Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όνειρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Το όνειρο του Κόουλριτζ [ Χ.Λ. Μπόρχες ]






Το λυρικό απόσπασμα Κουμπλάι Χαν (πάνω από πενήντα ομοιοκατάληκτοι και ελεύθεροι στίχοι εξαίσιας προσωδίας) το ονειρεύτηκε ο άγγλος ποιητής Σάμιουελ Τέιλορ Κόουλριτζ, μια μέρα του καλοκαιριού του 1797.

 Ο Κόουλριτζ γράφει πως είχε αποσυρθεί σ' ένα αγρόκτημα, στα περίχωρα του Έξμορ. 
Μια αδιαθεσία τον υποχρέωσε να πάρει ένα υπνωτικό. Ο ύπνος τον πήρε μόλις είχε τελειώσει την ανάγνωση μιας περικοπής του Πέρτσας, που αναφέρεται στην ανέγερση ενός παλατιού απ' τον Κουμπλάι Χαν, τον αυτοκράτορα που έγινε ξακουστός στη Δύση χάρη στον Μάρκο Πόλο. Μέσα στον ύπνο του Κόουλριτζ, το τυχαία διαβασμένο κείμενο άρχισε να βλασταίνει και να πολλαπλασιάζεται. Κοιμώμενος, «είδε» μια σειρά εικόνες και, πολύ απλά τις λέξεις που εξέφραζαν αυτές τις εικόνες. Σε λίγες ώρες, ξύπνησε, με τη βεβαιότητα ότι είχε συνθέσει ή δεχθεί ένα ποίημα περίπου τριακοσίων στίχων. Με μια ανεπανάληπτη διαύγεια, τους θυμήθηκε κι έπιασε να μεταγράφει το απόσπασμα που διασώζεται στα έργα του.
Μια αναπάντεχη επίσκεψη τον διέκοψε, κι από κείνη τη στιγμή, στάθηκε αδύνατον να θυμηθεί τη συνέχεια. 


«Δεν ήταν και μικρή η έκπληξη, μα και η απόγνωση που ένιωσα» διηγείται ο Κόουλριτζ, «όταν ανακάλυψα πως μπορεί να συγκρατούσα αμυδρά τη γενική μορφή του οράματος, αλλά όλα τα υπόλοιπα, εκτός από οκτώ-δέκα σκόρπιους στίχους, είχαν εξαφανιστεί, όπως οι εικόνες στην επιφάνεια ενός ποταμού όταν πετάμε μια πέτρα, αλλά, φευ!, χωρίς να ξαναγυρίσουν όπως εκείνες»

Ο Σουίνμπερν θεώρησε το απόσπασμα που διασώθηκε ως το υψηλότερο δείγμα της μουσικότητας της αγγλικής γλώσσας, και πρόσθεσε πως, όποιος κατόρθωνε να το αναλύσει, θα ήταν (η μεταφορά είναι του Τζον Κιτς) σαν να ξέπλεκε ένα ουράνιο τόξο(379). 

Οι μεταφράσεις και οι αναλύσεις ποιημάτων που θεμελιώδης αρετή τους είναι η μουσικότητα, είναι μάταιες και μπορεί να αποβούν ολέθριες. Ας αρκεστούμε να θυμόμαστε, προς το παρόν, ότι ο Κόουλριτζ δέχτηκε εν ονείρω μια σελίδα αναμφισβήτητου μεγαλείου.
Η περίπτωση όσο εξαιρετική κι αν είναι, δεν είναι μοναδική. 

Στην ψυχολογική μελέτη του The World of Dreams(380), ο Χάβελοκ Έλις την εξομοίωσε με εκείνην του βιολονίστα και συνθέτη Τζουζέπε Ταρτίνι, που ονειρεύτηκε ότι ο Διάβολος (ο σκλάβος του) έπαιζε στο βιολί μια υπέροχη σονάτα. Όταν ξύπνησε, ο ονειρευτής ανέσυρε απ' την ατελή του ανάμνηση το Trillo del Diavolo(381). 

Ένα άλλο κλασικό παράδειγμα υποσυνείδητης εγκεφαλικής εργασίας είναι εκείνο του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, στον οποίο ένα όνειρο (όπως αναφέρει ο ίδιος στο «A Chapter on Dreams»)(382) του προμήθευσε το θέμα του «Ολάλα», κι ένα άλλο όνειρο, το 1884, το θέμα του Τζέκιλ και Χάιντ(383). 
Ο Ταρτίνι θέλησε να αποτυπώσει «εν εγρηγόρσει» τη μουσική ενός ονείρου. 
Ο Στίβενσον πήρε απ' τα όνειρά του θέματα, δηλαδή γενικές μορφές.

 Εγγύτερη στη λεκτική έμπνευση του Κόουλριτζ είναι εκείνη που ο Βέδας ο Αιδέσιμος αποδίδει στον Κέιντμον (Historia ecclesiastica gentis Anglorum IV,24)(384). Συνέβη στα τέλη του 7ου αιώνα, στη μισθοφορική και πολεμοχαρή Αγγλία των σαξόνων βασιλέων. Ο Κέιντμον ήταν ένας άξεστος τσοπάνος που τον είχαν πάρει τα χρόνια. Μια νύχτα, έφυγε άρον άρον από μια γιορτή, προβλέποντας ότι θα 'ρχόταν η σειρά του για την άρπα, και ξέροντας ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει. Έπεσε να κοιμηθεί σ' ένα στάβλο, ανάμεσα στ' άλογα, και κάποιος μες στον ύπνο του τον φώναξε με τ' όνομά του(385) και τον πρόσταξε να τραγουδήσει. Ο Κέιντμον αποκρίθηκε πως δεν ήξερε να τραγουδάει, μα ο άλλος του είπε: «Τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου». Τότε ο Κέιντμον πρόφερε στίχους που δεν τους είχε ξανακούσει ποτέ. Δεν τους ξέχασε όταν ξύπνησε, και μπόρεσε να τους επαναλάβει μπροστά στους μοναχούς του κοντινού μοναστηριού του Χιλντ. Δεν έμαθε ποτέ του να διαβάζει, αλλά οι καλόγεροι του εξηγούσαν ιστορίες από την Αγία Γραφή, κι εκείνος, «μηρυκάζοντας σαν ζωντανό, τις μεταμόρφωνε σε γλυκόηχους στίχους, κι έτσι τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, κι όλη την ιστορία της Γένεσης και την έξοδο των τέκνων του Ισραήλ και την είσοδό τους στη Γη της Επαγγελίας, και τόσα άλλα απ' τις Γραφές, και την ενσάρκωση, τα Πάθη, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου, και τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, και την επιφοίτηση των αποστόλων, κι ακόμα, την τρομάρα της Δευτέρας Παρουσίας, τη φρίκη και τα βάσανα της Κόλασης, τις γλυκάδες του Παράδεισου, τις χάριτες και του Θεού τις κρίσεις». 
Ο Κέιντμον ήταν ο πρώτος ιερός ποιητής του αγγλικού έθνους. «κανείς δεν μπόρεσε να τον φτάσει» λέει ο Βέδας, «γιατί δεν ήταν των ανθρώπων μαθητής, μα του Θεού».
Λίγα χρόνια αργότερα, προφήτεψε την ώρα του θανάτου του και τον περίμενε στον ύπνο του. Ας ελπίσουμε πως ξαναβρήκε τον άγγελό του.


Εκ πρώτης όψεως, το όνειρο του Κόουλριτζ διατρέχει τον κίνδυνο να φανεί λιγότερο εκπληκτικό από εκείνο του προδρόμου του. Το Κουμπλάι Χαν είναι μια σύνθεση αξιοθαύμαστη, ενώ οι εννέα στίχοι του ύμνου που ονειρεύτηκε ο Κέιντμον, δεν παρουσιάζουν καμία άλλη αρετή πέρα απ την ονειρική καταγωγή τους. Ωστόσο, ο Κόουλριτζ ήταν ήδη ποιητής, ενώ ο Κέιντμον είδε να του αποκαλύπτεται ο προορισμός του. Υπάρχει, πάντως, ένα στοιχείο μεταγενέστερο, που μεγεθύνει ως το απίστευτο το θαύμα του ονείρου μέσα στο οποίο γεννήθηκε το Κουμπλάι Χαν. Αν αυτό το στοιχείο αληθεύει, τότε η ιστορία του ονείρου του Κόουλριτζ προηγείται κατά πολλούς αιώνες του Κόουλριτζ, κι ακόμα δεν έχει πάρει τέλος.

Ο ποιητής είδε τ' όνειρό του το 1797 (κατ' άλλους το 1798) και δημοσίευσε την ιστορία του ονείρου το 1816, εν είδει σχολίου ή επεξηγήσεων του ημιτελούς ποιήματος. Είκοσι χρόνια αργότερα, εκδόθηκε στο Παρίσι, αποσπασματικά, η πρώτη δυτική μετάφραση μιας από τις τόσες Παγκόσμιες Ιστορίες τις οποίες διαθέτει η πλούσια περσική λογοτεχνία, η Επιτομή Ιστοριών του Ρασίντ ελ Ντιν, που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα. Εκεί, λοιπόν, διαβάζουμε: «Ανατολικά του Σανγκ-του, ο Κουμπλάι Χαν έχτισε ένα παλάτι, πάνω σ' ένα σχέδιο που 'χε δει στ' όνειρό του και το φύλαγε στη μνήμη του». Το κομμάτι αυτό το έγραψε ο βεζίρης του Μαχμούτ Χαζάν, ενός απόγονου του Κουμπλάι Χαν.

Ένας μογγόλος αυτοκράτορας, τον 13ο αιώνα, ονειρεύεται ένα παλάτι και το χτίζει σύμφωνα με το όραμά του. Τον 18ο αιώνα, ένας άγγλος ποιητής, που αποκλείεται να ήξερε πως αυτό το οικοδόμημα είχε βγει μέσα από ένα όνειρο, ονειρεύεται ένα ποίημα για το παλάτι. Μπροστά σ' αυτή τη συμμετρία, που λειτουργεί μέσα απ' τις ψυχές κοιμωμένων και αγκαλιάζει ηπείρους και αιώνες, θαρρώ πως οι αναλήψεις, οι αναστάσεις κι οι αποκαλύψεις των ιερών βιβλίων δεν είναι τίποτα – ή σχεδόν τίποτα.

Ποια εξήγηση να διαλέξει κανείς; 

Όσοι απορρίπτουν εκ προοιμίου το υπερφυσικό (κι εγώ προσπαθώ πάντα ν' ανήκω σ' αυτή την ομάδα), θα πουν πως η ιστορία των δύο ονείρων είναι μια σύμπτωση, ένα σκαρίφημα της τύχης, όπως τα σχήματα των λιονταριών και των αλόγων που παίρνουν καμιά φορά τα σύννεφα. Άλλοι θα υποστηρίξουν πως ο ποιητής έμαθε, με κάποιο τρόπο, ότι ο αυτοκράτορας είχε ονειρευτεί το παλάτι του, και καμώθηκε πως το 'χε δει στ' όνειρό του, προκειμένου να φτιάξει έναν υπέροχο μύθο που θα κάλυπτε ή θα δικαιολογούσε τα τυχόν μειονεκτήματα αυτής της κολοβής ραψωδίας*. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη, αλλά μας υποχρεώνει να υποθέσουμε, αυθαίρετα, την ύπαρξη ενός κειμένου το οποίο αγνοούν οι σινολόγοι, και στο οποίο ο Κόουλριτζ θα μπορούσε να 'χει διαβάσει, πριν από το 1816, το όνειρο του Κουμπλάι**. 
Πιο μαγευτικές είναι οι εικασίες που ξεπερνούν τη λογική. Που επιτρέπουν, λ.χ., να υποθέσεις πως η ψυχή του αυτοκράτορα, όταν καταστράφηκε το παλάτι, διείσδυσε στην ψυχή του Κόουλριτζ, ώστε αυτός να το ξαναχτίσει με λόγια, που αντέχουν πιο πολύ στο χρόνο από τα μάρμαρα και τα μέταλλα.

Το πρώτο όνειρο πλούτισε την πραγματικότητα μ' ένα παλάτι. Το δεύτερο, πέντε αιώνες αργότερα, μ' ενα ποιήμα (ή την αρχή ενός ποιήματος) που του το είχε εμπνεύσει το ίδιο παλάτι. Η ομοιότητα των δύο ονείρων αφήνει να διαφανεί ένας μυστικός σκοπός. Το τεράστιο χρονικό διάλειμμα αποκαλύπτει έναν υπεράνθρωπο εκτελεστή. Το να θελήσεις ν' αποκρυπτογραφήσεις τις προθέσεις αυτού του αθάνατου ή αιωνόβιου όντος μπορεί να 'ναι ριψοκίνδυνο ή και ανώφελο, αλλά τίποτα δε σ' εμποδίζει να υποψιάζεσαι πως δεν έχει ακόμα εκπληρώσει το σκοπό του. 

Το 1691, ο ιησουίτης Ζερμπιγιόν βεβαίωσε πως μόνο ερείπια έχουν απομείνει απ' το παλάτι του Κουμπλάι Χαν. Ξέρουμε επίσης πως από το ποίημα έχουν διασωθεί μετά βίας πενήντα στίχοι. Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να φανταζόμαστε πως η σειρά ονείρων και έργων δεν έχει ακόμα τελειώσει. Ο πρώτος ονειρευτής είδε στον ύπνο του το όραμα του παλατιού και το έχτισε. Ο δεύτερος, που αγνοούσε το όνειρο του προηγούμενου, ένα ποίημα για το ίδιο παλάτι. Αν το σχήμα αυτό επαληθεύεται, δεν αποκλείεται, μια μελλοντική νύχτα απ' την οποία μας χωρίζουν αιώνες, ένας αναγνώστης του Κουμπλάι Χαν να ονειρευτεί το ίδιο όνειρο, να μην υποψιαστεί πως και άλλοι το ονειρεύτηκαν, και να του δώσει τη μορφή ενός γλυπτού ή μιας μουσικής. Ίσως η σειρά των ονείρων δεν έχει τέλος. Ίσως η κλείδα της είναι στο τελευταίο όνειρο.

Τώρα που έχω γράψει τα προηγούμενα, διαβλέπω – ή νομίζω ότι διαβλέπω – άλλη μια εξήγηση.

 Ίσως ένα αρχέτυπο, που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί στους ανθρώπους, ένα αιώνιο αντικείμενο (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Ουάιτχεντ)(386) εισδύει αργά αργά στον κόσμο. 
Η πρώτη του εκδήλωση ήταν το παλάτι. Η δεύτερη, το ποίημα.
 Όποιος τις συνέκρινε, θα 'βλεπε πως είναι κατά βάσιν ίδιες.


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Δοκίμια
Μτφ, επιμέλεια, σχόλια : Αχιλλέας Κυριακίδης
Ελληνικά Γράμματα 2007


379.«Philoshophy will clip an angel's wings, / conquer all mysteries by rule and line, / empty the haunted air, and gnomed mine - / unweave a rainbow...» («Lamia», β' μέρος, στ. 234-237).
380.Ο κόσμος των ονείρων (1911).
381. Κοντσέρτο για βιολί και μπάσο κοντίνουο σε φα, op. 1
382.«Περί ονείρων»: όγδοο κείμενο της συλλογής Across the Plains [Διασχίζοντας τις πεδιάδες (1892)]
383.Πλήρης τίτλος: Η παράξενη περίπτωση του Δρος Τζέκιλ και του Κυρίου Χάιντ [The Strange Case of Dr. Jekyll and Mr. Hyde (1885)]
384.Εκκλησιαστική Ιστορία των Άγγλων (731). ο Μπόρχες πάντως, παραθέτει όλη την ιστορία με το όνειρο του Κέιντμον στο Βιβλίο των ονείρων.
385.«Η φωνή που άκουγε ο βοσκός στο βουνό...» [«Πράγματα» (Το χρυσάφι των τίγρεων)]
386.«Κατά τον Ουάιτχεντ, οι μορφές αυτές [του Πλάτωνα], που ο Ουάιτχεντ τις ονομάζει “αιώνια αντικείμενα”, εισδύουν στο χρόνο και στο χώρο. Αυτές οι αέναες, συνδυασμένες εισδύσεις διαμορφώνουν την πραγματικότητα». [«Παρουσίαση του βιβλίου Modes of Thoight του Α. Ν. Ουάιτχεντ» (περιοδ. «El Hogar», 24.3.1939)]

______________________
*Στις αρχές του 19ου αιώνα, ή στα τέλη του 18ου, το Κουμπλάι Χαν θα φαινόταν στους αναγνώστες με κλασική παιδεία πολύ πιο αλλοπρόσαλλο απ' ό,τι σε μας, σήμερα. Το 1884, ο πρώτος βιογράφος του Κόουλριτζ, ο Τρέιλ, μπορούσε ακόμα να γράφει: «Το εξωφρενικό ονειρικό ποίημα Κουμπλάι Χαν δεν είναι παρά ένα ψυχολογικό αξιοπερίεργο».
**Βλ. Τζον Λίβινγκστον Λόουζ: The Road to Xanadu, 1927, σσ. 358, 585.


Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Σελεφαϊς


''Μερικοί όμως από μας ξυπνάμε τις νύχτες...''



Ήτανε σ' όνειρο που ο Κουράνις αντίκρισε την πόλη στη κοιλάδα και την ακτή πέρα στο βάθος και τη χιονοσκέπαστη βουνοκορφή που δέσποζε στη θάλασσα και τις ζωηρόχρωμες γαλέρες που σαλπάριζαν από το λιμάνι για τους αλαργινούς τόπους, όπου η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήτανε σ' όνειρο επίσης, που 'χε αποκτήσει τ' όνομα Κουράνις, γιατί όταν ήτανε ξυπνητός τονε φωνάζανε κάπως αλλιώς. Ίσως ήτανε φυσικό γι' αυτόν να ονειρευτεί ένα καινούριο όνομα, γιατί ήταν ο τελευταίος της φαμίλιας του και ζούσε μονάχος ανάμεσα στα διάφορα πλήθη του Λονδίνου. Έτσι δεν υπήρχανε πολλοί για να του πουν ένα λόγο και να του θυμίσουνε ποιος ήτανε κάποτε.


     Η περιουσία και τα κτήματά του είχανε χαθεί και δε του άρεσε ο τρόπος που ζούσαν οι άνθρωποι τριγύρω του.. Τα όσα έγραφε τα περγελούσαν εκείνοι που τους τα 'δειχνε, έτσι μετά από λίγο καιρό άρχισε να τα κρατά για τον εαυτό του και τελικά σταμάτησεν εντελώς να γράφει. Όσο περισσότερο αποτραβιόταν από τον κόσμο γύρω του, τόσο πιο θαυμαστά γίνονταν τα όνειρά του. Και θα 'ταν αλήθεια μάταιο να προσπαθήσει να τ' αποδώσει στο χαρτί. Ο Κουράνις δεν ήτανε μοντέρνος και δε σκεφτόταν όπως οι άλλοι που γράφανε. Ενώ κείνοι πασχίζαν να απογυμνώσουνε τη ζωή από τα χρυσοποίκιλτα πέπλα του μύθου και να δείξουνε σε γυμνήν ασκήμια το αποκρουστικό πράμα που λέγεται πραγματικότητα, εκείνος αναζητούσε την ομορφιά και μόνο. Κι όταν η αλήθεια κι η πείρα δε κατάφερναν να την αποκαλύψουνε, την αναζητούσε στη φαντασία και στα οράματα και τελικά τη βρήκε στο ίδιο του το κατώφλι, ανάμεσα στις θολές θύμησες των παιδικών παραμυθιών και των ονείρων.



     Δεν υπάρχουνε πολλοί που να ξέρουνε τι θαύματα ξανοίγονται μπρος τους, τις ιστορίες και τα οράματα της νιότης τους. 

Γιατί όταν σαν παιδιά ακούμε κι ονειρευόμαστε δε κάνουμε παρά συγκεχυμένες σκέψεις κι όταν σα μεγάλοι προσπαθούμε να θυμηθούμε, είμαστε πια τόσον αποχαυνωμένοι και πεζοί, έχοντας ποτιστεί με το δηλητήριο της ζωής. 

Μερικοί όμως από μας ξυπνάμε τις νύχτες με παράξενα, φαντασμαγορικά οράματα μαγευτικών λόφων και κήπων, απο συντριβάνια που τραγουδάνε στον ήλιο, από χρυσαφένιους γκρεμούς που δεσπόζουνε πάνω από θάλασσες ψιθυριστές, από πεδιάδες που απλώνονται πέρα ως τις παρυφές κοιμισμένων πόλεων, φτιαγμένων από μπρούτζο και πέτρα κι από σκιερές ομάδες ηρώων που καλπάζουν σε περιστόλιστα λευκά άτια, στις άκριες πυκνών δασών. 
Και τότε καταλαβαίνουμε πως ρίξαμε μια φευγαλέα ματιά πέρα, πίσω από τις Φιλντισένιες Πύλες, σε κείνο τον κόσμο των θαυμάτων που 'τανε δικός μας προτού γίνουμε σοφοί και δυστυχείς.

     Ο Κουράνις έφτασε τελείως απρόσμενα στον παλιό του κόσμο της παιδικής ηλικίας του. Αρχικά ονειρεύτηκε το πελώριο, πέτρινο, κισσοντυμένο σπίτι που 'χε γεννηθεί κι όπου είχανε ζήσει δεκατρείς γενιές προγόνων του, εκεί που έλπιζε ν' αφήσει κάποτε τη τελευταία του πνοή κι αυτός. To φεγγαρόφωτο έλουσε το τοπίο κι εκείνος είχε βγει κλεφτά από το δωμάτιό του, έξω στην ευωδιαστή καλοκαιριάτικη νύχτα. Διέσχισε τους κήπους, κατηφόρισε τα παρτέρια, πέρασε από τις μεγάλες βαλανιδιές του πάρκου και πήρε το μακρύ, άσπρο δρόμο για το χωριό. Το χωριό ήτανε πολύ παλιό, με τις γωνιές του φαγωμένες από τον χρόνο, σαν το φεγγάρι που 'χεν αρχίσει να λιγοστεύει κι ο Κουράνις αναρωτήθηκε αν οι μυτερές στέγες των μικρών σπιτιών έκρυβαν τον ύπνο ή τον θάνατο. Μακριές λόγχες γρασιδιού φυτρώνανε στους δρόμους και τα τζαμόφυλλα στα παραθύρια ήταν είτε θρυμματισμένα, είτε ατενίζανε τυφλά, πνιγμένα στη σκόνη.
     Δε χασομέρησε διόλου κει, αλλά συνέχισε τον δρόμο του σαν κάτι να τονε καλούσε προς ένα προορισμό. Δε τολμούσε να παρακούσει στο κάλεσμα, γιατί φοβόταν μήπως αποδειχτεί κι αυτό αυταπάτη, σαν τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες της ξύπνιας ζωής που δεν οδηγούνε σε κανένα σκοπό. Ύστερα κάτι τον είχε τραβήξει σ' ένα δεντρόφυτο δρόμο που 'βγαζε στους γκρεμούς του Στενού, πέρ' από το χωριό. Έτσι έφτασε κει που τέλειωνε το κάθε τι -στο βάραθρο και την άβυσσο που ολάκερο το χωριό κι ολάκερος ο κόσμος τέλειωναν απότομα στο δίχως αντίλαλους κενό του απείρου, όπου ακόμα κι ο ουρανός μπροστά, ήταν άδειος κι αφώτιστος από το μισοφαγωμένο φεγγάρι ή τ' αστρα.

     Η πίστη τονε κέντρισε να προχωρήσει, ν' αψηφήσει το βάραθρο και να βουτήξει στην άβυσσο. Κατέβαινε αργά, αιωρούμενος σα φυσαλίδα, ανταμώνοντας στο δρόμο σκοτεινά, άμορφα, ανονείρευτα όνειρα, αχνές φωτερές σφαίρες που μπορεί να 'τανε μισονειρεμένα όνειρα και κοροϊδευτικές φτερωτές μορφές, που φαίνονταν να περιγελούνε τους ονειροπόλους όλων των κόσμων. Ύστερα, το σκοτάδι φάνηκε να σκίζεται μπροστά του και τότε αντίκρισε τη πόλη στη κοιλάδα. Έλαμπεν αστραφτερή πέρα μακριά, πολύ μακριά κάτω, σ' ένα φόντο θάλασσας κι ουρανού, με μια χιονισμένη βουνοκορφή κοντά στην ακτή.

     Ξύπνησε ακριβώς τη στιγμή που αντίκριζε τη πόλη. Ωστόσο ήξερε από κείνη τη φευγαλέα ματιά, πως δεν ήταν άλλη από τη Σελεφαΐς, στη κοιλάδα του Ουθ-Ναργκάι, πέρα από τους Τανάριους Λόφους. Ήταν εκεί που το πνεύμα του είχε ζήσει όλη την αιωνιότητα μιας ώρας, ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, κάποτε, πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν είχε ξεγλιστρήσει από τα μάτια της γκουβερνάντας του κι είχεν αφήσει τη ζεστή θαλασσινήν αύρα να τον νανουρίσει, ενώ χάζευε τα σύννεφα από τον γκρεμό κοντά στο χωριό. Είχε διαμαρτυρηθεί τότε, όταν τονε βρήκανε, τονε ξυπνήσανε και τονε πήρανε πίσω στο σπίτι, γιατί κείνη τη στιγμήν ακριβώς ήταν έτοιμος να σαλπάρει με μια χρυσαφένια γαλέρα για κείνους τους σαγηνευτικούς τόπους, που η θάλασσα έσμιγε με τον ουρανό. Τώρα λοιπόν ένιωθε την ίδια αγανάκτηση για το ξύπνημα, γιατί είχε ξαναβρεί επιτέλους τη θαυμαστή πόλη, ύστερα από σαράντα χρόνια βαρετής ζωής.
     Αλλά τρεις νύχτες αργότερα, ο Κουράνις ξαναγύρισε στη Σελεφαΐς. Όπως και την άλλη φορά, ονειρεύτηκε πρώτα το χωριό που 'τανε βυθισμένο στον ύπνο ή τον θάνατο και την άβυσσο που 'πρεπε να κατέβει κανείς πετώντας ανάλαφρα στο κενό. Ύστερα φάνηκε κείνο το σκίσιμο μπροστά του κι αντίκρισε πάλι τους λαμπερούς μιναρέδες της πόλης, είδε τις χαριτωμένες γαλέρες που λικνίζονταν αγκυροβολημένες στο ζαφειρένιο λιμάνι και θαύμασε τα δέντρα γκίνγκο του όρους Αράν, που κυματίζανε στη θαλάσσιαν αύρα. Αλλά τούτη τη φορά κανείς δε τονε διέκοψε παίρνοντάς τονε βάναυσα, μακριά από κει και σα φτερωτό πλάσμα, συνέχισε να κατεβαίνει ανάλαφρα προς μια χορταριασμένη πλαγιά, ώσπου τα πόδια του ακουμπήσανε μαλακά στη χλόη. Είχε στ' αλήθεια επιστρέψει στη κοιλάδα του Ουθ-Ναργκάι και στην υπέροχη πόλη, Σελεφαΐς.

     'Αρχισε να κατηφορίζει τον λόφο περπατώντας στη μυρωδάτη χλόη, ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια. Διαβαίνοντας από το ξύλινο γιοφυράκι, όπου πριν τόσα και τόσα χρόνια είχε σκαλίσει τ' όνομά του, πέρασε τον αφριστό Ναραξά, διέσχισε το αλσύλλιο ακούγοντας τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων κι έφτασε στη μεγάλη πέτρινη γέφυρα πλάι στις πελώριες πύλες της πόλης. Όλα ήταν όπως τα θυμόταν από παλιά: τα διαμαντένια τείχη δεν είχανε χάσει τη γυαλάδα τους, ούτε τα διακοσμητικά, στιλπνά, μπρούντζινα αγάλματα είχανε θαμπώσει. Κατάλαβε πως δεν είχε λόγους ν' ανησυχεί μήπως τα πράματα που 'ξερε είχανε χαθεί, γιατί ακόμα κι οι σκοποί στις πολεμίστρες ήσαν οι ίδιοι, το ίδιο νέοι όσο τους θυμόταν.

     Όταν διάβηκε τις μπρούτζινες πύλες, μπήκε στη πόλη κι άρχισε να βαδίζει στους δρόμους, τους στρωμένους με όνυχα, οι έμποροι κι οι καμηλιέρηδες, τονε χαιρετίσανε σα να μην είχε φύγει ποτέ από κει. Κι ήταν ο ίδιος ναός από τυρκουάζ, αφιερωμένος στον Ναθ-Χορτάθ, που οι στεφανωμένοι με ορχιδέες ιερείς του εξήγησαν ότι δεν υπήρχε χρόνος στο Ουθ-Ναργκάι, αλλά μονάχα αιώνια νιότη. Ύστερα διέσχισε τον Δρόμο των Κιόνων προς τη προκυμαία, που μαζεύονταν οι εμπόροι κι οι ναυτικοί, καθώς και παράξενοι άνθρωποι από τους τόπους εκείνους που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Εκεί έμεινε κάμποσο, αγναντεύοντας πέρα στ' ολόφωτο λιμάνι που στραφταλίζανε τα κυματάκια, κάτω από έναν άγνωστον ήλιο κι όπου λικνίζονταν ανάλαφρα οι γαλέρες από τους μακρινούς τόπους, πέρ' από τη θάλασσα. Αγνάντεψε πέρα προς το βουνό 'Αραν, που ορθωνότανε μεγαλόπρεπο από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του καταπράσινες από τα κυματιστά δέντρα και τη λευκή του κορφή ν' αγγίζει τα ουράνια.

     Πιότερο από ποτέ, λαχταρούσε να σαλπάρει με μια γαλέρα, για κείνους τους αλαργινούς τόπους, που 'χεν ακούσει τόσες και τόσες παράξενες ιστορίες κι έψαξε να βρει τον καπετάνιο που τον είχε δεχτεί σαν επιβάτη του, τόσα χρόνια πριν. Βρήκε τον άνθρωπο που αναζητούσε, τον Αθίμπ, καθισμένον όπως και τότε στην ίδια κασέλα με μπαχαρικά, αλλά δε φάνηκε να 'χει συνειδητοποιήσει πόσα χρόνια είχανε κυλήσει στο μεταξύ. Έπειτα, οι δυο τους, πήγανε με βάρκα σε μια γαλέρα στο λιμάνι και δίνοντας εντολές στους κωπηλάτες και το πλήρωμα, το πλοίο άνοιξε πανιά για τη κυματώδη θάλασσα της Σερενάρια, που οδηγεί στον ουρανό. Κάμποσες μέρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, ώσπου τελικά φτάσανε στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Η γαλέρα δε κοντοστάθηκε διόλου δω, αλλά συνέχισε ν' αρμενίζει αιθέρια προς τον γαλάζιο τ' ουρανού, περνώντας ανάμεσα από μπαμπακένια σύννεφα με ρόδινες πινελιές. Και χαμηλά κάτω στη καρίνα, ο Κουράνις, μπορούσε να δει παράξενες χώρες και πόλεις ανείπωτης ομορφιάς, πλαγιασμένες νωχελικά στο λιόφωτο που δε φαινόταν να λιγοστεύει ή να σβήνει. Και κάποτε ο Αθίμπ τονε πληροφόρησε πως σύντομα θα μπαίνανε στο λιμάνι της Σεράνιαν, της ροδόχρωμης, μαρμαρένιας πόλης στα σύννεφα, που ορθώνεται σε κείνη την αιθέριαν ακτή, απ' όπου ο δυτικός άνεμος φυσά στον ουρανό. Αλλά πάνω που οι ψηλότεροι από τους σμιλευτούς πύργους της πόλης φανήκανε μπρος του, ένας ήχος ακούστηκε κάπου στο διάστημα κι ο Κουράνις ξύπνησε στη λονδρέζικη σοφίτα του.




     Για πολλούς μήνες μετά, αναζητούσε μάταια τη μαγευτική πόλη της Σελεφαΐς και τις γαλέρες της π' αρμένιζαν σε θάλασσες κι ουρανούς. Αν και με τα φτερά τ' ονείρου κατάφερε να περιπλανηθεί σε πολλούς φαντασμαγορικούς κι ασύλληπτους τόπους, κανείς απ' όσους συνάντησε κει δεν ήτανε σε θέση να τον πληροφορήσει πως να ξαναβρεί το Ουθ-Ναργκάι πέρ' από τους Τανάριους Λόφους.

     Μια νύχτα πέρασε πετώντας πάνω από σκοτεινά βουνά, που τρεμοφέγγαν αχνές, μοναχικές φωτιές καταυλισμών σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους κι όπου περιπλανιόντανε παράξενα κοπάδια μαλλιαρών ζώων με μελωδικά καμπανάκια στα μπροστάρικα. Και στην αγριότερη περιοχή αυτής της ορεινής χώρας, της τόσο αλαργινής που λιγοστοί άνθρωποι την έχουνε δει ποτέ, ανακάλυψε πανάρχαιο πέτρινο τείχος ή ανάχωμα, να προχωρά φιδογυριστά, σκαρφαλώνοντας σε βουνοκορφές και διασχίζοντας κοιλάδες. Ήτανε πολύ γιγάντιο για να 'χει φτιαχτεί από χέρια ανθρώπου και τόσο μακρύ που καμιά του άκρη δεν έπιανε το μάτι. Πέρ' από κείνο το τείχος, στο γκριζωπό φως της αυγής, έφτασε σε μια γη με μαγευτικούς κήπους και κερασιές κι όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, αντίκρισε τέτοιον υπέροχο θέαμα από κόκκινα και λευκά λουλούδια, πράσινα φυλλώματα και παρτέρια, άσπρα μονοπάτια, διαμαντένια ρυάκια, γαλάζιες λιμνούλες, σκαλιστά γιοφύρια και πορφυρόσκεπες παγόδες, που μες στο θαυμασμό του λησμόνησε για μια στιγμή τη Σελεφαΐς.
     Αλλά τη θυμήθηκε πάλι, όταν κατηφόρισε ένα λευκό μονοπάτι προς μια πορφυρόσκεπη παγόδα. Σκόπευε να ρωτήσει σχετικά τους κατοίκους τούτης της γης, άλλ' ανακάλυψε πως δεν υπήρχαν άνθρωποι εκεί, παρά μόνο πουλιά, μέλισσες και λουλούδια. Κάποιαν άλλη νύχτα ανέβηκε μιαν ατέλειωτην ελικοειδή σκάλα από νοτερή πέτρα κι έφτασε σ' ένα παράθυρο ενός ψηλού πύργου με θέα προς μιαν απέραντη πεδιάδα κι ένα ποτάμι, φωτισμένα από τη πανσέληνο. Και στη σιωπηλή πόλη που απλωνότανε στην όχθη του ποταμού, του φάνηκε πως διέκρινε μερικά γνώριμα χαρακτηριστικά. Θα κατέβαινε να ρωτήσει τον δρόμο για το Ουθ-Ναργκάι, αν μια φοβερή αυγή δεν έσκαγε από κάποιο μακρινό τοπίο πέρ' από τον ορίζοντα. Στο φως της είδε τα ερείπια και την αρχαιότητα της πόλης, το λίμνασμα στους καλαμιώνες του ποταμού και τον θάνατο που αγκάλιαζε τούτη τη γη. Ήταν έτσι νεκρή από τη μέρα που ο βασιλιάς Κυναραθόλις είχεν επιστρέψει από τις κατακτήσεις του για να βρει την εκδίκηση των Θεών.

     Έτσι ο Κουράνις συνέχιζε τις άκαρπες αναζητήσεις του για τη μαγευτική πόλη της Σελεφαΐς και τις γαλέρες που σάλπαραν για τη Σεράνιαν στον ουρανό. Στις περιπλανήσεις του αυτές τα μάτια του αντικρίσανε πολλά και θαμαστά πράματα. Κάποτε μόλις που γλίτωσε από τον αρχιερέα, που δεν επιτρέπεται να περιγραφεί, ο οποίος έχει σκεπασμένο το πρόσωπό του με μια κίτρινη μεταξένια μάσκα και κατοικεί ολομόναχος σ' ένα προϊστορικό πέτρινο μοναστήρι στο παγωμένο ερημικό οροπέδιο του Λενγκ. Με τον καιρό άρχισε να βρίσκει ανυπόφορα τ' ανούσια διαλείματα της μέρας κι έτσι άρχισε να προμηθεύεται ναρκωτικά για να μεγαλώσει τις περιόδους ύπνου. Το χασίς τονε βοήθησε πολύ και κάποια φορά τον έστειλε σε μια περιοχή του διαστήματος που δεν υπάρχει η έννοια της μορφής κι όπου φωτεινά αέρια μελετούνε τα μυστικά της ύπαρξης. Εκεί, ένα βιολετί αέριο τονε πληροφόρησε, πως ο χώρος αυτός του διαστήματος, βρισκόταν έξω από κείνο που οι άνθρωποι αποκαλούσαν άπειρο, όπου υπήρχανε πράματα σαν την ύλη, την ενέργεια και τη βαρύτητα.

     Ο Κουράνις αγωνιούσε πια να επιστρέψει στη πυργοστόλιστη Σελεφαΐς κι έτσι μεγάλωσε τις δόσεις των ναρκωτικών. Αλλά κάποτε τα χρήματά του τελειώσανε και δεν ήτανε σε θέση ν' αγοράσει άλλα. Και μια καλοκαιριάτικη μέρα, παράτησε τη σοφίτα κι άρχισε να περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους, ώσπου τα βήματά του τον οδηγήσανε πάνω από μια γέφυρα κι έφτασε σε μια περιοχή της πόλης που τα σπίτια γίνονταν όλο και πιο αραιά. Εκεί ακριβώς, τονε βρήκε η εκπλήρωση κι αντάμωσε τη τιμητικήν ακολουθία των ιπποτών που 'χαν έρθει από τη Σελεφαΐς, για να τον οδηγήσουνε σ' αυτή για πάντα. Ήταν ωραίοι ιππότες, καβάλα σε πιτσιλωτά άτια, ντυμένοι μ' αστραφτερές πανοπλίες και χρυσοκέντητους μανδύες με παράξενα οικόσημα. Ήτανε τόσοι πολλοί, που για μια στιγμή τους πέρασε για στρατό. Είχανε σταλεί προς τιμή του, γιατί ήταν αυτός που 'χε πλάσει το Ουθ-Ναργκάι στα όνειρά του και για τον λόγον αυτό θα γινότανε τώρα ο μεγάλος θεός του. Οι ιππότες του πρόσφεραν έν' άλογο, τονε βάλαν επικεφαλής στη πομπή τους κι όλοι μαζί αρχίσανε να καλπάζουνε μεγαλόπρεπα στους κάμπους του Σάρρυ, προς τον τόπο που ο Κουράνις κι οι πρόγονοί του είχανε γεννηθεί.
     Ήτανε πολύ παράξενο, αλλά καθώς οι καβαλάρηδες προχωρούσαν, ήτανε σαν να καλπάζανε ταυτόχρονα και πίσω στον Χρόνο, γιατί κάθε φορά που διασχίζανε κάποιο χωριό στο λυκόφωτο, βλέπανε σπίτια και χωρικούς που δείχνανε ν' ανήκουνε στην εποχή του Μεσαίωνα ή και πιο παλιά και μερικές φορές συναντούσαν έφιππους ιππότες με μικρές ομάδες από ακολούθους τους. Με τον ερχομό της νύχτας η πορεία τους έγινε πιο γοργή και σύντομα καλπάζανε παράξενα, σα να πετούσανε στον αγέρα. Στο μουντό φως της αυγής φτάσανε στο χωριό που ο Κουράνις είχε δει ζωντανό στα παιδικά του χρόνια και κοιμισμένο ή νεκρό στα όνειρά του. Ήταν ολοζώντανο τώρα κι οι πρωινοί του κάτοικοι χαιρετούσανε καθώς οι καβαλάρηδες διασχίζανε με πάταγο τα καλντερίμια για να βγούνε στο δέντρόφυτο μονοπάτι που τέλειωνε στην άβυσσο των ονείρων.
     Στο παρελθόν είχεν αρμενίσει σ' αυτή την άβυσσο μονάχα νύχτα κι αναρωτιόταν τώρα πως θα φαινόταν στο φως της μέρας. Έτσι παρατηρούσεν ανυπόμονα καθώς η πομπή πλησίαζε στο χείλος της. Καθώς αρχίζανε να καλπάζουνε στην ανηφοριά προς τα κει, μια χρυσαφένια λάμψη ξάστραψε κάπου στη δύση κι έκρυψε το τοπίο πίσω από φωτερά πέπλα. Η άβυσσος ήταν ένα στροβιλιζόμενο χάος ρόδινης και γαλάζιας φαντασμαγορίας κι αόρατες φωνές τραγουδούσανε χαρμόσυνα καθώς η συνοδεία των ιπποτών σάλταρε από την άκρη του χείλους κι άρχισε να κατεβαίνει μ' ανάλαφρη χάρη, περνώντας μες από αστραποβόλα σύννεφα κι ασημένιες λάμψεις.
     Οι καβαλάρηδες κατεβαίναν ατέλειωτα, με τις οπλές από τα πολεμικά τους άτια να γαντζώνονται στον αιθέρα σα να καλπάζανε πάνω σε χρυσαφένιες άμμους. Και μετά, οι φωτεινές καταχνιές σκιστήκανε κι ανοίξανε για ν' αποκαλύψουνε μιαν ακόμα μεγαλύτερην ομορφιά, όλη κείνη την ομορφιά της πόλης Σελεφαΐς και την ακτή πέρα και τη χιονισμένη βουνοκορφή που δέσποζε στη θάλασσα και τις ζωηρόχρωμες γαλέρες που σάλπαραν από το λιμάνι για τους αλαργινούς τόπους, όπου η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό.


     Κι από τότε, ο Κουράνις βασιλεύει στο Ουθ-Ναργκάι και σ' όλες τις γειτονικές περιοχές του ονείρου και διατηρεί την αυλή του πότε στη Σελεφαΐς και πότε στη συννεφόχτιστη Σεράνιαν. Βασιλεύει εκεί ακόμα και θα συνεχίσει να βασιλεύει ευτυχισμένα για πάντα, μ' όλο που κάτω από τους γκρεμούς του Ίνσμουθ, οι παλίρροιες των Στενών έπαιζαν με το κουφάρι ενός αλήτη, που 'χε διασχίσει τρεκλίζοντας το μισοέρημο χωριό κείνη την αυγή. Παίζανε κοροϊδευτικά και το πετούσανε στα βράχια, κάτω από τους κισσοντυμένους Πύργους του Τρέβορ, όπου ένας εντυπωσιακά χοντρός κι ιδιαίτερα απεχθής, εκατομμυριούχος εργοστασιάρχης μπίρας, απολάμβανε την αγορασμένην ατμόσφαιρα μιας χαμένης ευγενικής γενιάς.

___________________________________
 
Ηoward Phillips Lovecraft
"Selefais" (1927)
Μετάφραση Γιώργος Μπαλάνος

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013



25 Αυγούστου 1983

Στο ρολόι του μικρού σταθμού είδα πως ήταν περασμένες 11 το βράδυ. Πήγα περπατώντας στο ξενοδοχείο. Όπως κι άλλες φορές, ένιωσα αυτή την παραίτηση και την ανακούφιση που μας προκ
αλούν οι οικείοι χώροι. Η μεγάλη εξώπορτα ήταν ανοιχτή• το κτίριο, σκοτεινό. Μπήκα στο χολ που οι θαμποί καθρέφτες του επαναλάμβαναν τα φυτά του σαλονιού. Κατά περίεργο τρόπο, ο ξενοδόχος δε με γνώρισε και μου εμφάνισε το βιβλίο πελατών. Πήρα την πένα που ήταν κρεμασμένη στο αναλόγιο, τη βούτηξα στο μπρούντζινο μελανοδοχείο και, τη στιγμή που έσκυβα πάνω απ’ το ανοιχτό βιβλίο, συνέβη η πρώτη απ’ τις πολλές εκπλήξεις που μου επιφύλασσε εκείνη η νύχτα. Τ’ όνομά μου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ήταν ήδη γραμμένο, και το μελάνι, ακόμα νωπό.
Ο ξενοδόχος μου είπε:
«Νόμιζα πως είχατε ήδη ανέβει».
Ύστερα, αφού με περιεργάστηκε, ένιωσε την ανάγκη ν’ απολογηθεί:
«Συγγνώμη, κύριε. Ο άλλος κύριος σας μοιάζει πάρα πολύ, αλλά εσείς είστε πολύ νεότερος».
Τον ρώτησα: «Σε ποιο δωμάτιο είναι;»
«Μου ζήτησε το 19» ήταν η απάντησή του.
Το φοβόμουν.



Άφησα κάτω την πένα κι ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά. Το δωμάτιο 19 βρισκόταν στον δεύτερο όροφο κι έβλεπε σε μια φτωχή, εγκαταλειμμένη αυλή όπου υπήρχε ένας καγκελωτός φράχτης και, το θυμάμαι καλά, ένα παγκάκι. Ήταν το πιο ψηλό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έσπρωξα την πόρτα που υποχώρησε. Ο πολυέλαιος δεν ήταν αναμμένος. Κάτω απ’ το αμείλικτο φως με αναγνώρισα: με την πλάτη γυρισμένη, πάνω στο στενό σιδερένιο κρεβάτι, γερασμένος, αδυνατισμένος και κατάχλομος, με το βλέμμα χαμένο στα γύψινα του ταβανιού. Άκουσα τη φωνή. Δεν ήταν ακριβώς η δική μου• ήταν αυτή που ακούω πάντα στις μαγνητοφωνήσεις μου: άχαρη και δίχως αποχρώσεις.
«Τι παράξενο...» έλεγε, «είμαστε δύο κι είμαστε ο ίδιος. Βέβαια, τίποτα στα όνειρα δεν είναι παράξενο.»
Έντρομος ρώτησα:
«Ώστε όλο αυτό είναι όνειρο;»
«Είμαι σίγουρος πως είν’ το τελευταίο μου.»
Μου ’δειξε με το χέρι ένα άδειο φλασκί πάνω στο μαρμάρινο κομοδίνο.
«Θα χρειαστεί να ονειρευτείς πολύ πριν φτάσεις σ’ αυτή τη νύχτα. Σε ποια χρονιά είσαι εσύ;»
«Δεν είμαι σίγουρος» του απάντησα, άναυδος, «αλλά ξέρω πως έκλεισα χθες τα εξήντα ένα.»
«Όταν η αϋπνία σου σε οδηγήσει σ’ αυτή τη νύχτα, θα έχεις κλείσει, χθες, τα ογδόντα τέσσερα. Σήμερα έχουμε 25 Αυγούστου 1983.»
«Θα πρέπει δηλαδή να περιμένω τόσα χρόνια...» ψιθύρισα.
«Τώρα πια, εμένα δε μου μένει τίποτα» είπε απότομα. «Μπορώ να πεθάνω ανά πάσα στιγμή, μπορώ να χαθώ μέσα σ’ αυτό που δε γνωρίζω, και συνεχίζω να ονειρεύομαι τον άλλο μου εαυτό. Είναι το ανιαρό θέμα που μου χάρισαν οι καθρέφτες και ο Στίβενσον.»
Αισθάνθηκα πως η επίκληση του Στίβενσον ήταν ένας αποχαιρετισμός και όχι επίδειξη ευρυμάθειας. Ήμουν αυτός και καταλάβαινα. Δεν αρκούν οι πιο δραματικές στιγμές για να γίνει κανείς Σαίξπηρ και να δώσει αξιομνημόνευτες φράσεις. Για να τον διασκεδάσω, του είπα:
«Ήξερα πως θα σου συνέβαινε αυτό. Εδώ μέσα ακριβώς, πριν από χρόνια, σ’ ένα από τα κάτω δωμάτια, είχαμε αρχίσει να εξυφαίνουμε το σχέδιο αυτής της αυτοκτονίας».
«Ναι» μου αποκρίθηκε αργά, σαν να συμμάζευε τις αναμνήσεις του. «Αλλά δε βλέπω τι σχέση έχει. Σ’ εκείνο το σχέδιο, είχα πάρει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Αδρογκέ, κι όταν έφτασα στο Ξενοδοχείο Las Delicias, ανέβηκα στο δωμάτιο 19, το πιο απομακρυσμένο. Εκεί μέσα αυτοκτόνησα.»




«Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ» του είπα.
«Εδώ; Μα πάντα είμαστε εδώ. Εδώ σε ονειρεύομαι, σ’ αυτό το σπίτι της οδού Μαϊπού. Κι εδώ μέσα σβήνω, σ’ αυτό το δωμάτιο που ήταν της μητέρας.»
«...που ήταν της μητέρας» επανέλαβα, χωρίς να θέλω να καταλάβω. «Εγώ σε ονειρεύομαι σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο 19, στον πάνω όροφο.»
«Ποιος ονειρεύεται ποιον; Εγώ ξέρω πως σ’ ονειρεύομαι, αλλά δεν ξέρω αν μ’ ονειρεύεσαι κι εσύ. Πάνε τόσα χρόνια που γκρέμισαν το ξενοδοχείο του Αδρογκέ: είκοσι, μπορεί και τριάντα. Ποιος ξέρει...»
«Εγώ είμαι αυτός που ονειρεύεται» απάντησα, με κάποια έπαρση.
«Δεν καταλαβαίνεις πως το βασικό είναι να επαληθεύσουμε αν ένας είναι αυτός που ονειρεύεται, ή δύο που ο ένας ονειρεύεται τον άλλον.»
«Εγώ είμαι ο Μπόρχες, που είδα τ’ όνομά σου γραμμένο στο βιβλίο κι ανέβηκα.»
«Μπόρχες είμαι εγώ, που αυτή τη στιγμή πεθαίνω στην οδό Μαϊπού.»
Μετά από μια παύση, ο άλλος μου είπε:
«Ας δούμε ποιος λέει αλήθεια. Ποια ήταν η πιο τρομερή στιγμή στη ζωή μας;»
Έσκυψα από πάνω του κι ανταλλάξαμε δυο-τρεις κουβέντες. Ξέρω πως και οι δυο μας λέγαμε ψέματα.
Ένα αδύναμο χαμόγελο φώτισε το γερασμένο πρόσωπο. Ένιωσα πως, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το χαμόγελο αντανακλούσε το δικό μου.
«Είπαμε ψέματα ο ένας στον άλλον» μου είπε, «γιατί μας θεωρούμε δύο και όχι έναν. Η αλήθεια είναι ότι είμαστε δύο και είμαστε ένας.»
Η συζήτηση είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει. Του το είπα. Και πρόσθεσα:
«Κι εσύ που είσαι στο 1983, δεν μπορείς να μου αποκαλύψεις τίποτα για το χρόνια που μου μέλλεται να ζήσω;»
«Τι να σου πω, καημένε μου Μπόρχες... Οι συνηθισμένες δυστυχίες σου θα επαναληφθούν. Θα μείνεις μόνος σ’ αυτό το σπίτι. Θ’ αγγίζεις τα βιβλία χωρίς γράμματα, το μενταγιόν του Σβέντεμποργκ και την ξύλινη σημαία με το Σταυρό της Ομοσπονδίας. Η τυφλότητα δεν είναι το σκότος• είναι μια μορφή μοναξιάς. Θα γυρίσεις στην Ισλανδία.»
«Ισλανδία! Ισλανδία των θαλασσών!»
«Στη Ρώμη, θα επαναλάβεις τους στίχους του Κιτς, που τ’ όνομά του, όπως όλα τα ονόματα, γράφτηκε στο νερό.»
«Δεν έχω πάει ποτέ στη Ρώμη.»
«Και μετά θα γράψεις το καλύτερο ποίημά σου, που θα ’ναι μια ελεγεία.»
«Για το θάνατο της...» συμπλήρωσα, αλλά δεν τόλμησα να πω το όνομα.
«Όχι• εκείνη θα ζήσει πιο πολύ από σένα.»
Μείναμε σιωπηλοί. Εκείνος συνέχισε:
«Θα γράψεις το βιβλίο που ονειρευόμασταν τόσα χρόνια. Γύρω στα 1979, θα καταλάβεις πως το υποτιθέμενο έργο σου δεν είναι παρά μια σειρά σχεδιάσματα, ποικίλα σχεδιάσματα, και θα υποκύψεις στον μάταιο και δεισιδαίμονα πειρασμό να γράψεις το μεγάλο σου βιβλίο. Μιλώ για τη δεισιδαιμονία που μας επέβαλαν ο Φάουστ του Γκέτε, η Σαλαμπό ή ο Οδυσσέας. Είναι απίστευτο πόσες σελίδες έχω γεμίσει!»
«Και στο τέλος κατάλαβες ότι είχες αποτύχει.»
«Ακόμα χειρότερα: κατάλαβα πως το έργο μου ήταν αριστούργημα, με την πιο αφόρητη έννοια του όρου. Οι καλές προθέσεις μου δεν ξεπερνούσαν τις πρώτες σελίδες: στις άλλες ήταν οι λαβύρινθοι, τα μαχαίρια, ο άνθρωπος που θαρρεί πως είναι εικόνα, το είδωλο στον καθρέφτη που θαρρεί πως είναι αληθινό, ο τίγρης των νυχτών, οι μάχες που γυρίζουν στο αίμα, ο Χουάν Μουράνια τυφλός και τραγικός, η φωνή του Μασεδόνιο, το καράβι που χτιζόταν με τα νύχια των νεκρών, τα παλιά αγγλικά που απάγγελνες τα βράδια.»
«Αυτό το μουσείο μού είναι οικείο» παρατήρησα με ειρωνεία.
«Κι εκτός απ’ αυτά, οι λανθασμένες αναμνήσεις, το διπλό παιχνίδι των συμβόλων, οι μακρές απαριθμήσεις, ο καλός χειρισμός του προζαϊσμού, οι ατελείς συμμετρίες που οι κριτικοί ανακαλύπτουν γοητευμένοι, τα όχι πάντα απόκρυφα παραθέματα.»
«Το εξέδωσες αυτό το βιβλίο;»
«Μου πέρασε απ’ το νου η μελοδραματική απόφαση να το καταστρέψω, ίσως να το κάψω, και κατέληξα να το εκδώσω στη Μαδρίτη, με ψευδώνυμο. Μϊλησαν τότε για έναν χονδροειδή μιμητή του Μπόρχες, που είχε το ελάττωμα να μην είναι ο Μπόρχες και να επαναλαμβάνει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προτύπου.»
«Αυτό, δε με εκπλήσσει» δήλωσα. «Κάθε συγγραφέας καταλήγει να είναι ο λιγότερο ευφυής μαθητής του.»
«Αυτό το βιβλίο υπήρξε ένας απ’ τους δρόμους που με οδήγησαν σ’ αυτή τη νύχτα. Θέλεις να σου πω τους άλλους; Η ταπείνωση των γηρατειών, η βεβαιότητα ότι κάθε μέρα την είχα ξαναζήσει...»
«Δε θα το γράψω αυτό το βιβλίο» του είπα.
«Θα το γράψεις. Τα λόγια μου, που τώρα είναι το παρόν, αργότερα δε θα ’ναι παρά η ανάμνηση ενός ονείρου.»


Ο δογματικός του τόνος με ενόχλησε• αυτός θα είναι σίγουρα που παίρνω όταν διδάσκω. Με ενόχλησε το γεγονός ότι μοιάζαμε τόσο πολύ κι ότι αξιοποιούσε την ασυλία που του παρείχε η εγγύτητα του θανάτου. 

Για να ισοφαρίσω, του είπα:
«Είσαι τόσο σίγουρος πως θα πεθάνεις;»
«Ναι» μου αποκρίθηκε. «Αισθάνομαι μια γλυκύτητα και μια ανακούφιση που δεν τις είχα αισθανθεί ποτέ πριν. Δεν μπορώ να σ’ το εξηγήσω. Όλες οι λέξεις απαιτούν μια κοινή εμπειρία. Γιατί δείχνεις σαν να σ’ ενοχλούν τόσο πολύ αυτά που σου λέω;»
«Γιατί μοιάζουμε υπερβολικά. Μισώ το πρόσωπό σου που είναι η καρικατούρα μου, μισώ τη φωνή σου που είναι απομίμησή μου, μισώ το θλιβερό συντακτικό σου που είναι το δικό μου.»
«Κι εγώ το ίδιο» είπε ο άλλος. «Γι’ αυτό αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω.»


Έξω, ένα πουλί κελάηδησε.
«Είναι το τελευταίο» είπε ο άλλος.
Μ’ ένα νεύμα, με κάλεσε να πάω κοντά του. Το χέρι του έψαξε το δικό μου. Έκανα πίσω• φοβήθηκα μη γίνουν ένα.
Μου είπε:
«Οι στωικοί διδάσκουν ότι δεν πρέπει να ’χουμε παράπονα από τη ζωή• η πόρτα της φυλακής είναι ανοιχτή. Έτσι το εκλάμβανα πάντα, αλλά η τεμπελιά και η δειλία με καθυστέρησαν. Εδώ και καμιά δεκαριά μέρες, έδινα στο Λα Πλάτα μια διάλεξη με θέμα το Έκτο Βιβλίο της Αινειάδας. Ξαφνικά, εκεί που απάγγελνα ένα εξάμετρο, κατάλαβα ποιος ήταν ο δρόμος μου. Πήρα αυτή την απόφαση. Από εκείνη τη στιγμή, νιώθω άτρωτος. Η τύχη μου θα είναι η δική σου. Θα δεχθείς τη βίαιη αποκάλυψη, εκεί στη μέση των λατινικών και του Βιργίλιου, και θα ’χεις ξεχάσει τελείως αυτόν τον περίεργο προφητικό διάλογο που εξελίσσεται σε δύο χρόνους και δύο χώρους. Όταν θα ξαναονειρευτείς, θα είσαι αυτός που είμαι, και θα ’σαι τ’ όνειρό μου».
«Δε θα το ξεχάσω• αύριο κιόλας θα το γράψω.»
«Θα μείνει στο βυθό της μνήμης σου, κάτω από την πλημμυρίδα των ονείρων. Καθώς θα το γράφεις, θα νομίζεις ότι υφαίνεις ένα φανταστικό διήγημα. Μα δε θα ’ναι αύριο – σου μένουν πολλά χρόνια ακόμα.»


Έπαψε να μιλάει, και κατάλαβα ότι είχε πεθάνει. Κατά κάποιον τρόπο, μαζί του πέθαινα κι εγώ• έσκυψα όλο αγωνία πάνω στο μαξιλάρι, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς.
Βγήκα με φούρια απ’ το δωμάτιο.

Έξω, δεν ήταν ούτε η αυλή, ούτε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, ούτε το μεγάλο σιωπηλό σπίτι, ούτε οι ευκάλυπτοι, ούτε τ’ αγάλματα, ούτε η κληματαριά, ούτε τα σιντριβάνια, ούτε η μεγάλη καγκελόπορτα του Αδρογκέ.

Έξω, με περίμεναν άλλα όνειρα.

Μπουένος Άιρες, 1977.


Jorge Luis Borges (24.8.1899-14.6.1986)

Δευτέρα 7 Μαΐου 2012

Το παιδί και οι ληστές






Ήτανε ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του
   
πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές.
   
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
   
άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
   
Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε στα βουνά
   
να τον κάνουμε ληστή.
   
Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
   
να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
   
Κάθε νύχτα το παιδί τρελό από το φόβο του
   
μέσ’ από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους
   
τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
   
Κι εκείνη το ’παιρνε και το χάιδευε
   
το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι :
   
Ήτανε ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του
   
πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές.
   
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
   
άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
   
Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε στα βουνά
   
να τον κάνουμε ληστή.
   
Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
   
να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
   
Κάθε νύχτα το παιδί τρελό από το φόβο του
   
μέσ’ από κάμαρες και σκάλες και διαδρόμους
   
τους ξέφευγε για να χωθεί στην αγκαλιά της.
   
Κι εκείνη το ’παιρνε και το χάιδευε
   
το κοίμιζε πάντα με το ίδιο παραμύθι :
   
Ήτανε ένα παιδί και κάτω απ’ το κρεβάτι του
   
πλαγιάζανε τις νύχτες δυο ληστές...
   

Τα αντικλείδια, 1988




Γιώργος Παυλόπουλος 1924-2008