Οἱ ναυτικοὶ στὰ φορτηγὰ πάντα μία γάτα τρέφουν,
ποὺ τὴν λατρεύουνε, χωρὶς νὰ ξέρουν τὸ γιατί,
κι αὐτή, σὰν ἀπ᾿ τὴν βάρδια τους σχολᾶνε κουρασμένοι,
περήφανη στὰ πόδια τους θὰ τρέξει νὰ τριφτεῖ.
Τὰ βράδια, ὅταν ἡ θάλασσα χτυπάει τὶς λαμαρίνες,
καὶ πολεμάει μὲ δύναμη νὰ σπάσει τὰ καρφιά,
μέσα στῆς πλώρης τὴ βαριὰ σιγή, ποὺ βασανίζει,
εἶναι γι᾿ αὐτοὺς σὰ μία γλυκιὰ γυναίκεια συντροφιά.
Εἶναι περήφανη κι ὀκνή, καθὼς ὅλες οἱ γάτες,
κι εἶναι τὰ γκρίζα μάτια της γιομάτα ἠλεκτρισμὸ
κι ὅπως χαϊδεύουν ἁπαλὰ τὴ ράχη της, νομίζεις
πὼς ἀναλύεται σ᾿ ἕνα ἀργὸ καὶ ἡδονικὸ σπασμό.
Στὸ ρεμβασμὸ καὶ στὸ θυμὸ μὲ τὴ γυναίκα μοιάζει
κι οἱ ναῦτες περισσότερο τὴν ἀγαποῦν γι᾿ αὐτὸ
κι ὅταν ἀργὰ καὶ ράθυμα στὰ μάτια τοὺς κοιτάζει,
θαρρεῖς ἕναν παράξενο πὼς φέρνει πυρετό.
Τῆς ἔχουν πάντα στὸ λαιμὸ μία μπακιρένια γύρα,
γιὰ τοῦ σιδέρου τὴν κακὴν ἀρρώστια φυλαχτό,
χωρὶς ὅμως, ἀλίμονο, ποτὲ νὰ κατορθώνουν
νὰ τὴν φυλάξουν ἀπ᾿ τὸ μαῦρο θάνατο μ᾿ αὐτό.
Γιατὶ εἶναι τ᾿ ἄγρια μάτια της ὑγρὰ κι ἠλεκτρισμένα
κι ἔτσι ἄθελα τὸ σίδερο τὸ μαῦρο τὸ τραβᾶ,
κι οὐρλιάζοντας τρελαίνεται σ᾿ ἕνα σημεῖο κοιτώνας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινὰ στοὺς ναῦτες καὶ βουβά.
Λίγο πρὶν ἀπ᾿ τὸν θάνατον, ἀπὸ τοὺς ναῦτες ἕνας,
-αὐτὸς ὁπού ῾δε πράματα στὴ ζήση του φρικτὰ-
χαϊδεύοντας τὴν μία στιγμὴ στὰ μάτια τὴν κοιτάζει
κι ὕστερα μὲς στὴν θάλασσα τὴν ἄγρια τὴν πετᾶ.
Καὶ τότε οἱ ναῦτες ποὺ πολὺ σπάνια λυγάει ἡ καρδιά τους,
πᾶνε στὴν πλώρη νὰ κρυφτοῦν μὲ τὴν καρδιὰ σφιχτή,
γεμάτη μία παράξενη πικρία ποὺ ὅλο δαγκώνει,
σὰν ὅταν χάνουνε θερμή, γυναίκα ἀγαπητή....
Νίκος Καββαδίας
από τη συλλογή " Μαραμπού" 1933

