Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lovecraft Howard Phillips ( Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lovecraft Howard Phillips ( Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Howard Phillips Lovecraft από τον Παντελή Γιαννουλάκη




Υπάρχουν άνθρωποι που vιώθoυv ξενιτεμένοι σ ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς κι οι ίδιοι να ξέρουν το γιατί. Αυτό που όλοι οι άλλοι γύρω τους ονομάζουν πραγματικότητα, δεν είναι γι ’ αυτούς παρά ψευδαίσθηση, ένα μπερδεμένο και συχνά βασανιστικό όνειρο, από το οποίο θα προτιμούσαν να ξυπνήσουν. Ζώντας σ’ αυτόν τον κόσμο, νοιώθουν καταδικασμένοι και εξόριστοι, λες και βρίσκονται σε χώρα ξένη κι εχθρική. Με αφάνταστη νοσταλγία λαχταρούν μια άλλη πραγματικότητα που νομίζουν ότι θυμoύvται, μια άλλη μακρινή πατρίδα που στοιχειώνει τις σκέψεις τους, χωρίς ωστόσο να μπορούν να πουν τίποτα συγκεκριμένο γι’ αυτήν… 


Μίχαελ Έντε, «Το Παραμύθι Αυτού που Έδειχνε το Δρόμο»










«Χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, αφιέρωσα την ήδη μακριά ζωή μου στη λογοτεχνία, στη διδασκαλία, στην απραξία, στη φιλοσοφία, στην ήρεμη περιπέτεια της συζήτησης, στη φιλολογία -που την αγνοώ- σ ’ αυτήν τη μυστηριώδη μανία, την πόλη που με γέννησε, και στις περιπλοκότητες που -όχι χωρίς κάποια δόση υπεροψίας- αποκαλούνται μεταφυσική. Ταυτόχρονα, δεν έλειψε από τη ζωή μου και η φιλία μερικών ανθρώπων, που είναι και το ουσιαστικότερο. Πιστεύω πως δεν έχω ούτε έναν εχθρό ή, αν έχω κάποιους, ήταν τόσο ευγενικοί που ποτέ δε μ’ άφησαν να το καταλάβω. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνον εκείνοι που αγαπάμε…

Με το να είμαι τυφλός ζω μέσα στη μοναξιά. Έχω φίλους, βέβαια, αλλά δεν είναι δυνατό να μου αφιερώνουν όλο το χρόνο τους. Έτσι, περνώ το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου μόνος. Όλες αυτές τις ώρες τις περνώ ονειροπολώντας. Έχω πάντα στο νου μου μια ιστορία, που θa γίνει διήγημα ή ποίημα. Έχω την τάση να μετατρέπω τα πάντα σε λογοτεχνία. Δε θa ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτεχνία… Δε γράφω για μια μικρή ελίτ, που δεν την υπολογίζω, ούτε γι’ αυτό το αφηρημένο και τόσο παινεμένο πλατωνικό σύνολο που αποκαλούμε Μάζα. Δεν πιστεύω σ’ αυτές τις δύο γενικότητες, τις τόσο αγαπητές στους δημαγωγούς. Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του Χρόνου»
 Χόρχε Λουίς Μπόρχες









Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1890 στο Πρόβιντενς του Ροντ Άιλαντ των Η.Π.Α. και πέθανε στις 15 Μαρτίου 1937…


Όσο ζούσε, ήταν ένας άσημος συγγραφέας, στοχαστής και επιστολογράφος, αλλά και ένας πολύ σεμνός άνθρωπος. Δε γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τίποτε άλλο γι’ αυτόν… Το ίδιο ισχύει και για όλους τους ανθρώπους που έχουν φύγει από αυτόν τον κόσμο: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια τίποτε γι’ αυτούς. Όλοι φεύγουν παίρνοντας το μυστικό τους μαζί τους, κι αφήνουν πίσω τους μια ψυχρή περίληψη, που είναι σχεδόν ίδια από μάρμαρο σε μάρμαρο.



Το μόνο πράγμα που δίνει ένα καθαρό στίγμα μέσα στην απέραντη παραδοξολογία του κόσμου, το μόνο συμπονετικό σχήμα που κλείνει μέσα του τον κώδικα της καθαρής μετάδοσης της γνώσης του κόσμου, της γνώσης των ανθρώπων που έφυγαν, αλλά και τη μόνη γνωστή περιγραφή του «Απρόσωπου», είναι ο Μύθος. Στο Μύθο πρέπει να αναζητήσουμε το πρίσμα μέσα από το οποίο θα αποτολμήσουμε να κοιτάξουμε την εικόνα του X. Φ. Λάβκραφτ. Γιατί αυτό είναι ο Λάβκραφτ: ένας μύθος. 
Μονάχα αυτός ο μύθος έχει απομείνει από αυτόν.



Κοιτώντας μέσα από αυτό το πρίσμα κατανόησης, θα ανακαλύψουμε πάλι, ότι όλοι μας φτιάχνουμε ένα μύθο με τη ζωή μας. Μόνο αυτός ο μύθος, αν έχει φτιαχτεί να είναι αρκετά γενναίος, καταφέρνει να ξεφύγει από τα νυχτερινά κάγκελα που περικυκλώνουν την πέτρινη βιβλιοθήκη. Μόνο μέσα από αυτό το μυστικό σχήμα η μικρή μας ιστορία δεν παραμορφώνεται από κεφάλι σε κεφάλι και δε λιώνει μαζί τους, αλλά, αντίθετα, πλουτίζει όλο και πιο πολύ, αποκτά νέα υπέροχα νοήματα και αποκτά την περίεργη απρόσωπη παγκοσμιότητα από την οποία κάποτε ξεκίνησε στην άβυσσο του Χρόνου.



Πρέπει να επισημάνω πάλι, ότι ακόμη και αυτό το μυστικό σχήμα, όσο καθαρό και απλό κι αν είναι, γίνεται πάρα πολύ ιδιόμορφο όταν προσπαθούμε να ατενίσουμε μέσα από αυτό την εικόνα των ανθρώπων που συγχωνεύτηκαν μ’ αυτό. Δηλαδή, όταν θέλουμε να ερευνήσουμε το μύθο που άφησαν πίσω τους αυτοί που έφτιαχναν μύθους. Αν διαλογιστεί κανείς πάνω σε αυτήν τη σκέψη, ίσως ανακαλύψει πανέμορφες ιδιομορφίες της αρχικής ιδιομορφίας.



Άλλωστε, πρόκειται για ένα παιχνίδι ανακαλύψεων που από μόνο του αναπαράγει κάθε ιδιομορφία. Ένα ακόμη βήμα στο παιχνίδι αυτό (για να δώσω ένα ακόμη στοιχείο της ιδιομορφίας του), είναι η αποκωδικοποίηση του μύθου που άφησαν πίσω τους αυτοί που ερευνούσαν τους μύθους που άφησαν πίσω τους αυτοί που έφτιαχναν μύθους, αλλά και η νέα μυθοπλασία που προέκυψε όταν αποφάσισαν να τους συνεχίσουν.



Δυστυχώς, πολλές φορές ούτε και ο Μύθος δεν ξεφεύγει από την κατάρα των ακροβατικών συλλογισμών και ένας εξερευνητής πρέπει να συνηθίσει, επίσης, σε τέτοιους ακροβατικούς συλλογισμούς. Αλλά πώς να τα αποφύγεις όλα αυτά, όταν θέλεις να μιλήσεις για ακροβάτες που γεωμετρούσαν το Παράδοξο και χαρτογράφησαν νέες περιοχές του Μύθου, προσθέτοντας ένα ακόμη κεφάλαιο στην Παγκόσμια Ιστορία της Ανθρώπινης Θλίψης;



Ο συγγραφέας δημιουργεί αντανακλάσεις του εαυτού του και τις στέλνει σαν ανιχνευτές να εξερευνήσουν περιοχές που ο ίδιος δεν μπορεί να φτάσει. Έτσι, η προσπάθεια να ακολουθήσεις τα ίχνη ενός συγγραφέα που χάθηκε για πάντα σ’ αυτές του τις εξορμήσεις, στα πρώτα της βήματα είναι αναγκασμένη να εστιαστεί στα ίχνη των ανιχνευτών του. Όλο αυτό, από μόνο του, είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, από την οποία κανείς δεν μπορεί να βγει ανεπηρέαστος. Όμως, γιατί να διστάζουμε μπροστά στους περιορισμούς και τις πολυπλοκότητες;



Έτσι κι αλλιώς, η εξερεύνηση που αποτολμούμε να κάνουμε έχει τους κινδύνους της, αλλά και τη γοητεία της. Ίσως τα πράγματα να είναι πιο απλά απ’ ότι φαίνονται, και οι πρώτες θολές εικόνες τους να είναι λεπτομερή πορτραίτα, που τα κοιτούσαμε με τα λάθος γυαλιά.






X. Φ. Λάβκραφτ ο «άνθρωπος με τα χίλια και ένα ονόματα».

Ο X. Φ. Λάβκραφτ -όπως και κάθε αληθινός συγγραφέας- είναι ο «άνθρωπος με τα χίλια και ένα ονόματα». Θα πρέπει να θυμόμαστε, ότι «Λάβκραφτ» είναι απλώς το όνομα της αφετηρίας, και ότι είναι βέβαιο πως θα έχει αλλάξει σε κάτι πολύ διαφορετικό όταν θα ανακαλύψουμε το τέρμα.

Ένα όνομα που έχει χρησιμοποιήσει αρκετές φορές στα διηγήματά του, για να μεταμφιέσει τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα τους, είναι: Ράντολφ Κάρτερ. Όμως, καταδυόμενος στον υπερχώρο των διηγήσεών του, που πολλές από αυτές δεν είναι παρά συγκαλυμμένες περιγραφές των ξέφρενων ονείρων του, αλλάζει εκατοντάδες μάσκες, όπως αυτή του Κουράνη, που προσπαθεί να διαπεράσει το φράγμα των ονείρων, για να βασιλέψει στη χαμένη Σελεφαΐς, όπως ακριβώς ο Ράντολφ Κάρτερ αναζητεί το Ασημένιο Κλειδί, για να ταξιδέψει πέρα από τις Πύλες που αυτό ανοίγει, ή πέρα μακριά στην παγωνιά της άγνωστης Καντάθ.

Αλλά μεταμορφώνεται και σε Ίρανον που αναζητεί τη χαμένη Αιρα, και σε Χέρμπερτ Γουέστ που αναζητεί το μυστικό της αναβίωσης των νεκρών. Γίνεται ο ανώνυμος εξερευνητής που χάνεται στα Βουνά της Τρέλας, και ο Τσαρλς Ντέξτερ Γουώρντ, αλλά ίσως ταυτόχρονα και ο Τζόζεφ Κάρβεν, όμως και ο Γουώλτερ Γκίλμαν που ονειρεύεται άλλες διαστάσεις στο Σπίτι της Μάγισσας.

Έπειτα φορά το πρόσωπο του Τζέρβας Ντάντλεη καταδυόμενος σε έναν Τύμβο, του Τζο Σλέητερ ή Σλάαντερ πέρα από το Τείχος του Ύπνου, και του Ρίτσαρντ Άπτον Πίκμαν του καταγράφει με τα πινέλα του τα πρόσωπα των Γκουλς. Μεταμορφώνεται σε καθηγητή Τζωρτζ Γκ. Έηντζελ, σε γλύπτη Χένρυ Α. Γουίλκοξ, και σε επιθεωρητή Τζων Ρέημοντ Λεγκρές, κυνηγημένος από τα όνειρα του Κθούλου. Αλλά και σε Μπέηζιλ Έλτον, φαροφύλακα του βορειότερου σημείου, και σε Αρθουρ Τζέρμιν, για να πάρει κατόπιν την ταυτότητα του Κρώφορντ Γίλινγκαστ και να συνδεθεί με μηχανήματα όρασης του Αγνώστου. Ονομάζει τον εαυτό του «σύντροφο του υπολοχαγού Κλέντσε» σε ένα γερμανικό υποβρύχιο στα βάθη αρχαίων ωκεανών, και δόκτωρ Χένρυ Αρμιτατζ σε τρόμους του Ντάνγουιτς, ίσως και Γουίλμπορ Γουέητλυ, που κανείς δεν ξέρει τι απέγινε…

Γίνεται η σκιά του Χένρυ Έηκελυ που ψιθυρίζει στο σκοτάδι, και κάποιος Ξένος έχει πάρει τη θέση του στην πολυθρόνα. Λαξεύει την πέτρα σαν γλύπτης Μουσίδης κάποιας ονειρικής Ελλάδας, και χάνεται σε φεγγαροφωτισμένους βάλτους σαν Ντένις Μπάρυ. Κοιμάται καθώς φρουρεί τις επάλξεις και οι εχθροί παίρνουν την Πόλη, και μελετά τα Επτά Κρυπτικά Βιβλία της Γης σαν ο σοφός Μπαρζάι της Ούλθαρ.

Αγναντεύει τη νύχτα του Διαστήματος σαν Νάχουμ Γκάρντνερ, και σαν ανίερος ιερέας βάζει το περίστροφο στον κρόταφο για να λυτρωθεί από ένα κυνηγόσκυλο που σαν εφιάλτης τον περιμένει έξω από την πόρτα. Ακολουθεί τα μονοπάτια του μοναχικού ταξιδιώτη, καλεσμένος από αρχαίες παραδόσεις σε ένα μυστικό ψαροχώρι, και σε άγνωστους τόπους προσπαθεί να ξεφύγει από την αρχαία αγκαλιά του θεού Ύπνου. Ανακαλύπτει στο κατώφλι του ένα σκοτεινό μείγμα από παλιούς του εαυτούς -το «πράγμα» με το όνομα Έντουαρντ Πίκμαν Ντέρμπυ- και έπειτα διαφωνεί για ακατονόμαστους λόγους με μια αντανάκλασή του που λέγεται Τζόελ Μάντον.

Φυλακίζεται στις μυστικές κρύπτες των φαραώ σαν Χάρυ Χουντίνι -ο Αρχων των Αποδράσεων- και παίζει δαιμονικό βιολί από ένα παράθυρο που κοιτά σε άγνωστες διαστάσεις σαν γέρος αινιγματικός μουσικός με το όνομα Εριχ Ζανν, αλλά ταυτόχρονα μπαίνει σε ένα άλλο σώμα για να ακούσει τη μουσική του από τον κάτω όροφο. Γίνεται «Εγώ» εξερευνώντας το «Αυτός» και αλλάζει σε έναν τρελό που παραμιλά στο Νεοϋορκέζο ντετέκτιβ του Ρεντ Χουκ με το όνομα Τόμας Φ. Μαλόουν, κυνηγώντας δαίμονες στα πρόσωπα των εμιγκρέδων.

Κατοικεί σε ένα ψηλό παράξενο σπίτι της Ομίχλης, που στην πόρτα του γράφει Τόμας Όλνεη. Αφήνει το προωθημένο πόστο Τέρα Νόβα της Αφροδίτης για να χαθεί σε στοές και ζούγκλες, φορώντας μάσκες οξυγόνου μάρκας «Κάρτερ». Αποκρυπτογραφεί το απαγορευμένο Νεκρονομικόν και ενώνεται με τη φευγαλέα σκιά του τρελού Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ, που τον καταβρόχθισε ένα αόρατο πλάσμα στο κέντρο της αγοράς στη Δαμασκό. Χάνεται ξανά απελπισμένος στη λαβυρινθώδη σπηλιά του Μαμούθ και πάλι βρίσκει έναν άλλο του εαυτό σε ένα μυστικό κελί κάποιου ερειπωμένου πύργου, με το όνομα Κόμης Αντουάν, «ο τελευταίος των δυστυχισμένων και καταραμένων Αόρδων ντε Κ …»

Αναζητά ως Μάρσια τη χαμένη Ποίηση των Θεών, και μεταλλάσσεται σε Χουάν Ρομέρο και απαρνιέται την κληρονομιά των Πιμπόντυ. Τον κυνηγούν ψαρόμορφα όντα στις ακτές του Ίνσμουθ, και συνομιλεί σε εφιάλτες μαζί με τον αινιγματικό, αλλά αληθινό, κάπταιν Μαρς. Σε Σκιές Έξω Από Το Χρόνο μεταμφιέζεται σε Ναθάνιελ Γουίνγκεητ Πήσλυ, για να εξομολογηθεί τρόμους και μυστικά που «δεν τόλμησε να πει σε κανέναν» Ξετυλίγει μια ολόκληρη τράπουλα ταυτοτήτων, σα να θέλει να ξεφύγει από κάποια θανάσιμη αναγνώριση, κάπου μέσα στο δάσος του Μπίλινγκντον (υπό το βλέμμα «Αυτού που Παραμονεύει στο Κατώφλι»),

… βλέπει τον τρόμο σε τρεμάμενους γραφικούς χαρακτήρες στο χειρόγραφο του Στήβεν Μπαίητς και μια παίρνει το πρόσωπο του Άμπροουζ Ντιούαρτ και έπειτα το σκοτεινό πρόσωπο του Γουίνφιλντ Φίλλιπς -που είναι μια σύνδεση του ονόματος του αληθινού πατέρα του και του επωνύμου της αληθινής μητέρας του- σε στρογγυλούς πύργους που είναι κατώφλια για τόπους πέρα από τα άστρα, σε Ρόδινα Παράθυρα που κοιτούν στην Άβυσσο.

Μεταμορφώνεται και σε Αλάιτζα Άτγουντ για να ανακαλύψει περίεργες αντίκες του παρελθόντος, αλλά και στον άνθρωπο που παρακολουθεί τις κινήσεις του. Έπειτα γίνεται Φρεντ Χάντλεη χτυπώντας την πόρτα του ασυνάρτητου Αμος Σταρκ, και αλλού εξερευνά τις τύχες της οικογένειας του Γουίλμπορ Έηκελυ, που είναι συγγενής του Χένρυ Έηκελυ, ενός παλαιότερου alter ego του. Αφήνει πίσω του πυρετώδη ημερολόγια σαν Αλόντζο Τάηπερ, σαν Γουώρντ Φίλλιπς ή σαν Μόρτιμερ Κέησυ…

Διηγείται την ιστορία του Αμπνερ Γουέτλη, ξαδέλφου του Γουίλμπορ Γουέτλη, ένα όνομα που είχε ο ίδιος σε κάποια άλλη διήγηση, που τη διηγιόταν κάποιος άλλος. Αναζητά τα ίχνη μιας Σκοτεινής Αδελφότητας και πέφτει στα ίχνη κάποιας Ρόουζ Ντέξτερ, που μοιάζει να είναι απόγονος κάποιας άλλης του μεταμφίεσης. Ερευνεί τα μυστικά ενός αληθινού στοιχειωμένου σπιτιού, που τα είχε ερευνήσει και ο Πόε, και φορά τη μάσκα του Νίκολας Γουώλτερς ερευνώντας το γενεαλογικό του δέντρο για να καταλήξει σε τόπους πέρα από το Χρόνο. Αυτοαποκαλείται δόκτωρ Μουνιόζ για να εξομολογηθεί τον τρόμο του για το κρύο και τα ψυχρά κλίματα, και ξαναβρίσκει τον εαυτό του σαν ένα απόμακρο Γκουλ που σκαρφαλώνει τους τοίχους ενός σκοτεινού υπόγειου του πύργου, για να βγει στην επιφάνεια μέσα από τον τάφο και ως το μοιραίο καθρέφτη της αυτοαναγνώρισης.







Σαν άσημος και φτωχός συγγραφέας, δίνει τις ιδέες του ή την τέχνη του σε διηγήματα με υπογραφές άλλων, έναντι μικρής αμοιβής. Κρύβεται στοιχειωμένος πίσω από υπογραφές όπως: Ελίζαμπεθ Μπέρκλεϋ, Αντόλφ ντε Κάστρο, Ζεάλια Μπίσοπ, Χέηζελ Χελντ, Σ. Μ. Έντυ, Ρόμπερτ Μπάρλοου, Γουί.λιαμ Λάμλεη, Σόνια Γκρην, Γουίλφρεντ Μπραντς Τάλμαν, Χένρυ Σ. Γουτχεντ, Ντουαίην Ράημελ, αλλά και πίσω από το αγαπημένο του ψευδώνυμο: Λούις Τέομπαλντ Τζούνιορ, που συνεχώς παραφράζεται σε Άρτσιμπαλντ Τέομπαλντ, σε Τσαρλς Τεόμπαλντους Τζούνιορ και σε Γουίνφρεντ Γουώρντ Τέομπαλντ… Συνεχίζοντας το λαβυρινθώδες αίνιγμα των χιλίων και ενός ονομάτων του, στις χιλιάδες επιστολές του υπογράφει με εκατοντάδες ονόματα, συνήθως ως Παππούς Χ.Φ.Λ. (Grandpa H.P.L.) ή με το ελληνικό όνομα Θεόβαλδος, ή και Θεοβάλδος.


Ξετυλίγοντας στους αλληλογράφους του μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από αινιγματικές υπογραφές, εξερευνά τους ονειρικούς του εαυτούς με ονόματα και τίτλους όπως: Λούις Τέομπαλντ, Λουντοβίκους Θεομπάλντους Τζούνιορ, «δικός σου για το 49ο Άκλο του μυστικού πέπλου», Έητς Πι Ελ Eich – Pi – El = H.P.L.), Πάππος Θεοβάλδος (στα ελληνικά), L. Ρ. Drawoh (ανάποδα το: Howard Ρ. L.), Λουντοβίκους Τιομπάλτούς Σεκούντας, Λο, Etaoin Shrdlu(!) αλλά και Loovdns, «δικός σου υπό την ακατονόμαστη αδελφότητα του Νυαρλαθοτέπ», «δικός σου στις Υπέρτατες αβύσσους», Παππούλης Ο’ Κέησυ, Τίμων Κορεολάνους Εσκουάιαρ, Χόρας Τουόλπολ, Αμπντούλ Αλχαζρέντ.



Η. Paget Lowe, Θεομπάλντους Φαντάστικους, Άρτσιμπαλντ Μαίηνγουώρινγκ, «δικός σου στο Χείλος της Αβύσσου», «ο πιο υπάκουος και ταπεινός υπηρέτης σας, Χ.Φ.Λ.», «δικός σου στην τελετή του ανώνυμου πλανήτη», X. Φον Λίμπεκραφτ, Λοθάριο Χάνεηκομπ – 13ος κόμης του Στόνυμπρουκ, Τιμπάλτους, Λ. Περσίνιους Θεμπάλντους, «δικός σου υπό τον 7ο ρούνο του Έιμπον», Θεοβάλδος Πέρκινς (στα ελληνικά), «δικός σου στο όνομα της Υπέρυθρης Δυτικής Αυγής». Βαρόνος της Αιώνιας Νύχτας του Χαστούρ, «δικός σου στο όνομα του βυθισμένου Μονόλιθου του Γκνοφ», «δικός σου υπό τη Μαύρη Σφραγίδα», Χουντίνι, ο Παππούς, ο Αβατάρ του Τσαθόγκουα, Λούντβιχ Πρινν, «δικός σου στη Λιτανεία του Θωθ», Τεομπάλντους ο Δακρύβρεχτος, Τεομπαλντ Πέρκινς, «δικός σου υπό τα πλοκάμια του Σόθο», Μέλμοθ ο Τρίτος.



«δικός σου στο όνομα της Πράσινης Σκιάς», Εγσδήνς (στα ελληνικά), «δικός σου στο Εξώτερο Κενό», ο Επιστολουργός, Θ. Σένεξ, ο Γέροντας Δίχως Γενειάδα, Grandpa Necro, Καέλιους Αλχαζρέντ Μορήτον Ο’ Κέησυ, X. Λ. Αουίς Ραντόλφο Καρτέρο Υ Τεομπάλντο, Ο’ Χάουαρντ ΜακΦίλλιπς ΑπΛάβκραφτ, «είθε όλα τα Τζίνι να σε υπηρετούν και είθε ο Τριπλός Ήλιος Μπζλαχ-Εοχ-Για να ακτινοβολεί αισίως σε όλες τις έρευνες σου -δικός σου, Αμπντούλ Αλχαζρέντ»




Μέσα σε αυτούς τους ατέλειωτους διαδρόμους με τους καθρέφτες, οι έρευνές, αναζητώντας τον Ράντολφ Κάρτερ, τον ονειρικό Λάβκραφτ, ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο πως θα ξέφευγαν από τα περιορισμένα πεδία του καθημερινού κόσμου και θα ανίχνευαν διαδρομές σε περιοχές ονείρου και Φαντασίας. Έστω κι αν «όλα τα Τζίνι θα με υπηρετούν», κανένα τους δε θα μπορεί να μου πει ποιο ήταν το όνομα του ανθρώπου που τα έστειλε. Το όνομα του ανθρώπου που ψάχνω, ταξιδεύοντας στη Μοναξιά του Χρόνου …







Ο Μύθος παραμένει πάντοτε ανώνυμος. 
Όχι για να μπορεί να εξαφανίζεται χωρίς ίχνη, αλλά για να μπορεί να εμφανίζεται όπου θέλει, όπως θέλει, χωρίς να ξεσηκώνει ένα σύννεφο από ερωτηματικά. Ο Μύθος κρύβει πάντοτε απαντήσεις που πολύ λίγοι μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν και δεν μπορώ να καυχηθώ ότι είμαι ένας από αυτούς. Αλλά κι αν ήμουν, γιατί να ξεκλειδώσω έτσι απλά το Κρυπτόγραμμά του, για να το δώσω σ’ αυτούς που από μόνοι τους δεν έχουν κατακτήσει τους Κώδικές του; Έτσι, λοιπόν, ο Μύθος πρέπει να ρωτά κι ο αναζητητής να προσπαθεί να καταλάβει την ερώτηση, πριν αρχίσει να δίνει τις μεγαλόστομες απαντήσεις του. Αναγκάστηκα να ξεκινήσω αυτή τη διαδρομή πάνω στο χαρτί με μια ερώτηση:




Είναι μια ερώτηση που κανείς από τους μεγάλους δημαγωγούς των Γραμμάτων δεν απάντησε, παρόλο που έδωσαν άπειρες εξηγήσεις για το «μυστηριώδες αυτό λογοτεχνικό φαινόμενο»… Έχοντας ερευνήσει τις αντιφατικές εξηγήσεις τους, που ποτέ δε με ικανοποίησαν (και δε γνωρίζω γιατί έχουν ικανοποιήσει πολλούς από τους αναγνώστες του Φανταστικού), αποφάσισα να ριψοκινδυνεύσω μια περιπλάνηση στους κόσμους του H.P.L. προσπαθώντας να δώσω μια αληθινή διάσταση στη ζωή του και στο έργο του, σύμφωνα με αυτά που εγώ ανακάλυψα, αυτά που εγώ ένιωσα, και σύμφωνα με αυτά που εγώ πιστεύω.

Το να είσαι απόλυτα αντικειμενικός είναι μια κατάρα που δε συμμερίζομαι καθόλου, γιατί όταν ερευνάς τα ίχνη ενός ανθρώπου που χάθηκε, η «αντικειμενικότητα» είναι μάλλον μια δικαιολογία για να στηρίξεις λογικά μια συγκεκριμένη άποψη (ή μια επιστημονική υποκρισία), παρά μια ανταπόκριση από μια αληθινή εξερεύνηση. Αυτόν το ρόλο προσπάθησα να πάρω μέσα στο χαρτί: του ανταποκριτή μιας αληθινής εξερεύνησης. Μέσα στους κόσμους της Λογοτεχνίας υπάρχει μονάχα ένας τρόπος εξερεύνησης: ο λογοτεχνικός. Και δε γνωρίζω καμιά πιο γοητευτική πρόκληση, από αυτήν της λογοτεχνικής εξερεύνησης μέσα στους φανταστικούς κόσμους ενός Μύθου της Φανταστικής Λογοτεχνίας.

… Και οι ακροβατικοί συλλογισμοί επιστρέφουν, για να ισορροπήσουν στο χείλος του γκρεμού που χωρίζει το «αληθινό» από το Φανταστικό. Ένας γκρεμός, που ίσως αποδειχθεί μια καλοφτιαγμένη οφθαλμαπάτη, για να αποθαρρύνει το πέρασμα προς την κρύπτη των μυστικών. Έτσι κι αλλιώς, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι γεμάτος από μυστικά και θαύματα, οφθαλμαπάτες και αντιφάσεις. Ακολουθώντας τα ίχνη του συγγραφέα, θα ανακαλύψουμε αληθινές καταστάσεις και περιστατικά, αληθινά πρόσωπα και διηγήσεις. Που, με τη σειρά τους, φτιάχνουν αληθινούς συνδέσμους με φανταστικές κατασκευές, που Χώνονται στον ουρανό της μοναδικής και αναμφισβήτητης αλήθειας: της Εσωτερικής Αλήθειας.





Έτσι, μπορώ να δηλώσω χωρίς δισταγμούς: «Κυρίες και Κύριοι, Είναι Όλα Αληθινά.» 
Κάνοντας ένα μοναχικό ταξίδι στο παρελθόν, ο Χρόνος σπάζει σε μικρά κομμάτια, το όνειρο έχει γίνει ένα με την περασμένη πια καθημερινότητα, γιατί ο ονειρευτής και ο παρατηρητής έχουν χαθεί για πάντα: ό,τι έζησε και ό,τι ονειρεύτηκε, έχουν γίνει πια όλα ένα όνειρο.
 Καθώς καταδυόμαστε στα βάθη αυτού του αβέβαιου ονείρου, ο Χρόνος κυλά παράξενα, σπασμωδικά, τα γεγονότα και οι πληροφορίες ανακατεύονται, και μεταλλάσσονται σε ατμόσφαιρες και συναισθήματα, καθώς θα προσπαθούμε να πλησιάσουμε τις χαμένες λεπτομέρειες της ζωής του συγγραφέα και του ονειρευτή. Έτσι λοιπόν, κινούμενοι σε έναν Υπερχώρο και σε έναν Υπερχρόνο, ας προσπαθήσουμε να αντικρίσουμε την αλήθεια την πιο εσωτερική, όσο θολή κι αν είναι αυτή.


Τα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει είναι όλα αληθινά, αλλά ταυτόχρονα είναι απλά κλειδιά, που ανοίγουν πόρτες που οδηγούν στο Όνειρο, και ποιος ξέρει πού αλλού. Δε γνωρίζω τι πρόκειται να βρει ο καθένας από τους συνταξιδιώτες μου πίσω από αυτές τις πόρτες, αλλά αυτή η γοητευτική άγνοια είναι ακόμη μία από τις ιδιόμορφες κατάρες του συγγραφέα. Την αποδέχομαι, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι τη μοίρα κάθε διήγησης: ότι θα ξεχαστεί, ή θα αλλάξει σε ένα νέο μύθο μέσα στο κεφάλι του αποδέκτη. 
Ο Έντγκαρ Αλλαν Πόε (που τόσο πολύ αγαπούσε ο Λάβκραφτ) είχε γράψει: «Ό,τι βλέπουμε και ό,τι φαινόμαστε, δεν είναι παρά ένα όνειρο, μέσα σε ένα όνειρο»







«Χ.Β. ΛΑΒΚΡΑΦΤ – ταξίδι στην μοναξιά του χρόνου»

Κοιτώντας πίσω μου, σε όλα εκείνα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον X. Φ. Λάβκραφτ, ανακαλύπτω ότι δεν ξεπερνούν τα στενά όρια που έχουν θέσει οι συγγραφείς τους, και -σχεδόν πάντα- αποτελούν μια μεταμφιεσμένη πρόφαση για να μιλήσουν για το δικό τους έργο. Αυτό, μάλιστα, συμβαίνει και με αξιόλογους και καταξιωμένους συγγραφείς στο χώρο της Έρευνας.

Ακόμη και ο Όγκαστ Ντέρλεθ (ο πιο πιστός αλληλογράφος του Λάβκραφτ, ιδρυτής του θρυλικού Arkham House, και συνεχιστής του έργου του, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων της Μυθολογίας Κθούλου, αλλά και o άνθρωπος που κρύβεται πίσω από τη δημοσιότητα που απέκτησε ο δάσκαλός του, έστω και μετά το θάνατό του), στα τέσσερα βιβλία που έχει γράψει για τον Λάβκραφτ και στα δεκάδες άρθρα του, είναι φανερό ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τις πωλήσεις του εκδοτικού του οίκου, αφιερωμένου στην υπόθεση, παρά για την ίδια τη μνήμη του Λάβκραφτ.

Αν και θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε μια αξιοθαύμαστη σεμνότητα (ο ίδιος ήταν απείρως καλύτερος συγγραφέας από τους περισσότερους που ανέδειξε), χαρακτηριζόταν πάντοτε από μια αδικαιολόγητη μυστικοπάθεια σε σχέση με πολλές από τις πτυχές της ζωής του δασκάλου του, και είναι ο κύριος υπεύθυνος για την προσεκτική λογοκρισία των περίπου χιλίων επιστολών του Λάβκραφτ, που δημοσίευσε σε πέντε επιλεκτικούς τόμους το «Arkham House» καθώς και για την εξαφάνιση από την αγορά του τρίτου τόμου από αυτούς, για σκοτεινούς λόγους.

Ο X. Φ. Λάβκραφτ, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους επιστολογράφους όλων των εποχών, έχοντας γράψει περίπου 120.000 επιστολές (που η κάθε μια τους είχε όγκο από μία σελίδα μέχρι και εκατό!) και είναι τρομακτικό να παρατηρεί κανείς μέσα στις χίλιες που δημοσιεύτηκαν, κάθε τόσο εκείνα τα πέντε αραιά αποσιωπητικά που σημαίνουν ότι ένας άγνωστος αριθμός παραγράφων ή σελίδων έχουν παραλειφθεί.

Ο πασίγνωστος στους αναγνώστες του Φανταστικού, Λιν Κάρτερ, κριτικός της Λογοτεχνίας, μελετητής και συγγραφέας, στα πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που έχει γράψει για τον Λάβκραφτ, περιορίζεται στην εξέταση της κατασκευής της Μυθολογίας Κθούλου (σχήμα που, κατά τη γνώμη μου, είναι αμελητέο μπροστά σε άλλα σημεία της περίπτωσης Λάβκραφτ), αναγκάζοντας το σοβαρό αναγνώστη να σκεφτεί ότι το κάνει επειδή υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον για την κατασκευή αυτή, (για την οποία, άλλωστε, σα σχήμα, δεν ευθύνεται ο ίδιος ο Λάβκραφτ, αλλά το Arkham House), κι ένα γεγονός που ενισχύει, ίσως, αυτή μου την επισήμανση είναι το ότι ακόμη και η διάσημη μελέτη του πάνω στο The Lord of the Rings του Τόλκιν, ήταν μια παραγγελία του Ιαπωνικού υπουργείου Πολιτισμού (!)…

Ο διάσημος και πολυγραφότατος ερευνητής και συγγραφέας Κόλιν Γουίλσον, παρόλο που έχει γράψει για τον Λάβκραφτ εκατοντάδες σελίδες, και γνωρίζει πολλά για τη ζωή και το έργο του, δεν ξεφεύγει από τη στείρα αυστηρότητα του ντε Καμπ. Τον ενδιαφέρει πάρα πολύ η απόκρυφη (Occult) προέλευση του έργου του Λάβκραφτ και οι «συμπτώσεις» που συναντιόνται μέσα σε αυτό, και γίνεται πολύ συχνά ένας ψυχρότατος ψυχολόγος «ερευνώντας την περίεργη περίπτωση του ασυνήθιστου αυτού ανθρώπου, αλλά τόσο μέτριου συγγραφέα».

Για όποιον διαθέτει στοιχειώδη παρατηρητικότητα ή τη σωστή ενημέρωση, είναι γνωστά τα παιχνίδια που παίζει ο Γουίλσον με τους διάφορους ακαδημαϊκούς κύκλους, που τον ρίχνουν σε αντιφάσεις και δισταγμούς, προκειμένου να έχει την εύνοιά τους, έπειτα ατό τον τόσο άδικο πόλεμο που του έχουν κάνει τις προηγούμενες δεκαετίες. Μου έχει δοθεί η ευκαιρία (και η τιμή) να συζητήσω μαζί του, και διαπίστωσα ότι οι απόψεις του διαφέρουν κατά πολύ από τα γραφόμενά του πάνω στο ζήτημα. Ο ίδιος, ίσως να έχει καταθέσει με καλύτερο τρόπο τη γνώμη του, στα διηγήματά του The Return of the LLoigor και The Mind Parasites, (τα έγραψε ερευνώντας για τον Λάβκραφτ), μεταμφιεσμένη πλέον με τη λογοτεχνική πρόθεση.

Συνεχίζοντας αυτή την αναγκαστική αναφορά πάνω στα κυριότερα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον Λάβκραφτ και το έργο του, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο πιο σοβαρός και ο πιο αφοσιωμένος μελετητής του Λάβκραφτ, είναι ο κύριος Σ. Τ. Τζόσι, κριτικός της Λογοτεχνίας, γνωστός αρθρογράφος και δοκιμιογράφος. Ο Τζόσι έχει γράψει έναν ολόκληρο κυκεώνα από τις πιο λεπτομερείς παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Λάβκραφτ, οι περισσότερες είναι βιβλιοθηκονομικού και ευρετηριακού χαρακτήρα (η πιο εξωφρενική που μπορώ να θυμηθώ, είναι αυτή που απαριθμεί τις αναφορές του Λάβκραφτ στις γάτες, σε όλα τα διηγήματα και τις επιστολές του), και η πολυμάθειά του είναι τέτοια πάνω στο θέμα, που δε νομίζω ότι μπορεί να τη σχολιάσει κανείς. Χαρακτηρίζεται, όμως, από μια περίεργη ψυχρότητα, και από την απαγορευτική ακρίβεια μιας υπολογιστικής μηχανής…

Ερευνώντας ολόκληρη τη διαθέσιμη βιβλιογραφία (που συχνά όμως είναι τόσο σπάνια), νομίζω πως είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς, ότι ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες και αξιόλογες αναφορές πάνω στο θέμα, οι οποίες κοιτούν σ’ αυτό από τη σωστή οπτική γωνία, είναι αυτές του Κέννεθ Γκραντ (επικεφαλής του αγγλικού Ο.Τ.Ο. Ordo Templi Orientis συγγραφέας, αποκρυφιστής και γνωστός ερευνητής), του Ρόμπερτ Τέρνερ (ιδρυτής του Order of the Cubic Stone, εκδότης, ερευνητής και φιλόλογος) του Τζέημς Τέρνερ (συγγραφέας και εκδότης, συνεχιστής του εκδοτικού οίκου Arkham House), του Ρίτσαρντ Λούποφ (συγγραφέας και βιογράφος), του Π. X. Κάννον (συγγραφέας και ανθολόγος) του Πήτερ Κολόζιμο (αρχαιολόγος, ερευνητής και συγγραφέας), του Πήτερ Σμιθ (ερευνητής και αρθρογράφος), και του Ρόμπερτ Άντον Γουίλσον (συγγραφέας βιβλίων Φαντασίας, όπως το θρυλικό Illuminatus!, και συνωμοσιολόγος). Οι άνθρωποι αυτοί έχουν εργαστεί πάνω στο ζήτημα πάρα πολύ, με την πιο αγνή ερευνητική και με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα, δικαιώνοντας το Μύθο τον Φανταστικού, χωρίς να σκοντάφτουν πάνω σε αδιάφορες φιλοδοξίες ή αντιζηλίες, με μια αξιοθαύμαστη σοβαρότητα, έμπνευση και ευρυμάθεια.


Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον Λάβκραφτ και για το έργο του, που ο ίδιος θα τρόμαζε αν μπορούσε με κάποιο μαγικό τρόπο να τα γνωρίζει. Όμως, τα πάντα παραλλάσσονται και αναμοχλεύονται μέσα στο στρόβιλο του Χρόνου, και το έργο ενός σεμνού συγγραφέα δεν έχει τη δύναμη να γλιτώσει. Ο συγγραφέας το γνωρίζει αυτό, και σε μια απρόβλεπτη στιγμή, εξαφανίζεται απ’ το προσκήνιο τυλιγμένος μέσα στο μανδύα κάποιας από τις μεταμφιέσεις του, αφήνοντας όλους τους άλλους να τον ψάχνουν με το όνομά του, ενώ αυτός έχει αλλάξει πια όνομα.





Αν θέλω ν’ ανακαλύψω έναν άνθρωπο που σε όλη του τη ζωή ονειρευόταν, πρέπει να ψάξω μέσα στο όνειρο. 
Στο όνειρο, και όχι σε πολιτικοψυχολογικές αναλύσεις.


Και αφού όλοι μας ονειρευόμαστε, ίσως αυτό το απλό γεγονός που κανείς δεν παρατηρεί ότι είναι το μόνο που αληθινά μοιραζόμαστε να μας κάνει όλους να ανήκουμε στην ίδια ακατονόμαστη παγκόσμια αδελφότητα. Μια αδελφότητα που είναι η πολυπληθέστερη, αλλά παραδόξως και η πιο μυστική… Αναζητώντας τον Ράντολφ Κάρτερ, μέσα στις σκιές των ονειρικών τόπων και των στιγμών που έσβησε ο Χρόνος, πρέπει να γνωρίζω το σύνθημα, για να το ψιθυρίσω μόλις μου ζητηθεί. Σ’ αυτό το ταπεινό κεφάλαιο, ψιθύρισα ήδη το σύνθημα, και γνωρίζω πως η διέλευση έχει ανοιχθεί. Γίνομαι κι εγώ μια σκιά που χάνεται εκεί μέσα. Ίσως κάποιος από τους αναγνώστες μου να με ακολουθήσει σ’ αυτή μου την εξερεύνηση, και ίσως κάποιος άλλος να μείνει πίσω αγναντεύοντας με αδιαφορία. Αποδέχομαι το ρόλο μου αυτόν, της ενδιαφέρουσας ή αδιάφορης σκιάς, γιατί έτσι ο καθένας θα ανακαλύψει αυτό που του αναλογεί…

Όλοι ψάχνουν για κάποιο μυστικό.

Κάτι όμως τους διαφεύγει: το κάθε μυστικό κρύβει μέσα του ένα άλλο.

Όποιος ανακαλύπτει κάποιο ίχνος αποκάλυψης, θαμπώνεται και συγκλονίζεται, όχι από την ίδια την αποκάλυψη, αλλά από την τεράστια κατάδυση που έκανε από το ένα μυστικό μέσα στο άλλο, μέσα στο άλλο, μέσα στο άλλο, τόσο βαθιά και σκοτεινά, που το παραμικρό φως μοιάζει υπέρλαμπρη φωταγωγία. Έπειτα αναρωτιέται αν πρέπει να φέρει στην επιφάνεια την αποκάλυψη ή αν πρέπει να διατηρήσει κρυφό το μυστικό. Τις περισσότερες φορές, αυτός που αναζητεί ένα θησαυρό, όταν τον ανακαλύπτει, γίνεται θησαυροφύλακας… Η απόδραση και η περιπέτεια συνήθως είναι οχήματα παροδικά και, στο τέλος, οι περισσότεροι που τα καβάλησαν έγιναν οι ίδιοι δεσμοφύλακες. Όλα αυτά είναι παιχνίδια της παράδοσης και της απαγορευτικής και σκληρής φύσης του κόσμου, που με τη σειρά του είναι αποκλειστικά ανθρώπινο κατασκεύασμα.

Αφού ο καθένας μας είναι ένας κόσμος από μόνος του, και ο έλεγχος των κόσμων αυτών προκύπτει μόνο από τη δημιουργία μιας ψευδαίσθησης κοινών συντεταγμένων. Μέσα απ’ αυτούς τους συλλογισμούς, όλα τα μυστικά φαντάζουν μονάχα ένα, κι αυτό με τη σειρά του δεν είναι καθόλου κρυφό. Είναι το δικό μας μυστικό, αυτό που κρύβουμε από τον εαυτό μας. Εμείς είμαστε το μυστικό, και ο κόσμος προσπαθεί να μας αποκαλύψει, κι εμείς κρυβόμαστε από τον κόσμο, δηλαδή από τον εαυτό μας.

Αν προσπαθώ να βρω τα κλειδωμένα μυστικά που κρύβονται πίσω από τη μορφή του X. Φ. Λάβκραφτ, πρέπει να θυμάμαι συνέχεια πως αυτός ο κύριος Λάβκραφτ ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι μου, σε ένα Χώρο που είναι δικός μου, και σε ένα Χρόνο που ξεκινά και τελειώνει με μένα. Το υπέρτατο μυστικό είναι η ίδια η σύνδεση, έτσι το νιώθω, ο συνδετικός κρίκος που ενώνει το αντικείμενο με τον παρατηρητή, μέσα σε ένα Χωροχρόνο δημιουργημένο από τον παρατηρητή.

Από παρατηρητή σε παρατηρητή, το αντικείμενο αλλάζει, κι όμως, επιμένουμε να μοιραζόμαστε την ψευδαίσθηση ότι είναι το ίδιο. Δειλιάζουμε να παραδεχτούμε τη μοναδικότητά μας, γιατί αυτό θα ήταν μια φοβερή ευθύνη, αφού κάθε στιγμή θα είμαστε δημιουργοί ή καταστροφείς ενός κόσμου. Αν υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό, στο τέλος της πορείας προς τη συνάντηση με τον Λάβκραφτ, πιστεύω πως θα είναι ίδιο με όλα τα μυστικά που υπάρχουν στο τέλος της πορείας προς οπουδήποτε και δεν θα είναι καθόλου κρυφό. Τολμώ να πω ότι το μόνο που είναι κρυφό είναι η πορεία, και ότι το μυστικό βρίσκεται στο ίδιο μας το σπίτι, μόνο που πρέπει να κάνουμε το γύρο του κόσμου για να το βρούμε όταν επιστρέψουμε.





Κάποιος φίλος μου λέει, χαμογελώντας, ότι ο άνθρωπος Λάβκραφτ δεν υπήρξε ποτέ, και ότι είναι όλα ένα περίεργο σχέδιο, μια συνωμοσία, μια επινόηση του Ντέρλεθ και της παρέας του. Χαμογελώ κι εγώ με αυτές τις σκέψεις, αλλά υπενθυμίζω στο φίλο μου ότι κι αυτός είναι μια επινόηση δική μου, κι ότι δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, αφού κι εγώ χρησιμοποιώ καθημερινά μια δική μου προβολή του, που δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που είναι αυτός στ’ αλήθεια. Ο ίδιος ο κόσμος που με περιβάλλει, είναι μια δική μου συνωμοσία. Αυτός χαμογελάει πάλι, σκεπτόμενος σίγουρα πως μάλλον εγώ είμαι μια επινόηση δική του, και πως ο κόσμος είναι δική του συνωμοσία…

Θυμάμαι τα λεγόμενα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες: 
«Ποιος ξέρει, αλήθεια, το συντακτικό των ονείρων; Λες ότι με ονειρεύεσαι συνέχεια. Μπορεί να σε ονειρεύομαι εγώ ή κάποιος άλλος να μας ονειρεύεται και τους δυο, και τότε, αλίμονο μας άμα ξυπνήσει.» 
από ένα διάλογό του με τον Αχιλλέα Κυριακίδη, σ’ ένα όνειρο…







Λοιπόν, εκατοντάδες άνθρωποι προσπάθησαν να ανακαλύψουν τρομερά μυστικά πίσω από την υπόθεση Λάβκραφτ, χιλιάδες αναλύσεις επί αναλύσεων, πάνθεα και μυστικές παραδόσεις, απαγορευμένες γνώσεις και χαμένα χειρόγραφα, πορτραίτα και αποκαλύψεις, λογοτεχνίες και χειροτεχνίες…


Σχεδόν κανείς τους δεν πίστευε στ’ αλήθεια στη Λογοτεχνία και στο ότι οι μύθοι είναι ζωντανοί. Όλοι τους έψαχναν σε απαγορευμένες βιβλιοθήκες, και σχεδόν κανείς τους δεν άκουσε τον ίδιο το συγγραφέα να μιλά. Δε διάβασαν τις διηγήσεις του σαν να ήταν αληθινές. Αφού αυτός τις έγραψε, οτιδήποτε έχει να τους πει είναι εκεί μέσα, ολοφάνερο, ζωντανό, αλλά ταυτόχρονα τόσο κρυφό. Ψάχνοντας εκεί μέσα, βρίσκουμε το μήνυμα του εξερευνητή προς κάθε ενδιαφερόμενο αποδέκτη.




Κι αφού το Ταξίδι μου μέσα στη Μοναξιά του Χρόνου, μόλις αρχίζει, να ο πραγματικός του πρόλογος, λίγα βήματα πριν από την είσοδο. Είναι οι πρώτες παράγραφοι από το διήγημα του Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ, The Shadow Out of Time, του 1934:












«Έπειτα από είκοσι δύο χρόνια εφιαλτών και τρόμου, εκτός ίσως από την απελπισμένη πεποίθηση για τη μυθολογική προέλευση κάποιων εντυπώσεών μου, είμαι απρόθυμος να εγγυηθώ για την αλήθεια αυτού που πιστεύω ότι ανακάλυψα, τη νύχτα της 17ης προς 18η Ιουλίου 1935. Έχω τους λόγους μου να ελπίζω ότι οι εμπειρίες μου ήταν όλες ή σχεδόν όλες μια παραίσθηση, για την οποία, πραγματικά, συγκεκριμένοι λόγοι υπήρχαν. Κι όμως, ο ρεαλισμός της ήταν τόσο αποτρόπαιος, που μερικές φορές νιώθω οποιαδήποτε ελπίδα αδύνατη.

Αν όλα αυτά τα πράγματα συνέβησαν στ’ αλήθεια, τότε ο άνθρωπος πρέπει να είναι προετοιμασμένος να δεχτεί απόψεις που αφορούν τη φύση του σύμπαντος, και της δικής του θέσης μέσα στον αδυσώπητο στρόβιλο του Χρόνου, απόψεις που και η παραμικρή αναφορά τους παραλύει το πνεύμα. Πρέπει, επίσης, να βρίσκεται σε επιφυλακή ενάντια σε έναν κρυφό κίνδυνο που αν και δε θα καταπιεί ποτέ όλη την ανθρωπότητα μπορεί να επιβάλει τεράστιους και απίστευτους τρόμους σε συγκεκριμένα ριψοκίνδυνα μέλη της.

Είναι γι’ αυτόν τον τελευταίο λόγο, που επιμένω, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής μου, να εγκαταλειφθούν τελειωτικά όλες οι προσπάθειες να ξεθαφτούν όλα εκείνα τα κομμάτια του Αγνώστου, που είχε αναλάβει να ερευνήσει η δική μου αποστολή. Αν συμπεράνω ότι είμαι λογικός και ξύπνιος, η εμπειρία μου εκείνης της νύχτας ήταν τέτοια, που αποκλείεται να έχει τύχει ξανά σε άλλον άνθρωπο. Κι ακόμη περισσότερο, ήταν η τρομακτική επιβεβαίωση όλων των πραγμάτων που, μέχρι τότε, τ’ αρνιόμουν ως μύθους και όνειρα.


»Όταν συνάντησα τον τρόμο, ήμουν ολομόναχος και μέχρι τώρα δεν είπα τίποτε σε κανέναν. Δεν μπορώ να σταματήσω τους άλλους να σκάβουν προς την κατεύθυνσή του, αλλά η τύχη τους και ο άνεμος που μετατοπίζει την άμμο των ερήμων, τους γλίτωσε, μέχρι στιγμής, από το να το ανακαλύψουν. Τώρα, ήρθε η ώρα να καταθέσω μια ξεκάθαρη δήλωση για όλα αυτά, όχι μόνο για χάρη της δικής μου διανοητικής ισορροπίας, αλλά για να προειδοποιήσω αυτούς που είναι σαν κι εμένα, αυτούς που θα τη διαβάσουν με σοβαρότητα»


@Παντελής Γιαννουλάκης / περιοδικό Strange












































































Παρασκευή 19 Αυγούστου 2016

Το Άσπρο Καράβι..



Είμαι ο Μπάζιλ Έλντον, φαροφύλακας του Νορθ Πόιντ, όπως ήταν ο παππούς μου κι ο πατέρας μου πριν από μένα. Ο γκρίζος φάρος βρίσκεται μακριά από την παραλία, πάνω σε κάτι γλιστερούς υφάλους που φαίνονται μόνο κατά την άμπωτη κι όχι στη φουσκονεριά. Εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα διαβαίνουν μπροστά από τούτο το φάρο τα θαυμαστά πλοία των εφτά θαλασσών. 

Τον καιρό του παππού μου τα καράβια ήταν πολλά, στα χρόνια του πατέρα μου λιγότερα. 

Τώρα όμως περνούν τόσα λίγα, που μερικές φορές αισθάνομαι παράξενα μόνος, λες και είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που απόμεινε στη γη.


Τα μεγάλα εμπορικά ιστιοφόρα του παλιού καιρού με τ' άσπρα πανιά έρχονταν από μακρινούς τόπους κι άγνωστα λιμάνια της Ανατολής, από χώρες που ο ήλιος τους λάμπει ζεστός και μεθυστικές μοσχοβολιές μυρώνουν τον αέρα μέσα σε παράξενους κήπους και χαρούμενους ναούς. Οι παλιοί καραβοκύρηδες που επισκέπτονταν τον παππού μου, συχνά του μιλούσαν γι' αυτά τα μέρη κι αυτός με τη σειρά του τά 'λεγε στον πατέρα μου. Κι ο πατέρας μου ύστερα τα διηγόταν σε μένα τ' ατέλειωτα φθινοπωρινά δειλιvά, ενώ έξω θρηνολογούσε απελπισμένα ο ανατολικός άνεμος. Διάβασα πολλά γύρω απ' αυτές τις ιστορίες, αλλά και γι' άλλα πράγματα εκτός απ' αυτές, σε βιβλία που μου είχαν δώσει διάφοροι άνθρωποι, τότε που ήμουν νέος ακόμη και γεμάτος δίψα για παράξενες γνώσεις.



Αλλά πιο σαγηνευτικές κι από τις ιστορίες των γεροθαλασσόλυκων και τις ιστορίες των βιβλίων είναι οι απόκρυφες ιστορίες του ωκεανού. Γαλανός, πράσινος, γκρίζος, άσπρος ή μαύρος, γαλήνιος σαν το λάδι, ή αγριεμένος με κύματα θεόρατα, ο ωκεανός δεν είναι ποτέ σιωπηλός. Περνούσα όλο μου τον καιρό να τον αγναντεύω και να τον αφουγκράζομαι, κι έτσι τον ξέρω καλά. 

Στην αρχή μου διηγόταν απλές μικρές ιστοριούλες, για ήσυχες ακρογιαλιές και κοντινά λιμάνια. Αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια, γινόταν όλο και πιο φιλικός. Τώρα άρχισε να μου μιλά και γι' άλλα πράγματα. Για πράγματα παράξενα κι απόμακρα στο χώρο και στο χρόνο. Κάποιες φορές, εκεί κατά το ηλιοβασίλεμα, η πορφυρή γραμμή των οριζόντων, που αχνοφαινόταν πίσω απ' το θάμπος, άνοιγε για να μου δείξει κάτι απ' τους άλλους κόσμους. Κι άλλες φορές πάλι τη νύχτα, τα βαθιά νερά της θάλασσας φωσφόριζαν σαν κρυσταλλένια αποκαλύπτοντάς μου τα μάγια του βυθού της. Κι απ' αυτά που έβλεπα, άλλα μου φώτιζαν το χτες, άλλα μου παρουσίαζαν το παρόν κι άλλα μου φανέρωναν το μέλλον, γιατί ο ωκεανός είναι αρχαιότερος απ' τα όρη και πλουσιότερος σε μνήμες και ονείρατα του χρόνου.

Το Άσπρο Καράβι ερχόταν συνήθως απ' το Νοτιά με την πανσέληνο, όταν τ' ολόγιομο φεγγάρι έλαμπε ψηλά στο στερέωμα. Απ' το Νοτιά αρμένιζε ήρεμα και σιωπηλά στη θάλασσα. Και είτε αυτή ήταν οργισμένη ή γαλήνια, είτε ο αγέρας ευνοϊκός ή αντίθετος, αυτό γλιστρούσε πάντα απαλά και βουβά με τα πανιά του να ξεχωρίζουν από μακριά και τις μεγάλες παράξενες σειρές κουπιά, που είχε στα πλευρά του να λάμνουν ρυθμικά. Μια νύχτα είδα πάνω στο κατάστρωμά του ένα γενειοφόρο άντρα που φορούσε μπέρτα. Μου φάνηκε ότι μου έκανε νόημα να μπαρκάρω για τ' άγνωστα μέρη. Τον ξανάδα πολλές φορές μετά, όταν είχε πανσέληνο και πάντα μου έκανε το ίδιο νόημα.

Το φεγγάρι έλαμπε ολόλαμπρο τη νύχτα που ανταποκρίθηκα στο κάλεσμά του. Έφτασα στο Άσπρο Καράβι περπατώντας πάνω απ' τα νερά στη γέφυρα που είχαν δημιουργήσει οι αχτίδες του φεγγαριού. Ο άντρας που μου έκανε τα νοήματα, με καλωσόρισε με μια μουσική γλώσσα - ξαφνιασμένος διαπίστωσα ότι τη γνώριζα πολύ καλά. Κι ύστερα οι ώρες γέμισαν με τα μελωδικά τραγούδια των κωπηλατών, καθώς αρμενίζαμε για το μυστήριο Νότο. Από ψηλά μας συντρόφευε τ' ολόγιομο φεγγάρι ραντίζοντάς μας με λαμπερές ανταύγειες στο χρώμα του κεχριμπαριού.

Κι όταν άρχισε να χαράζει η μέρα πλημμυρισμένη ροδόχρυσο φως, είδα επιτέλους τις καταπράσινες ακρογιαλιές των μακρινών τόπων, που ως τότε μου ήταν άγνωστοι, να λάμπουν πανέμορφες. Λες και αναδύθηκαν μες από τα γαλανά νερά, ξαφνικά μεγαλόπρεπα υψίπεδα εμφανίστηκαν μπρος μου στολισμένα με αραιά δέντρα. Ανάμεσά τους έβλεπα εδώ κι εκεί άσπρες λαμπερές στέγες και κιονοστοιχίες παράξενων ναών. 

Καθώς ζυγώναμε όλο και πιο κοντά στην καταπράσινη ακτή, ο συνοδός μου με πληροφόρησε ότι αυτή η χώρα είναι η γη της Ζαρ. Εδώ, μου είπε, κατοικούν όλα τα όνειρα και οι όμορφες σκέψεις που γεννιούνται απ' το μυαλό των ανθρώπων μια φορά κι ύστερα λησμονιούνται. Κοίταξα πολύ προσεχτικά και διαπίστωσα ότι μου έλεγε αλήθεια - γιατί ανάμεσα σ' αυτά που αντίκριζα τώρα εκεί μπροστά μου, είδα πολλά πράγματα που μού 'χαν φανερωθεί για πρώτη φορά πέρα απ' την αχνοπόρφυρη γραμμή των οριζόντων ή στα νυχτερινά φωσφορίζοντα βάθη του ωκεανού. 
Είδα ακόμη μορφές και οντότητες εκθαμβωτικής ομορφιάς που δεν είχα ξαναδεί ποτέ πριν στη ζωή μου. Είδα επίσης οράματα νεαρών ποιητών που πέθαναν φτωχοί πριν προφτάσουν να δείξουν στον κόσμο αυτά που είδαν κι ονειρεύτηκαν. 
Αλλά δε ρίξαμε άγκυρα στα λιμάνια της Ζαρ, που οι γεμάτες άλση πλαγιές της κατηφόριζαν ως αυτά, γιατί λένε ότι όποιος πατήσει το πόδι του στη γη της, δεν ξαναγυρίζει ποτέ πια στις ακρογιαλιές του τόπου του.


Το Άσπρο Καράβι είχε αρχίσει τώρα ν' απομακρύνεται σιωπηλά απ' τη σπαρμένη με ναούς γη της Zap, όταν πέρα μακριά, στα βάθη του ορίζοντα φάνηκαν οι ντελικάτες σκεπές απ' τα κτίρια μιας ονειρικής πολιτείας. 

Ο γενειοφόρος άντρας μου είπε τότε: «Αυτή είναι η Θαλαριόν, η πόλη των χίλιων θαυμάτων. Την κατοικούν όλα εκείνα τα μυστήρια που ο άνθρωπος μάταια προσπάθησε να καταλάβει». Όταν πια είχαμε πλησιάσει πολύ, διαπίστωσα βλέποντάς την ότι η πόλη ήταν μεγαλύτερη απ' οποιαδήποτε άλλη είχα δει ή ονειρευτεί προηγουμένως. Οι λεπτόσχημες κορυφές των ναών της βυθίζονταν τόσο ψηλά στον ουρανό, που κανείς άνθρωπος δεν μπορούσε να τις διακρίνει. Τα μελαγχολικά γκρίζα τείχη της χάνονταν μακριά, πέρα από τον ορίζοντα. Πίσω απ' αυτά δεν έβλεπε κανείς τίποτε παρά μόνο μερικές παράξενες απειλητικές στέγες οικοδομημάτων, διακοσμημένες με εκπληκτικές τοιχογραφίες και θαυμάσια ανάγλυφα. Φλεγόμουν απ' την επιθυμία να επισκεφθώ αυτήν τη μαγευτική, αλλά παράλληλα και απωθητική, πόλη. Παρακάλεσα, λοιπόν, το συνοδό μου να μ' αφήσει στην αποβάθρα που βρισκόταν κοντά στη θεόρατη σκαλιστή πύλη Ακαριέλ. Αυτός, όμως, αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας: «Στη Θαλαριόν, στην πόλη των χίλιων θαυμάτων, πολλοί μπήκαν, αλλά κανείς δεν ξαναγύρισε. Μονάχα δαίμονες την κατοικούν και πλάσματα παρανοϊκά, που έχουν πάψει νά 'ναι πλέον άνθρωποι. Στους δρόμους της ξασπρίζουν εγκαταλειμμένα τα κόκαλα όλων εκείνων που αντίκρισαν το είδωλο Λαθί, που κυβερνά την πόλη». Κι έτσι, το Άσπρο Καράβι διάβηκε μπρος από τα τείχη της Θαλαριόν. Μετά, και για μέρες πολλές, πετώντας κατά το Νοτιά, μας ακολούθησε ένα πουλί με λαμπερά φτερά, που το γαλανό τους χρώμα συναγωνιζόταν τ' ουρανού.



Κάποτε φάνηκε μια χαριτωμένη ακρογιαλιά, πνιγμένη σε χαρούμενα πολύχρωμα λουλούδια. Πέρα απ' αυτή το μάτι μας ταξίδεψε σε πανέμορφα μικρά δάση και αλσύλλια, μια ζωγραφιά κάτω από το φως του ήλιου, που χανόταν πέρα, στα βάθη του ορίζοντα. Από μακριά, ποιος ξέρει από πού, ακούγονταν τραγούδια και μουσικές όλο λυρισμό και αρμονία. Κάθε τόσο ένα κρυσταλλένιο γέλιο παιχνίδιζε μέσα σ' αυτή τη μουσική, τόσο γλυκό που φώναξα με ανυπομονησία στους κωπηλάτες να κάνουν πιο γρήγορα. Βιαζόμουν ν' αντικρίσω το όνειρο. Ο γενειοφόρος φίλος μου δε μιλούσε, με παρατηρούσε μόνο καθώς πλησιάζαμε την ακτή που ήταν σπαρμένη κρίνα. Και ξαφνικά, ο αγέρας που ήρθε απ' τους λουλουδιασμένους κήπους και τα πυκνόφυλλα δάση, έφερε μια μυρωδιά που μ' ανακάτεψε. Όταν ο αγέρας δυνάμωσε, η ατμόσφαιρα ολόγυρα πλημμύρισε από την εμετική αποφορά ανοιχτών τάφων ή πόλεων που τις είχε χτυπήσει πανούκλα. Και καθώς απομακρυνόμασταν πανικόβλητοι απ' αυτή την καταραμένη ακτή, ο συνοδός μου τελικά μου φανέρωσε το μυστικό της. «Αυτή που βλέπεις είναι η Ζούρα, η χώρα των ανεκπλήρωτων ηδονών».

Κι έτσι, για μια φορά ακόμη το Άσπρο Καράβι συνέχισε ν' αρμενίζει σε χλιαρές, ευλογημένες θάλασσες με μοσχοβολημένες αύρες να το χαϊδεύουν, ακολουθώντας το πέταγμα του πουλιού. Ταξιδεύαμε νύχτα μέρα. Όταν είχε πανσέληνο, μας νανούριζαν τα μελωδικά τραγούδια των κωπηλατών, το ίδιο μαυλιστικά όπως ήταν κι εκείνη τη μακρινή νύχτα, που έφυγα μακριά από τον τόπο μου. Αγκυροβολήσαμε κάτω από το φεγγαρόφωτο στο λιμάνι της Σόνα-Νιλ. Δυο δίδυμοι κρυστάλλινοι οβελίσκοι, που αναδύονταν απ' τη θάλασσα μοιάζοντας με άγρυπνους φρουρούς, ενώνονταν πάνω ψηλά σχηματίζοντας μια επιβλητική πύλη. Αυτή είναι η Χώρα της Φαντασίας. Περπατήσαμε ξανά πάνω στη χρυσή γέφυρα που σχημάτισαν οι φεγγαροαχτίδες για να βγούμε στην ακτή.

Ο χώρος, ο χρόνος, η δυστυχία και ο θάνατος είναι ανύπαρκτα στη Σόνα-Νιλ, κι έτσι έμεινα σ' αυτή αμέτρητους αιώνες. Τα λιβάδια και τα χωράφια της είναι καταπράσινα. Πολύχρωμα κι ευωδιαστά τα άνθη, γαλάζια και μουσικά τα ποταμάκια, κρυσταλλένιες και καθάριες οι κρήνες, μεγαλόπρεποι και λαμπεροί οι ναοί, τα κάστρα και οι πολιτείες της Σόνα-Νιλ. Σ' αυτή τη γη δεν υπάρχουν σύνορα, γιατί πίσω από κάθε όμορφη έκπληξη σε περιμένει μια άλλη, ακόμη ωραιότερη. Στην εξοχή και στις θαυμαστές πόλεις κινούνται συνέχεια οι χαρούμενοι κάτοικοι της. Όλοι τους έχουν μια φυσική αρχοντιά, όλοι τους είναι ευτυχισμένοι. Στους αιώνες που έμεινα εκεί, περιπλανιόμουν ευτυχισμένος μέσα σε κήπους, απ' όπου χαριτωμένες παγόδες ξεπρόβαλλαν πίσω από όμορφες πρασινάδες και δρόμοι στρωμένοι με άσπρες πλάκες χάνονταν μέσα σε εξωτικά λουλούδια. Ανέβηκα σε ήρεμους λόφους, απ' την κορφή των οποίων αγνάντεψα την ονειρική τοιχογραφία πόλεων που κούρνιαζαν σε απέραντες πεδιάδες. Είδα, επίσης, πέρα στο μακρινό ορίζοντα να λαμπυρίζουν οι χρυσοί τρούλοι κυκλώπειων πόλεων. Και είδα στο φως του φεγγαριού τη θάλασσα να στραφταλίζει, τους κρυστάλλινους οβελίσκους και το γαλήνιο λιμάνι όπου βρισκόταν αγκυροβολημένο το Άσπρο Καράβι.

Ήταν στο έτος του Θαρπ, όταν είδα πάλι μια νύχτα με πανσέληνο να διαγράφεται ψηλά η μορφή του ουράνιου πουλιού. Ένιωσα τότε τα πρώτα σκιρτήματα της ανησυχίας. Έτσι, μίλησα στο γενειοφόρο φίλο μου και του ζήτησα με λαχτάρα να μ' αφήσει να φύγω για τη μακρινή Καθούρια. Κανείς δεν την έχει δει, αλλά όλοι πιστεύουν ότι βρίσκεται πέρα απ' τους Βασαλτικούς Κίονες της Δύσης. Είναι η Χώρα της Ελπίδας. Εκεί λάμπουν στην ιδανική μορφή τους όλα τα πράγματα που γνωρίσαμε κάπου αλλού. Αλλά ο συνοδός μου αποκρίθηκε: «Άκου! Οι άνθρωποι λένε ότι οι θάλασσες που βρέχουν την Καθούρια, είναι επικίνδυνες. Στη Σόνα-Νιλ δεν υπάρχει πόνος, ούτε θάνατος, αλλά πέρα απ' τους Βασαλτικούς Κίονες της Λύσης, κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει». Με το καινούριο φεγγάρι, όμως, ανέβηκα στο Άσπρο Καράβι μαζί με το δισταχτικό φίλο μου κι άφησα το χαρούμενο λιμάνι γι' άγνωστες θάλασσες.

Το πουλί πετούσε μπροστά μας και μας οδηγούσε προς τους Βασαλτικούς Κίονες της Δύσης. 

Αλλά αυτή τη φορά οι κωπηλάτες δεν τραγουδούσαν τα μελωδικά τους τραγούδια στο φως του ολόγιομου φεγγαριού. Προσπαθούσα συνέχεια να φανταστώ την άγνωστη γη της Καθούρια με τα πανέμορφα δάση και τα παλάτια της. Προσπαθούσα να ονειρευτώ τις πρωτόγνωρες απολαύσεις που με περίμεναν εκεί. 
«Η Καθούρια», μονολογούσα, «είναι η κατοικία των θεών! Είναι η γη με τις αμέτρητες χρυσές πολιτείες! Τα δάση της είναι από αλόη και σάνταλο, όπως τα ευωδιαστά άλση της Ταμορίν. Ανάμεσα στα δέντρα φτερουγίζουν χαριτωμένα πουλιά με ολόγλυκο κελάδημα. Στα λουλουδιασμένα καταπράσινα όρη της Καθούρια ορθώνονται ναοί από ρόδινο μάρμαρο, στολισμένοι με θαυμαστά ανάγλυφα και τοιχογραφίες. Στις αυλές τους χοροπηδούν δροσερά ασημένια συντριβάνια. Το ευωδιαστό νερό τους, που έρχεται από τον ποταμό Ναργκ, τινάζεται ψηλά μ' ένα τραγουδιστό κελάρυσμα. Χρυσά τείχη κλείνουν τις πόλεις της Καθούρια· ακόμη και οι δρόμοι της είναι στρωμένοι με χρυσάφι. Στους κήπους αυτών των πόλεων ανθίζουν παράξενες ορχιδέες πλάι σε λίμνες που το νερό τους μοσχοβολά και ο βυθός τους είναι φτιαγμένος από κεχριμπάρι και κοράλλι. Τις νύχτες οι δρόμοι και τα περιβόλια πλημμυρίζουν απ' το φως πυρσών, που είναι φτιαγμένοι από το τρίχρωμο καύκαλο της χελώνας. Οι μεθυστικές νότες του τραγουδιστή και του λαουτιέρη αντηχούν παντού. Όλα τα σπίτια στις πόλεις της Καθούρια είναι παλάτια. Το καθένα είναι χτισμένο πάνω σ' ένα αρωματισμένο κανάλι που το νερό του έρχεται από τον ποταμό Ναργκ. Τα σπίτια είναι από μάρμαρο και πορφύριο. Οι χρυσές σκεπές τους αντανακλούν το φως του ήλιου, αυξάνοντας έτσι το μεγαλείο των πόλεων. Ευτυχισμένοι θεοί τις κοιτούν από μακρινές βουνοκορφές. Το πιο ωραίο απ' όλα είναι το παλάτι του μεγάλου μονάρχη, του Ντοριέμπ. Μερικοί λένε πως είναι ημίθεος, άλλοι θεός. Το παλάτι του Ντοριέμπ είναι πανύψηλο. Μαρμάρινοι πύργοι στολίζουν ολόγυρα τα τείχη του. Στις απέραντες αίθουσές του συνωθούνται τα πλήθη για να θαυμάσουν τα τρόπαια των αιώνων που τις στολίζουν. Η στέγη του είναι από ατόφιο χρυσάφι και στηρίζεται πάνω σε ψηλές κολόνες από ρουμπίνι και αμέθυστο. Στ' αετώματά της βλέπει κανείς ανάγλυφες μορφές θεών και ηρώων, έτσι ώστε αυτός που τα κοιτάζει έχει την ψευδαίσθηση ότι αντικρίζει τον Όλυμπο. Το πάτωμα του παλατιού είναι από γυαλί. Από κάτω κυλούν, θαυμαστά φωτισμένα, τα νερά του Ναργκ, γεμάτα πολύχρωμα, φανταχτερά ψάρια που δε θα τα δεις πουθενά αλλού, παρά μόνο στην ονειρεμένη Καθούρια».

Έτσι ονειρευόμουν την Καθούρια, αλλά ο γενειοφόρος άντρας δε σταματούσε να με προειδοποιεί να γυρίσουμε πίσω στις ευτυχισμένες ακρογιαλιές της Σόνα-Νιλ. Γιατί η Σόνα-Νιλ είναι γνωστή στους ανθρώπους, ενώ την Καθούρια δεν την έχει δει κανείς ποτέ.


Την τριακοστή πρώτη μέρα από τότε που ξεκινήσαμε ακολουθώντας το πουλί, αντικρίσαμε τους Βασαλτικούς Κίονες της Δύσης. Αχνοφαίνονταν μέσ' απ' την ομίχλη, έτσι που κανείς δεν μπορούσε να δει πέρα απ' αυτούς ή να διακρίνει την κορφή τους, που, όπως λένε μερικοί, χάνεται στον ουρανό. Ο γενειοφόρος φίλος μου ξανά με παρακάλεσε να γυρίσουμε πίσω, αλλά εγώ δεν τον άκουσα. Είχα την αίσθηση ότι πέρα απ' τις ομιχλιασμένες Βασαλτικές Κολόνες με καλούσε η μουσική των τραγουδιστών και των λαουτιέρηδων, μια μελωδία γλυκύτερη κι από τα πιο γλυκά τραγούδια της Σόνα-Νιλ, μια απάντηση στις προσευχές μου. Στις προσευχές που έκανα τότε, στη Χώρα της Φαντασίας, κι ύστερα την άφησα για νά 'ρθω εδώ, ταξιδεύοντας με τ' ολόγιομο φεγγάρι. Κι έτσι, με τη μαγεία της μουσικής το Άσπρο Καράβι βυθίστηκε μέσα στην ομίχλη ανάμεσα στους Βασαλτικούς Κίονες της Δύσης. Αλλά όταν η μουσική σταμάτησε και η ομίχλη διαλύθηκε, δεν αντικρίσαμε τη γη της Καθούρια, αλλά μια αγριεμένη, φουρτουνιασμένη θάλασσα. Το Άσπρο Καράβι παράδερνε τώρα πάνω της αβοήθητο, έρμαιο των κυμάτων, που το ταξίδευαν προς κάποια άγνωστη γη. Και μετά ακούσαμε από μακριά το μουγκρητό νερών που γκρεμίζονταν. Κι ύστερα είδαμε εκεί πέρα, στο μακρινό ορίζοντα, τους θεόρατους αναβρασμούς από έναν τερατώδη καταρράχτη, που χυνόταν μαζί μ' όλους τους άλλους ωκεανούς του κόσμου στο κενό της αβύσσου. Τότε ο γενειοφόρος άντρας μου είπε, ενώ τα δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά του: «Εγκαταλείψαμε την όμορφη γη της Σόνα-Νιλ! Τώρα δε θα την ξαναδούμε ποτέ πια! Οι θεοί είναι πιο δυνατοί απ' τους ανθρώπους. Και νίκησαν!» Και τότε εγώ έκλεισα τα μάτια μου να μη δω την καταστροφή που ερχόταν μοιραία. Να μη βλέπω πια ούτε το πουλί που χτυπούσε κοροϊδευτικά τα γαλάζια φτερά του πάνω απ' την άκρη της αβύσσου.

Μέσα στο έρεβος του σκότους που βυθίστηκα, άκουσα τα ουρλιαχτά ανθρώπων και πλασμάτων που δεν ήταν άνθρωποι. Ο άνεμος που ερχόταν απ' την ανατολή λυσσομανώντας με πάγωνε. 

Και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι καθόμουν πάνω σε μια πλάκα που βρέθηκε ανεξήγητα κάτω απ' τα πόδια μου. Μετά άκουσα κάτι να τσακίζεται. Άνοιξα τα μάτια μου και διαπίστωσα ότι στεκόμουν πάνω στην πλατφόρμα του φάρου απ' όπου είχα φύγει πριν από αμέτρητους αιώνες. Κάτω βαθιά στα σκοτάδια, διαγραφόταν αδιόρατα το τεράστιο περίγραμμα ενός καραβιού που συντριβόταν στα δολοφονικά βράχια. Διαπίστωσα ακόμη ότι το φως του φάρου, για πρώτη φορά από τότε που είχε αναλάβει ο παππούς μου, είχε σβήσει.



Αργότερα, την ίδια νύχτα, όταν μπήκα μέσα στο φάρο, είδα στον τοίχο το ημερολόγιο. Έδειχνε την ημερομηνία της ημέρας που έφυγα μακριά. Όταν ξημέρωσε, βγήκα και πήγα να ψάξω για τα συντρίμμια στους βράχους. Τα μόνα που βρήκα ήταν ένα πεθαμένο παράξενο πουλί, που είχε το χρώμα του ουρανού, κι ένα ξύλινο δοκάρι, ολόλευκο, πιο άσπρο κι απ' τους αφρούς των κυμάτων ή απ' τα χιόνια στις βουνοκορφές.

Κι έτσι, από τότε ο ωκεανός δε μου ξαναφανέρωσε τα μυστικά του, αλλά ούτε και το Άσπρο Καράβι ξαναφάνηκε ποτέ να έρχεται απ' το Νότο, αν και το ολόγιομο φεγγάρι αρμένισε πολλές φορές στον ουρανό..



Χ.Φ. Λάβκραφτ,
από τη συλλογή  «Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Καντάθ», 

εκδ. Αίολος, σε μτφ: Π. Σκάγιαννης - Μάκης Πανώριος

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Οι γάτες της Ουλθαρ



Λένε ότι στην Ούλθαρ, που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό Σκάι, κανένας δεν μπορεί να σκοτώσει γάτα, και μπορώ αληθινά να το πιστέψω αυτό καθώς κοιτάζω αυτόν που κάθεται γουργουρίζοντας μπροστά στη φωτιά. Γιατί η γάτα είναι απόκρυφη και κοντά σε παράξενα πράγματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Είναι η ψυχή της αρχαίας Αιγύπτου και κομιστής ιστοριών από τις ξεχασμένες πόλεις Μερόη και Οφίρ. Είναι συγγενής των κυρίων της ζούγκλας και κληρονόμος των μυστικών της πανάρχαιης και καταχθόνιας Αφρικής. Η Σφίγγα είναι εξαδέλφη της και μιλάνε την ίδια γλώσσα, αλλά είναι πιο αρχαία από τη Σφίγγα και θυμάται αυτά που εκείνη είχε ξεχάσει..



Στην Ούλθαρ, προτού απαγορευτεί από τους πολίτες να σκοτώνουν τις γάτες, κατοικούσε ένας γέρος χωρικός με τη γυναίκα του, που έβρισκαν μεγάλη ευχαρίστηση στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν τις γάτες των γειτόνων τους. Δε γνωρίζω γιατί το έκαναν αυτό, το μόνο που ξέρω είναι ότι πολλοί μισούν τη φωνή της γάτας μέσα στη νύχτα και θεωρούν κακό οιωνό τις γάτες που τρέχουν κλεφτά ανάμεσα στις αυλές και τους κήπους την αυγή. Αλλά, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, αυτός ο γέρος και η γυναίκα του έβρισκαν ευχαρίστηση στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν κάθε γάτα που πλησίαζε την καλύβα τους, και από μερικούς ήχους που ακούγονταν αφού έπεφτε το σκοτάδι, πολλοί χωρικοί φαντάζονταν ότι ο τρόπος θανάτωσης ήταν υπερβολικά παράξενος. Αλλά οι χωρικοί δεν συζητούσαν τέτοια πράγματα με το γέρο και τη γυναίκα του εξαιτίας της συνηθισμένης έκφρασης στα ζαρωμένα τους πρόσωπα και επειδή η καλύβα τους ήταν πολύ μικρή και κρυμμένη στα σκοτεινά, κάτω από βελανιδιές στο πίσω μέρος μιας εγκαταλελειμμένης αυλής. Στην πραγματικότητα, αυτοί που είχαν γάτες, όσο πολύ κι αν μισούσαν αυτούς τους περίεργους γέρους, τους φοβούνταν ακόμα περισσότερο και, αντί να τους κατηγορήσουν σαν κτηνώδεις δολοφόνους, απλά πρόσεχαν ώστε κανένα αγαπημένο κατοικίδιο να μην ξεστρατίσει προς την απομακρυσμένη καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα. Όταν από κάποια αναπόφευκτη παράλειψη χανόταν μια γάτα και ακούγονταν φωνές όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο ιδιοκτήτης θρηνούσε ανίσχυρα και παρηγορούσε τον εαυτό του ευχαριστώντας τη Μοίρα που δεν είχε εξαφανιστεί κάποιο από τα παιδιά του. Γιατί οι άνθρωποι της Ούλθαρ ήταν απλοϊκοί και δεν ήξεραν από που είχαν έλθει αρχικά όλες οι γάτες.



Μια μέρα ένα καραβάνι παράξενων περιπλανώμενων από το Νότο μπήκε στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους της Ούλθαρ. Ήταν πλάνητες με σκούρο δέρμα και δεν έμοιαζαν στους άλλους νομάδες που περνούσαν από το χωριό δύο φορές κάθε χρόνο. Στην αγορά, έλεγαν την τύχη για ένα ασημένιο νόμισμα και αγόραζαν φανταχτερές χάντρες από τους εμπόρους. Ποια ήταν η γη αυτών των περιπλανώμενων κανείς δεν μπορούσε να πει. Αλλά έλεγαν παράξενες προσευχές και στα κάρα τους είχαν ζωγραφίσει παράξενες φιγούρες με ανθρώπινα σώματα και κεφάλια από γάτες, γεράκια, κριάρια και λιοντάρια. Ο αρχηγός του καραβανιού φορούσε ένα κάλυμμα στο κεφάλι με δύο κέρατα και έναν περίεργο δίσκο ανάμεσά τους.
Σ' αυτό το ασυνήθιστο καραβάνι υπήρχε ένα μικρό αγόρι που δεν είχε πατέρα και μητέρα παρά μόνον ένα μικρούτσικο μαύρο γατάκι που αγαπούσε πολύ. Η πανούκλα δεν είχε φανεί ευγενική μαζί του, αλλά του είχε αφήσει αυτό το μικρό μαλιαρό πράγμα για να απαλύνει τη θλίψη του. Και όταν κανείς είναι πολύ μικρός μπορεί να βρει μεγάλη ανακούφιση στα ζωηρά καμώματα ενός μικρού μαύρου γατιού. Έτσι το αγόρι, που οι μελαψοί άνθρωποι φώναζαν Μένες, χαμογελούσε πιο συχνά απ' ό,τι έκλαιγε καθώς έπαιζε με το χαριτωμένο γατάκι του στα σκαλιά μιας παράξενα ζωγραφισμένης άμαξας.


Την τρίτη μέρα της παραμονής των περιπλανώμενων στην Ούλθαρ, ο Μένες δεν μπορούσε να βρει το γατάκι του και, καθώς έκλαιγε δυνατά με λυγμούς στην αγορά, κάποιοι χωρικοί του μίλησαν για το γέρο και τη γυναίκα του και για τις φωνές που ακούγονταν τη νύχτα. Όταν άκουσε αυτά τα πράγματα, οι λυγμοί του μετατράπηκαν σε περισυλλογή και τελικά σε προσευχή. Ύψωσε τα χέρια του προς τον ήλιο και προσευχήθηκε σε μια γλώσσα που κανένας χωρικός δεν μπορούσε να καταλάβει, μια και η προσοχή τους ήταν κυρίως στραμμένη προς τον ουρανό και τα περίεργα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα. Ήταν πολύ παράξενο, αλλά καθώς το μικρό αγόρι έλεγε την παράκλησή του φαινόταν να σχηματίζονται ψηλά οι θολές νεφελώδεις φιγούρες εξωτικών πραγμάτων, υβριδικών πλασμάτων στεφανωμένων με δίσκους που τους πλαισίωναν κέρατα. Η φύση είναι γεμάτη με τέτοιες οπτικές απάτες για να εντυπωσιάζει τους ευφάνταστους.


Εκείνη τη νύχτα, οι περιπλανώμενοι άφησαν την Ούλθαρ και δεν τους ξαναείδαν ποτέ πια. Οι νοικοκυραίοι ανησύχησαν όταν είδαν ότι σ' όλο το χωριό δεν υπήρχε ούτε μια γάτα. Από κάθε εστία η γνώριμη γάτα είχε εξαφανιστεί, γάτες μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες. Ο γερο-Κράνον, ο δήμαρχος της ολλανδικής πόλης, ορκιζόταν ότι οι μελαψοί άνθρωποι είχαν πάρει τις γάτες για να εκδικηθούν για το θάνατο της γατούλας του Μένες και καταριόταν το καραβάνι και το μικρό αγόρι. Αλλά ο Νιθ, ο λιπόσαρκος συμβολαιογράφος, δήλωνε ότι οι πιο πιθανοί ύποπτοι ήταν ο γερο-χωρικός και η γυναίκα του, που το μίσος τους για τις γάτες ήταν γνωστό και γινόταν όλο και πιο φανερό. Κανένας όμως δεν τολμούσε ακόμα να παραπονεθεί στο καταχθόνιο ζευγάρι, ούτε και όταν ο μικρός Άταλ, ο γιος του πανδοχέα, ορκίστηκε ότι τα χαράματα είχε δει όλες τις γάτες της Ούλθαρ σ' αυτή την καταραμένη αυλή κάτω από τα δέντρα να βηματίζουν πολύ σιγά και σεμνά σε έναν κύκλο γύρω από την καλύβα, σε δύο σειρές, σαν να εκτελούσαν κάποια ανήκουστη τελετή των ζώων. Οι χωρικοί δεν ήξεραν πόσο μπορούσαν να πιστέψουν ένα τόσο μικρό αγόρι και, παρ' όλο που φοβούνταν ότι το διαβολικό ζευγάρι είχε κάνει μάγια στις γάτες και τις είχε θανατώσει, προτιμούσαν να μην επιπλήξουν το γερο-χωρικό ώσπου να τον συναντήσουν έξω από τη σκοτεινή και απωθητική αυλή του.

Έτσι, η Ούλθαρ πήγε να κοιμηθεί μάταια οργισμένη και, όταν οι άνθρωποι ξύπλησαν την αυγή, ιδού, κάθε γάτα είχε επιστρέψει στη συνηθισμένη της εστία! Μικρές και μεγάλες, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες, δεν έλειπε καμία. Πολύ καλοθρεμμένες και παχιές εμφανίστηκαν οι γάτες και έβγαζαν γουργουρητά ευχαρίστησης. Οι πολίτες μιλούσαν μεταξύ τους για το γεγονός και δεν ήταν λίγος ο θαυμασμός τους. Ο γερο-Κράνον επέμενε πάλι ότι ήταν οι μελαψοί άνθρωποι που τις είχαν πάρει, μια και οι γάτες δεν επέστρεφαν ποτέ ζωντανές από την καλύβα του γέρου και της γυναίκας του. Αλλά όλοι συμφώνησαν σε ένα πράγμα: η άρνηση κάθε γάτας να φάει το κρέας της ή να πιει το γάλα της ήταν εξαιρετικά περίεργη. Για δυο ολόκληρες μέρες οι καλοθρεμμένες και τεμπέλικες γάτες της Ούλθαρ δεν άγγιζαν κανένα φαγητό, παρά μόνον κοιμούνταν, στον ήλιο ή κοντά στη φωτιά.

Πέρασε μια ολόκληρη βδομάδα προτού οι χωρικοί παρατηρήσουν ότι το σούρουπο δεν άναβε κανένα φως στα παράθυρα της καλύβας κάτω από τα δέντρα. Μετά, ο λιπόσαρκος Νιθ παρατήρησε ότι κανένας δεν είχε δει το γέρο ή τη γυναίκα του από τη νύχτα που έφυγαν οι γάτες. Αφού πέρασε άλλη μια βδομάδα, ο δήμαρχος αποφάσισε ότι ήταν καθήκον του να ξεπεράσει τους φόβους του και να επισκεφθεί την παράξενα σιωπηλή κατοικία. Ήταν βέβαια, αρκετά προσεκτικός ώστε να πάρει μαζί του για μάρτυρες τον Σανγκ το σιδερά και τον Θαλ τον πετρά. Το μόνο που βρήκαν όταν έσπασαν την εύθραστη πόρτα ήταν δύο καθαροί ανθρώπινοι σκελετοί πάνω στο χωμάτινο πάτωμα και μερικά ασυνήθιστα σκαθάρια να έρπουν στις σκοτεινές γωνίες.
Στη συνέχεια, πολλά λέγονταν ανάμεσα στους πολίτες της Ούλθαρ. Ο Ζαθ ο δικαστικός διαφωνούσε με τον Νιθ το λιπόσαρκο συμβολαιογράφο και όλοι κατέκλυζαν με ερωτήσεις τον Κράνον, τον Σανγκ και τον Θαλ. Ρωτούσαν ακόμα και το μικρό Ατάλ, το γιο του πανδοχέα, και του έδωσαν για ανταμοιβή ένα ζαχαρωτό. Μιλούσαν για το γερο-χωρικό και τη γυναίκα του, για το καραβάνι με τους μελαψούς περιπλανώμενους, για το μικρό Μένες και τον ουρανό κατά τη διάρκεια της προσευχής του, γι' αυτά που έκαναν οι γάτες τη νύχτα που έφυγε το καραβάνι και γι' αυτά που βρέθηκαν αργότερα στην καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα στην απωθητική αυλή.

Και στο τέλος, οι πολίτες ψήφισαν τον αξιοσημείωτο αυτό νόμο, για τον οποίο μιλάνε οι έμποροι στη Χάθεγκ και ο οποίος συζητιέται από τους ταξιδιώτες στη Νιρ, δηλαδή ότι στην Ούλθαρ κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα.


H. P. Lovecraft ( Xάουαρντ Φίλιπ Λάβκραφτ)  

σε μτφ Αλίκης Ακοντίδου 

εκδ Κάκτος 1990