Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουβατζής Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σουβατζής Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

Ένας χριστουγεννιάτικος εφιάλτης




Ήταν κάποτε ένας ευσεβής χριστιανός. Έτσι πίστευε τουλάχιστον. Εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και τηρούσε ευλαβικά όλες τις νηστείες. Κάθε μέρα προσευχόταν να προστατεύει ο Θεός τον ίδιο και την περιουσία του. Η αλήθεια είναι ότι για τους άλλους δεν ενδιαφερόταν και πολύ. Όταν περνούσε έξω από εκκλησία έκανε πάντα τον σταυρό του. Αν έξω απ’ την εκκλησία έβλεπε κάποιον αδέσποτο σκύλο του έδινε μια κλωτσιά. Αν έβλεπε κάποιο μετανάστη τον έβριζε. Δεν συμπαθούσε ούτε τους σκύλους ούτε τους μετανάστες. Τους θεωρούσε αμφότερους επικίνδυνους, βρώμικους και φορείς ασθενειών. Όταν συναντούσε στον δρόμο του παιδιά τα προέτρεπε να πηγαίνουν στην εκκλησία και στο κατηχητικό και νοσταλγούσε τις εποχές που ο εκκλησιασμός ήταν υποχρεωτικός για ένα μέρος του πληθυσμού. Πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να παίρνουν μόνοι τους αποφάσεις εκτός κι αν είχαν τη δική του ευφυΐα.

Πίστευε επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, σχεδόν όλοι εκτός απ’ αυτόν, είναι αμαρτωλοί και ανήθικοι. Ονειρευόταν τη στιγμή που θα ρίξει ο Θεός φωτιά να τους κάψει. Η αλήθεια είναι ότι δεν τα πήγαινε καλά με τους ανθρώπους. Πίστευε ότι όλοι οι άλλοι λαοί ήταν εχθροί που ήθελαν τον αφανισμό της πατρίδας του. Ειδικά δε όσοι ήταν αλλόθρησκοι, επομένως για τη δική του λογική εχθροί της πίστης του, έπρεπε οπωσδήποτε να εξοντωθούν. Όσο για τους άθεους, δεν τους θεωρούσε καν ανθρώπους. Σύμφωνα με μια θεωρία δικής του έμπνευσης η πίστη στον Θεό είναι έμφυτη στον άνθρωπο, επομένως ένας οργανισμός που δεν έχει αυτό το γνώρισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ανθρώπινος.

Δεν του άρεσε καθόλου η εποχή που ζούσε γιατί θεωρούσε ότι υπάρχει έκλυση ηθών. Τα περισσότερα βιβλία τα έβρισκε βλάσφημα ενώ την ίδια γνώμη είχε για τις ταινίες και τη μουσική. Σαν πιστός χριστιανός που ήταν είχε μια απάντηση για όλα. Όταν τον ρωτούσαν γιατί ο Θεός επιτρέπει να σκοτώνονται αθώοι άνθρωποι κατά τη διάρκεια πολέμων και φυσικών καταστροφών, απαντούσε ότι όχι μόνο δεν είναι αθώοι αλλά είναι αμαρτωλοί 

και ο Θεός τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Όταν του έλεγαν για τον πλούτο της εκκλησίας που έρχεται σε αντίθεση με την ταπεινότητα που υποτίθεται ότι πρεσβεύει απαντούσε ότι όσοι τα λένε αυτά είναι αντίχριστοι και θα καούν στην κόλαση. Το μεγάλο του παράπονο ήταν ότι αν και ήταν τόσο πιστός δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ ο Χριστός μπροστά του.


John Antono (Γιάννης Αντωνόπουλος) 


Μια παραμονή Χριστουγέννων αφού έφαγε ένα πλούσιο δείπνο ξάπλωσε στο κρεβάτι και παραπονέθηκε για άλλη μια φορά που ο Χριστός δεν του είχε φανερωθεί. Αφού ξημέρωναν Χριστούγεννα πίστευε ότι θα εισακουστεί το παράπονό του. Το δωμάτιο φωτίστηκε και εμφανίστηκε μπροστά του ένας νεαρός γενειοφόρος άντρας. Άρχισε να μιλάει με ήρεμη φωνή.
“Ήρθα πολλές φορές” είπε και συνέχισε
“Ήμουν πρόσφυγας. Έφυγα απ’ τη χώρα μου για να σωθώ απ’ τον πόλεμο και όταν έφτασα εξουθενωμένος σου ζήτησα λίγο νερό. Μα εσύ μου απάντησες να γυρίσω στην πατρίδα μου.
Ήμουν πεινασμένος και σου ζήτησα λίγο ψωμί. Μα εσύ με έδιωξες. Ήμουν άστεγος και σου ζήτησα μια κουβέρτα για να μην κρυώνω. Μα εσύ μου έκλεισες την πόρτα. Ήμουν ρακένδυτος και σου ζήτησα ένα παλιό ρούχο για να ντυθώ. Μα εσύ αρνήθηκες να με βοηθήσεις. Ήμουν μετανάστης και σου ζήτησα να μη με αντιμετωπίζεις με προκατάληψη. Μα εσύ κάλεσες την αστυνομία να με συλλάβει. Δεν έχεις καταλάβει τίποτα απ’ τη διδασκαλία μου. Στην καρδιά σου υπάρχει μόνο μίσος. Κρίνεις όλους τους ανθρώπους χωρίς να έχεις αυτό το δικαίωμα. Τους χωρίζεις με βάση το χρώμα τους και την καταγωγή τους ξεχνώντας ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια. Λίγο με ενδιαφέρει αν νηστεύεις και αν κάνεις όλη μέρα τον σταυρό σου. Έχεις μείνει προσκολλημένος στους τύπους θεωρώντας ότι είναι το παν κι έχεις χάσει την ουσία. Και η ουσία είναι η αγάπη. Ήρθα στον κόσμο για να διδάξω την αγάπη. Μην το ξεχνάς ποτέ αυτό”.

Ξύπνησε ιδρωμένος. Σκέφτηκε ότι δεν πρέπει να τρώει βαριά τα βράδια γιατί βλέπει εφιάλτες. Γύρισε πλευρό και ξανακοιμήθηκε.


Νίκος Σουβατζής
από την πάντα ενδιαφέρουσα Χειμερία Νάρκη του... 


Χρόνια μας Πολλά 

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2015

Τα ίχνη του λύγκα *

Βράδιασε.
Μπορώ να βγω χωρίς φόβο.
Τη νύχτα έχεις την αίσθηση πως ό,τι συμβαίνει το ζεις σε όνειρο. Περπατάω χωρίς να δίνω σημασία στα φανάρια και μπαίνω στο πρώτο μπαρ που βρίσκω μπροστά μου.
Κάθομαι σ’ ένα σκαμπό και παραγγέλνω μπίρα. Κάποιος μοναχικός θαμώνας έρχεται και κάθεται
δίπλα μου. Προσπαθεί να μου πιάσει συζήτηση.

— Πώς και μόνος; Έφυγαν οι φίλοι σου για διακοπές;

— Δεν έχω φίλους.

— Τι δουλειά κάνεις;

— Δεν δουλεύω.

— Τι ομάδα είσαι;

— Δεν συμπαθώ το ποδόσφαιρο.

— Τι αυτοκίνητο έχεις;

— Δεν συμπαθώ τα αυτοκίνητα.

— Εκκλησία πας;

— Δεν συμπαθώ τις θρησκείες.

— Τι θα ψηφίσεις στις εκλογές;

— Δεν ψηφίζω.

Ευτυχώς με βρίσκει βαρετό συνομιλητή και φεύγει. Παρατηρώ τους  συμπότες μου. Δυστυχισμένοι άνθρωποι που προσποιούνται τους χαρούμενους, γιατί φοβούνται να παραδεχτούν τη δυστυχία τους. Οι ώρες περνούν και τα μπουκάλια αδειάζουν. Ο κόσμος αραιώνει. Κάνω νόημα στον μπάρμαν.

— Άλλη μια μπίρα.

— Θα σε πειράξει.

— Άλλα πράγματα με πειράζουν περισσότερο.

— Ποια είναι αυτά τα άλλα πράγματα;

— Δεν πρόκειται να καταλάβεις.

— Γιατί δεν πας να κοιμηθείς;

— Δεν μπορώ να κοιμηθώ.

— Γιατί πίνεις τόσο πολύ;

— Γιατί πονάω.


Η ώρα πήγε τέσσερις και το μαγαζί πρέπει να κλείσει. Βγαίνω έξω και περπατάω μέχρι να εξαντληθώ. Ξημέρωσε. Ώρα να πέσω για ύπνο. Όταν ξυπνάς από εφιάλτες στο φως της μέρας, φοβάσαι λιγότερο.




Νίκος Σουβατζής
από τη συλλογή διηγημάτων "Αναχώρηση" 






[* Ο λύγκας ανήκει στην οικογένεια των αιλουροειδών και συγγενεύει με την αγριόγατα. Είναι πλάσμα νυκτόβιο και μοναχικό, αθέατο για τους περισσότερους ανθρώπους.
Τα τελευταία χρόνια  εντοπίζονται ελάχιστα ίχνη του.]










Το βιβλίο του Ν. Σουβατζή, παρουσιάζεται την Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015 στις 7 το απόγευμα, στο cafe-βιβλιοπωλείο   Λ ο κ ο μ ο τ ί β α ,    Σολωμού και Μπόταση στα Εξάρχεια




Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Όταν δυο χέρια σμίγουν

Μίσος. Το μόνο που είχε νιώσει.
Το μόνο που μπορούσε να νιώσει. Το μόνο που ένιωθε κάθε στιγμή της ζωής του. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.
Μίσος. Στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά. Μίσος για όλους. Για τα ζευγαράκια που νομίζουν ότι ο κόσμος τους ανήκει. Για τους υπαλλήλους με το υπεροπτικό ύφος. Για τα παιδιά που χαλάνε τον κόσμο απ’ τη φασαρία. Για τους διπλανούς του στο λεωφορείο. Για τους μπροστινούς του στην ουρά του ταχυδρομείου. Για τους απέναντι. Για τους από πάνω. Για τους από κάτω.

Ό,τι παίρνεις δίνεις. Κι όταν το φαρμάκι που παίρνεις καθημερινά έχει δηλητηριάσει κάθε κομμάτι της ψυχής σου, αυτού που τέλος πάντων ονομάζουμε ψυχή, δεν σου περισσεύει καλοσύνη για κανέναν. Όσο του πριόνιζαν τα φτερά, όσο τον έσπρωχναν όλο και πιο χαμηλά να μη βλέπει
φως, τόσο μεγάλωνε το μίσος του. Ώσπου στο τέλος κάλυψε όλη την καρδιά του.
Τα βράδια σκέπαζε το κεφάλι με την κουβέρτα κι έκλαιγε σιωπηλά.
Κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Αυτή ήταν η δική του μικρή νίκη. Ένα μικρό κομμάτι περηφάνιας. Ώσπου τα δάκρυα στέρεψαν. Όση αγανάκτηση, όση πίκρα, όσο μίσος κι αν ένιωθε, του ήταν αδύνατο πια να κλάψει. Περιέφερε το μίσος του στον κόσμο και προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος. Μόνος εναντίον όλων.

Alex Howitt


Εκείνη τη μέρα είχε τα γενέθλιά του. Έτσι, έκανε έναν μικρό απολογισμό. Το τηλέφωνο για ακόμη μια φορά δεν χτύπησε. Η μέρα που ήρθε στον κόσμο ήταν κάτι που κανείς δεν θυμόταν. Τουλάχιστον, ήταν ζωντανός.
Σωματικά, γιατί ψυχικά είχε πεθάνει χρόνια πριν. Προτιμούσε να μη θυμάται τι μεσολάβησε απ’ τα προηγούμενα γενέθλια. Ένας ακόμη χρόνος εξορίας απ’ τη ζωή. Θα ήταν καλύτερα λοιπόν να τριγύριζε για μερικές ώρες άσκοπα στους δρόμους της πόλης, για να μη θυμάται αυτά που τον έκαναν να μισεί.
Άνοιξε την πόρτα, βγήκε βιαστικά στον διάδρομο και την άφησε να κλείσει πίσω του. Είδε το κοριτσάκι του διπλανού διαμερίσματος να τον πλησιάζει με γρήγορα βήματα.
— Μοιάζετε με τον πατέρα μου, του είπε χαμογελώντας.
Την κοίταξε άγρια. Ε όχι να κοροϊδεύουν τη μοναξιά του και τα πιτσιρίκια.
— Αλήθεια, επέμεινε η μικρή σχεδόν απολογητικά.
— Δεν τον έχω δει ποτέ, απάντησε μετανιώνοντας για τον απότομο τρόπο του.
— Σκοτώθηκε στον πόλεμο. Στην πατρίδα μου γίνεται πόλεμος, του είπε σιγά, σαν να φοβόταν μην την ακούσουν.

Τον πήρε απ’ το χέρι. Ένιωσε πάλι την καρδιά του να χτυπάει, πάνω που είχε πιστέψει ότι δεν έχει πια καρδιά. Η ζωή του ξεκινούσε απ’ την αρχή. Το σημείο μηδέν. Ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι στις αναμνήσεις του. Απαξίωση, χλευασμός, ειρωνεία, προσβολές. Κάθε φορά που  κάποιος πλησίαζε τα χέρια του προς το μέρος του, έκανε από ένστικτο ένα βήμα πίσω. Ήξερε ότι ο κόσμος είναι ζούγκλα κι ο άνθρωπος το μεγαλύτερο θηρίο. Γιατί οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει ήταν θηρία. Ό,τι καλό θυμόταν αμυδρά απ’ τη ζωή του –ένα χαμόγελο, ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα– δεν τον αφορούσε. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι αυτά τα πράγματα ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, ξένο, μακρινό. Ο δικός του ήταν πολύ μικρός για να τα χωρέσει.
Τώρα, ένας άλλος άνθρωπος στεκόταν δίπλα του. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι, για να του μάθει πράγματα που δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχουν. Αληθινά, ανθρώπινα. Από ανθρώπους αληθινούς. Έμαθε ότι υπάρχουν κι αυτοί εκτός απ’ τα θηρία.
Μέσα σε μια στιγμή γνώρισε έννοιες που υπήρχαν γι’ αυτόν μόνο στα λεξικά, χωρίς αληθινό αντίκρισμα. Αλληλεγγύη, σεβασμός, αποδοχή. Ένιωσε ξαφνικά να ψηλώνει, μέχρι που έφτασε στο ύψος που του έπρεπε. Κατέκτησε τη θέση που του είχαν στερήσει. Άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους. Ίσος μεταξύ ίσων.
Από  εκεί ο κόσμος φαινόταν καλύτερος.

Ένα ποτάμι άρχισε να κυλάει απ’ την καρδιά του, ώσπου έφτασε στα μάτια του. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Δεν ήταν τα δάκρυα που ήξερε μέχρι τότε. Ήταν γιατί αισθανόταν κάτι πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. Αυτό το ποτάμι
ήταν πολύ δυνατό. Μπορούσε να παρασύρει κάθε ασχήμια, κάθε μικρότητα.
Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται θηρίο.
Θυμήθηκε ότι στο σχολείο είχε μάθει ότι άνθρωπος σημαίνει «άνω θρώσκων». Αυτός δηλαδή που κοιτάει ψηλά, προς τον ουρανό.
Στην πόλη που ζούσε δύσκολα έβλεπε κανείς ουρανό.
Όμως το βράδυ θα έκανε μια προσπάθεια.
Ίσως έβλεπε τα ξεχασμένα του όνειρα να ζωντανεύουν ανάμεσα στ’ αστέρια.
Ίσως μετριάζοντας το μίσος του για τους άλλους, μάθαινε να αγαπάει τον εαυτό του.

Νίκος Σουβατζής
από τη συλλογή διηγημάτων "Αναχώρηση"