Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ο σχοινοβάτης






Την πρώτη φορά που συνάντησα τον άνθρωπο με το κεφάλι αλόγου, δεν είχα καθόλου ζάχαρη πάνω μου. 

Ήταν χειμώνας. Περπατούσα σ΄έναν εξοχικό δρόμο. Έκανα συχνά αυτόν τον περίπατο, πάντοτε στο ίδιο μέρος.  Η γη, όπως κι ο ουρανός, είναι άφθαρτη.  Πάντοτε κάτι καινούριο, πάντοτε μία έκπληξη σε περιμένει. Λεπτή κρούστα πάγου σκέπαζε τα χαντάκια.  Πότε πότε έριχνα μια πέτρα στον πάγο. Μου άρεσε να τον βλέπω να ραγίζει χωρίς να σπάει. Οι πέτρες μπήγονταν μέσα του σαν διαμάντια που πιάστηκαν σε ιστό αράχνης. 
Έτσι περνούσα τον καιρό μου, με το κεφάλι σκυμμένο πάνω από τις πέτρες, πάνω από τον πάγο και πάνω από τον ουρανό που καθρεφτιζόταν στον πάγο. 


Από χρόνο, είχα κάμποσο.  Η ασφαλιστική εταιρία όπου δούλεψα είκοσι τρία χρόνια μόλις με είχε απολύσει. Ήμουν πολύ μεγάλος για να ξαναπιάσω δουλειά.  Κανείς βέβαια δε μου είχε πει κάτι τέτοιο. Φτάνει που εγώ ο ίδιος το έλεγα στον εαυτό μου: είκοσι τρία χρόνια - πολλά είναι . Ώρα είναι πια να σκεφτείς και κάτι άλλο, δε θα περάσεις δα κι όλη σου τη ζωή δουλεύοντας, δεν είναι σοβαρά πράματα αυτά. 
Να πετάω πέτρες μέσα στο χαντάκι και να πιάνω αυτά που ονόμαζα "πεταλούδες του Θεού" - μια ωραία φράση σ ένα βιβλίο, ένα χαμόγελο σ΄ένα πρόσωπο, μια ηλιαχτίδα πάνω σ΄έναν τοίχο - , να κάτι πολύ πιο σοβαρό και ταιριαστό με τη διάθεσή μου εκείνων των ημερών.

Όμως αντί για "πεταλούδες του Θεού" δεν είχα αρπάξει εκείνη την ημέρα παρά μόνο ένα απαίσιο συνάχι - κι από πάνω αυτός ο άνθρωπος με το κεφάλι αλόγου.


Περπατούσε πέρα στο λιβάδι, βαρύς και σκεφτικός. Δεν τόλμησα να τον ενοχλήσω.  Ετοιμαζόμουν να συνεχίσω το δρόμο μου, όταν ο θόρυβος των βημάτων μου στο κρυσταλλιασμένο έδαφος τράβηξε την προσοχή του. ΄Ηρθε τροχάζοντας προς τον ξύλινο φράχτη που έφτανε τα πενήντα εκατοστά ύψος. 
Φορούσε μαύρο τζιν και άσπρο πουκάμισο. Η χαίτη του κυμάτιζε όμορφα στο σβέρκο του όταν έγερνε το κεφάλι. Τα μάτια του ήταν μεγάλα και σκούρα σαν δυο γινωμένα δαμάσκηνα.  
 
Η φιλία έρχεται με πολύ μικρά πράγματα.  Έκανα φίλο τον άνθρωπο με το κεφάλι αλόγου αντικρύζοντας τη μαβιά νύχτα των γαλήνιων ματιών του. 
Χαίρομαι που σας βλέπω, είπα αντικρύζοντάς τον ολομόναχο, μέσα στο λιβάδι του.  Θα σας έλεγα κι εγώ το ίδιο, μου αποκρίθηκε τινάζοντας τη χαίτη του στον αέρα. Και γελάσαμε μαζί για τη φιλία μας που άρχιζε να γεννιέται.  Ή μάλλον εγώ γέλασα κι αυτός χλιμίντρισε. Ήταν ήδη πολύ αργά. Στις τσέπες μου είχα μονάχα λίγο καπνό.  Του είπα ότι θα ερχόμουν ξανά την επομένη με λίγους κύβους ζάχαρη. Χαμογέλασε. Όπως νομίζετε.  Ξέρετε πού να με βρείτε, δεν το κουνάω ποτέ απ΄ το λιβάδι. Όσο για τη ζάχαρη, μη σας απασχολεί, δε μ΄αρέσει. Μόνο τα μήλα μ΄αρέσουν. 

Την επομένη βρισκόταν εκεί, ο ίδιος πάνω κάτω.  Είχε αλλάξει πουκάμισο και τζιν.  Έβρεξε τη νύχτα, μου είπε. Δε μ΄αρέσει να φοράω βρεγμένα ρούχα.
Εκείνη τη μέρα, όπως και τις επόμενες, σταθήκαμε με το φράχτη ανάμεσά μας.  Χρειάζεται πάντοτε λίγη απόσταση - λίγος αέρας, λίγη απουσία, λίγο κενό ή ένας ξύλινος φράχτης πενήντα εκατοστών - για να συμβεί κάτι. 


"Τίποτε ακόμη από δουλειά λοιπόν;" - ήταν η ερώτηση που μου έκανε ο καινούριος φίλος μου κάθε φορά που συναντιόμασταν.  " Όχι ακόμη, ή μάλλον ποτέ πια"  ήταν η απάντησή μου. Ύστερα ξαναπιάναμε τη συζήτηση εκεί όπου την είχαμε αφήσει την προηγούμενη μέρα.  Δύο θέματα επανέρχονταν κάθε τόσο : η ποίηση και το τσίρκο. Δύο τρόποι να μιλάς με οικειότητα στ΄άστρα, είπε ο άνθρωπος με το κεφάλι αλόγου. 
Πριν εγκατασταθώ σ΄αυτό το λιβάδι, δούλευα σ΄ένα τσίρκο.  Έκανα ένα ακροβατικό νούμερο μαζί με μια φίλη μου, μια γυναίκα με κεφάλι φοράδας.  Κάθε βράδυ, κάναμε έναν μικρό περίπατο σ΄ένα συρματόσχοινο, εφτά μέτρα πάνω απ΄το έδαφος.  Η φίλη μου ξεκινούσε απ΄τη μία άκρη κι εγώ απ΄την άλλη.  Έπρεπε να συναντιόμαστε στη μέση, να φιλιόμαστε κι έπειτα να επιστρέφουμε στην κούρνια μας, περπατώντας πάνω στα χέρια αυτή τη φορά. Δέκα χρόνια χωρίς ούτε μία φορά να πέσουμε. 
 Έπειτα, κάτι συνέβη.  Κάτι το ασήμαντο στην αρχή.  Η φίλη μου παραπονέθηκε ότι της πονούσε η πλάτη. Σκέφτηκε να συμβουλευθεί έναν γιατρό, αλλά όλα έγιναν ταχύτατα. Εμφανίστηκαν δυο καρούμπαλα που μέσα σε μια νύχτα έγιναν δυο φτερούγες. Οι θεατές το εκτίμησαν σα να επρόκειτο για σκηνοθετικό εύρημα. Ιδιαίτερα χάρηκαν τα παιδιά. Γι αυτά, τίποτε το αδύνατον.  Ένα σώμα νεαρής γυναίκας, ένα κεφάλι φοράδας, δυο μπλε φτερούγες ανάμεσα στους ώμους, τίποτε δεν τα ξαφνιάζει.  
Υπήρχε μια τρύπα στην τέντα. Την προηγούμενη μέρα, μια θύελλα ταλαιπώρησε το πανί. Το χαλάζι το έσκισε. Από την τρύπα περνούσε λίγος αέρας. Τίποτα το ενοχλητικό, η παράσταση δε ματαιώθηκε. Αρχίσαμε το νούμερό μας. Αφού διασχίσαμε, εκείνη κι εγώ, το μισό σχοινί, φιληθήκαμε, ίσως λίγο πιο έντονα απ΄ό,τι συνήθως. Ύστερα η φίλη μου τίναξε τις φτερούγες της και , σ΄ ένα δευτερόλεπτο, πέταξε μέσα απ΄την τρύπα της τέντας. Τα χειροκροτήματα κράτησαν μία ώρα. Δεν την ξανάδα ποτέ. 


 Σ αυτό το σημείο της συζήτησης, ο φίλος μου με το κεφάλι αλόγου κοίταξε πάνω από τον αριστερό μου ώμο, σαν κάτι το συναρπαστικό να συνέβαινε ξαφνικά στον ουρανό. Στράφηκα να δω. Δεν υπήρχε τίποτα. Εκείνος  επωφελήθηκε για να απομακρυνθεί ένα λεπτό στο βάθος του λιβαδιού . Όταν επέστρεψε στο φράχτη, είδα από έναν ωκεανό και στα δυο του μάτια. Καμώθηκα πως δεν πρόσεξα τίποτα. 

Αφ΄ότου πέταξε μακριά η φίλη μου, ήμουν ανίκανος να σταθώ στο σχοινί.  Χάνοντάς την, είχα χάσει την ελαφράδα μου.  Ήταν , βλέπετε, παιχνιδάκι για μένα να περπατάω εφτά μέτρα πάνω απ το έδαφος, αφού το κανα για να τη συναντήσω.  Για τη χαρά να την πλησιάσω, θα έκανα και θαύματα. Ανέβηκα πολλές φορές ξανά στο σχοινί, αλλά στα τρία βήματα έπεφτα. Ο διευθυντής του τσίρκου μου πρότεινε να μετατρέψω το νούμερό μου αλλάζοντας κοστούμι. Ντυθείτε κλόουν, μου είπε. ΄Ετσι, τα πεσίματά σας δε θα φαίνονται πια σαν αδεξιότητες αλλά σαν μέρος του νούμερου.  Δεν είχε άδικο, για να μην πω μάλιστα ότι είχε απολύτως δίκιο.  Οι αληθινοί καλλιτέχνες αντλούν τη δύναμή τους από αυτό που τους καταβάλλει.  Ένα εμπόδιο της ζωής το μετατρέπουν σε χάρη.  
Έκανα προσπάθειες. Αλλά τα πεσίματά μου παραήταν αληθινά. Έβγαινα από τη σκηνή όλο μελανιές, και δεν έκανα κανέναν να γελάσει.  Αναγκάστηκα να εγκαταλείψω το τσίρκο και να πιάσω άλλη δουλειά. 

Άσκησα όλα περίπου τα πιθανά επαγγέλματα για έναν άνθρωπο του φυράματός μου . Το πιο ευχάριστο υπήρξε ομολογουμένως του καθαριστή σ΄ένα μικρό σχολείο. Στο διάλειμμα τα παιδιά σκαρφάλωναν στους ώμους μου. Κάναμε πολλές φορές το γύρο της αυλής καλπάζοντας. 

Ήρθε όμως η κούραση και μαζί της μια τιποτένια σύνταξη. Βρήκα αυτό το λιβάδι και δεν ξαναφεύγω πια από δω. Στην αρχή διάβαζα νύχτα μέρα. Μου πέρασε όμως. Δε θα΄θελα να είμαι πολύ άδικος με τα βιβλία. Τους χρωστάω ωραίες στιγμές. Μην ξεχνάμε, από τα δέντρα προέρχονται και καμιά φορά το θυμούνται αυτό. Μερικές φράσεις  κάποιων βιβλίων θροϊζουν σαν τα φύλλα της ακακίας. Αλλά περιμένω πολύ περισσότερα. Μη με ρωτάτε τι περιμένω έτσι. Δε θα μπορούσα να σας απαντήσω.  Ένα είναι βέβαιο, πως όλη η γραπτή σοφία του κόσμου δε μπορεί να κάνει τίποτα για μένα. περιμένω κάτι πιο μεγάλο απ ό,τι μπορεί να γραφτεί. 
Όμως βλέπω πως συννεφιάζει. Καλύτερα να επιστρέψετε σπίτι σας . Τα μήλα που μου φέρατε σήμερα ήταν υπέροχα. Στην αγορά τα ψωνίζετε;



Ο καιρός περνούσε. Η χαίτη του φίκου μου με το κεφάλι αλόγου άσπριζε, κι εγώ γινόμουν πιο ευάλωτος στο βοριά.  Στην κουβέντα μας προσθέσαμε μερικές σκέψεις για τον καλύτερο τρόπο να γιατρεύει κανείς τους ρευματισμούς.  Και συμφωνήσαμε πως δεν υπάρχει καλός τρόπος για τη θεραπεία τους. Το σώμα είναι σαν βάρκα. Όσο είσαι μικρός, είναι ελαφριά, ένα ονειρεμένο πλεούμενο, ένα ιστιοφόρο από άσπρο χαρτί. Με τον καιρό, το χαρτί μουλιάζει και η βάρκα βουλιάζει. Ζήστε συμφιλιωμένος με τους ρευματισμούς σας , με συμβούλευε ο άνθρωπος με το κεφάλι αλόγου . Αποδεικνύουν ότι βρίσκεστε  για τα καλά πάνω στη γη ζωντανός. Τίποτα δεν πρέπει να μας εμποδίζει να κουβεντιάζουμε και, κουβεντιάζοντας, να ψάχνουμε. Τίποτα δεν πρέπει να χαλάει την ευχαρίστηση των συναντήσεών μας. 


Ήταν Τρίτη θαρρώ. Ποτέ μου δεν τον είχα ξαναδεί τόσο λαμπερό. -Το βρήκα, μου είπε. Βρήκα αυτό που περίμενα, δηλαδή όχι αυτό ακριβώς αλλά μια λέξη για να το πω. Δε θα το βρείτε ποτέ. 
Εγώ προσπάθησα ωστόσο. Ο Θεός; Ο θάνατος; Ο έρωτας ;  -Καθόλου, μου απάντησε. Ψάχνετε από την πλευρά του πιο Υψηλού. Κι αυτό είναι, δίχως αμφιβολία, ένα αναπόφευκτο λάθος.  Κι εγώ ο ίδιος έκανα αυτό το λάθος μέχρι σήμερα το πρωί. Πλην όμως, είναι τόσο πιο απλό: περιμένω την άνοιξη.

Πρέπει να είχα πάρει ύφος ηλίθιο. Μου διευκρίνισε την απάντησή του. Τα λόγια του καλπάζανε. Τα μεταφέρω εδώ όσο πιστότερα γίνεται.  Παρά τα φαινόμενα, δεν ήταν λόγια τρελά. Αυτό το ξέρω καλά. Έχω ξαναδεί τρελούς. Μπορεί να είναι ήρεμοι ή οργισμένοι, φλύαροι ή λιγομίλητοι. Κοινό χαρακτηριστικό όλων τους είναι η ζοφερή θλίψη.  Τα λόγια που άκουσα τη μέρα εκείνη, ήταν γεμάτα φως και ευθυμία. 

Εκείνο που ονομάζω άνοιξη, μου είπε, δεν έχει να κάνει με το κλίμα ή με την εποχή. Βεβαίως, δε μ΄ αφήνει αδιάφορο η ανάσταση του Μάη, αυτή η καινούρια γλυκύτητα στον αέρα που κάνει την καρδιά τόσο πολύ να κοκκινίζει και τα κορίτσια να γίνονται τόσο πειρακτικά. Μπορεί φυσικά να αντιτείνει κανείς ότι την ανάσταση αυτή θα την ακολουθήσει ένας καινούριος χειμώνας, ο παγερός στάλα στάλα θάνατος.  Οι εποχές είναι κυκλικές, διστακτικές. Εκείνο που ονομάζω άνοιξη διασπά τον κύκλο αυτόν, όπως κι όλους τους άλλους. Μπορεί να συμβεί στο πιο μελανό σημείο της χρονιάς. Είναι μάλιστα κι ένα από τα γνωρίσματά της. Κάτι που μπορεί να συμβεί κάθε στιγμή για να διακόψει, να διασπάσει και , σε τελευταία ανάλυση, να απελευθερώσει. 

Είχα φέρει ένα καλάθι μήλα στον φίλο μου με το κεφάλι αλόγου.  Όχι από κείνα τα άγευστα τα γκόλντεν, αλλά κάτι μικρά γκρίζα μήλα, ζουπηγμένα κι εξαιρετικά ζουμερά. Δάγκωσε ένα προτού συνεχίσει. 

Βλέπω την έκπληξή σας.  Βλέπω πως δε με καταλαβαίνετε. Σας διαβεβαιώ : η άνοιξη δεν είναι τίποτα το κατανοητό - αυτό είναι μάλιστα που της επιτρέπει να χωράει στο απειροελάχιστο.  σ΄ ένα θόρυβο, μια σιωπή, ένα γέλιο.  Κοιτάξτε, μια που μιλάμε για γέλιο, στο σχολείο όπου δούλευα ήταν ένα κοριτσάκι που είχε χάσει τη μητέρα του σε μια πυρκαγιά.  Στα διαλείμματα, μου άρεσε να κοιτάζω το πρόσωπό του. Μέσα στα μάτια του υπήρχε λίγη σοβαρότητα και άφθονο γέλιο. Είχε χαρεί τη μητέρα του τέσσερα χρόνια μονάχα και είναι ολοφάνερο ότι αυτά τα τέσσερα χρόνια ήταν πιο πλημμυρισμένα από αγάπη απ΄ όσο τέσσερεις αιώνες . Αντικρύζοντας αυτό το πρόσωπο, σκεφτόμουν ότι η μητέρα του, όταν ζούσε, θα είχε χύσει μια κούπα σαμπάνια στην ψυχή του παιδιού της, εξ΄ού και το σπινθηροβόλημα στα μάτια της παιδούλας. Αυτή η σκέψη που έκανα τότε, ήταν μια ανοιξιάτικη σκέψη. Δεν προκύπτει όμως συμπέρασμα απ΄ αυτό. Η άνοιξη, δε σκοτίζεται διόλου για συμπεράσματα. Ανοίγει και δεν κλείνει ποτέ . Στη φύση της είναι να μην έχει τελειωμό.

Εκείνο που ονομάζω άνοιξη δε γίνεται δίχως σπαραγμό. Είναι κάτι γλυκό και βίαιο συνάμα. Δε θα΄πρεπε να μας ξαφνιάζει αυτό το μίγμα. Το ότι μας ξαφνιάζει πάει να πει πως η ζωή μας κάνει ν΄αποξεχνιόμαστε. Δεν δίνουμε αρκετή προσοχή στα πράγματα. Αν κοιτάζαμε προσεκτικά, αν κοιτάζαμε ψύχραιμα, θα μας αιφνιδίαζε το μεγαλείο της παραμικρότερης μαργαριτούλας: είναι εδώ, μπροστά μας, τόσο χαζούλα και κατακίτρινη. Για να είναι όμως εδώ, πρέπει να διέσχισε θανάτους κι ερημιές. Για να είναι εδώ, τόσο λεπτούλα, πρέπει να έδωσε αμείλικτες μάχες. Εκείνο που ονομάζω άνοιξη είναι κάτι της ίδιας κατηγορίας, κάτι που λάμπει σαν μαργαριτούλα ή σαν καταϊδρωμένος παλαιστής. Τίποτα το ήσυχο ή το κερδισμένο εκ των προτέρων.

Μασούλησε άλλα δυο μήλα, τα τελευταία του καλαθιού.

Μία άλλη ένδειξη της άνοιξης, αυτού που εγώ ονομάζω άνοιξη, είναι ότι με το που φτάνει, εμείς νιώθουμε χαμένοι. Νιώθουμε, πώς το λένε να δεις, εκτός τόπου.  
Φανταστείτε έναν καλεσμένο ο οποίος, απροειδοποίητα, πριν προλάβετε καν να του υποδείξετε πού να να καθίσει, στρογγυλοκάθεται στην αγαπημένη σας καρέκλα.  Όλοι μας έχουμε σπίτι μας κάποια αγαπημένη καρέκλα.  Προς στιγμήν, νιώθετε ελαφρά δυσαρέσκεια.  Όμως σύντομα έρχεται η φρεσκάδα. Σχεδόν  τίποτα δεν άλλαξε, όμως αυτό το ΄σχεδόν τίποτα΄ τα κάνει όλα αλλιώτικα.  Παίρνετε μιαν άλλη από τη συνηθισμένη καρέκλα κι έχετε μπροστά σας ένα άλλο τοπίο, Ναι, εξακολουθείτε να είστε στο σπίτι σας, αλλά είστε εκεί με τον καλύτερο τρόπο. περαστικοί. 
Παίρνουμε εύκολα ως δεδομένο ό,τι κατέχουμε. Δόξα τω Θεώ, η άνοιξη έρχεται καμιά φορά να τα ξανακάνει άνω κάτω  όλα αυτά , κι ανακαλύπτουμε ότι δεν είχαμε ποτέ τίποτα δικό μας και η ανακάλυψη αυτή  είναι ό,τι πιο ευφρόσυνο γνωρίζω.

Σώπασε και μάζεψε τ΄αυτιά του προς τα πίσω σα να είχε στεναχωρεθεί. Τον ρώτησα αν εξακολουθούσε να νιώθει τη σουβλιά ανάμεσα στους ώμους που τον είχε ταλαιπωρήσει την προηγούμενη μέρα. Καθόλου, μου είπε, πέρασε. Κρυολόγημα θα ήταν. 


Θα  ΄θελα να ξεκαθαρίσω την άποψή μου για τα βιβλία. αν δεν ικανοποιούν τις προσδοκίες μου, τουλάχιστον τις κατευνάζουν και τις ενδυναμώνουν. Διαβάστε κάτι που αντέγραψα για σας χθες το βράδυ.  Όταν ανακάλυψα αυτό το ποίημα, μου κόπηκε η ανάσα.  Πάντοτε μου προκαλούσε τέτοια αίσθηση η ομορφιά.  Έτσι μάλιστα φαντάζομαι και το θάνατό μου :  κάτι, μια μέρα, θα ΄ρθει να με προϋπαντήσει.  Κάτι τόσο καθαρό που δε θα ξέρω πια τι να σκεφτώ, ούτε και τι να πω, και θα μου κοπεί η ανάσα μια για πάντα. 
Μη στεναχωριέστε, ζω ανέκαθεν με το αίσθημα του επικείμενου χαμού μου, κι αυτό είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα.  Απλοποιεί τα πράγματα κι απελευθερώνει.  
Αλλά, για διαβάστε αυτό το ποίημα. Ο συγγραφέας του είναι  Άγγλος. Ονομάζεται Ουίλιαμ Μπλέικ. Έζησε την εποχή του Διαφωτισμού. Ήταν παράφορος και αφελής. Το ποίημά του δεν κάνει λόγο για την άνοιξη, κι όμως τίποτα δεν της είναι πλησιέστερο:


Κι όχι κάθε Χαμόγελο που χαμογέλασες ποτέ
Αλλ΄ένα Χαμόγελο και μόνο
Που μεταξύ Λίκνου και Τάφου
Μια φορά μόνο να το χαμογελάσεις μπορείς. 

Μα κι αν μόνο μια φορά το χαμογελάσεις
Υπάρχει ένα τέλος για κάθε στεναχώρια 


Πήρα το ποίημα από τα χέρια του φίλου μου. Για να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα, θέλεις δυο, τρεις ώρες. Για ένα ποίημα, χρειάζεσαι μιαν ολόκληρη ζωή. 
Διάβασα. Ελάχιστα κατανόησα αυτό το κείμενο, αλλά , για ν΄αγκαλιάσεις ολοκληρωτικά κάτι, δεν είναι απαραίτητο να καταλάβεις τα πάντα γι αυτό.  Μου φάνηκε πως την ώρα που διάβαζα, πολλά σύννεφα διαβήκανε στον ουρανό, πολλά αστέρια φάνηκαν και χάθηκαν, πολλές μέρες και πολλές νύχτες ήρθαν κι έφυγαν.   
Όταν ξανασήκωσα το κεφάλι μου, ο φίλος μου δεν ήταν πια εκεί.  Τον φώναξα, τον γύρεψα παντού, μάταια. Το λιβάδι ήταν άδειο. 
Κατάλαβα πως είχαν τελειώσει οι συζητήσεις και πως δεν θα τον ξανάβλεπα πια. 



Πήγα στην αγορά. Αγόρασα ένα μήλο. Έψαξα ώρες πριν το διαλέξω. Ήταν μικρό, γκρίζο, ζουπηγμένο και ζουμερό. Το έφαγα αργά. Ήταν ο τρόπος μου να πω αντίο στο φίλο μου.  "Αντίο", είναι μια λέξη που η ζωή σαν καλή τροφός μας μαθαίνει να τη μασουλάμε αργά. 


Από τον άνθρωπο με το κεφάλι αλόγου λίγα μόνο πράγματα κράτησα.  ΄Ενα αγγλικό ποίημα και μερικές τούφες αλογότριχες που χαν πιαστεί στο φράχτη.  Μου έμειναν επίσης τα λόγια του μαζί με τη χαρά που περιείχαν.  Γύρισα σπίτι για να τα σημειώσω.  Έφτασα με δυσκολία, γιατί εδώ κι αρκετόν καιρό, το σπίτι μου μετεωριζόταν τριάντα εκατοστά πάνω απ το έδαφος.  Στρεφόταν με τον άνεμο και δεν έβλεπα ποτέ το ίδιο τοπίο απ το παράθυρό μου . 
Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που θα αφηγηθώ κάποιαν άλλη φορά 




Κριστιάν Μπομπέν
(εκδ Κίκλη / τα άστεγα) 




















































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου