Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα έρωτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2024

"...και Ιουλιέτα " από τον Άκη Δήμου






Κι αν ο έρωτας είναι ο έρωτας που χάθηκε, 

πώς θα βρούµε τον έρωτα; 

Αντόνιο Πόρτσια, Φωνές, µτφ. Ε.Χ.Γονατάς. 







( Μια γυναίκα. Εσωτερικό παλιάς κατοικίας. 
Νύχτα καλοκαιριού)





∆εν θα σηκωθώ, συγχωρήστε µε. Έχω ξεχάσει πώς είναι να υποδέχεσαι κάποιον. Τις κινήσεις που κάνει, τα λόγια που λέει κανείς σε µια τέτοια περίπτωση. Οι επισκέψεις έχουν χάσει πια κάθε ενδιαφέρον για µένα. Μου θυμίζουν, απλώς, πως είμαι μόνη για μιαν ακόμα  νύχτα. ∆εν περιµένω τίποτα απ’ τους άλλους. ∆ική τους πλάνη αν αυτοί ακόµα προσδοκούν κάτι από µένα. Μην το πάρετε προσωπικά αυτό, σας παρακαλώ. Μόνο έτσι µπορώ να σας φερθώ: σα να µην είστε εσείς εδώ. Ή σα να είστε – πράγµα που, βέβαια, για µένα είναι το ίδιο. (παύση)
 Με θεωρείτε αγενή; Στριφνή; Ιδιόρρυθµη; Ω, δε µε νοιάζει, σας βεβαιώ καθόλου δε με νοιάζει. ∆εν έχω πλέον περηφάνια για να πληγωθεί από τις κρίσεις σας, δεν έχω πρόσωπο που να επιθυµώ να το διατηρήσω µακριά απ’ τη σκιά µιας κακής εντύπωσης. Αυτά ταιριάζουν σε γυναίκες µαθηµένες να ζουν µέσα στον κόσµο. Με σύζυγο, παιδιά και συγγενείς…µε φίλους, θαυµαστές και εραστές ακόµα, γιατί όχι; Στις γυναίκες που αξιώθηκαν το μεγαλείο της μετριότητας, τα εύσημα της τάξης και της νοικοκυροσύνης, που είπαν παλάτι το φτηνό κατάλυμα της παχύσαρκης ζωής τους κι είναι οι κουτές φιλοφρονήσεις του περίγυρου το αλάτι που νοστιμίζει την περιττή τους ύπαρξη. Για µια γυναίκα όμως που ζει αντίθετα απ’ αυτά, ποια σημασία μπορούν να έχουν τα επίθετα ενός ξένου; Προστατέψτε λοιπόν, τον εαυτό σας από την περιφρόνησή µου και µην παρασυρθείτε σε χαρακτηρισμούς. Κρατήστε τα συμπεράσματά σας για σας. Αλλιώς, µόνο να µε κάνετε να ευθυμήσω θα καταφέρετε, χωρίς, ωστόσο, να µε δείτε να γελώ. Πάει καιρός που ξέμαθα το γέλιο. 



∆εν κάνει μια περίεργη ζέστη απόψε; Σα να διαλύεται ο αέρας, σα να λιώνει. Κι αυτή η θαμπή μυρωδιά εδώ γύρω…Αν φέρατε λουλούδια, αφήστε τα κάπου δίπλα σας. Και να τα πάρετε μαζί σας φεύγοντας. Θα πρέπει να μη με ξέρετε καθόλου αν ήρθατε ως εδώ μ΄ ένα μπουκέτο δροσερά κυκλάμινα. Με απωθεί κάθε αβρή χειρονομία. Κάθε διάθεση φιλοφρονητική εκ μέρους κάποιου µε αφήνει το ίδιο αδιάφορη όσο η αλλαγή των εποχών στον έξω κόσμο. Ένα χέρι που κρατά µια ανθοδέσµη και µου την προτείνει, µου φαίνεται σα να περιγελά το ισόβιο πένθος µου. Εκτός εάν πρόκειται για τα φρέσκα εκείνα βλαστάρια που προορίζονται να στολίζουν τους Επιτάφιους. Και αν µου τα προσφέρετε σεμνά, υπονοώντας πως ταιριάζουν ιδανικά στον στοργικό µου τάφο. Αν είναι έτσι, µπορείτε να τα τοποθετήσετε εσείς στο µέρος που νοµίζετε κατάλληλο. Κι αφήστε εκεί για να σαπίσουν.
Εδώ αρχίζουν τα βουνά. Πίσω απ’ τ’ αμπέλια που παγώνουν στο κελάρι. Είναι φορές που νοιώθω να μη µε κρατούν τα βήματά µου, πνιγμένα καθώς είναι στο κρασί, κάθε που κατεβαίνω εκεί κάτω κι επιστρέφω ύστερα εδώ µ’ ένα καινούργιο μπουκάλι κάτω απ’ τη μασχάλη µου…Συνήθισα να πίνω. Πιο λίγο στην αρχή, µε τον καιρό όλο και πιο συχνά γεμίζω το ποτήρι µου. Μ’ αρέσει το κρασί…το χρώµα, η µυρωδιά του, οι εικόνες πάνω στο γυαλί που σµίγουν µε τα µάτια µου – τόσο πολύ σ’ άλλους καιρούς αφοσιωµένα µόνο σε µια εικόνα. Μεθάω όλο και πιο δύσκολα, εύκολα όµως ακόµα ξεγελιέµαι. Ακούω µακρινές φωνές, ποδοβολητά αλόγων, ακούω τους δρόµους ν’ αγκαλιάζουν άλλους δρόµους…βήµατα ταξιδεύουν ως εδώ, περνάνε µέσα από τα δάση, διασχίζουνε τον κέδρο και τον έβενο, παραµερίζουνε τους βάτους και τ’ αγκάθια…Στέκονται στην εξώθυρα, σωπαίνουν, ακούγεται µονάχα ο τριγµός της πέτρας καθώς λιώνει κάτω από τη µπότα τους. Για µια στιγµή σα ν’ αλλάζει η ζωή µου, σα να πετάω µε ορµή, να ξανανιώνω, καινούργιους φίλους βάζω µε το νου µου, µια αµαρτία διπλωµένη µπρος στην πόρτα µου περιµένει να ενδώσω. (παύση) 

Ύστερα τίποτα. Σιωπή. 


Ξαναγυρνά το σπίτι στα θεμέλια…σαν ηττημένο, τόσο πολύ που πόθησε να φύγει. (μικρή παύση) Τι φανταστήκατε; Το χάος είναι εύκολο. Μια φρέσκια μονοκοντυλιά κρατάει δεμένους τους τοίχους, σβησμένη η κάθε πόρτα, η στέγη διάπλατα ανοιχτή…(παύση) Ό,τι έμεινε δικό µου πια δε βλέπεται. Το χάλασαν τα τρωκτικά µας χάδια. Από τότε, τίποτα δεν είναι ικανό να µε προστατέψει.
Κρυώνουν τα πόδια µου. Θα βάλω τις παντόφλες µου, σας πειράζει; Να θυμηθώ μονάχα πού τις έχω. Και πού πρέπει να πατήσω μετά για να ξαναγυρίσω εδώ. Έχω ξεχάσει να κινούμαι μες στο σπίτι. Εκτός απ’ αυτή τη φιλική γωνιά, το υπόλοιπο µου φαίνεται ξένο, σαν άλλοι να το κατοικούν κι εγώ να τους παραστέκω παρατηρώντας σιωπηλή τις κινήσεις τους.(παύση)
Είναι φορές που θέλω όσο τίποτ’ άλλο να περπατήσω τα δωµάτια όπως άλλοτε. Θέλω να προλάβω πριν τη νύχτα, την ώρα εκείνη που µαραίνεται το φως στη βεράντα, την ωραιότερη ώρα της ηµέρας. Θέλω να ξαναδώ τα έπιπλα ν’ αχνίζουνε στο πέρασμά µου, ν’ ακούσω το θρόισµα µιας κουρτίνας, το πάτωµα να τρίζει απ’ τη χαρά του, τη σονατίνα μιας γυάλινης φρουτιέρας, τον ψίθυρο του βραστήρα στην κουζίνα…Όπως τότε: έμενα ώρες κλεισμένη στο σπίτι µα δε µ’ ένοιαζε. Μια περιπέτεια κάθε µου σεργιάνι, µια εκδροµή µ’ απρόοπτα συμβάντα. Ποτέ δεν ήξερα τι κρύβεται και πού κι ας είχα χίλιες φορές τις κάµαρες γυρίσει – προνόμιο των κοριτσιών η άγνοια άλλοτε.(παύση)
Να ξέρατε πώς έχω επιθυµήσει αυτό το σπίτι, πόσο τρελά νοσταλγώ τη συντροφιά του, τους ίσκιους στα παράθυρα, τις ανταύγειες της λάµπας στα ταβάνια.(παύση) «Αγόρασα ένα σπίτι της αγάπης / µα δεν το κατέχω / µ’ αγόρασαν µα δε µε χαίρεται ο αγοραστής µου». (παύση)
Κάποτε, λέω στον εαυτό µου, πρέπει πια να σηκωθείς. Να ξαναπάς να δεις και να μυρίσεις. Μα αισθάνομαι αριά, ανίκανη και για την παραμικρή μετακίνηση. Μένω, λοιπόν, εδώ, σ’ αυτά τα λίγα τετραγωνικά που μπορώ ακόµα και ορίζω. Κι όλα τ’ ανακαλύπτω εδώ γύρω, εδώ τα φέρνω. Φαντάζοµαι πως ανεβοκατεβαίνω τη σκάλα, επινοώ καινούργια παιχνίδια κάτω απ’ τις καμάρες των διαδρόµων, η πολυθρόνα µου αυτή γίνεται δέκα διαφορετικές καρέκλες, εννιά πρόσωπα στρέφονται ευγενικά προς το µέρος µου, σηκώνονται, µε περιµένουν να καθίσω, ν’ αρχίσει πια εκείνο το δείπνο που χρόνια πριν σταµάτησε στη µέση. (παύση) Ξαπλώνω το κεφάλι µου στη ράχη της µπερζέρας κι ονειρεύοµαι…Ένα δεντράκι φυτρώνει µέσα απ’ τα µωσαϊκά. Το αγκαλιάζω, το φιλώ βαθιά στο στόµα, τα χείλη µου τα καίνε οι χυµοί του, πιάνω βελόνα και κλωστή να του ράψω ένα φράχτη κι ύστερα χίλια δυο πουλιά µες στα κλαδιά του. Ξυπνώ κάθε πρωί κάτω απ’ τον ίσκιο του, τρέµοντας ελαφρά, σαν από τον παλιό µου εκείνον έρωτα. 

Ελάτε κοντά µου, εδώ, πάνω απ’ τον ώµο µου…Κοιτάξτε µε προσοχή. Τα βλέπετε τα περιβόλια; Άδεια, το χώµα τους στεγνό, κίτρινο σαν το σάλιο των εντόµων. Βλέπετε στην άκρη τους τη βροχή που παραµονεύει; Ακίνητη γριά, κοκαλωµένη. Σφύριγµα κεραυνού έχει ν’ ακούσει χρόνια…Μη στέκεστε έτσι! Φύγετε από κει! 
Κανείς δεν ξέρει πότε θα χτυπήσει ο Θεός. 
........


Ήτανε κάποτε εκεί µια καρυδιά. Όµορφο δέντρο, ζωηρό, παρηγοριά µου. Κάθε που εκείνος έφευγε, έτρεχα να κρυφτώ µες στακλαδιά της. Έστρωνε τη σκιά της να καθίσω. Τα φύλλα της µου κάνανε χαρές. Άλλον ήλιο απ’ τα µάτια του δεν άφηναν να µε πιάσει. Ερχότανε πουλιά περαστικά, µε κοίταζαν στα µάτια µ’ εµπιστοσύνη, σα να µε πιστεύανε. Νόµιζα θα κρατήσει χρόνια εκείνο το κελάηδισµα. Έσκαβα µε τα δάχτυλα το χώµα, έβρισκα βαθιά τις φρέσκες ρίζες του δέντρου και του µιλούσα. Όσα κρατούσα κλειδωµένα στο στόµα µου κάθε που µ’ έπαιρνε στην αγκαλιά του, τα ψιθύριζα εκεί κι όταν συναντιόµαστε ξανά, ήξερα ότι όλα τα είχε ακούσει. ∆εν ξαφνιαζόµουν καθόλου που µου έφερνε µια απάντηση σε µια ερώτηση που ποτέ δεν του πήγα. 

................







Αυτό είναι έρωτας: να προλαβαίνεις τα λόγια. Λέξη καµία να µην αφήνεις να λερώσει τα χείλη σου κι όλα ν’ ακούγονται γλυκά σα µιληµένα.(παύση) Μόνο µ’ εκείνον ξέχναγα όλες µου τις λέξεις: τα πορφυρά επίθετα, τα σαρκοβόρα ρήµατα, τους συναινετικούς συνδέσµους, τα βλοσυρά επιρρήµατα…Μακριά απ’ την κυριαρχία της γλώσσας πόσο γλυκά ανάδευε το σώµα µου! 
Πόσο καθαρά άκουγα το κελάρυσµα του 
αίµατός µου, η ανάσα µου πώς λίκνιζε τον κόσµο!(µικρή παύση)Εσείς θα πρέπει να µιλάτε όµορφα. Φαίνεστε έξυπνος πολύ…και µορφωµένος. Στοιχηµατίζω πως θα χαίρεται κανείς να σας ακούει. Και τι ωραία που θα είναι ραµµένη η σκέψη στην κουβέντα σας! Τι ταιριαστά, µε πόση χάρη κι ευγλωττία θα υπερασπίζεστε τη ζωή σας από τους κακόβουλους συνοµιλητές, απ’ τους ανέντιµους συµπαίχτες σας!
...........

Ερωτευτήκατε, άραγε, ποτέ;…
Γνωρίζατε, αλήθεια, τον Ρωµαίο; 

..................


Γυρίστε λίγο να σας δω. Κοιτάξτε µε κι εσείς. Όσο σας µιλώ τόσο αισθάνοµαι να κερδίζετε την εµπιστοσύνη µου. Ω, ελάτε λοιπόν, µην κοκκινίζετε!...
Μπορείτε να καπνίσετε, αν θέλετε. Είναι ευεργετικό ένα τσιγάρο όταν δεν έχει κανείς άλλον τρόπο να νικήσει µια πάνοπλη στιγµή, καλή, κακή, δεν έχει σηµασία. (µικρή παύση) Συνήθως αφήνω το πορτάκι της αυλής ανοιχτό αλλά κανείς δεν έρχεται. Ίσως να φταίει που γνωρίζουν όλοι πόσο πολύ αντιπαθώ τις επισκέψεις, ίσως πάλι να έπαψε ο κόσµος να µε βρίσκει ενδιαφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς, τι θα µπορούσε να ωφεληθεί κανείς από µένα; 
Μόνο µια µνήµη αίµατος µπορώ ν’ ανακαλέσω, υπάρχει όµως κανείς που να θέλει να θυµάται κάτι τέτοιο; ................

Πάντοτε έρηµη η αυλή µου εδώ και χρόνια. Απάτητη. Μόνο ένα αυλάκι τόσο δα κυλάει κουρασµένο, κόκκινο και λεπτό σαν την κλωστή του αίµατος στον κρόταφο ενός άντρα δολοφονηµένου απ’ το ίδιο το ευγενικό του χέρι. 
Γι’ αυτό το αίµα σας µιλούσα προ ολίγου…
Όχι, όχι, δεν ήθελε κακό, µονάχα ν’ αποδείξει πόσο βαθιά και τελεσίδικη µπορεί να είναι µια βιαστική, τυχαία χειραψία, ένα άγγιγµα φευγαλέο στο µέσα µέρος της παλάµης κι ύστερα το φιλί, εκεί, στην κόψη του λαιµού, στο στήθος ή στον ώµο. 

(µεγάλη παύση) 





Αναρωτηθήκατε άραγε ποτέ τι ακριβώς ερωτευόµαστε σ’ έναν άλλο άνθρωπο; 
Σας έχει απασχολήσει αυτό το αίνιγµα; 
Τι είναι εκείνο πάνω του που συνεγείρει τις στρατιές των εφησυχασµένων µας αισθήσεων και µας ρίχνει άοπλους σε µια µάχη εκ των προτέρων χαµένη; Σε ποιο σηµείο βρίσκεται η δύναµη του άλλου, εκείνη η δύναµη που µας ωθεί ολόγυµνους στο ναρκοπέδιο µιας άγνωστης ως χθες 
αγκαλιάς; Εµπρός, λοιπόν, στραφείτε µε προσοχή στο παρελθόν σας και προσπαθήστε να θυµηθείτε, αν, βέβαια, έχετε µια τέτοια άξια ανάµνηση: τι σχήµα είχε το στιλέτο που σας πλήγωσε κάποτε θανάσιµα; 
Ήταν υγρό σαν ένα βλέµµα θαλασσί, στέρεο σαν περπάτηµα ή αέρινο, όπως το σχήµα των χεριών που κλείνουν σ’ ένα χάδι βαθύ ως µέσα στις ρίζες;…

Ματαιοπονείτε. Ποτέ σας δεν θα βρείτε µιαν απάντηση. Όποιος προσπάθησε να εξηγήσει τον έρωτα δεν υπήρξε ποτέ του ερωτευµένος. Μόνο µια εκκωφαντική σιωπή ταιριάζει στην απόλυτη φύση ενός τέτοιου δώρου. Μια σιωπή σπαρµένη µε τ’ ανείπωτα του σύµπαντος που ανθίζουν µόνο µια στιγµή: όσο κρατάει ένα σµίξιµο ιδρωµένο. 

Θυµάµαι τώρα…



Πριν να τον δω τον γνώριζα καλά, ως την παραµικρή λεπτοµέρεια, µέχρι τον κόµπο της µπέρτας και το µικρό εκείνο κυκλάµινο στην αγκράφα της ζώνης του – σηµάδι κοριτσίστικο, υπαινιγµός µιας τρυφερότητας που έφτανε για να καταλάβει κανείς ότι το ξίφος δεν ήταν άλλο από µια γελοία σύµβαση που ήθελε πολεµιστές όλα τ’ αγόρια της γενιάς του, µια µάσκα ανίκανη να κρύψει µια ψυχή ευαίσθητη και νωχελική. 

Τον θαύµαζα µυστικά, τον αγαπούσα σιωπηλά, πάντοτε υπολόγιζα σ’ αυτόν, σ’ ένα του βλέµµα ενθαρρυντικό στρεφόµουν για να συνεχίσω να ζω προστατευµένη, µε σκεπασµένη τη φωνή, µ’ ολόκληρο το σώµα µου. 
Όταν ένα απόγευµα µου τον σύστησαν, επιτέλους, στα σκαλιά της πλατείας, άλλο δε βρήκα για να πω παρά µονάχα «βιάζοµαι, οι φίλοι µου µισούν να περιµένουν»…κι έφυγα µε λυµένη την εσάρπα µου. 
Αργότερα έµαθα τι όµορφα που χόρευε στο κέντρο της φωτιάς, µε πόση ακρίβεια, µε πόση τέχνη και σπάνια προσήλωση στην πράξη του, βύθιζε τα µαχαίρια στο λαιµό του: χωρίς µια στάλα αίµα να χυθεί, χωρίς να πάψει ούτε στιγµή να τραγουδάει…

Αν δεν ήταν αυτός άντρας για µένα, τότε ποιος; 

.............

Μέρες µετά, ζούσα µες στο χορό του. Τον σκεφτόµουν επίµονα, εντατικά, µε κατοικούσανε ολόκληρη τα μάτια του. Του αφιερωνόµουν νοερά, όπως εκείνοι οι πιστοί που λατρεύουν έναν Άγιο κι όπου κι αν βρίσκονται, όπου κι αν πηγαίνουν, περιφέρουν εντός τους την εικόνα του προσδοκώντας να φανερωθεί, διψώντας για το θαύµα. Μ’ έκαιγε η σκέψη του, ο ύπνος µου γέµιζε νερά, χανόµουν στο βυθό του. Με µάγευε αυτή µου η αφοσίωση. Μπέρδευα τις κινήσεις µου, το σάλιο µου µαλάκωνε, γλιστρούσαν οι κουβέντες µου υγρές, σκόρπιζαν πριν προλάβω να µιλήσω. Τριγυρνούσα στο σπίτι αδιάφορη στα φλύαρα βλέµµατα των υπηρετών που σχολίαζαν µ’ αυτόν τους τον τρόπο την απουσία οποιουδήποτε λόγου να βρίσκοµαι συνεχώς ανάµεσα στα πόδια τους. Τα µαλλιά µου µπλέκονταν στα έπιπλα όπως τα κέρατα του ελαφιού στα κλαδιά των θάµνων. Μέτραγα την ανάσα µου κι απορούσα: τόσο λίγη που ήταν πώς γινόταν και ζούσα ακόµη;…Άνεµοι τρυφεροί µε ταξιδεύανε, µε κάθιζαν στα γόνατα κι ύστερα, πάνω µου περνώντας, µε κουρσεύανε. Τον έφερνα κοντά µου, πλάι µου, τον κρατούσα µέσα µου µε µια τυφλή ορµή, µια δύναµη αντρική, αταίριαστη στο φύλο µου. Έφτανε µια στιγµή να τον σκεφτώ και σα να κέρδιζα ύψος όµως όχι ανεβαίνοντας, πετώντας ναι, µα κατευθείαν αγκαλιάζοντας το χώµα. Μ’ έβρισκε η παραµάνα αναίσθητη στο πάτωµα, ξέπνοη. Όταν συνερχόµουν, παραδινόµουν σε µια ατέλειωτη ρέµβη. Ήµουνα µόνη µου ξανά κι ήµουνα δυο αγκαλιασµένοι σφιχτά µέσα στο αίµα µου. Μυρµήγκιαζαν οι φλέβες µου και στο κορµί µου άνθιζε ένας δροσερός πυρετός που έκανε τα πόδια µου να τρέµουν, να συνηθίζουν δρόµους που µακραίνανε. ∆άκρυζα αυθόρµητα κοιτώντας τους αγρούς να πρασινίζουν, κάρπιζε η γη µου σαν καρδιά από παράφορη χαρά βαλαντωµένη. Ήταν ο χρόνος φίλος µου, οι ώρες µε φροντίζαν, γεφύρια µου ‘χτιζε το φως του σκοταδιού τα µέρη να περάσω. Καθόµουν στο παράθυρο, κεντούσα, ίδια οµίχλη διάφανη, ίδια χελιδονάκι. Έραβα κόκκινες καρδιές στις µαξιλαροθήκες, στρίφωνα την παλιά µου πουκαµίσα, θύµωνα που µε χώραγε, σα να µην είχα ποτέ µου µεγαλώσει.
............... 




Ερχόταν καλοκαίρι. Κατέβαινα να γνέσω στο πηγάδι, µπλεκόταν το φεγγάρι στην ανέµη µου, αστέρια πέφταν στα νερά και η κλωστή µου γέµιζε µπουµπούκια. Μια πένθιµη χαρά µε κατοικούσε. Και µ’ αναστάτωνε βαριά, σα να µηνούσε έναν χαµό λυτρωτικό, µια νύχτα φόνου.(παύση) Ήρθε από τότε τέσσερις φορές. 
Με παραφύλαγε και µ’ έβρισκε πάντοτε µόνη…

«Άµποτε να ‘χα κρατήσει τους τύπους /
 άµποτε, άµποτε ν’ αρνιόµουνα τα λόγια µου». 


Ο φόβος, Κύριε, είναι ένας δρόµος κλειστός για τον έρωτα. Ένα τραχύ µονοπάτι γεµάτο µε φιδοφωλιές και βρώµικα χορτάρια. Στο τέρµα του φαντάζει απρόσιτο το χλοερό αλωνάκι της αγάπης. Μα µόνο έτσι πολεµάς γι’ αυτό που νιώθεις: περπατώντας αυτόν τον δρόµο, µατώνοντας τα πόδια στα χαλίκια του, 
παραµερίζοντας µε τους αγκώνες τα σαρκοβόρα αναρριχητικά που γλείφουν λαίµαργα το δέρµα σου, κοιτώντας πάντοτε µπροστά, κοιτώντας µέσα σου, εκεί όπου παφλάζει η επιθυµία που σε οδηγεί, που ο 
πόθος ξεδιπλώνει τον βαθύ του ουρανό, εκεί που η καρδιά χτυπάει µόνη της και µια φωτιά ανάβει µεσοπέλαγα.

.............................






Ερωτεύοµαι θα πει Πηγαίνω. 
Προχωρώ. 
∆ιασχίζω και ∆ιασχίζοµαι. 
Και Ξεµακραίνω. 
Για ν’ αγγίξω 
κάποτε τον πάµφωτο προορισµό που αξιώθηκα. 
Θα πει Φτάνω. 
Ξυπόλητη, λουσµένη στον ιδρώτα, κατάκοπη, γδαρµένη, δίχως νύχια, δίχως δόντια, µε βλέφαρα καµένα, πρησµένα γόνατα, µε χέρια τρυπηµένα και τη φωνή τριµµένη πάνω στις συλλαβές του σαγαπώ…

Έστω κι έτσι, µόνο έτσι Φτάνω. 

Γιατί ο έρωτας, Κύριε, άλλο δεν είναι από µια δυνατότητα. Ένα Μπορώ. Να γνωρίζω και να αγνοώ µαζί. 
Να εγκληµατώ και να ‘µαι η µόνη αθώα.
Να παραλύω στην πιθανότητα της αποκάλυψης κι αυτός ο φόβος - ο Φόβος, Κύριε - να µε δυναµώνει.

. . . 


Μόνο οι γενναίοι αγαπούν, να το θυµάστε. Οι άλλοι απλώς ξεγελούν τα όνειρα. 

Εγώ ήµουνα στους πρώτους.

. . . 



Στο διάβολο, λοιπόν, ο κόσµος, οι φωνές, οι έχθρες των γονιών κι οι συµβουλές της παραµάνας. Στο διάβολο οι απειλές και οι κατάρες, τα λεπίδια στο βλέµµα του πατέρα, ο τρόµος που κροτάλιζε στα τακούνια της µάνας µου, οι γέροι στα καφενεία που ανοίγανε την τράπουλα γελώντας µοχθηρά όταν περνούσα, οι γυναίκες κλεισµένες στα σπίτια τους που οληµερίς υφαίνανε θανάτους, το αίµα που άκουγα κιόλας να βοά στ’ αυτιά µου. 
Ολόκληρη µια επιθυµία ζούσα. Κι ας ρηµάξει η Βερόνα, ας αφανιστεί, πατρίδα άλλη απ’ το µπαλκόνι της κάµαράς µου δεν υπήρχε για µένα, ο µόνος τόπος που αναγνώριζα γενέθλιο ήταν εκείνο το καγκελόφραχτο µπαλκόνι. 

Πλησιάστε, θέλω να σας δείξω κάτι. 
Βλέπετε αυτή τη δέσµη τα χειρόγραφα; Αν έρθετε λίγο πιο κοντά θα µπερδευτείτε µέσα στα πυκνά συµπλέγµατα των λέξεων, η αντανάκλαση µιας σκοτεινής καλλιγραφίας θα θαµπώσει το βλέµµα σας κι ας έχει ξεραθεί το µελάνι, ας έχει λιώσει τόσο που θα πρέπει να καταβάλετε πολύ κόπο όχι για να τα διαβάσετε φυσικά – δε θα µπορούσα να φανταστώ τίποτα πιο ανόσιο απ’ αυτό –απλώς µόνο να διακρίνετε τα ίχνη µιας σχεδόν αόρατης γραφής. (µικρή παύση) 
Κρατήστε τα για λίγο. 

Είναι σελίδες µαλακές στην αφή, λεπτές σαν ένα ζευγάρι αντρικές µεταξωτές κάλτσες, ιδανικές για τρυφερά κοριτσίστικα δάχτυλα συνηθισµένα να πληγώνονται ελαφρά όχι µονάχα από την αιχµή της βελόνας στο κέντηµα µα κι από ένα «σε λατρεύω» που έγειρε απ’ τον πόθο στο χαρτί. Είναι τα γράµµατα που πήρα από κείνον. Με χίλιες προφυλάξεις, µε χίλιους τρόπους τόσο ευφυείς που θα έκαναν ακόµη και τον πιο ραδιούργο συνωµότη του κράτους να ντραπεί για τις δικές του αθώες κι επιπόλαιες µεθόδους. Άλλη περιουσία απ’ αυτά τα χαρτιά δεν κατέχω. Μόνο τα λόγια που ποτέ του δεν ξεστόµισε. Αν µίλαγε ένα χάδι, αν ένα βλέµµα ήξερε να πει, εδώ θα βρίσκατε γραµµένη τη φωνή τους. 

Μα ευτυχώς ο στεναγµός καµιά γραµµατική δεν γνωρίζει κι αυτό τον κάνει να ηχεί τόσο πολύτιµος…

∆εν τα έχω ξαναδιαβάσει από τότε, συχνά όµως τα παίρνω στα χέρια µου, τα ξεφυλλίζω µε ηδονή, βάζω όλη µου τη δύναµη να ξεγλιστρήσω ανάµεσα απ’ τις φράσεις δίχως να κοπώ. Άλλοτε πάλι, αφήνοµαι και µε την άκρη του µατιού διαβάζω «πόσο σαγαπώ», «χαρά µου», «µείνε»…Η κάθε συλλαβή γεννάει καινούργια δάκρυα.


. . .

∆ε βρίσκω πια κανένα νόηµα σε µια τέτοια απασχόληση. Μόνο έναν πόνο ωφέλιµο που µου θυµίζει ότι χρωστάω ακόµα στα µαχαίρια. Και µια ανάµνηση θανάτου που έρχεται. (µικρή παύση) 

Ποτέ µου δεν απάντησα σ’ αυτά του τα γράµµατα. ∆υσκολευόµουν πάντα µε τις λέξεις, ήµουν σαν από πείσµα ανορθόγραφη, µε µια δικιά µου εντελώς ορθογραφία που απολάµβανα γράφοντας στο ηµερολόγιό µου, ντρεπόµουν όµως µήπως φανεί αστεία ή παράξενη στα µάτια ενός ξένου αναγνώστη. 
Ο άνθρωπος που µου τα έφερνε δεν είχε να πάρει τίποτα από µένα. Μόνο µια χούφτα γιασεµιά, ένα ζευγάρι κοραλλένια σκουλαρίκια, µία µικρή ακατοίκητη κυψέλη ή µία τόση δα κόκκινη πέτρα – ενθύµιο και δύναµη από το µοναστήρι του Αγίου Σεβαστιανού που προστατεύει τα ζευγάρια στον πρώτο τους 
δρόµο: µε τέτοια ήσυχα δώρα απαντούσα στις δίκοπες λέξεις που µου έστελνε.
. . . 


Τώρα του γράφω χίλια δυο, χωρίς ν’ αγγίζω τα χαρτιά και τους κονδυλοφόρους. Του τα µιλάω µε την πιο βαθιά φωνή µου, την πιο ακριβή, την πιο κρυστάλλινη φωνή, που µες στα όνειρα ριγάς σαν την ακούσεις. Είναι η φωνή που ακούνε οι πεθαµένοι. 
Μετά, ήρθαν τ’ άλλα, τα παλιά, θα είστε γνώστης. ∆εν έµεινε κανείς να µην τα µάθει. Φρόντισαν βέβαια οι τελάληδες γι’ αυτό, µερίµνησαν να διαδοθούν ταβερνιαραίοι, υπηρέτες, αµαξάδες, φλυάρησε κι εκείνος ο ιερέας, κι οι φιλενάδες µου ακόµα, καλύτερες εκείνες δεν τις κάνω.(παύση)

Τεχνάσµατα δαιµονικά, αλλεπάλληλες δοκιµές, πρόβες για να πετύχει ο θάνατός µας. Εκείνος τα κατάφερε στο τέλος. Εγώ απέτυχα…πιο λίγη πάντα, πιο µικρή, πιο καταδικασµένη, δεµένη πάνω στη ζωή σα γυναίκα που ήµουν. 
. . .

Τώρα που σκέφτοµαι πιο ψύχραιµα τα περασµένα, λέω πως έτσι έπρεπε να γίνει. Πάντοτε πρέπει να µένει κάποιος στο τέλος, και µετά το τέλος ακόµη να µένει όρθιος, εκεί, να υποδέχεται τη φρίκη, να πονάει, να µατώνει και να ξεσκίζεται, να ταΐζει στο στόµα το πιο µαύρο λιοντάρι, να απελπίζεται και να µη λυτρώνεται ποτέ, 
κάποιος πρέπει πάντα να µένει πίσω, ακρωτηριασµένος, ανάπηρος, κοµµατιασµένος, να δοξάζει έναν άδοξο έρωτα και µε την ιαχή της ήττας λιωµένη στα χείλη του να σωριάζεται άδειος, ένας σωρός από σκουριά, ένα κατάρτι σάπιο, αταξίδευτο, καρφωµένο στην άµµο σαν σταυρός. 
. . . 




∆ε θέλω να µιλώ γι’ αυτά. 
Παρασύρθηκα. Νύχτωσε κιόλας. Βασιλικό φεγγάρι έχει απόψε. Αγαπάτε το φεγγάρι; 
Εγώ πολύ. Ω, αν ξέρατε να δείτε!...Κρατάω κρυµµένο ένα τοπίο µες στο νου µου. Άκακη φύση, που τα χρόνια δεν την κάψανε.Φρέσκα, ευωδιαστά νερά κι οι φλέβες κάθε πέτρας ανθισµένες. Υπάρχει πάντα ένα φεγγάρι βαρύ και περήφανο εκεί. Φαντάζοµαι πολλές φορές πως πηγαίνω. Είναι µια Τρίτη, µέρα έρηµη σαν όλες. Περνώ ανάµεσα απ’ τους κήπους, τ’ αυτοκρατορικά παγώνια ραµφίζουν τις µπιγκόνιες, στις φυλλωσιές µικρά πουλιά τινάζουν από τα φτερά τους τ’ αποµεινάρια µιας πρόσφατης βροχής, πουλιά µικρά και µαλακά σαν διλήµµατα προορισµένα να µείνουν εσαεί αναπάντητα. Όσο προχωρώ, το τοπίο αποµακρύνεται – µια απρόσιτη γεωγραφία ανυπότακτη στα βήµατά µου. Ποτέ δε φτάνω. Γυρίζω πάλι εδώ, στην ίδια ανάγλυφη έρηµο…Βλέπετε πως αλλάζουν χρώµα οι σκιές αυτή την ώρα; 
(παύση) 

«Έλα καλή µου νύχτα: έλα µου µε αγάπη / νύχτα µαυρόφρυδη, έλα µου µε τον Ρωµαίο / 
κι όταν πεθάνει πάρτον, σκόρπα τον αστράκια /και τόσο τ’ ουρανού την όψη θα λαµπρύνει / 
που όλος ο κόσµος θα ερωτευτεί τη νύχτα / 
και πια δε θα λατρεύει τον λαµπρόφωτο ήλιο.»



Όταν ήµουν οκτώ χρονών, ένα απόγευµα Κυριακής, µε πήραν οι γονείς µου στον περίπατο. Το σπίτι µας ήταν ψηλά και για να φτάσουµε στο κέντρο της πόλης έπρεπε να διασχίσουµε µια απόσταση ικανή, καθόλου αµελητέα. Ξεκινήσαµε νωρίς, δε θα ‘χε βγει καλά – καλά το µεσηµέρι, όταν ο αµαξάς διέταξε τα άλογα να τρέξουν. Τα σύννεφα ήταν χαµηλά, η κοιλιά τους ακούµπαγε σχεδόν την κορυφή της καρότσας, αλλά δεν ήταν για βροχή, ήτανε Μάιος, ο µήνας των κορυδαλλών και της νυφίτσας. Σε µια στροφή του δρόµου, κοιτάζοντας τυχαία έξω απ’ το παράθυρο της άµαξας, το βλέµµα µου σκάλωσε σ’ ένα άλλο παράθυρο ενός πέτρινου σπιτιού, µε ελάχιστη περικοκλάδα στους καφετιούς του τοίχους. Μια γυναίκα ζύµωνε. Ήταν µια εύσαρκη, µεσόκοπη γυναίκα, µε στήθος πλούσιο και µπράτσα στιβαρά, γυµνά µέχρι πάνω στους ώµους. Τα µαλλιά της σφιχτά κρατηµένα γύρω απ’ το κεφάλι της, µόνο χαµηλά στον αυχένα ελευθερώνονταν. Σπίθες ιδρώτα ανάβανε και σβήνανε στο µέτωπο και στο λαιµό της, σκουπιζόταν µε την ανάστροφη της παλάµης και συνέχιζε το ζύµωµα. Ξαφνικά, είδα έναν άντρα να έρχεται κοντά της, πλησίασε πίσω της αθόρυβα, δίχως εκείνη να τον πάρει είδηση. Την έσφιξε πάνω του γερά και της έσκασε ένα φιλί στη ρίζα του λαιµού της, ένα ζεστό, ιδρωµένο, αλήτικο φιλί. Άρχισε η 
γυναίκα να γελά, γύρισε, τον αγκάλιασε, στα χέρια της αχνίζανε οι σβόλοι απ’ το ζυµάρι. Θα πρέπει να φιλήθηκαν ξανά, πολλές φορές εκείνη την ηµέρα. Τότε δεν ήξερα τίποτα για κείνο που είχα δει κι αναστάτωσή µου πνίγηκε µετά στη λεµονάδα που ήπια στην πλατεία. Σήµερα όµως…

Αν ξέρατε πόσες φορές δεν πόθησα να ήµουν εκείνη η ανώνυµη γυναίκα! Με το ζυµάρι, το φιλί και τον ιδρώτα της! Με την ολέθρια κι ευλογηµένη τύχη της! 

. . . 

Αναρωτιέµαι: είναι ένας τέτοιος πόθος ασεβής; ∆εν είναι ύβρις ν’ απιστώ στο εξαίσιο χάος που αξιώθηκα να ζήσω; 
Έχω προβλέψει µια χαραµάδα κάτω από κάθε πόρτα. Μια γρίλια µένει πάντα ανοιχτή στο παράθυρο για να κρατάνε λίγο φως τα βράδια που ξεχνώ να περιµένω. Μπαίνει µια χαµηλή σκιά, κουλουριάζεται στα πόδια µου, στις γάµπες µου ζεσταίνει τα χεράκια της, τη νιώθω να κρυώνει, θέλω να σηκωθώ, «ήλιο!»…να προστάξω θυµωµένη µε τις δούλες που αργούν ν’ ανάψουνε τη λάµπα. 
∆εν κάνω τίποτα. Στέκοµαι ακίνητη κοιτώντας τη σκιά να λιγοστεύει. Βαραίνει η ανάσα της, η τελευταία της κουβέντα είναι πικρή, σα γράµµα που αναγγέλλει κάποιο τέλος. Πριν ξηµερώσει, έχει προλάβει να καεί βγάζοντας µια σιγανή, θεσπέσια φλόγα, όλο άρωµα.

(παύση) 



Είµαι εγώ. Μακρινή. 
Λυπηµένη. Ελάχιστη. Είµαι η σκόνη που ‘χει πνίξει το µπαλκόνι. Το σαλιγκάρι που κοιµήθηκε στη γλάστρα του. Οι πιο σκισµένεςκάλτσες µου. Τα χρυσαφένια πέδιλά µου που κοπήκανε. Η µέντα και η µαστίχα που ξεράθηκαν. Το λερωµένο µάρµαρο στην πόρτα της εισόδου. Ο σκληρός σπόρος της λεβάντας που δεν κάρπισε. Το ρόπτρο στην πόρτα – µια µικρή, σκουριασµένη γροθιά. Είµαι η οσµή των αγοριών κάθε που αναπολούν την άλωσή τους. 
Γιατί είµαι πρώτα από κείνα αλωµένη. 

. . . 

Κανένα παραµύθι πια για µένα. 


Μη µε κοιτάζετε έτσι. Το ξέρω πως µεγάλωσα. Το είπα και στο χρόνο: ας µε κάνει ό,τι θέλει. Ας ασελγήσει πάνω µου, ας µε συνθλίψει. ∆εν περιµένω ανταπόδοση καµιά για τις παλιές µου καλοσύνες.

. . . 

Υπάρχουν στιγµές που δεν τον σκέφτοµαι καθόλου κι είναι αυτό µια νίκη µου περίλαµπρη, µε κόπο συγκρατώ κραυγές θριάµβου. Όσο βαθιά κι αν είναι ξεριζώνονται τα στίγµατα της µνήµης. Είναι σοφή η ξενιτιά, σοφή και γενναιόδωρη, όπως δεν ήτανε ποτέ καµιά πατρίδα.

(παύση)

Έτσι ήµουν πάντα: έφηβη στη χαρά, γριά στη λύπη. Ασήµαντες, τυχαίες ηλικίες. Τίποτα πια δε µε πληγώνει. Κι η ανάσα µου υπάρχει έτσι, γιατί το θέλησα να µοιάσω του οποιουδήποτε ανθρώπου. Ούτε έχω τίποτα να µοιράσω µε κείνο το καλοκαίρι που ήµασταν. Μπορώ, λοιπόν, να τον φέρνω στο µυαλό µου χωρίς το φόβο να πνιγώ ή να βουλιάξω στα φύκια. Ξαναγίνοµαι τρυφερή, στα µάγουλά µου απλώνεται η συγχώρεση…Ας µην έζησα, λέω. Ας µην έζησα. Μου αρκεί να βλέπω απ’ το παράθυρο, πέρα µακριά, τα βουνά ν’ αναπαύονται ήσυχα σαν την αγκαλιά των εραστών στον µοιρασµένο τους ύπνο, όταν τα σώµατα στεγνώνουν και τα χείλη µουδιασµένα σαλεύουν ελάχιστα. 

. . . 


Βάζω µε το νου µου µια βόλτα…Ανεβαίνω την πλαγιά, οι κυνηγοί µε χαιρετούν βγάζοντας το κασκέτο τους…σκύβω και τρώω απ’ τη χούφτα τους, αφήνοµαι να πλανηθώ σα να µην ξέρω…η δροσερή χλόη µου χαϊδεύει τις πατούσες, αγκάθια δεν υπάρχουν πουθενά κι όλες οι παγίδες είναι αθώες. Από µακριά, βλέπω την πέτρινη καµινάδα του σπιτιού µου να τραβάει όλο το φως καταπάνω της µ’ έναν βαθύ, πνιχτό λυγµό που µοιάζει µε το γέλιο µου την ώρα που σφαδάζω στο χώµα µε χυµένα τα σπλάχνα, κοιτάζοντας κατάµατα την κάνη του όπλου τους που καπνίζει. 
. . . 

Άλλες στιγµές, νοµίζω πως µπορώ να σηκώσω το σκοτάδι µε το ένα µου χέρι. Να το κρατήσω απαλά και µετά µια, δυο, τρεις βόλτες να το φέρω γύρω απ’ το λαιµό µου σαν τα µαργαριτάρια των δεκάξι µου χρόνων. Ή σαν θηλιά. ......

Βγαίνω για λίγο στο κατώφλι, συλλογίζοµαι: γδαρµένα πάθη, γέλια αλλοτινά, γουλιές φαρµάκι που λερώσανε οριστικά το νυφικό µου ρούχο. Προπάντων µια αγάπη που τέλειωσε στα λόγια. Ρωτάω πάντα σιωπηλά χωρίς να καταδέχοµαι καµιά απάντηση. Μάταιος κόπος να προσπαθείς να ξεκλειδώσεις την άβυσσο. Βουρκώνω άθελά µου. Κρίµα να πάει η νιότη µας χαµένη! Μα δεν αντέχω άλλο να λυπάµαι. Ό,τι φυτρώνει µέσα µας, φυτρώνει για να µαραθεί…σαν τα κρινάκια του αγρού, σαν ανεµώνη. Νόµος της φύσης, της ζωής – έτσι δε λένε; Πάντα στο τέλος µια φωτιά κυκλώνει το αίµα. Μέχρι που πήζει η θάλασσα στα χέρια µας κι είναι η αλµύρα των φιλιών σκέτο φαρµάκι. (παύση) 

Κάθοµαι στο κατώφλι ως αργά. Ένα άλογο περνάει από µπροστά µου. Έχει δεµένο στο λαιµό του τον Ρωµαίο και καλπάζει σέρνοντας έναν κατακόκκινο ουρανό. 
«Χαίρε!», φωνάζω και µετά «Καλό σου θάνατο!».
(παύση) 

Τρέµω γι’ αυτά που θα ‘ρθουν, τα λιγότερα. «Αξιοπρέπεια!», διατάζει η καταγωγή µου, «ψηλά το κεφάλι, ψηλά τη λύπη σου, ψηλά!»
Το κλάµα έρχεται πάντοτε στην ώρα του. 

Κρατάει λίγο. 
Ύστερα, ξαναµπαίνω στο σπίτι. (µεγάλη παύση)



Ναυαγισµένη είµαι. Και σαπίζω. Σ’ έναν βυθό που κόσµο σας τον λέτε. Όµως ακόµα ξεγελιέµαι µε τ’ αρώµατα. Βάφω µενεξεδιά τα νύχια των ποδιών µου, αλλάζω κρόσσια στην εσάρπα µου, ράβω τα γάντια µου…Περνώ τη νύχτα µου κρυφά απ’ τους καθρέφτες. Κάθε πρωί, βρέχω τα βλέφαρά µου µε ροδόνερο – πρέπει κανείς να ξέρει να κρατάει τα όνειρά του στη ζωή. Όπως και να ξεδοντιάζει τους εφιάλτες. (παύση) 

Το µέλλον, λέω, είναι µια κατασκότεινη σπηλιά. 
Βρίσκοµαι ήδη µέσα της. Μην το νοµίσετε αυτό υπερβολή. ∆είτε τα χέρια µου: τρύπια απ’ τα βράχια κι απ’ τις ριπές των κυµάτων. Αρκετά µε τις θάλασσες, το ταξίδι µου πάει. 
Ας γλυκαίνουν τους άλλους οι έρωτες. Εγώ διπλώθηκα στα δυο. Κι ακόµα δε µπορώ να χωρέσω. 
Σας στενοχώρησα, το βλέπω. Ελάτε, µη λυπάστε. Τουλάχιστον όχι για µένα. Υπάρχει τόσος έρωτας γύρω σας και µέσα σας που και η ελάχιστη θλίψη για τη δική µου ερηµιά είναι µια ανώφελη σπατάλη. Φυλάξτε τα δάκρυά σας, θα τ’ αναζητήσετε αργά ή γρήγορα. Τότε θυµηθείτε µε για λίγο. Και κλάψτε µόνος σας µετά. Όχι για τη δική µου ορφάνια, µα για τον δικό σας ανεκτίµητο καηµό.(παύση)

Αν είχε αστέρια απόψε, θα πήγαινα µια βόλτα στη λίµνη µε την άµαξα ή µε τη µηχανή του γιού του επιστάτη. Ίσως τον συναντήσατε καθώς ερχόσασταν, είναι ένα όµορφο, λίγο θαµπό αγόρι, όλο χέρια. Θα ήθελα πολύ να βυθίσω τα πόδια µου στην άµµο, να µείνω ώρα έτσι, παρατηρώντας τους κωπηλάτες να λάµνουν ιδρωµένοι. 
Έχετε δει ποτέ νυχτερινή κωπηλασία; Θα σας µάγευε η κίνηση των κουπιών, η αυστηρή τους συµµετρία καθώς λογχίζουν τα νερά σκάβοντας ασηµένιες λακκούβες στην ήρεµη επιφάνεια της λίµνης. Θα επέστρεφα προτού χαράξει, θα τίναζα την άµµο απ’ τα πόδια µου, το πάτωµα θα γέµιζε απ’ την ξανθή της σκόνη. ∆εν θα βιαζόµουν καθόλου να καθαρίσω. Θα την άφηνα εκεί, να τρίζει ελαφρά κάθε φορά που θα πατούσα πάνω της ξυπόλητη…Θα την άφηνα να µου θυµίζει τότε που…εκεί, στη λίµνη, ένα βράδυ…εγώ, µε τ’ όνοµά µου ολόκληρο, ολόκληρο τα’ όνοµά µου µέσα στο άλλο όνοµα, µέσα σ’ εκείνο το θάµβος…µε όλα µου τα µάτια και τα χέρια και µε την καρδιά µου όλη να µε καταπίνει…µ’ όλη µου τη ζωή σ’ ένα βράδυ, προτού ο θάνατος…προτού εγώ µισή, καλέ µου, κι από µισή πιο λίγη, προτού µόνη µου και τίποτα, τίποτα πια…κανένας, κανένας πουθενά…πουθενά µέσα µου κανείς…µέχρι κι εγώ να λείπω απ’ το κορµί µου…


Να µην ξανάρθετε εδώ. Μ’ αναστατώνει κάθε ξένη παρουσία. 



Όποτε µιλώ, σα να σκάβω το ίδιο µου το σώµα, σα να βυθίζοµαι στη σάρκα µου κι όταν ξαναβρίσκω τον κόσµο γύρω µου είµαι άδεια, ρηµαγµένη και άοπλη, µ’ όλα µου τα µέλη κατεστραµµένα, µε κλονισµένες τις αισθήσεις, δίχως όψη. ∆ε σας ζητώ παρά να µε ξεχάσετε. 
. . . 

Φύγετε, σας παρακαλώ! ∆ε µε λυπάστε; Θα δύσουνε τα χρώµατα, θα ξηµερώσει αέρας, τις µέρες µου θα διώξει που λυπήθηκα. 
Με φύλλα δυόσµου θα στολίσει την ανάσα µου. Θα έρθει µια νύχτα µόνιµη, προσωπική µου νύχτα, όλη δικιά µου, µακριά από άγρια µεσηµέρια κι ενοχλητικά ηλιοβασιλέµατα. ∆ε θα µε γδέρνει πια η απουσία. Θα είµαι µια καλή γριά, στις αναµνήσεις µου θα χαίρεται µια άλλη. Θα ‘χω φιλιώσει µε τον ίσκιο σου, δεν θα τον πολεµώ που µου κρατάει κρυµµένο το κορµί σου. Θα ζεις κι εσύ µαζί µου, εδώ, όπως άλλοτε τόσες φορές ονειρευτήκαµε. Θα έχουµε πια γιατρευτεί από εκείνον το θάνατο. Θα κάθεσαι κοντά µου, ξαπλωµένος στα πόδια µου, µικρό πουλί, αναµνηστικό µιας νεκρής από αιώνες ηλικίας. Θα µου τραγουδάς σαν άνθρωπος: αιθέρια ψέµατα, απίστευτες αλήθειες. Ξελογιασµένα θα υπόσχεσαι σµιξίµατα. Θα ξεκουµπώνεις τα φτερά σου να ελαφρύνεις, τα φώτα θα ραµφίζεις να µη µας δει κανείς, δεν είµαστε εµείς για τους ανθρώπους. Ύστερα θα κουρνιάζεις στο κρεβάτι µου. Θα σου φέρνω νερό, ζεστό καφέ, τριµµένα παξιµάδια. Τινάζοντας τις στάχτες απ’ τα µάτια µου, θα σε κοιτώ που θα γελάς. Θα σ’ αγκαλιάζω και θα φεύγει ο µαύρος χρόνος τροµαγµένος. 


Κάποιος να ποτίσει τ αγάλματα απόψε ... 


Έχει τόση φωτιά εκεί έξω…Και οι βροχές –το νιώθω – θ’ αργήσουνε πολύ να επιστρέψουν. 




Ιούλιος 1994 








"Ρωμαίος και Ιουλιέτα"  του Auguste Rodin







Σηµείωση: τα εντός εισαγωγικών 
αποσπάσµατα προέρχονται από το έργο 

«Ρωµαίος και Ιουλιέττα» 

του Ουίλλιαµ Σαίξπηρ, 
σε µετάφραση Βασίλη Ρώτα.








Το 1975, 
ο Ισπανός υπερρεαλιστής Salvador Dali απεικονίζει σε μια εξαιρετικά περιορισμένη έκδοση  το "Ρωμαίος και Ιουλιέτα" , 
που δημοσιεύθηκε από την Rizzoli and Rizzoli σε 999 αριθμημένα αντίτυπα με τις 10 λιθογραφίες  σε σκληρό χαρτί και 99 σελίδες κειμένου δεμένα σ ένα  κόκκινο μεταξωτό slipcase .















Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

«Μη με χάσεις, μη χαθείς. Σε περιμένω»

"Σε χρειάζομαι όπως χρειάζομαι το καλοκαίρι. Σε χρειάζομαι.
Είναι ένα μυστήριο ο έρωτας αυτός που δε θέλησε ποτέ να πεθάνει. Να που έμαθα να στηρίζομαι επάνω σου. Και ξέρω ότι μπορώ να βασιστώ σ' εσένα. Τα γράμματα σου τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω. Είναι η μοναδική χαρά μου.
Η μοναδική.
Η τελείως μοναδική σ' αυτούς τους ζοφερούς καιρούς''



Γράμμα σ΄εκείνη..
Για να του απαντήσει με τη σειρά της ...

"Θυμάμαι το χαμόγελο σου και νομίζω πως, αν έγινα γυναίκα σου για όλη μου τη ζωή, είναι γιατί με μάγεψε το γέλιο σου. Κανείς δεν ξέρει να γελάει σαν εσένα. Ξέρω πως δεν είναι ένα γέλιο σαν τα άλλα, ξέρεις τι θέλω να πω. Για μένα είναι μια χάρη, ένας τρόπος να λες ευχαριστώ στα όμορφα πράγματα της γης αυτής. Είναι σαν τον καρπό του δέντρου. Το χαμόγελο σου είναι βάλσαμο στην καρδιά μου..."

Αντουάν ντε Σαιντ Εξυπερύ και Κονσουέλο.
Ένας έρωτας μαγικός, όπως μαγικός είναι ο μεγάλος Έρωτας .
Αυτός που γίνεται γέφυρα, συνάντηση και ένωση, πέρασμα και σωτηρία. Αυτός που σε οδηγεί στην ουσία.
Που σε μαθαίνει ουρανό..


Στην τελευταία του πτήση, αυτήν που δεν άφησε κανένα ίχνος του, παρά τη βεβαιότητα πως αναζητά ακόμη τον μικρό τους παράδεισο, είχε μαζί του μια φωτογραφία της και δυο της λόγια

«Μη με χάσεις, μη χαθείς. Σε περιμένω»

υγ :
Πέρασαν πάνω από πενήντα χρόνια για να βρει ένας ψαράς στα νερά της Μασσαλίας το βραχιόλι που του χε χαρίσει με χαραγμένο το όνομά της
 

                                          ----------------------------------------- 

(Αποσπάσματα από το "Ο μικρός πρίγκιπας και το ρόδο του"  του  Alain Vircondelet )

''Οσο απίστευτο και αν φαίνεται, καμία από τις πολλές βιογραφίες του Εξυπερί δεν εκμεταλλεύτηκε την πολύτιμη πηγή πληροφοριών που αντιπροσώπευε η σύζυγός του, η μόνη γυναίκα που παντρεύτηκε. Ολοι παρέλειψαν να τη συναντήσουν και δεν αναζήτησαν τους κληρονόμους της μετά τον θάνατό της, προτιμώντας να την αγνοούν, στριμώχνοντάς την σε λίγες μόνο αράδες. Προφανώς η παράξενη και μποέμ Νοτιοαμερικάνα δεν έμοιαζε να ταιριάζει με τον μύθο.

Και όμως χάρη στα μαύρα σιδερένια σεντούκια που έφερε η Κονσουέλο ­ αυτό ήταν το όνομά της ­ από τη Νέα Υόρκη, μετά τον θάνατο του άντρα της, ανακαλύπτουμε εκατοντάδες γράμματα, φωτογραφίες, ζωγραφιές, μια φωτογραφική μηχανή, το σωσίβιό του, αεροπορικούς χάρτες ζωγραφισμένους με το χέρι, ακουαρέλες του Μικρού Πρίγκιπα, ένα σενάριο ταινίας για τον Γκαμπέν, βιβλία και, προπαντός, ένα μαύρο δακτυλογραφημένο τετράδιο με σημειώσεις στο περιθώριο από το χέρι της Κονσουέλο. 





Ανοίγοντας τις κασέλες κανένας δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα βρισκόταν μπρος σε μια εκπληκτική εκ νέου αποκάλυψη της ζωής και του έργου του Σεντ Εξυπερί, ότι ο μύθος έπρεπε να ξαναγραφεί, ότι η ανάγνωση των ντοκουμέντων θα μας αποκάλυπτε ανέκδοτες μαρτυρίες γύρω από την εποποιία του θαρραλέου αεροπόρου, τους έρωτες του ρομαντικού συγγραφέα, τις χίμαιρες ενός ανθρώπου που συχνά υπήρξε εύπιστος. Γρήγορα αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Κονσουέλο δεν ήταν η ανόητη κούκλα που όλοι πίστευαν. Ο Σεντ Εξυπερί την ερωτεύτηκε τρελά.
«Φίλησέ με ή ρίχνω το αεροπλάνο» της είπε το πρώτο βράδυ που γνωρίστηκαν, την ώρα που την πήγαινε περίπατο στους αιθέρες. Του απάντησε ότι μόλις είχε χάσει τον άνδρα της. 

Ο Σεντ Εξυπερί σβήνει τη μηχανή. Η Κονσουέλο πανικοβάλλεται και υποκύπτει. 
Ο Σεντ Εξυπερί συνεχίζει απτόητος, κάνει ακροβατικά που κόβουν την ανάσα και μοιάζουν λίγο με εκβιασμό. Προτού προσγειωθούν της ζητάει το χέρι της. Αρχίζει η εκπληκτική ιστορία του έρωτά τους. 


Η Κονσουέλο θα γίνει η ηγερία του. Οι δυο τους μάς φέρνουν στον νου άλλα διάσημα ζευγάρια του αιώνα: Ελσα Τριολέ και Αραγκόν, Γκαλά και Νταλί κ.ά. Η ιστορία τους περιλαμβάνει μεγάλες απουσίες, υπέροχες εξομολογήσεις και φοβερούς διαπληκτισμούς. Το ζευγάρι χωρίζει, ο ένας απατάει τον άλλον, αλλά ως το τέλος λατρεύονται. Μια ημέρα ωστόσο η Κονσουέλο δεν αντέχει άλλο και αποφασίζει να επιστρέψει στη Γουατεμάλα. Στο πλοίο παίρνει ένα τηλεγράφημα:«Αεροπορικό ατύχημα στη Γουατεμάλα ­ Ο Saint Exupery κινδυνεύει να πεθάνει». 
Η Κονσουέλο τρέχει στο νοσοκομείο, όπου βρίσκει τον άντρα της με 32 κατάγματα και το ένα μάτι στο κούτελο. Τον φροντίζει και του παραστέκεται μέρα νύχτα. Μόλις όμως συνέρχεται φεύγει για τη Νέα Υόρκη. Η Κονσουέλο αποφασίζει τότε να ζήσει σε ένα κοινόβιο καλλιτεχνών. Δεν αντέχει να περιμένει τον Αντουάν και να πνίγεται από την αγωνία. Γράφει ένα βιβλίο, το Oppede, που εκδόθηκε από τον Gallimard, έργο συγκινητικό, απελπισμένο, με θέμα την προσμονή. Συνδέεται με τον Αντρέ Μπρετόν, με τον Μαξ Ερνστ και ζει έναν τρελό έρωτα με τον διάσημο αρχιτέκτονα Μπερνάρ Ζερφύς. 

Το 1943 ο Αντουάν τής ζητεί να συναντηθούν στη Νέα Υόρκη. Εκείνη τρέχει. Νομίζει ότι όλα θα ξαναρχίσουν, γρήγορα όμως απογοητεύεται. Την πηγαίνει σε έναν δικηγόρο για να χωρίσουν. Τότε τα γεγονότα παίρνουν δραματική τροπή: ο Σεντ Εξυπερί αλλάζει γνώμη, σηκώνεται και την αγκαλιάζει. Τον ρωτάει αν μιλάει σοβαρά και εκείνος απαντά: «Στο διάβολο οι νόμοι, σ' αγαπάω».Αποφασίζουν τότε να εγκατασταθούν σε προάστιο της Νέας Υόρκης, όπου ο Αντουάν γράφει τον «Μικρό Πρίγκιπα». Δυσκολεύεται να γράψει. Η Κονσουέλο τον υποχρεώνει να κάθεται στο γραφείο του.




Από αγάπη για την Κονσουέλο γράφει καθημερινά πέντε-έξι σελίδες από το έργο που θα γίνει το αριστούργημά του, τον «Μικρό Πρίγκιπα», βιβλίο που συμβολίζει την επιλογή του τρόπου ζωής του: να προστατέψει την ποίηση, ποτέ να μη σκύψει, να μην ταπεινωθεί. «Να δώσουμε στους ανθρώπους πνευματικό νόημα, πνευματικές ανησυχίες. Δεν μπορούμε πια να ζούμε χωρίς ποίηση, χωρίς χρώμα και χωρίς αγάπη» επανελάμβανε. Ολόκληρη η ιστορία του με την Κονσουέλο δείχνει την ίδια ανάγκη: να παραμείνει στον χώρο της ποίησης. Στη ζωή τους κυριαρχεί η ποίηση.





Στη Νέα Υόρκη ο Αντουάν ιχνογραφεί τον Μικρό Πρίγκιπα, στα σιδερένια σεντούκια όμως βρίσκουμε μια ζωγραφιά της Κονσουέλο, πολύ παλιότερη, που μοιάζει περίεργα με εκείνην του Μικρού Πρίγκιπα. Μαθαίνουμε πως η Κονσουέλο είχε βρει τον τίτλο του βιβλίου του Νυχτερινή πτήση («Vol de nuit»). Καταλαβαίνουμε ότι ανάμεσά τους λειτουργούσε μια έντονη δημιουργική αλληλεπίδραση, ότι πίσω από το έργο βρίσκεται η Κονσουέλο, πράγμα που κανένας βιογράφος δεν είχε αντιληφθεί. 

Στις 31 Ιουλίου 1944, όταν ο Αντουάν απογειώνεται από το Μπογκό της Κορσικής, έχει μαζί του ­ στο μέρος της καρδιάς ­ μια φωτογραφία της Κονσουέλο που είχε τραβήξει στη Νέα Υόρκη μετά από μια ερωτική νύχτα. Ημίγυμνη, είναι ξαπλωμένη στο συζυγικό κρεβάτι, με τα μαλλιά ξέπλεκα πάνω στο μαξιλάρι.
 Στο πίσω μέρος η Κονσουέλο γράφει: «Μη με χάσεις, μη χαθείς. Σε περιμένω». Ο Σεντ Εξυπερί δεν θα γυρίσει πίσω. Θα χαθεί στη θάλασσα. Ο μύθος αρχίζει, για 50 χρόνια και περισσότερο, χωρίς εκείνην. Η ιστορία δεν θέλει να ξέρει για την Κονσουέλο. Ετσι αποφάσισαν οι βιογράφοι. Και όμως εκείνη υπήρξε το τριαντάφυλλό του, το λουλούδι του Μικρού Πρίγκιπα, το παιδί που δεν απέκτησαν ποτέ, το μοναδικό του αγαθό, αντικείμενο του έρωτά του και αιτία των δοκιμασιών του.









Πέρα από το ενδιαφέρον για τον Σεντ Εξυπερί, τα μυστικά που αποκαλύπτει η βιογραφία του Alain Vircondelet, που κυκλοφορεί αυτές τις ημέρες στη Γαλλία, θέτουν το ερώτημα σχετικά με τον ρόλο του βιογράφου μπροστά στην Ιστορία. Πώς παραμελήθηκε για τόσα χρόνια μια τόσο σημαντική πτυχή; Τι σημαίνει βιογραφία; Γιατί και για ποιον γράφεται; Οπωσδήποτε το θέμα δεν είναι εύκολο ενώ ο γνωστός λίβελος του Προυστ Εναντίον του Σεντ-Μπεβ έκανε τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα γιατί αν, όπως το βεβαιώνει ο συγγραφέας της «Αναζήτησης», το εγώ του δημιουργού φανερώνεται μόνο μέσα στα βιβλία του, για ποιον λόγο να ασχοληθεί κανείς και με την ύπαρξή του; Και όμως τα βιβλία αυτού του τύπου γοητεύουν τους φίλους του είδους καθώς και τους λογίους, ανθούν στις αγγλοσαξονικές χώρες και στη Γαλλία, ενώ δεν είναι εξαιρετικά δημοφιλή στην Ελλάδα. Πρόσφατα με έκπληξή μου ανακάλυπτα το γεγονός αυτό όταν ένας φίλος μού εξήγησε πως στην Ελλάδα όλοι γνωρίζουν τα πάντα για τους πάντες εν ζωή, έτσι λοιπόν δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο να μαθευτεί μετά θάνατον, οπότε γιατί να γράφονται βιογραφίες; Μου διηγήθηκε μάλιστα και το εξής, γνωστό φαίνεται, ανέκδοτο: σε έναν ξένο κατάσκοπο που απορούσε, στη διάρκεια του πολέμου, σχετικά με την απουσία πραγματικών μυστικών υπηρεσιών στην Ελλάδα δόθηκε η απάντηση ότι δύο χώρες στον κόσμο δεν τις χρειάζονται: η Ιαπωνία, επειδή κανείς δεν μιλάει, και η Ελλάδα, επειδή όλος ο κόσμος φλυαρεί.



Πολλοί συγγραφείς προσπαθούν συνήθως να δικαιολογήσουν το διάβημά τους. Μερικοί ομολογούν την ενοχή τους, θεωρούν ότι δεν υπάρχει αθώος βιογράφος. Η βιογραφία παρουσιάζεται κυρίως ως έκφραση θαυμασμού, συνήθως ένα είδος επικοινωνίας μέσω της ταύτισης, πράγμα που φαίνεται και στον «William Shakespeare» του Βίκτωρος Ουγκό. Από την ταύτιση όμως ως τη συγκεκαλυμμένη αυτοβιογραφία τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Ιδιαίτερα όταν ο βιογράφος είναι και συγγραφέας. Κινδυνεύει να παρεκτραπεί προς το μυθιστόρημα αφανίζοντας τα τραχιά σημεία που δεν θα εξυπηρετούσαν τον μύθο και μάλιστα τον μύθο του άλλου εγώ. Ο Vircondelet το έθεσε ωραία: την Κονσουέλο την έσβησαν γιατί αποτελούσε αταξία απέναντι στον μύθο.''

'Αρθρο της Κατριν Βελισσάρη  από εδώ 


και πληρέστερα στοιχεία για τη ζωή του ε δ ώ 

--------------






Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

" Katherine's letter" The English Patient





My darling,
I'm waiting for you — how long is a day in the dark, or a week?
The fire is gone now, and I'm horribly cold.
I really ought to drag myself outside but then there would be the sun. . .
 I'm afraid
I waste the light on the paintings and on writing these words.
We die, we die rich with lovers and tribes, tastes we have swallowed, bodies we have entered and swum up like rivers, fears we have hidden in, like this wretched cave. We are the real countries, not the boundaries drawn on maps with the names of powerful men.
I know you will come and carry me out into the palace of winds.

That's all I've wanted — to walk in such a place with you,
with friends,
on earth without maps... 










Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Ο πρωτότοκος γιος της Γνώσης, αν αυτό σου λέει κάτι, λεγόταν Μύθος


Μαλβίνα Κάραλη  
(παραλήρημα… ερωτικό)

Υπάρχει μια πάθηση που λέγεται στατικός ίλιγγος.

Στη Φυσική ορίζεται ως "εκτροπή σώματος που πέφτει ελεύθερο".
Στον έρωτα, το λένε Εξομολόγηση.

Από όταν έμαθα πως οι ερωτευμένοι κινδυνεύουν από τους χειρότερους ιλίγγους,
με όλο το σεβασμό προς τη Φυσική,
τσεκάριζα καθημερινά πάνω στα τακούνια μου το Επίπεδο Ταλάντωσης.
Το έβρισκα σταθερό, ανακουφιζόμουν κι έτρεμα.
Πως όπου να’ ναι, θα έπαυα ν’ αντιστέκομαι στη δύναμη Κοριόλις,
το επίπεδο θα άλλαζε κι εγώ θα έβλεπα τη Γη να έρχεται τα πάνω κάτω.

Υπάρχουν ερωτευμένοι που δεν γνώρισαν ποτέ τον ίλιγγο και τις σκοτοδίνες.
Είναι αυτοί που χτυπήθηκαν πάνω στους έρωτές τους, σύμφωνα με το φυσικό νόμο της Πλάγιας Κρούσης. 
Αυτοί που, αν ποτέ επιχειρούσαν την Κάθετη Πτώση, θα χάνονταν στο βυθό. Ή θα ντρέπονταν που τους πήραν είδηση και μετά την αποκάλυψη θα έφευγαν.

Γιατί οι άρρωστοι ερωτευμένοι, οι εκ γενετής απαρηγόρητοι, πιστεύουν πως, όποιος αγαπάει, ξέρει και να κρύβεται από τον παραλήπτη της αγάπης του.
Χιλιάδες εφευρήματα προκειμένου να κρυφτείς.
Όπως το να ισχυρίζεσαι πως ονομάζοντας τον έρωτά σου, τον σχηματοποιείς, τον μεταμορφώνεις σε κάτι προβλέψιμο και αντιποιητικό…
Πως κανείς δεν πρέπει να μάθει πόσο τον αγαπάς,
γιατί μπορεί να σε τσακίσει, ή να σε υποπτευθεί, ή και να σου καταλογίσει πως θες να μετατρέψεις την (αισθητικώς άψογη και υπαινικτική) ασάφεια σε δήλωση.

Έβρισκες οπλοστάσια κουκλίτσα μου.
Οι έρωτές μας, έλεγες στα ψέματα, πίστεψέ με, δεν πρέπει να πάσχουν από υπερβολική σιγουριά αλλά από ευθραυστότητα…
Ισχυριζόσουν ακόμα πως τους έρωτές μας πρέπει να τους ζούμε στο σκοτάδι, (αλλά τότε, πώς θα μπορούσες να τον επιδεικνύεις και να επαίρεσαι;)


Όλα σου τα χρόνια, πλάγιες κρούσεις ανθρώπου που ντρέπεται τον έρωτα. 
Που τον φοβάσαι όσο η Κυβερνητική, γι’ αυτό και δίνει τον ορισμό:
«Έρωτας: καταστροφή, απορρύθμιση ενός συστήματος από ένα άλλο».
Όλο λόγια, και πόσο με βλάπτεις έρωτά μου, αφού από όταν σ’ ερωτεύτηκα, πηγαινοέρχομαι από την αναμονή στην απώλεια της δύναμής μου…
Ποιας δύναμης αλήθεια; Δεν ξέρεις τίποτα η άπειρη.
Μεγάλωσες, κουράστηκες, μίκρυνες, ξαναρχίζεις. Για να ξαναμεγαλώσεις και να ξανακουραστείς. Εξακολουθείς να τρέμεις μια ερωτική ομολογία – Κάθετη Πτώση.


Φοβάσαι τον ίλιγγο μα τώρα, πιο πολύ απ’ όλα,
φοβάσαι ένα αίσθημα αφημένο στη σιωπή…
Και πάλι η αμφιβολία.
Αν του το πεις, μήπως ψυλλιαστεί πως στην ουσία διαμαρτύρεσαι για τον απρόβλεπτο χαρακτήρα των αισθημάτων σου, η εγωίστρια, για το αυτεξούσιο σου που απόλλυται;
Μήπως δεν υπάρχει καμιά γλυκύτητα στην ομολογία σου, αλλά μόνο η βίαιη επιθυμία να εγκατασταθείς μέσα στα αισθήματα του άλλου;
Και, αν εξομολογείσαι τον έρωτά σου, για να αρχίσει εκείνος ο μηχανισμός που βασίζεται στη βία της αμοιβαιότητας, αλλά που σου χαρίζει έναν ήσυχο ύπνο;
Εκεί όπου το εξομολογημένο «αγαπώ» σου δεν θα σημαίνει εν τέλει παρά ένα επιτακτικό «αγάπα με κι εσύ».
Αν δεν αντέχεις να το πεις και να μείνεις, σκέφτομαι τελευταία, μπορείς τουλάχιστον να το πεις και, όχι να φύγεις – να χαθείς… Ο άλλος πάντα ξέρει δραματουργικά από παρόμοιους ήρωες, θα καταλάβει.
Πως αυτό που ζητάς όταν χάνεσαι – και όχι όταν φεύγεις – είναι πάντα η εγκατάσταση…

Διάλειμμα: ο Φλωμπέρ μου:
«ξέρεις τι θα χρειαζόταν γιε μου, η γυναίκα σου η Έμμα; Βαριές δουλειές, χειρωνακτικές δουλειές.
Αν εργαζόταν, δε θα διάβαζε βλαβερά ρομάντζα και δεν θα είχε αυτή τη θολούρα στο κεφάλι…»!
Δεν τα βγάζεις πέρα κουκλίτσα μου. Παράτα τα.
Αφού η Λογική τα ερωτικά και ντροπιασμένα δεν τα καταδέχεται.
Ο πρωτότοκος γιος της Γνώσης, αν αυτό σου λέει κάτι, λεγόταν Μύθος…
Δύο ειδών ζωές μπορείς να ζήσεις, και η μία, αυτή με τις αγάπες τις μετωπικές, είναι πιο κρύα απ’το θάνατο. Πάνω απ’ το νεκροκρέβατό σου θα ολολύζουν συντετριμμένοι φίλοι και θα ρωτάει ο ένας τον άλλο:
«Μα πώς το έπαθε; Από τι ερωτεύτηκε; Πέρυσι ακόμα ήταν καλά»…



Τηλέφωνο-
-Τι γράφεις τώρα; με ρωτάνε.
- Κάτι για το πώς να μην μετατρέπεις τη συγκίνησή σου σε αίτημα, απαντάω η ψεύτρα…


[Από τα κείμενα της Μαλβίνας στο περιοδικό SYMBOL]

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012


ΠΙΚ



(…) ‘Να μην ξέρει την αδυναμία που του έχεις, θα την εκμεταλλευτεί’. 
Ή ‘μη δίνεις τίποτα από τον εαυτό σου. Τότε σε εκτιμούν οι άντρες’. 
Ή ‘να μη σε βρίσκει πάντα στο τηλέφωνο. Γιατί σε θεωρεί δεδομένη’. 

Και τη χαρά του να τιμήσεις, να φωταγωγήσεις να προσφέρεις, να τον ακούσεις, πού την πάς; 
Η οξυδέρκειά τους; 
Σιδερένια μπάλα σε κομψά σφυρά – και πάνε σέρνοντας,.


Φαίνεται, Κέικ, λέω, πως η αγάπη δεν είναι αρκετή για όσους δεν αγαπάνε αρκετά, θέλει στρατηγική. Πρέπει να μετατραπεί σε εκπαιδευτικό πρόγραμμα. 
Ποιος θα τρομάξει περισσότερο τον άλλον: το αγαπημένο ερωτικό άθλημα. 
Ποιος θα ντρεσάρει γρηγορότερα τον άλλον. 
Ποιος θα αποδειχθεί πιο έξυπνος. (δηλαδή πιο φοβισμένος). 
Ποιος θα επιβληθεί. 
Να επιβληθεί η γυναικα; Τι να τον κάνει όμως έναν άντρα που του επιβάλλεται;
Να επιβληθεί ο άντρας; Ποιος άντρας που τιμά το φύλο του έχει πρόβλημα με την επιβολή; 
Μόνο αυτός που δεν μπορεί να προστατέψει. 
Σώσον ημάς από τέτοιες αγάπες. Δεν θέλω να πάρω μέρος ποτέ πια σε τέτοια εκπαιδευτικά προγράμματα. 
Μεγάλωσα, αποφάσισα. Δε συμπλέω.

(…) Εδώ και πολύ μικρό διάστημα έχω βεβαιωθεί. 
Το εκπαιδευτικό σύστημα της αγάπης δεν με αφορά. Χρειάζεται μεταρρύθμιση. 
Δεν καταλαβαίνω τη διδακτέα ύλη. «Στον έρωτα η καλύτερη του ενός είναι η χειρότερη του άλλου». Εγώ αυτή την τάξη δεν πρόκειται ποτέ να την περάσω. 
Γι’ αυτό σκασιαρχείο καλύτερα. Το σκυλί και βόλτα.

 Εμένα κάνε με μόνο κύκλο ομόκεντρο, να νιώθω τη συγγένεια. 
Και τότε η καλύτερή σου είναι η καλύτερή μου. 
Αλλά ομόκεντρο. 
Αλλιώς ζηλεύω. 
Και όταν ζηλεύω γίνομαι έξυπνη. 
Και όταν γίνομαι έξυπνη τα καταστρέφω όλα.

Μαλβίνα Κάραλη 

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Εφτά Μικρές Ροδιές




ΕΦΤΑ ΜΙΚΡΕΣ ΡΟΔΙΕΣ




Edward Munch   'Sepatation'



Θα φυτέψω στον κήπο σου
εφτά μικρές ροδιές
για να γεύεσαι τους χυμούς
απ'τα πικρά τους ρόδια
και να μη λαχταράς τα δάκρυά μου.

Θα φυτέψω στον κήπο σου
δώδεκα κόκκινα αμπέλια
για να μεθάς απ' το χρώμα τους
και να μην ματώνεις με φιλιά
τα χείλη τα δικά μου.

Θα στολίσω τον κήπο σου
με σαράντα συντριβάνια
για να ξεγελάς την δίψα σου
και να μην με αφανίζεις
όταν πίνεις από μένα.
Και μετά
επειδή θα μισώ τον κήπο σου....

Θα ξεριζώσω τις μικρές ροδιές
για να γεύεσαι πάλι
τα δάκρυά τα δικά μου.

Θα κάψω τ' αμπέλια
για να ματώνεις τα χείλη μου
με τα φιλιά σου.

Συντρίμια θα κάνω
τα σαράντα συντριβάνια
για να με πίνεις ξανά και ξανά
εμένα να πίνεις μόνο
χωρίς ποτέ να μπορείς
να ξεδιψάσεις.


Ευγένιος Τριβιζάς