Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Τίποτα δεν ξέρεις


(Thomas Bernhard, 1931-1989)



Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
τίποτα γι' αυτόν τον πόνο που μ' έχει εξαντλήσει,
όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου,
τίποτα για τ' απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες,
που θα με πετάξουνε στην άβυσσο.

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
που έπρεπε να διασχίσω σαν να 'ταν ποταμός,
με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες,
και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια,
που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη,
σαν φρούτο ανοιξιάτικο.

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
που μ' έσυρε στον τάφο του πατέρα,
που μ' έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη,
που μ' έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή
στ' άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας.

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες,
τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο,
που σαν πέτρα σκονισμένη
κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες
μέσα από πολέμους και σαπίλα.


Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά
αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα πόδια σου σαν χιόνι.  




Τόμας Μπέρνχαρντ

μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης






περισσότερες πληροφορίες εδώ 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Ό,τι περιγράφω με περιγράφει




"Γιατί έκαψες τη στέγη μου ;" ρώτησα τη
φωτιά.
"Για να κοιτάς τον ουρανό ανεμπόδιστα" μου απάντησε.
Από μιαν άποψη είχε δίκιο, τον έβλεπα
Όντως ανεμπόδιστα, αλλ’ ήταν τόσο άδειος,
Που έφτιαξα καινούρια στέγη αμέσως.

Ειν’ αρκετό το μέσα μου κενό, δεν θέλω κι άλλο
Πάνω απ’ το κεφάλι μου.


         ~~~ ---  ~~~~



Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου
-γάτες με πέλματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής -
τρίβονται μια στιγμή ανάμεσα στα πόδια μου
σκύβω να τις χαϊδέψω
έχουνε κιόλας φύγει.




Τα κόκαλά μας είναι κάτι
Πίφερα φλάουτα φλογέρες που ένας
Κακός θεός τα ‘φραξε με μεδούλι

Τα ‘θαψε κάτω από στρώματα πολλά
Σάρκας και λίπους κι είναι
Μια θλίψη τώρα τ’ άκουσμα των ήχων
Που βγαίνουν απ’ τα πλαδαρά κορμιά μας

Μια θλίψη ανυπόφορη όταν ξέρεις
Πως μέσα μας βαθιά υπάρχει τόση
Πνιγμένη μουσική.

από τα «Τέρατα»


~ ~ ~   ---   ~ ~ ~



Με ήτα η ζωή τελειώνει·

με ήττα, επίσης.









Ό,τι χαλάει ό,τι σπάζει,
περίτρανα τους γέ
ροντες τρομάζει,
με το δικό τους τέλος ομοιά
ζει,
με το δικό τους τσάκισμα από του χρόνου

τις απρόσεχτες και βιαστικές κινήσεις. 


Γι' αυτό σιγά σιγά, προσεχτικά,
το βάρος του κορ
μιού τους
σε πολυθρόνες και καρέκλες αποθέ
τουν
και φέρνουνε στα χείλη το ποτήρι τους,

κρατώντας το σφιχτά, με τα δυο χέρια.
«Όσο κρατούν τα πράγματα, κρατώ κι εγώ»,
φαίνεται να 'ναι η κρυφή ελπίδα τους.





Εν' ασημένιο κέρμα το φεγγάρι,
που κάποτε τίναξαν στο διάστημα οι θεοί,
κορώνα γράμματα την τύχη παίζοντας αυτού του κόσμου,
εν' ασημένιο κέρμα που δεν έπεσε ποτέ,
αλλ' έμεινε εκεί, μετέωρο, στο χάος. 

Γι' αυτό
και δεν αποφασίστηκε ακόμα
η τύχη αυτού του κόσμου,
γι' αυτό κι αδιάκοπα
κοιτάμε μ' αγωνία το φεγγάρι,
μην πάει και πέσει
απ' του χαμού μας την πλευρά.





Όταν σου αναγγείλουνε το θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ’κανες αν σου χαρίζαν
εν’ άδειο βάζο.


Θα το γέμιζες λουλούδια•
έτσι δεν είναι;









ΕΛΕΗΣΟΝ ΣΕ


Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να 'χεις
συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
κατ' εικόνα και ομοίωσίν σου,
πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ' ένα πλήθος μόνων.


Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.








Κρατήσου μακριά 
απ΄τους συνανθρώπους σου,
μην τους ζυγώνεις

Μπορεί να σε κολλήσουν
επικίνδυνα όνειρα





Από τα πόδια ως την κορφή, 
μετριέται μόνο το ύψος.

Το ανάστημα, αρχινά
πάνω απ το κεφάλι


Αργύρης Χιόνης . Από το " Ό,τι περιγράφω με περιγράφει,"

art by Antoine Josse

Παράθυρα



Τα παράθυρα είναι κάδρα
Κομματιάζουνε τον κόσμο σε τοπία
Κάνουνε πιο υποφερτή την απεραντοσύνη


Μπρος απ’ τα παράθυρά μας
Περνάνε μερικά πουλιά , κάμποσα σύννεφα,
λίγο ηλιοφώς , λίγη βροχή
Για να δώσουμε και κάποιο χρώμα στη σκηνή
Βάζουμε κάποτε και δυο γεράνια στο περβάζι


Τα ποιήματα είναι κάδρα
Κομματιάζουν την ψυχή μας σε ψιχία
Κάνουνε πιο υποφερτό το ανέκφραστο


Μέσ’ απ’ τα ποιήματά μας
Περνάνε μερικές ανάπηρες χειρονομίες
Λίγος ανεκπλήρωτος έρωτας
Κάμποση επιθυμία των ουρανών
Για να μην είναι και σχεδόν βουβά
Προσθέτουμε κάποτε και καναδυό ηχηρές συνηχήσεις


Η ζωή είναι κάδρο
κομματιάζει σε ηλικίες την αιωνιότητα
κάνει πιο υποφερτή την απεραντοσύνη του ανέκφραστου


Αργύρης Χιόνης 
Από τη συλλογή «Η φωνή της σιωπής». 






 "Αν και είμαι μόλις 63 ετών και έχω εκτίσει μόνο 40 χρόνια ποίησης, αποφάσισα να προβώ στη συγκεντρωτική αυτή έκδοση των ποιημάτων μου, φοβούμενος ότι, επειδή οι θεοί αγαπούν τους νέους, δεν θα έχω τον απαιτούμενο χρόνο για να δώσω στη δουλειά μου τη μορφή που θα έπρεπε να έχει, πριν παραδοθεί στην αιωνιότητα. Αν δεν το κάνω αυτό εγώ, θα το κάνει, ίσως, κάποιος συμπαθής τυμβωρύχος (βλέπε φιλόλογος), όταν δεν θά 'μαι πια εδώ και δεν θα μπορώ να του τραβήξω το αυτί για τις τυχόν αυθαίρετες (τι άλλο θα μπορούσαν να είναι;) "αναπαλαιώσεις".

Όσο κι αν φαίνεται να αστειεύομαι, το πράγμα είναι σοβαρό.
Τα δύο από τα τρία πρώτα βιβλία μου (δεύτερο και τρίτο), που εκδόθηκαν ερήμην μου, γιατί τότε βρισκόμουν εις τας Ευρώπας και δεν έλαβα ποτέ δοκίμια, βρίθουν λαθών και στερούνται στίχων που για άγνωστη αιτία αγνοήθηκαν. Ιδιαίτερα πονάω το τρίτο μου βιβλίο, τις "Μεταμορφώσεις", το οποίο, ενώ συνιστά τον θεμέλιο λίθο όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν, βγήκε παραμορφωμένο και, επί πλέον, ποτέ δεν διακινήθηκε. Αν θυμάμαι καλά, διέθεσα ο ίδιος 12 μόνο αντίτυπα σε τέσσερα βιβλιοπωλεία. Τα υπόλοιπα τα μοίραζα, επί χρόνια, δεξιά και αριστερά, σε φίλους και γνωστούς, και έχω ακόμη πέντε, αδιάθετα, στη βιβλιοθήκη μου". 
[...]

 (Από τη "Λογοδοσία" του ποιητή, στο επίμετρο της έκδοσης)

Τετάρτη 1 Μαΐου 2024

Αυτός που αγαπώ ( Brecht)



Αυτός που αγαπώ
μου είπε ότι με χρειάζεται.
Γι΄ αυτό, προσέχω τον εαυτό μου
βαδίζω με προφύλαξη
και φοβάμαι κάθε στάλα βροχής
μηδά και με σκοτώσει...






Αδυναμίες
Καμία δεν είχες
Εγώ είχα μια:
Aγάπησα




Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ,
όπως εκείνο το δείλι που σε άφησα
με κατάπιε το βαθυγάλαζο δάσος,
ψυχή μου,
που πάνω του, στα δυτικά,
κρέμονταν κιόλας
χλωμά τα άστρα.


Γέλασα αρκετά,
καρδιά μου,
γιατί συγκρούστηκα παίζοντας
με το σκυθρωπό πεπρωμένο
την ίδια ώρα
μέσα στο γαλανό δείλι του δάσους
αργοσβήναν κιόλας πίσω μου τα πρόσωπα.


Εκείνο το μοναδικό σούρουπο
όλα ήταν τόσο γλυκά
όσο δεν ήταν ποτέ ξανά να γίνουν
αλλά αυτό που μου απόμεινε είναι
μόνο πουλιά μεγάλα
που το δείλι
πετούν πεινασμένα στο
σκοτεινιασμένο ουρανό.

μεταφρ. Μάριου Πλωρίτη, Θεμέλιο, Αθήνα 2000.


πηγή



Συμφωνία

Αυτός στην Κίνα
εδώ εκείνη
Καλή, είπε εκείνος
Μέρα, είπε εκείνη

μτφ Μ Πλωρίτης











Κυριακή 13 Αυγούστου 2023

B e r t o l t B r e c h t (1898 -1956)


Στη γέννηση ενός γιου


Άμα γεννιέται ένα παιδί,
όλη η φαμίλια του εύχεται έξυπνο να γίνει.



Εγώ που, με την εξυπνάδα μου,
ρήμαξα τη ζωή μου,
ελπίζω ο γιος μου
αγράμματος να μείνει και φτωχός στο πνεύμα.
Έτσι, θα ζήσει γαλήνια κι ωραία
σαν υπουργός της κυβερνήσεως.

(1938) 


Ο μόχθος των αρίστων

«Με τι ασχολείσθε;» ρώτησαν τον κύριο Κ. Και ο κύριος Κ. απάντησε: «Είμαι πολύ απασχολημένος: προετοιμάζω το επόμενο λάθος μου».




Εγκώμιο στη διαλεκτική

Το άδικο προχωράει σήμερα με αβέβαιο βήμα.
Γι’ ακόμα δέκα χιλιάδες χρόνια
οι καταπιεστές παίρνουνε μέτρα.
Η βία μάς βεβαιώνει πως
όπως είναι τα πράγματα, θα παραμείνουν.
Φωνή άλλη δεν ακούγεται
πάρεξ η φωνή των κυριάρχων,
ενώ η εκμετάλλευση ξελαρυγγιάζεται στις αγορές
πως μόλις τώρα ν’ αποδίδει ξεκινάει.
Μα κι από τους καταπιεσμένους
πολλοί λένε τώρα: ’Κείνο που θέλουμ’ εμείς
ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όμως όποιος ακόμα ανεβαίνει
δεν κάνει να λέει ποτέ!
Καθόλου βέβαιο το βέβαιο δεν είναι.
Όταν οι Αποπάνω αποσώσει θα ’χουνε τους λόγους τους,
θα μιλήσουνε οι Αποκάτω.
Ποιος θα τολμήσει πια να ξαναπεί ποτέ!

Ποιος φταίει που υπάρχει ακόμα καταπίεση; Εμείς!
Ποιος να την συντρίψει θ’ αναλάβει; Εμείς ομοίως!
Οι γονατισμένοι όλοι, εμπρός! Σηκωθείτε!
Οι χαμένοι όλοι, εμπρός! Στον αγώνα! Πολεμήστε!
Όποιος την κατάστασή του ξέρει και κατανοεί
πώς θα εμποδιστεί να την αλλάξει;

Οι νικημένοι του σήμερα, βλέπετε,
είναι οι νικητές του αύριο,
όσο για κείνο το π ο τ έ
έχει πλέον γίνει  σ ή μ ε ρ α, κι έχουμε κιόλας αργήσει!

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής



Στρατηγέ, το τανκς σου είναι δυνατό μηχάνημα (1939)

Θερίζει δάση ολόκληρα, κι εκατοντάδες άντρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
χρειάζεται οδηγό.

Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο.
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο, κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει
βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Χρειάζεται πιλότο.

Στατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ.
Ξέρει να πετάει, ξέρει να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα:
Ξέρει να σκέφτεται.


Απόδοση: Μάριος Πλωρίτης





Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα



Όπως εκείνος που φέρνει μια σημαντική επιστολή στο γκισέ εκτός των ωρών εργασίας του ταχυδρομείου: και το γκισέ είναι κλειστό·
όπως εκείνος που θέλει να προειδοποιήσει την πόλη για την επερχόμενη πλημμύρα ‒ μιλάει ωστόσο ξένη γλώσσα: και κανένας τί λέει δεν καταλαβαίνει·
όπως ο ζητιάνος που χτυπάει για πέμπτη φορά την πόρτα εκείνη που του είχαν ανοίξει τις προηγούμενες τέσσερις: και μένει τώρα, την πέμπτη του φορά, πεινασμένος·
όπως ο πληγωμένος που τρέχει το αίμα του, ενώ περιμένει τον γιατρό: και το αίμα του συνεχίζει να τρέχει,

έτσι ερχόμαστε κι εμείς και γράφουμε και λέμε για τα κακά που έχουμε τραβήξει και για τα εγκλήματα που έχουμε υποστεί.

Την πρώτη φορά που αναφέραμε ότι σφάζανε τους φίλους μας με μέτρο και αραιά-αραιά, βγήκε μια κραυγή απόγνωσης και φρίκης. Είχανε σφάξει, τότε, εκατό. Όταν όμως ύστερα σφαχτήκαν χίλιοι, και τελειωμό δεν είχανε οι σφαγές, απλώθηκε παντού σιωπή.

Όταν έρχονται και πέφτουν σαν βροχή τα εγκλήματα, κανείς τότε δεν βγαίνει να φωνάξει Σταματήστε!

Όταν τα εγκλήματα γίνονται σωρός, γίνονται και αόρατα.
Όταν τα βάσανα είναι αβάσταχτα και θεριεύει ο πόνος, κραυγή από πουθενά δεν ακούγεται.
Γιατί και οι κραυγές… έτσι πέφτουνε κι αυτές… σαν βροχή, σαν βροχή καλοκαιριάτικη.

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής



ΜΑΣ ΛΕΝΕ ΟΙ ΕΧΤΡΟΙ ΜΑΣ

Μας λένε οι εχτροί μας: Τέλειωσε ο αγώνας
Μα λέμε εμείς: Άρχισε τώρα.

Μας λένε οι εχτροί μας: Την αλήθεια την απαρνηθήκαν.
Μα λέμε εμείς: Την ξέρουμε ακόμα.

Μας λένε οι εχτροί μας: Και γνωστή ακόμα να γίνει η αλήθεια
Δεν μπορεί άλλο πια να διαδοθεί.
Μα είμαστε εμείς αυτοί που τη διαδίδουν.

Ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρέχτ, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή (1987)
Μετάφραση και πρόλογος: Νάντια Βαλαβάνη



Μπαλάντα για την Έγκριση του Κόσμου

.
Δεν είμαι άδικος, μα ούτε και τολμηρός.
Και να που, σήμερα. μου δείξανε τον κόσμο τους.
Μόνο το ματωμένο δάχτυλό τους είδα μπρός.
Και είπα ευθύς: «Μ’ αρέσει ο νόμος τους».

Τον κόσμο αντίκρισα μεσ’ απ’ τα ρόπαλά τους.
Στάθηκα κι είδα, ολημερίς, με προσοχή.
Είδα χασάπηδες που ήταν ξεφτέρια στη δουλειά τους.
Και σαν με ρώτησαν «Σε διασκεδάζει;», είπα: «Πολύ!»

Κι από την ώρα εκείνη, λέω «Ναι» σε όλα.
Κάλλιο δειλός, παρά νεκρός να μείνω.
Για να μη με τυλίξουνε σε καμιά κόλλα,
ό,τι κανένας δεν εγκρίνει, το εγκρίνω.
……………………………………………………..
Φονιάδες είδα, κι είδα πλήθος θύματα.
Μου λείπει θάρρος, μα όχι και συμπόνια.
Και φώναξα, βλέποντας τόσα μνήματα:
«Καλά τους κάνουν — για του έθνους την ομόνοια!»

Να φτάνουν είδα δολοφόνων στρατιές
κι ήθελα να φωνάξω: «Σταματήστε!»
Μα ξέροντας πως κρυφοκοίταζε ο χαφιές,
μ’ άκουσα να φωνάζω: «Ζήτω! Προχωρήστε!»

Δεν μου αρέσει η φτήνια κι η κακομοιριά.
Γι’ αυτό κι έχει στερέψει η έμπνευσή μου.
Αλλά στου βρώμικού σας κόσμου τη βρωμιά
ταιριάζει, βέβαια — το ξέρω — κι η έγκρισή μου.

1930

Μετάφραση : Μ ά ρ ι ο ς Π λ ω ρ ί τ η ς>



Ο φασισμός

Ο φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
Καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μεσ’ τα δόντια του το ξέρω
Καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι.

Οι ρίζες του το σύστημα αγκαλιάζουν
Και χάνονται βαθιά στα περασμένα
Οι μάσκες του με τον καιρό αλλάζουν
Μα όχι και το μίσος του για μένα.

Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον!

Ο φασισμός δεν έρχεται από μέρος
Που λούζεται στον ήλιο και στ’ αγέρι!
Το κουρασμένο βήμα του το ξέρω
Και την περίσσεια νιότη μας την ξέρει.

Μα πάλι θε ν’ απλώσει σαν χολέρα
Πατώντας πάνω στην ανεμελιά σου
και δίπλα σου [θα] φτάσει κάποια μέρα
αν χάσεις τα ταξικά γυαλιά σου.

από εδώ  






Αυτή η ανεργία!

Κύριοι συνάδελφοι, η ανεργία
πρόβλημα είναι ακανθώδες.
Εφ’ ω και είναι ευκαιρία
το Συμβούλιόν μας το εργώδες
να της αφιερώση μίαν … συζήτησιν
εφ’ όσον η εργασία δεν έχει ζήτησιν.
Διότι είναι καθαρά θεομηνία
δια το έθνος η ανεργία.

Αίνιγμα αποτελεί δια πάντα τίμιον
πολίτην και υγιώς σκεπτόμενον
της ανεργίας το φαινόμενον.
Και επιπλέον, εξόχως επιζήμιον.
Κύριοι, οι καιροί ου μενετοί!
Θα απετέλει δε αδυναμίαν μας θανάσιμον,
εάν ημείς, του έθνους οι εκλεκτοί,
δεν εύρωμεν μίαν δικαιολογίαν βάσιμον,

και την εμπιστοσύνην ούτω χάσωμεν
του λαού, ήτις μας είναι λίαν χρήσιμος.
Πρέπει, λοιπόν, δεόντως ν’ αντιδράσωμεν.
Διότι θα είναι συμφορά μοιραία και κρίσιμος
εάν κρούσματα κοινωνικής έχωμεν αναταραχής,
ενώ ευρισκόμεθα επί ξηρού ακμής!
Θα ήτο δια το έθνος απειλή ολεθρία,
που το μαστίζει τόση ανεργία!

Δεν συμφωνείτε, κύριοί μου;
Το συμφερότερον, κατά την άποψίν μου,
είναι ν’ αποφασίσωμεν ότι το πρόβλημα ελύθη,
και να το παραδώσωμεν στη λήθη.

Την άποψή σας να τη βράσουμε! Η ανεργία,
πληγή και παιδεμός του τόπου,
θα λείψει μοναχά τη μέρα όπου
θα μπείτε ε σ ε ί ς στην ανεργία!

Μετάφραση : Μ ά ρ ι ο ς Π λ ω ρ ί τ η ς






Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

«Η τέχνη του στίχου»




Η μνήμη μου με πηγαίνει πίσω σ' ένα συγκεκριμένο βράδυ κάπου εξήντα χρόνια πριν, στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου στο Μπουένος Άιρες. Τον βλέπω. βλέπω το φως του γκαζιού.  μπορώ να βάλω το χέρι μου πάνω 
 στα ράφια. Ξέρω πού ακριβώς θα βρω τις «Χίλιες και μία νύχτες» του Burton και την «Κατάκτηση τον Περού» του Prescott, παρόλο που η βιβλιοθήκη δεν υπάρχει πια. Πηγαίνω πίσω σ' εκείνο το αρχαίο πια νοτιοαμερικάνικο βράδυ, και βλέπω τον πατέρα μου. Τον βλέπω αυτή τη στιγμή 
κι ακούω τη φωνή του να λέει λέξεις που δεν τις καταλάβαινα, όμως τις ένιωθα. Οι λέξεις αυτές προέρχονταν από τον Keats, από την «Ωδή σ' ένα αηδόνι». Τις έχω διαβάσει τόσες φορές από τότε, όπως κι εσείς, αλλά θα ήθελα να τις επαναλάβω άλλη μια φορά. Νομίζω πως αυτό θα ευχαριστούσε το φάντασμα του πατέρα μου, αν βρίσκεται κάπου εδώ κοντά.
Οι στίχοι που θυμάμαι είναι αυτοί που έρχονται τώρα και σε σας:

Thou wast not born for death, immortal Bird!
No hungry generations tread thee down;
The voice I hear this passing night was heard
In ancient days by emperor and clown:
Perhaps the self-same song that found a path
Through the sad heart of Ruth, when, sick for home,
She stood in tears amid the alien corn.

(Δεν γεννήθηκες για να πεθάνεις, αθάνατο Πουλί!
Οι πεινασμένες γενεές δεν σε αφάνισαν
η φωνή που ακούω αυτή τη σύντομη νύχτα ακουγόταν
σε αρχαίες μέρες από αυτοκράτορα και από γελωτοποιό:
Είναι ίσως το ίδιο ακριβώς τραγούδι που βρήκε έναν δρόμο
στη θλιμμένη καρδιά της Ρουθ, όταν γεμάτη νοσταλγία για τον τόπο της,
στεκόταν δακρυσμένη μέσα σε ξένα στάχυα).

Νόμιζα πως ήξερα τα πάντα για τις λέξεις, τα πάντα για τη γλώσσα 

(όταν είναι κανείς παιδί, νιώθει πως ξέρει πολλά πράγματα), 
όμως οι λέξεις αυτές ήρθαν σε μένα ως αποκάλυψη. 
Φυσικά, δεν τις καταλάβαινα. 
Πώς θα μπορούσα να καταλάβω αυτούς τους στίχους για τα πουλιά - για τα ζώα - που κατά κάποιον τρόπο είναι αιώνια, έξω από τον χρόνο, γιατί ζουν στο παρόν; 

Είμαστε θνητοί γιατί ζούμε στο παρελθόν και στο μέλλον - γιατί θυμόμαστε μιαν εποχή που δεν υπήρχαμε, και προβλέπουμε μιαν εποχή που θα είμαστε νεκροί. 
Οι στίχοι αυτοί ήρθαν σε μένα διαμέσου της μουσικής τους. Πίστευα ότι η γλώσσα ήταν ένας τρόπος να λέει κανείς πράγματα, να εκφράζει παράπονα, να δηλώνει ότι είναι ευχαριστημένος ή λυπημένος, και ούτω καθεξής. 
Όμως όταν άκουσα αυτούς τους στίχους 
(και τους ακούω, κατά κάποιον τρόπο, συνεχώς από τότε), 
κατάλαβα ότι η γλώσσα μπορούσε να είναι και μουσική και πάθος. 
Κι έτσι μου αποκαλύφθηκε η ποίηση.


Jorge Luis Borges, «Η τέχνη του στίχου»

[μτφρ.: Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης]