν έχω πια.
Την πήρε ο ασβός μαζί του.
Κι αυτό δεν αλλάζει...

- Εντάξει, παίρνω τις πατούσες σου.
Ελπίζω να μας φτάσουν.
Καίω την πρώτη...
Μην πονάς πολύ.
Μην κλαις, δεν το αντέχω.
Ησύχασε.
Κρατήσου τώρα.
Αλλάζουμε πορεία.

Κι έτσι μπήκανε σε τροχιά... Το σκιουράκι μ' ένα πόδι,
κοίταζε τη γη - τόσο μικρούλα - κι όμως του φαινότανε
πως διέκρινε στο δάσος τον ασβό του.

Κι ήταν το κέντρο της γης ο ασβός γι' αυτό.
Μόνο εκείνος μέτραγε εκεί κάτω. Τίποτ' άλλο.

- Παράξενο να μπαίνεις σε τροχιά.
Το κέντρο της ζωής σου είν' αυτό το κάτι που τρέχεις γύρω του.
Κι όμως είν' άσκοπο να τρέχεις, γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις,
ούτε και να ξεφύγεις απ' αυτό...


- Σσσσσσστ! Μη μιλάς, δάγκωσε τα χείλη, είπε η ηλιαχτίδα.
Καίω τη δεύτερη πατούσα.
Καταβαίνουμε...

Κι αρχίσανε να κατεβαίνουν κάνοντας τούμπες στον αέρα,μέσα σε ρεύματα τόσο τρελά, που όλα δείχνουν πως δίχως άλλο θα γκρεμοτσακιστούνε.
Το σκιουράκι δίχως πόδια, κι η γη να μεγαλώνει, να μεγαλώνει, το δάσος να φαίνεται πια καθαρά, τα δένδρα, τα πουλάκια, το ποτάμι και ξαφνικά... Πλατς!... Και μετά τίποτα...

Όταν το σκιουράκι, ύστερα από ώρα, άρχισε να συνέρχεται,
πόναγε σ' όλο του το κορμί. Όμως κατάλαβε πως κάποιος ήταν κοντά του και του έβαζε οινόπνευμα κι ύστερα φυσούσε τις πληγές για να μην τσούζει, και του 'βαζε κομπρέσες κι επιδέσμους και το χάιδευε...

- Ο ασβός μου, σκέφτηκε κι άνοιξε τα μάτια.

Όμως, είδε να σκύβει πάνω του ένας κάστορας. Ήταν ένας μικρόσωμος κανελής κάστορας μ' αστεία μουσούδα, που όμως το βλέμμα του ήταν τόσο φωτεινό, που σαν σε κοιτούσε νόμιζες
πως λαμπύριζαν πυγολαμπίδες στη ματιά του.
Κι είχε ένα χαμόγελο τόσο, μα τόσο τρυφερό, που το σκιουράκι ούτε να δακρύσει από ευγνωμοσύνη δεν μπορούσε.
Κοιταζόταν σιωπηλά ώρα πολλή. Ύστερα, ο κάστορας ρώτησε κάτι που το σκιουράκι άπειρες φορές είχε ρωτήσει πιο παλιά, όταν ήταν ανυποψίαστο για όλα...

- Μπορείς να μ' αγαπάς;

Το σκιουράκι αναστέναξε, χωρίς καθόλου λύπη.

- Φοβάμαι πως δεν μπορώ.
Δεν έχω πια καρδιά για ν' αγαπήσω...

- Δεν πειράζει. Αν το θες, θα σου δώσω ένα κομμάτι απ'τη δικιά μου.

- Όμως ν' αγαπηθούμε πά'να πει να τρέχουμε μαζί - κι εγώ δεν έχω πόδια.

- Να τρέχουμε, έτσι άσκοπα, γιατί;

Ν' αγαπηθούμε πά' να πει να κάνουμε μαζί ένα δρόμο,
όπως μπορούμε.
Το πιο σπουδαίο είναι να 'μαστε οι δυο μας,
και όχι πόσο γρήγορα θα τρέχουμε,
ούτε που θα πάμε...
Μικρό μου σκιουράκι,
αν μπορείς να μ'αγαπάς,
θα σου φτιάξω δεκανίκια από ξύλο αγριοτριανταφυλλιάς.
Κι αν δε θες, θα σε μάθω να περπατάς με τα χέρια.
Κι αν κουραστείς, θα σε πάρω αγκαλιά και θα 'ναι πιο όμορφα,
γιατί θ' ακούω την ανάσα σου
κι η μυρωδιά σου θα μπει μέσα στο πετσί μου
και δε θα ξέρουμε αν είσαι εσύ ή εγώ,
εγώ ή εσύ,
θα 'μαστε εμείς...


Τι έγινε μετά, κανείς δεν έμαθε στα σίγουρα - κι εγώ που να το ξέρω;
Λένε πως τους είδανε να φεύγουνε για την Ανατολή,
περπατώντας με τα χέρια, και να γελάνε, να γελάνε...
Ο απόηχος απ' το γέλιο τους ξέμεινε στα φυλλώματα των δένδρων - λένε...

Πάντως, ποτέ - μα ποτέ - κανείς πια δεν τους ξανάδε....


Ενα παραμυθάκι, από την Λιλη Λαμπρελλη 

για την καληνύχτα σας..