Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Howard Phillips Lovecraft από τον Παντελή Γιαννουλάκη




Υπάρχουν άνθρωποι που vιώθoυv ξενιτεμένοι σ ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς κι οι ίδιοι να ξέρουν το γιατί. Αυτό που όλοι οι άλλοι γύρω τους ονομάζουν πραγματικότητα, δεν είναι γι ’ αυτούς παρά ψευδαίσθηση, ένα μπερδεμένο και συχνά βασανιστικό όνειρο, από το οποίο θα προτιμούσαν να ξυπνήσουν. Ζώντας σ’ αυτόν τον κόσμο, νοιώθουν καταδικασμένοι και εξόριστοι, λες και βρίσκονται σε χώρα ξένη κι εχθρική. Με αφάνταστη νοσταλγία λαχταρούν μια άλλη πραγματικότητα που νομίζουν ότι θυμoύvται, μια άλλη μακρινή πατρίδα που στοιχειώνει τις σκέψεις τους, χωρίς ωστόσο να μπορούν να πουν τίποτα συγκεκριμένο γι’ αυτήν… 


Μίχαελ Έντε, «Το Παραμύθι Αυτού που Έδειχνε το Δρόμο»










«Χωρίς να το έχω προσχεδιάσει, αφιέρωσα την ήδη μακριά ζωή μου στη λογοτεχνία, στη διδασκαλία, στην απραξία, στη φιλοσοφία, στην ήρεμη περιπέτεια της συζήτησης, στη φιλολογία -που την αγνοώ- σ ’ αυτήν τη μυστηριώδη μανία, την πόλη που με γέννησε, και στις περιπλοκότητες που -όχι χωρίς κάποια δόση υπεροψίας- αποκαλούνται μεταφυσική. Ταυτόχρονα, δεν έλειψε από τη ζωή μου και η φιλία μερικών ανθρώπων, που είναι και το ουσιαστικότερο. Πιστεύω πως δεν έχω ούτε έναν εχθρό ή, αν έχω κάποιους, ήταν τόσο ευγενικοί που ποτέ δε μ’ άφησαν να το καταλάβω. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να μας πληγώσει, παρά μόνον εκείνοι που αγαπάμε…

Με το να είμαι τυφλός ζω μέσα στη μοναξιά. Έχω φίλους, βέβαια, αλλά δεν είναι δυνατό να μου αφιερώνουν όλο το χρόνο τους. Έτσι, περνώ το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας μου μόνος. Όλες αυτές τις ώρες τις περνώ ονειροπολώντας. Έχω πάντα στο νου μου μια ιστορία, που θa γίνει διήγημα ή ποίημα. Έχω την τάση να μετατρέπω τα πάντα σε λογοτεχνία. Δε θa ’λεγα πως είναι το επάγγελμά μου. Είναι η μοίρα μου. Ζω μέσα στη λογοτεχνία… Δε γράφω για μια μικρή ελίτ, που δεν την υπολογίζω, ούτε γι’ αυτό το αφηρημένο και τόσο παινεμένο πλατωνικό σύνολο που αποκαλούμε Μάζα. Δεν πιστεύω σ’ αυτές τις δύο γενικότητες, τις τόσο αγαπητές στους δημαγωγούς. Γράφω για μένα, για τους φίλους μου και για να απαλύνω τη ροή του Χρόνου»
 Χόρχε Λουίς Μπόρχες









Γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1890 στο Πρόβιντενς του Ροντ Άιλαντ των Η.Π.Α. και πέθανε στις 15 Μαρτίου 1937…


Όσο ζούσε, ήταν ένας άσημος συγγραφέας, στοχαστής και επιστολογράφος, αλλά και ένας πολύ σεμνός άνθρωπος. Δε γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τίποτε άλλο γι’ αυτόν… Το ίδιο ισχύει και για όλους τους ανθρώπους που έχουν φύγει από αυτόν τον κόσμο: δεν ξέρουμε στ’ αλήθεια τίποτε γι’ αυτούς. Όλοι φεύγουν παίρνοντας το μυστικό τους μαζί τους, κι αφήνουν πίσω τους μια ψυχρή περίληψη, που είναι σχεδόν ίδια από μάρμαρο σε μάρμαρο.



Το μόνο πράγμα που δίνει ένα καθαρό στίγμα μέσα στην απέραντη παραδοξολογία του κόσμου, το μόνο συμπονετικό σχήμα που κλείνει μέσα του τον κώδικα της καθαρής μετάδοσης της γνώσης του κόσμου, της γνώσης των ανθρώπων που έφυγαν, αλλά και τη μόνη γνωστή περιγραφή του «Απρόσωπου», είναι ο Μύθος. Στο Μύθο πρέπει να αναζητήσουμε το πρίσμα μέσα από το οποίο θα αποτολμήσουμε να κοιτάξουμε την εικόνα του X. Φ. Λάβκραφτ. Γιατί αυτό είναι ο Λάβκραφτ: ένας μύθος. 
Μονάχα αυτός ο μύθος έχει απομείνει από αυτόν.



Κοιτώντας μέσα από αυτό το πρίσμα κατανόησης, θα ανακαλύψουμε πάλι, ότι όλοι μας φτιάχνουμε ένα μύθο με τη ζωή μας. Μόνο αυτός ο μύθος, αν έχει φτιαχτεί να είναι αρκετά γενναίος, καταφέρνει να ξεφύγει από τα νυχτερινά κάγκελα που περικυκλώνουν την πέτρινη βιβλιοθήκη. Μόνο μέσα από αυτό το μυστικό σχήμα η μικρή μας ιστορία δεν παραμορφώνεται από κεφάλι σε κεφάλι και δε λιώνει μαζί τους, αλλά, αντίθετα, πλουτίζει όλο και πιο πολύ, αποκτά νέα υπέροχα νοήματα και αποκτά την περίεργη απρόσωπη παγκοσμιότητα από την οποία κάποτε ξεκίνησε στην άβυσσο του Χρόνου.



Πρέπει να επισημάνω πάλι, ότι ακόμη και αυτό το μυστικό σχήμα, όσο καθαρό και απλό κι αν είναι, γίνεται πάρα πολύ ιδιόμορφο όταν προσπαθούμε να ατενίσουμε μέσα από αυτό την εικόνα των ανθρώπων που συγχωνεύτηκαν μ’ αυτό. Δηλαδή, όταν θέλουμε να ερευνήσουμε το μύθο που άφησαν πίσω τους αυτοί που έφτιαχναν μύθους. Αν διαλογιστεί κανείς πάνω σε αυτήν τη σκέψη, ίσως ανακαλύψει πανέμορφες ιδιομορφίες της αρχικής ιδιομορφίας.



Άλλωστε, πρόκειται για ένα παιχνίδι ανακαλύψεων που από μόνο του αναπαράγει κάθε ιδιομορφία. Ένα ακόμη βήμα στο παιχνίδι αυτό (για να δώσω ένα ακόμη στοιχείο της ιδιομορφίας του), είναι η αποκωδικοποίηση του μύθου που άφησαν πίσω τους αυτοί που ερευνούσαν τους μύθους που άφησαν πίσω τους αυτοί που έφτιαχναν μύθους, αλλά και η νέα μυθοπλασία που προέκυψε όταν αποφάσισαν να τους συνεχίσουν.



Δυστυχώς, πολλές φορές ούτε και ο Μύθος δεν ξεφεύγει από την κατάρα των ακροβατικών συλλογισμών και ένας εξερευνητής πρέπει να συνηθίσει, επίσης, σε τέτοιους ακροβατικούς συλλογισμούς. Αλλά πώς να τα αποφύγεις όλα αυτά, όταν θέλεις να μιλήσεις για ακροβάτες που γεωμετρούσαν το Παράδοξο και χαρτογράφησαν νέες περιοχές του Μύθου, προσθέτοντας ένα ακόμη κεφάλαιο στην Παγκόσμια Ιστορία της Ανθρώπινης Θλίψης;



Ο συγγραφέας δημιουργεί αντανακλάσεις του εαυτού του και τις στέλνει σαν ανιχνευτές να εξερευνήσουν περιοχές που ο ίδιος δεν μπορεί να φτάσει. Έτσι, η προσπάθεια να ακολουθήσεις τα ίχνη ενός συγγραφέα που χάθηκε για πάντα σ’ αυτές του τις εξορμήσεις, στα πρώτα της βήματα είναι αναγκασμένη να εστιαστεί στα ίχνη των ανιχνευτών του. Όλο αυτό, από μόνο του, είναι μια πολύπλοκη διαδικασία, από την οποία κανείς δεν μπορεί να βγει ανεπηρέαστος. Όμως, γιατί να διστάζουμε μπροστά στους περιορισμούς και τις πολυπλοκότητες;



Έτσι κι αλλιώς, η εξερεύνηση που αποτολμούμε να κάνουμε έχει τους κινδύνους της, αλλά και τη γοητεία της. Ίσως τα πράγματα να είναι πιο απλά απ’ ότι φαίνονται, και οι πρώτες θολές εικόνες τους να είναι λεπτομερή πορτραίτα, που τα κοιτούσαμε με τα λάθος γυαλιά.






X. Φ. Λάβκραφτ ο «άνθρωπος με τα χίλια και ένα ονόματα».

Ο X. Φ. Λάβκραφτ -όπως και κάθε αληθινός συγγραφέας- είναι ο «άνθρωπος με τα χίλια και ένα ονόματα». Θα πρέπει να θυμόμαστε, ότι «Λάβκραφτ» είναι απλώς το όνομα της αφετηρίας, και ότι είναι βέβαιο πως θα έχει αλλάξει σε κάτι πολύ διαφορετικό όταν θα ανακαλύψουμε το τέρμα.

Ένα όνομα που έχει χρησιμοποιήσει αρκετές φορές στα διηγήματά του, για να μεταμφιέσει τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα τους, είναι: Ράντολφ Κάρτερ. Όμως, καταδυόμενος στον υπερχώρο των διηγήσεών του, που πολλές από αυτές δεν είναι παρά συγκαλυμμένες περιγραφές των ξέφρενων ονείρων του, αλλάζει εκατοντάδες μάσκες, όπως αυτή του Κουράνη, που προσπαθεί να διαπεράσει το φράγμα των ονείρων, για να βασιλέψει στη χαμένη Σελεφαΐς, όπως ακριβώς ο Ράντολφ Κάρτερ αναζητεί το Ασημένιο Κλειδί, για να ταξιδέψει πέρα από τις Πύλες που αυτό ανοίγει, ή πέρα μακριά στην παγωνιά της άγνωστης Καντάθ.

Αλλά μεταμορφώνεται και σε Ίρανον που αναζητεί τη χαμένη Αιρα, και σε Χέρμπερτ Γουέστ που αναζητεί το μυστικό της αναβίωσης των νεκρών. Γίνεται ο ανώνυμος εξερευνητής που χάνεται στα Βουνά της Τρέλας, και ο Τσαρλς Ντέξτερ Γουώρντ, αλλά ίσως ταυτόχρονα και ο Τζόζεφ Κάρβεν, όμως και ο Γουώλτερ Γκίλμαν που ονειρεύεται άλλες διαστάσεις στο Σπίτι της Μάγισσας.

Έπειτα φορά το πρόσωπο του Τζέρβας Ντάντλεη καταδυόμενος σε έναν Τύμβο, του Τζο Σλέητερ ή Σλάαντερ πέρα από το Τείχος του Ύπνου, και του Ρίτσαρντ Άπτον Πίκμαν του καταγράφει με τα πινέλα του τα πρόσωπα των Γκουλς. Μεταμορφώνεται σε καθηγητή Τζωρτζ Γκ. Έηντζελ, σε γλύπτη Χένρυ Α. Γουίλκοξ, και σε επιθεωρητή Τζων Ρέημοντ Λεγκρές, κυνηγημένος από τα όνειρα του Κθούλου. Αλλά και σε Μπέηζιλ Έλτον, φαροφύλακα του βορειότερου σημείου, και σε Αρθουρ Τζέρμιν, για να πάρει κατόπιν την ταυτότητα του Κρώφορντ Γίλινγκαστ και να συνδεθεί με μηχανήματα όρασης του Αγνώστου. Ονομάζει τον εαυτό του «σύντροφο του υπολοχαγού Κλέντσε» σε ένα γερμανικό υποβρύχιο στα βάθη αρχαίων ωκεανών, και δόκτωρ Χένρυ Αρμιτατζ σε τρόμους του Ντάνγουιτς, ίσως και Γουίλμπορ Γουέητλυ, που κανείς δεν ξέρει τι απέγινε…

Γίνεται η σκιά του Χένρυ Έηκελυ που ψιθυρίζει στο σκοτάδι, και κάποιος Ξένος έχει πάρει τη θέση του στην πολυθρόνα. Λαξεύει την πέτρα σαν γλύπτης Μουσίδης κάποιας ονειρικής Ελλάδας, και χάνεται σε φεγγαροφωτισμένους βάλτους σαν Ντένις Μπάρυ. Κοιμάται καθώς φρουρεί τις επάλξεις και οι εχθροί παίρνουν την Πόλη, και μελετά τα Επτά Κρυπτικά Βιβλία της Γης σαν ο σοφός Μπαρζάι της Ούλθαρ.

Αγναντεύει τη νύχτα του Διαστήματος σαν Νάχουμ Γκάρντνερ, και σαν ανίερος ιερέας βάζει το περίστροφο στον κρόταφο για να λυτρωθεί από ένα κυνηγόσκυλο που σαν εφιάλτης τον περιμένει έξω από την πόρτα. Ακολουθεί τα μονοπάτια του μοναχικού ταξιδιώτη, καλεσμένος από αρχαίες παραδόσεις σε ένα μυστικό ψαροχώρι, και σε άγνωστους τόπους προσπαθεί να ξεφύγει από την αρχαία αγκαλιά του θεού Ύπνου. Ανακαλύπτει στο κατώφλι του ένα σκοτεινό μείγμα από παλιούς του εαυτούς -το «πράγμα» με το όνομα Έντουαρντ Πίκμαν Ντέρμπυ- και έπειτα διαφωνεί για ακατονόμαστους λόγους με μια αντανάκλασή του που λέγεται Τζόελ Μάντον.

Φυλακίζεται στις μυστικές κρύπτες των φαραώ σαν Χάρυ Χουντίνι -ο Αρχων των Αποδράσεων- και παίζει δαιμονικό βιολί από ένα παράθυρο που κοιτά σε άγνωστες διαστάσεις σαν γέρος αινιγματικός μουσικός με το όνομα Εριχ Ζανν, αλλά ταυτόχρονα μπαίνει σε ένα άλλο σώμα για να ακούσει τη μουσική του από τον κάτω όροφο. Γίνεται «Εγώ» εξερευνώντας το «Αυτός» και αλλάζει σε έναν τρελό που παραμιλά στο Νεοϋορκέζο ντετέκτιβ του Ρεντ Χουκ με το όνομα Τόμας Φ. Μαλόουν, κυνηγώντας δαίμονες στα πρόσωπα των εμιγκρέδων.

Κατοικεί σε ένα ψηλό παράξενο σπίτι της Ομίχλης, που στην πόρτα του γράφει Τόμας Όλνεη. Αφήνει το προωθημένο πόστο Τέρα Νόβα της Αφροδίτης για να χαθεί σε στοές και ζούγκλες, φορώντας μάσκες οξυγόνου μάρκας «Κάρτερ». Αποκρυπτογραφεί το απαγορευμένο Νεκρονομικόν και ενώνεται με τη φευγαλέα σκιά του τρελού Άραβα Αμπντούλ Αλχαζρέντ, που τον καταβρόχθισε ένα αόρατο πλάσμα στο κέντρο της αγοράς στη Δαμασκό. Χάνεται ξανά απελπισμένος στη λαβυρινθώδη σπηλιά του Μαμούθ και πάλι βρίσκει έναν άλλο του εαυτό σε ένα μυστικό κελί κάποιου ερειπωμένου πύργου, με το όνομα Κόμης Αντουάν, «ο τελευταίος των δυστυχισμένων και καταραμένων Αόρδων ντε Κ …»

Αναζητά ως Μάρσια τη χαμένη Ποίηση των Θεών, και μεταλλάσσεται σε Χουάν Ρομέρο και απαρνιέται την κληρονομιά των Πιμπόντυ. Τον κυνηγούν ψαρόμορφα όντα στις ακτές του Ίνσμουθ, και συνομιλεί σε εφιάλτες μαζί με τον αινιγματικό, αλλά αληθινό, κάπταιν Μαρς. Σε Σκιές Έξω Από Το Χρόνο μεταμφιέζεται σε Ναθάνιελ Γουίνγκεητ Πήσλυ, για να εξομολογηθεί τρόμους και μυστικά που «δεν τόλμησε να πει σε κανέναν» Ξετυλίγει μια ολόκληρη τράπουλα ταυτοτήτων, σα να θέλει να ξεφύγει από κάποια θανάσιμη αναγνώριση, κάπου μέσα στο δάσος του Μπίλινγκντον (υπό το βλέμμα «Αυτού που Παραμονεύει στο Κατώφλι»),

… βλέπει τον τρόμο σε τρεμάμενους γραφικούς χαρακτήρες στο χειρόγραφο του Στήβεν Μπαίητς και μια παίρνει το πρόσωπο του Άμπροουζ Ντιούαρτ και έπειτα το σκοτεινό πρόσωπο του Γουίνφιλντ Φίλλιπς -που είναι μια σύνδεση του ονόματος του αληθινού πατέρα του και του επωνύμου της αληθινής μητέρας του- σε στρογγυλούς πύργους που είναι κατώφλια για τόπους πέρα από τα άστρα, σε Ρόδινα Παράθυρα που κοιτούν στην Άβυσσο.

Μεταμορφώνεται και σε Αλάιτζα Άτγουντ για να ανακαλύψει περίεργες αντίκες του παρελθόντος, αλλά και στον άνθρωπο που παρακολουθεί τις κινήσεις του. Έπειτα γίνεται Φρεντ Χάντλεη χτυπώντας την πόρτα του ασυνάρτητου Αμος Σταρκ, και αλλού εξερευνά τις τύχες της οικογένειας του Γουίλμπορ Έηκελυ, που είναι συγγενής του Χένρυ Έηκελυ, ενός παλαιότερου alter ego του. Αφήνει πίσω του πυρετώδη ημερολόγια σαν Αλόντζο Τάηπερ, σαν Γουώρντ Φίλλιπς ή σαν Μόρτιμερ Κέησυ…

Διηγείται την ιστορία του Αμπνερ Γουέτλη, ξαδέλφου του Γουίλμπορ Γουέτλη, ένα όνομα που είχε ο ίδιος σε κάποια άλλη διήγηση, που τη διηγιόταν κάποιος άλλος. Αναζητά τα ίχνη μιας Σκοτεινής Αδελφότητας και πέφτει στα ίχνη κάποιας Ρόουζ Ντέξτερ, που μοιάζει να είναι απόγονος κάποιας άλλης του μεταμφίεσης. Ερευνεί τα μυστικά ενός αληθινού στοιχειωμένου σπιτιού, που τα είχε ερευνήσει και ο Πόε, και φορά τη μάσκα του Νίκολας Γουώλτερς ερευνώντας το γενεαλογικό του δέντρο για να καταλήξει σε τόπους πέρα από το Χρόνο. Αυτοαποκαλείται δόκτωρ Μουνιόζ για να εξομολογηθεί τον τρόμο του για το κρύο και τα ψυχρά κλίματα, και ξαναβρίσκει τον εαυτό του σαν ένα απόμακρο Γκουλ που σκαρφαλώνει τους τοίχους ενός σκοτεινού υπόγειου του πύργου, για να βγει στην επιφάνεια μέσα από τον τάφο και ως το μοιραίο καθρέφτη της αυτοαναγνώρισης.







Σαν άσημος και φτωχός συγγραφέας, δίνει τις ιδέες του ή την τέχνη του σε διηγήματα με υπογραφές άλλων, έναντι μικρής αμοιβής. Κρύβεται στοιχειωμένος πίσω από υπογραφές όπως: Ελίζαμπεθ Μπέρκλεϋ, Αντόλφ ντε Κάστρο, Ζεάλια Μπίσοπ, Χέηζελ Χελντ, Σ. Μ. Έντυ, Ρόμπερτ Μπάρλοου, Γουί.λιαμ Λάμλεη, Σόνια Γκρην, Γουίλφρεντ Μπραντς Τάλμαν, Χένρυ Σ. Γουτχεντ, Ντουαίην Ράημελ, αλλά και πίσω από το αγαπημένο του ψευδώνυμο: Λούις Τέομπαλντ Τζούνιορ, που συνεχώς παραφράζεται σε Άρτσιμπαλντ Τέομπαλντ, σε Τσαρλς Τεόμπαλντους Τζούνιορ και σε Γουίνφρεντ Γουώρντ Τέομπαλντ… Συνεχίζοντας το λαβυρινθώδες αίνιγμα των χιλίων και ενός ονομάτων του, στις χιλιάδες επιστολές του υπογράφει με εκατοντάδες ονόματα, συνήθως ως Παππούς Χ.Φ.Λ. (Grandpa H.P.L.) ή με το ελληνικό όνομα Θεόβαλδος, ή και Θεοβάλδος.


Ξετυλίγοντας στους αλληλογράφους του μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από αινιγματικές υπογραφές, εξερευνά τους ονειρικούς του εαυτούς με ονόματα και τίτλους όπως: Λούις Τέομπαλντ, Λουντοβίκους Θεομπάλντους Τζούνιορ, «δικός σου για το 49ο Άκλο του μυστικού πέπλου», Έητς Πι Ελ Eich – Pi – El = H.P.L.), Πάππος Θεοβάλδος (στα ελληνικά), L. Ρ. Drawoh (ανάποδα το: Howard Ρ. L.), Λουντοβίκους Τιομπάλτούς Σεκούντας, Λο, Etaoin Shrdlu(!) αλλά και Loovdns, «δικός σου υπό την ακατονόμαστη αδελφότητα του Νυαρλαθοτέπ», «δικός σου στις Υπέρτατες αβύσσους», Παππούλης Ο’ Κέησυ, Τίμων Κορεολάνους Εσκουάιαρ, Χόρας Τουόλπολ, Αμπντούλ Αλχαζρέντ.



Η. Paget Lowe, Θεομπάλντους Φαντάστικους, Άρτσιμπαλντ Μαίηνγουώρινγκ, «δικός σου στο Χείλος της Αβύσσου», «ο πιο υπάκουος και ταπεινός υπηρέτης σας, Χ.Φ.Λ.», «δικός σου στην τελετή του ανώνυμου πλανήτη», X. Φον Λίμπεκραφτ, Λοθάριο Χάνεηκομπ – 13ος κόμης του Στόνυμπρουκ, Τιμπάλτους, Λ. Περσίνιους Θεμπάλντους, «δικός σου υπό τον 7ο ρούνο του Έιμπον», Θεοβάλδος Πέρκινς (στα ελληνικά), «δικός σου στο όνομα της Υπέρυθρης Δυτικής Αυγής». Βαρόνος της Αιώνιας Νύχτας του Χαστούρ, «δικός σου στο όνομα του βυθισμένου Μονόλιθου του Γκνοφ», «δικός σου υπό τη Μαύρη Σφραγίδα», Χουντίνι, ο Παππούς, ο Αβατάρ του Τσαθόγκουα, Λούντβιχ Πρινν, «δικός σου στη Λιτανεία του Θωθ», Τεομπάλντους ο Δακρύβρεχτος, Τεομπαλντ Πέρκινς, «δικός σου υπό τα πλοκάμια του Σόθο», Μέλμοθ ο Τρίτος.



«δικός σου στο όνομα της Πράσινης Σκιάς», Εγσδήνς (στα ελληνικά), «δικός σου στο Εξώτερο Κενό», ο Επιστολουργός, Θ. Σένεξ, ο Γέροντας Δίχως Γενειάδα, Grandpa Necro, Καέλιους Αλχαζρέντ Μορήτον Ο’ Κέησυ, X. Λ. Αουίς Ραντόλφο Καρτέρο Υ Τεομπάλντο, Ο’ Χάουαρντ ΜακΦίλλιπς ΑπΛάβκραφτ, «είθε όλα τα Τζίνι να σε υπηρετούν και είθε ο Τριπλός Ήλιος Μπζλαχ-Εοχ-Για να ακτινοβολεί αισίως σε όλες τις έρευνες σου -δικός σου, Αμπντούλ Αλχαζρέντ»




Μέσα σε αυτούς τους ατέλειωτους διαδρόμους με τους καθρέφτες, οι έρευνές, αναζητώντας τον Ράντολφ Κάρτερ, τον ονειρικό Λάβκραφτ, ήταν κάτι παραπάνω από βέβαιο πως θα ξέφευγαν από τα περιορισμένα πεδία του καθημερινού κόσμου και θα ανίχνευαν διαδρομές σε περιοχές ονείρου και Φαντασίας. Έστω κι αν «όλα τα Τζίνι θα με υπηρετούν», κανένα τους δε θα μπορεί να μου πει ποιο ήταν το όνομα του ανθρώπου που τα έστειλε. Το όνομα του ανθρώπου που ψάχνω, ταξιδεύοντας στη Μοναξιά του Χρόνου …







Ο Μύθος παραμένει πάντοτε ανώνυμος. 
Όχι για να μπορεί να εξαφανίζεται χωρίς ίχνη, αλλά για να μπορεί να εμφανίζεται όπου θέλει, όπως θέλει, χωρίς να ξεσηκώνει ένα σύννεφο από ερωτηματικά. Ο Μύθος κρύβει πάντοτε απαντήσεις που πολύ λίγοι μπορούν να αποκρυπτογραφήσουν και δεν μπορώ να καυχηθώ ότι είμαι ένας από αυτούς. Αλλά κι αν ήμουν, γιατί να ξεκλειδώσω έτσι απλά το Κρυπτόγραμμά του, για να το δώσω σ’ αυτούς που από μόνοι τους δεν έχουν κατακτήσει τους Κώδικές του; Έτσι, λοιπόν, ο Μύθος πρέπει να ρωτά κι ο αναζητητής να προσπαθεί να καταλάβει την ερώτηση, πριν αρχίσει να δίνει τις μεγαλόστομες απαντήσεις του. Αναγκάστηκα να ξεκινήσω αυτή τη διαδρομή πάνω στο χαρτί με μια ερώτηση:




Είναι μια ερώτηση που κανείς από τους μεγάλους δημαγωγούς των Γραμμάτων δεν απάντησε, παρόλο που έδωσαν άπειρες εξηγήσεις για το «μυστηριώδες αυτό λογοτεχνικό φαινόμενο»… Έχοντας ερευνήσει τις αντιφατικές εξηγήσεις τους, που ποτέ δε με ικανοποίησαν (και δε γνωρίζω γιατί έχουν ικανοποιήσει πολλούς από τους αναγνώστες του Φανταστικού), αποφάσισα να ριψοκινδυνεύσω μια περιπλάνηση στους κόσμους του H.P.L. προσπαθώντας να δώσω μια αληθινή διάσταση στη ζωή του και στο έργο του, σύμφωνα με αυτά που εγώ ανακάλυψα, αυτά που εγώ ένιωσα, και σύμφωνα με αυτά που εγώ πιστεύω.

Το να είσαι απόλυτα αντικειμενικός είναι μια κατάρα που δε συμμερίζομαι καθόλου, γιατί όταν ερευνάς τα ίχνη ενός ανθρώπου που χάθηκε, η «αντικειμενικότητα» είναι μάλλον μια δικαιολογία για να στηρίξεις λογικά μια συγκεκριμένη άποψη (ή μια επιστημονική υποκρισία), παρά μια ανταπόκριση από μια αληθινή εξερεύνηση. Αυτόν το ρόλο προσπάθησα να πάρω μέσα στο χαρτί: του ανταποκριτή μιας αληθινής εξερεύνησης. Μέσα στους κόσμους της Λογοτεχνίας υπάρχει μονάχα ένας τρόπος εξερεύνησης: ο λογοτεχνικός. Και δε γνωρίζω καμιά πιο γοητευτική πρόκληση, από αυτήν της λογοτεχνικής εξερεύνησης μέσα στους φανταστικούς κόσμους ενός Μύθου της Φανταστικής Λογοτεχνίας.

… Και οι ακροβατικοί συλλογισμοί επιστρέφουν, για να ισορροπήσουν στο χείλος του γκρεμού που χωρίζει το «αληθινό» από το Φανταστικό. Ένας γκρεμός, που ίσως αποδειχθεί μια καλοφτιαγμένη οφθαλμαπάτη, για να αποθαρρύνει το πέρασμα προς την κρύπτη των μυστικών. Έτσι κι αλλιώς, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι γεμάτος από μυστικά και θαύματα, οφθαλμαπάτες και αντιφάσεις. Ακολουθώντας τα ίχνη του συγγραφέα, θα ανακαλύψουμε αληθινές καταστάσεις και περιστατικά, αληθινά πρόσωπα και διηγήσεις. Που, με τη σειρά τους, φτιάχνουν αληθινούς συνδέσμους με φανταστικές κατασκευές, που Χώνονται στον ουρανό της μοναδικής και αναμφισβήτητης αλήθειας: της Εσωτερικής Αλήθειας.





Έτσι, μπορώ να δηλώσω χωρίς δισταγμούς: «Κυρίες και Κύριοι, Είναι Όλα Αληθινά.» 
Κάνοντας ένα μοναχικό ταξίδι στο παρελθόν, ο Χρόνος σπάζει σε μικρά κομμάτια, το όνειρο έχει γίνει ένα με την περασμένη πια καθημερινότητα, γιατί ο ονειρευτής και ο παρατηρητής έχουν χαθεί για πάντα: ό,τι έζησε και ό,τι ονειρεύτηκε, έχουν γίνει πια όλα ένα όνειρο.
 Καθώς καταδυόμαστε στα βάθη αυτού του αβέβαιου ονείρου, ο Χρόνος κυλά παράξενα, σπασμωδικά, τα γεγονότα και οι πληροφορίες ανακατεύονται, και μεταλλάσσονται σε ατμόσφαιρες και συναισθήματα, καθώς θα προσπαθούμε να πλησιάσουμε τις χαμένες λεπτομέρειες της ζωής του συγγραφέα και του ονειρευτή. Έτσι λοιπόν, κινούμενοι σε έναν Υπερχώρο και σε έναν Υπερχρόνο, ας προσπαθήσουμε να αντικρίσουμε την αλήθεια την πιο εσωτερική, όσο θολή κι αν είναι αυτή.


Τα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει είναι όλα αληθινά, αλλά ταυτόχρονα είναι απλά κλειδιά, που ανοίγουν πόρτες που οδηγούν στο Όνειρο, και ποιος ξέρει πού αλλού. Δε γνωρίζω τι πρόκειται να βρει ο καθένας από τους συνταξιδιώτες μου πίσω από αυτές τις πόρτες, αλλά αυτή η γοητευτική άγνοια είναι ακόμη μία από τις ιδιόμορφες κατάρες του συγγραφέα. Την αποδέχομαι, με τον ίδιο τρόπο που αποδέχομαι τη μοίρα κάθε διήγησης: ότι θα ξεχαστεί, ή θα αλλάξει σε ένα νέο μύθο μέσα στο κεφάλι του αποδέκτη. 
Ο Έντγκαρ Αλλαν Πόε (που τόσο πολύ αγαπούσε ο Λάβκραφτ) είχε γράψει: «Ό,τι βλέπουμε και ό,τι φαινόμαστε, δεν είναι παρά ένα όνειρο, μέσα σε ένα όνειρο»







«Χ.Β. ΛΑΒΚΡΑΦΤ – ταξίδι στην μοναξιά του χρόνου»

Κοιτώντας πίσω μου, σε όλα εκείνα τα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον X. Φ. Λάβκραφτ, ανακαλύπτω ότι δεν ξεπερνούν τα στενά όρια που έχουν θέσει οι συγγραφείς τους, και -σχεδόν πάντα- αποτελούν μια μεταμφιεσμένη πρόφαση για να μιλήσουν για το δικό τους έργο. Αυτό, μάλιστα, συμβαίνει και με αξιόλογους και καταξιωμένους συγγραφείς στο χώρο της Έρευνας.

Ακόμη και ο Όγκαστ Ντέρλεθ (ο πιο πιστός αλληλογράφος του Λάβκραφτ, ιδρυτής του θρυλικού Arkham House, και συνεχιστής του έργου του, συγγραφέας δεκάδων βιβλίων της Μυθολογίας Κθούλου, αλλά και o άνθρωπος που κρύβεται πίσω από τη δημοσιότητα που απέκτησε ο δάσκαλός του, έστω και μετά το θάνατό του), στα τέσσερα βιβλία που έχει γράψει για τον Λάβκραφτ και στα δεκάδες άρθρα του, είναι φανερό ότι ενδιαφέρεται περισσότερο για τις πωλήσεις του εκδοτικού του οίκου, αφιερωμένου στην υπόθεση, παρά για την ίδια τη μνήμη του Λάβκραφτ.

Αν και θα πρέπει να του αναγνωρίσουμε μια αξιοθαύμαστη σεμνότητα (ο ίδιος ήταν απείρως καλύτερος συγγραφέας από τους περισσότερους που ανέδειξε), χαρακτηριζόταν πάντοτε από μια αδικαιολόγητη μυστικοπάθεια σε σχέση με πολλές από τις πτυχές της ζωής του δασκάλου του, και είναι ο κύριος υπεύθυνος για την προσεκτική λογοκρισία των περίπου χιλίων επιστολών του Λάβκραφτ, που δημοσίευσε σε πέντε επιλεκτικούς τόμους το «Arkham House» καθώς και για την εξαφάνιση από την αγορά του τρίτου τόμου από αυτούς, για σκοτεινούς λόγους.

Ο X. Φ. Λάβκραφτ, ήταν ένας από τους μεγαλύτερους επιστολογράφους όλων των εποχών, έχοντας γράψει περίπου 120.000 επιστολές (που η κάθε μια τους είχε όγκο από μία σελίδα μέχρι και εκατό!) και είναι τρομακτικό να παρατηρεί κανείς μέσα στις χίλιες που δημοσιεύτηκαν, κάθε τόσο εκείνα τα πέντε αραιά αποσιωπητικά που σημαίνουν ότι ένας άγνωστος αριθμός παραγράφων ή σελίδων έχουν παραλειφθεί.

Ο πασίγνωστος στους αναγνώστες του Φανταστικού, Λιν Κάρτερ, κριτικός της Λογοτεχνίας, μελετητής και συγγραφέας, στα πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που έχει γράψει για τον Λάβκραφτ, περιορίζεται στην εξέταση της κατασκευής της Μυθολογίας Κθούλου (σχήμα που, κατά τη γνώμη μου, είναι αμελητέο μπροστά σε άλλα σημεία της περίπτωσης Λάβκραφτ), αναγκάζοντας το σοβαρό αναγνώστη να σκεφτεί ότι το κάνει επειδή υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον για την κατασκευή αυτή, (για την οποία, άλλωστε, σα σχήμα, δεν ευθύνεται ο ίδιος ο Λάβκραφτ, αλλά το Arkham House), κι ένα γεγονός που ενισχύει, ίσως, αυτή μου την επισήμανση είναι το ότι ακόμη και η διάσημη μελέτη του πάνω στο The Lord of the Rings του Τόλκιν, ήταν μια παραγγελία του Ιαπωνικού υπουργείου Πολιτισμού (!)…

Ο διάσημος και πολυγραφότατος ερευνητής και συγγραφέας Κόλιν Γουίλσον, παρόλο που έχει γράψει για τον Λάβκραφτ εκατοντάδες σελίδες, και γνωρίζει πολλά για τη ζωή και το έργο του, δεν ξεφεύγει από τη στείρα αυστηρότητα του ντε Καμπ. Τον ενδιαφέρει πάρα πολύ η απόκρυφη (Occult) προέλευση του έργου του Λάβκραφτ και οι «συμπτώσεις» που συναντιόνται μέσα σε αυτό, και γίνεται πολύ συχνά ένας ψυχρότατος ψυχολόγος «ερευνώντας την περίεργη περίπτωση του ασυνήθιστου αυτού ανθρώπου, αλλά τόσο μέτριου συγγραφέα».

Για όποιον διαθέτει στοιχειώδη παρατηρητικότητα ή τη σωστή ενημέρωση, είναι γνωστά τα παιχνίδια που παίζει ο Γουίλσον με τους διάφορους ακαδημαϊκούς κύκλους, που τον ρίχνουν σε αντιφάσεις και δισταγμούς, προκειμένου να έχει την εύνοιά τους, έπειτα ατό τον τόσο άδικο πόλεμο που του έχουν κάνει τις προηγούμενες δεκαετίες. Μου έχει δοθεί η ευκαιρία (και η τιμή) να συζητήσω μαζί του, και διαπίστωσα ότι οι απόψεις του διαφέρουν κατά πολύ από τα γραφόμενά του πάνω στο ζήτημα. Ο ίδιος, ίσως να έχει καταθέσει με καλύτερο τρόπο τη γνώμη του, στα διηγήματά του The Return of the LLoigor και The Mind Parasites, (τα έγραψε ερευνώντας για τον Λάβκραφτ), μεταμφιεσμένη πλέον με τη λογοτεχνική πρόθεση.

Συνεχίζοντας αυτή την αναγκαστική αναφορά πάνω στα κυριότερα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον Λάβκραφτ και το έργο του, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο πιο σοβαρός και ο πιο αφοσιωμένος μελετητής του Λάβκραφτ, είναι ο κύριος Σ. Τ. Τζόσι, κριτικός της Λογοτεχνίας, γνωστός αρθρογράφος και δοκιμιογράφος. Ο Τζόσι έχει γράψει έναν ολόκληρο κυκεώνα από τις πιο λεπτομερείς παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Λάβκραφτ, οι περισσότερες είναι βιβλιοθηκονομικού και ευρετηριακού χαρακτήρα (η πιο εξωφρενική που μπορώ να θυμηθώ, είναι αυτή που απαριθμεί τις αναφορές του Λάβκραφτ στις γάτες, σε όλα τα διηγήματα και τις επιστολές του), και η πολυμάθειά του είναι τέτοια πάνω στο θέμα, που δε νομίζω ότι μπορεί να τη σχολιάσει κανείς. Χαρακτηρίζεται, όμως, από μια περίεργη ψυχρότητα, και από την απαγορευτική ακρίβεια μιας υπολογιστικής μηχανής…

Ερευνώντας ολόκληρη τη διαθέσιμη βιβλιογραφία (που συχνά όμως είναι τόσο σπάνια), νομίζω πως είναι εύκολο να εντοπίσει κανείς, ότι ίσως οι πιο ενδιαφέρουσες και αξιόλογες αναφορές πάνω στο θέμα, οι οποίες κοιτούν σ’ αυτό από τη σωστή οπτική γωνία, είναι αυτές του Κέννεθ Γκραντ (επικεφαλής του αγγλικού Ο.Τ.Ο. Ordo Templi Orientis συγγραφέας, αποκρυφιστής και γνωστός ερευνητής), του Ρόμπερτ Τέρνερ (ιδρυτής του Order of the Cubic Stone, εκδότης, ερευνητής και φιλόλογος) του Τζέημς Τέρνερ (συγγραφέας και εκδότης, συνεχιστής του εκδοτικού οίκου Arkham House), του Ρίτσαρντ Λούποφ (συγγραφέας και βιογράφος), του Π. X. Κάννον (συγγραφέας και ανθολόγος) του Πήτερ Κολόζιμο (αρχαιολόγος, ερευνητής και συγγραφέας), του Πήτερ Σμιθ (ερευνητής και αρθρογράφος), και του Ρόμπερτ Άντον Γουίλσον (συγγραφέας βιβλίων Φαντασίας, όπως το θρυλικό Illuminatus!, και συνωμοσιολόγος). Οι άνθρωποι αυτοί έχουν εργαστεί πάνω στο ζήτημα πάρα πολύ, με την πιο αγνή ερευνητική και με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα, δικαιώνοντας το Μύθο τον Φανταστικού, χωρίς να σκοντάφτουν πάνω σε αδιάφορες φιλοδοξίες ή αντιζηλίες, με μια αξιοθαύμαστη σοβαρότητα, έμπνευση και ευρυμάθεια.


Έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον Λάβκραφτ και για το έργο του, που ο ίδιος θα τρόμαζε αν μπορούσε με κάποιο μαγικό τρόπο να τα γνωρίζει. Όμως, τα πάντα παραλλάσσονται και αναμοχλεύονται μέσα στο στρόβιλο του Χρόνου, και το έργο ενός σεμνού συγγραφέα δεν έχει τη δύναμη να γλιτώσει. Ο συγγραφέας το γνωρίζει αυτό, και σε μια απρόβλεπτη στιγμή, εξαφανίζεται απ’ το προσκήνιο τυλιγμένος μέσα στο μανδύα κάποιας από τις μεταμφιέσεις του, αφήνοντας όλους τους άλλους να τον ψάχνουν με το όνομά του, ενώ αυτός έχει αλλάξει πια όνομα.





Αν θέλω ν’ ανακαλύψω έναν άνθρωπο που σε όλη του τη ζωή ονειρευόταν, πρέπει να ψάξω μέσα στο όνειρο. 
Στο όνειρο, και όχι σε πολιτικοψυχολογικές αναλύσεις.


Και αφού όλοι μας ονειρευόμαστε, ίσως αυτό το απλό γεγονός που κανείς δεν παρατηρεί ότι είναι το μόνο που αληθινά μοιραζόμαστε να μας κάνει όλους να ανήκουμε στην ίδια ακατονόμαστη παγκόσμια αδελφότητα. Μια αδελφότητα που είναι η πολυπληθέστερη, αλλά παραδόξως και η πιο μυστική… Αναζητώντας τον Ράντολφ Κάρτερ, μέσα στις σκιές των ονειρικών τόπων και των στιγμών που έσβησε ο Χρόνος, πρέπει να γνωρίζω το σύνθημα, για να το ψιθυρίσω μόλις μου ζητηθεί. Σ’ αυτό το ταπεινό κεφάλαιο, ψιθύρισα ήδη το σύνθημα, και γνωρίζω πως η διέλευση έχει ανοιχθεί. Γίνομαι κι εγώ μια σκιά που χάνεται εκεί μέσα. Ίσως κάποιος από τους αναγνώστες μου να με ακολουθήσει σ’ αυτή μου την εξερεύνηση, και ίσως κάποιος άλλος να μείνει πίσω αγναντεύοντας με αδιαφορία. Αποδέχομαι το ρόλο μου αυτόν, της ενδιαφέρουσας ή αδιάφορης σκιάς, γιατί έτσι ο καθένας θα ανακαλύψει αυτό που του αναλογεί…

Όλοι ψάχνουν για κάποιο μυστικό.

Κάτι όμως τους διαφεύγει: το κάθε μυστικό κρύβει μέσα του ένα άλλο.

Όποιος ανακαλύπτει κάποιο ίχνος αποκάλυψης, θαμπώνεται και συγκλονίζεται, όχι από την ίδια την αποκάλυψη, αλλά από την τεράστια κατάδυση που έκανε από το ένα μυστικό μέσα στο άλλο, μέσα στο άλλο, μέσα στο άλλο, τόσο βαθιά και σκοτεινά, που το παραμικρό φως μοιάζει υπέρλαμπρη φωταγωγία. Έπειτα αναρωτιέται αν πρέπει να φέρει στην επιφάνεια την αποκάλυψη ή αν πρέπει να διατηρήσει κρυφό το μυστικό. Τις περισσότερες φορές, αυτός που αναζητεί ένα θησαυρό, όταν τον ανακαλύπτει, γίνεται θησαυροφύλακας… Η απόδραση και η περιπέτεια συνήθως είναι οχήματα παροδικά και, στο τέλος, οι περισσότεροι που τα καβάλησαν έγιναν οι ίδιοι δεσμοφύλακες. Όλα αυτά είναι παιχνίδια της παράδοσης και της απαγορευτικής και σκληρής φύσης του κόσμου, που με τη σειρά του είναι αποκλειστικά ανθρώπινο κατασκεύασμα.

Αφού ο καθένας μας είναι ένας κόσμος από μόνος του, και ο έλεγχος των κόσμων αυτών προκύπτει μόνο από τη δημιουργία μιας ψευδαίσθησης κοινών συντεταγμένων. Μέσα απ’ αυτούς τους συλλογισμούς, όλα τα μυστικά φαντάζουν μονάχα ένα, κι αυτό με τη σειρά του δεν είναι καθόλου κρυφό. Είναι το δικό μας μυστικό, αυτό που κρύβουμε από τον εαυτό μας. Εμείς είμαστε το μυστικό, και ο κόσμος προσπαθεί να μας αποκαλύψει, κι εμείς κρυβόμαστε από τον κόσμο, δηλαδή από τον εαυτό μας.

Αν προσπαθώ να βρω τα κλειδωμένα μυστικά που κρύβονται πίσω από τη μορφή του X. Φ. Λάβκραφτ, πρέπει να θυμάμαι συνέχεια πως αυτός ο κύριος Λάβκραφτ ζει μονάχα μέσα στο κεφάλι μου, σε ένα Χώρο που είναι δικός μου, και σε ένα Χρόνο που ξεκινά και τελειώνει με μένα. Το υπέρτατο μυστικό είναι η ίδια η σύνδεση, έτσι το νιώθω, ο συνδετικός κρίκος που ενώνει το αντικείμενο με τον παρατηρητή, μέσα σε ένα Χωροχρόνο δημιουργημένο από τον παρατηρητή.

Από παρατηρητή σε παρατηρητή, το αντικείμενο αλλάζει, κι όμως, επιμένουμε να μοιραζόμαστε την ψευδαίσθηση ότι είναι το ίδιο. Δειλιάζουμε να παραδεχτούμε τη μοναδικότητά μας, γιατί αυτό θα ήταν μια φοβερή ευθύνη, αφού κάθε στιγμή θα είμαστε δημιουργοί ή καταστροφείς ενός κόσμου. Αν υπάρχει κάποιο μεγάλο μυστικό, στο τέλος της πορείας προς τη συνάντηση με τον Λάβκραφτ, πιστεύω πως θα είναι ίδιο με όλα τα μυστικά που υπάρχουν στο τέλος της πορείας προς οπουδήποτε και δεν θα είναι καθόλου κρυφό. Τολμώ να πω ότι το μόνο που είναι κρυφό είναι η πορεία, και ότι το μυστικό βρίσκεται στο ίδιο μας το σπίτι, μόνο που πρέπει να κάνουμε το γύρο του κόσμου για να το βρούμε όταν επιστρέψουμε.





Κάποιος φίλος μου λέει, χαμογελώντας, ότι ο άνθρωπος Λάβκραφτ δεν υπήρξε ποτέ, και ότι είναι όλα ένα περίεργο σχέδιο, μια συνωμοσία, μια επινόηση του Ντέρλεθ και της παρέας του. Χαμογελώ κι εγώ με αυτές τις σκέψεις, αλλά υπενθυμίζω στο φίλο μου ότι κι αυτός είναι μια επινόηση δική μου, κι ότι δεν υπάρχει στ’ αλήθεια, αφού κι εγώ χρησιμοποιώ καθημερινά μια δική μου προβολή του, που δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που είναι αυτός στ’ αλήθεια. Ο ίδιος ο κόσμος που με περιβάλλει, είναι μια δική μου συνωμοσία. Αυτός χαμογελάει πάλι, σκεπτόμενος σίγουρα πως μάλλον εγώ είμαι μια επινόηση δική του, και πως ο κόσμος είναι δική του συνωμοσία…

Θυμάμαι τα λεγόμενα του Χόρχε Λουίς Μπόρχες: 
«Ποιος ξέρει, αλήθεια, το συντακτικό των ονείρων; Λες ότι με ονειρεύεσαι συνέχεια. Μπορεί να σε ονειρεύομαι εγώ ή κάποιος άλλος να μας ονειρεύεται και τους δυο, και τότε, αλίμονο μας άμα ξυπνήσει.» 
από ένα διάλογό του με τον Αχιλλέα Κυριακίδη, σ’ ένα όνειρο…







Λοιπόν, εκατοντάδες άνθρωποι προσπάθησαν να ανακαλύψουν τρομερά μυστικά πίσω από την υπόθεση Λάβκραφτ, χιλιάδες αναλύσεις επί αναλύσεων, πάνθεα και μυστικές παραδόσεις, απαγορευμένες γνώσεις και χαμένα χειρόγραφα, πορτραίτα και αποκαλύψεις, λογοτεχνίες και χειροτεχνίες…


Σχεδόν κανείς τους δεν πίστευε στ’ αλήθεια στη Λογοτεχνία και στο ότι οι μύθοι είναι ζωντανοί. Όλοι τους έψαχναν σε απαγορευμένες βιβλιοθήκες, και σχεδόν κανείς τους δεν άκουσε τον ίδιο το συγγραφέα να μιλά. Δε διάβασαν τις διηγήσεις του σαν να ήταν αληθινές. Αφού αυτός τις έγραψε, οτιδήποτε έχει να τους πει είναι εκεί μέσα, ολοφάνερο, ζωντανό, αλλά ταυτόχρονα τόσο κρυφό. Ψάχνοντας εκεί μέσα, βρίσκουμε το μήνυμα του εξερευνητή προς κάθε ενδιαφερόμενο αποδέκτη.




Κι αφού το Ταξίδι μου μέσα στη Μοναξιά του Χρόνου, μόλις αρχίζει, να ο πραγματικός του πρόλογος, λίγα βήματα πριν από την είσοδο. Είναι οι πρώτες παράγραφοι από το διήγημα του Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ, The Shadow Out of Time, του 1934:












«Έπειτα από είκοσι δύο χρόνια εφιαλτών και τρόμου, εκτός ίσως από την απελπισμένη πεποίθηση για τη μυθολογική προέλευση κάποιων εντυπώσεών μου, είμαι απρόθυμος να εγγυηθώ για την αλήθεια αυτού που πιστεύω ότι ανακάλυψα, τη νύχτα της 17ης προς 18η Ιουλίου 1935. Έχω τους λόγους μου να ελπίζω ότι οι εμπειρίες μου ήταν όλες ή σχεδόν όλες μια παραίσθηση, για την οποία, πραγματικά, συγκεκριμένοι λόγοι υπήρχαν. Κι όμως, ο ρεαλισμός της ήταν τόσο αποτρόπαιος, που μερικές φορές νιώθω οποιαδήποτε ελπίδα αδύνατη.

Αν όλα αυτά τα πράγματα συνέβησαν στ’ αλήθεια, τότε ο άνθρωπος πρέπει να είναι προετοιμασμένος να δεχτεί απόψεις που αφορούν τη φύση του σύμπαντος, και της δικής του θέσης μέσα στον αδυσώπητο στρόβιλο του Χρόνου, απόψεις που και η παραμικρή αναφορά τους παραλύει το πνεύμα. Πρέπει, επίσης, να βρίσκεται σε επιφυλακή ενάντια σε έναν κρυφό κίνδυνο που αν και δε θα καταπιεί ποτέ όλη την ανθρωπότητα μπορεί να επιβάλει τεράστιους και απίστευτους τρόμους σε συγκεκριμένα ριψοκίνδυνα μέλη της.

Είναι γι’ αυτόν τον τελευταίο λόγο, που επιμένω, με όλη τη δύναμη της ύπαρξής μου, να εγκαταλειφθούν τελειωτικά όλες οι προσπάθειες να ξεθαφτούν όλα εκείνα τα κομμάτια του Αγνώστου, που είχε αναλάβει να ερευνήσει η δική μου αποστολή. Αν συμπεράνω ότι είμαι λογικός και ξύπνιος, η εμπειρία μου εκείνης της νύχτας ήταν τέτοια, που αποκλείεται να έχει τύχει ξανά σε άλλον άνθρωπο. Κι ακόμη περισσότερο, ήταν η τρομακτική επιβεβαίωση όλων των πραγμάτων που, μέχρι τότε, τ’ αρνιόμουν ως μύθους και όνειρα.


»Όταν συνάντησα τον τρόμο, ήμουν ολομόναχος και μέχρι τώρα δεν είπα τίποτε σε κανέναν. Δεν μπορώ να σταματήσω τους άλλους να σκάβουν προς την κατεύθυνσή του, αλλά η τύχη τους και ο άνεμος που μετατοπίζει την άμμο των ερήμων, τους γλίτωσε, μέχρι στιγμής, από το να το ανακαλύψουν. Τώρα, ήρθε η ώρα να καταθέσω μια ξεκάθαρη δήλωση για όλα αυτά, όχι μόνο για χάρη της δικής μου διανοητικής ισορροπίας, αλλά για να προειδοποιήσω αυτούς που είναι σαν κι εμένα, αυτούς που θα τη διαβάσουν με σοβαρότητα»


@Παντελής Γιαννουλάκης / περιοδικό Strange












































































Το όνειρο του Κόουλριτζ [ Χ.Λ. Μπόρχες ]






Το λυρικό απόσπασμα Κουμπλάι Χαν (πάνω από πενήντα ομοιοκατάληκτοι και ελεύθεροι στίχοι εξαίσιας προσωδίας) το ονειρεύτηκε ο άγγλος ποιητής Σάμιουελ Τέιλορ Κόουλριτζ, μια μέρα του καλοκαιριού του 1797.

 Ο Κόουλριτζ γράφει πως είχε αποσυρθεί σ' ένα αγρόκτημα, στα περίχωρα του Έξμορ. 
Μια αδιαθεσία τον υποχρέωσε να πάρει ένα υπνωτικό. Ο ύπνος τον πήρε μόλις είχε τελειώσει την ανάγνωση μιας περικοπής του Πέρτσας, που αναφέρεται στην ανέγερση ενός παλατιού απ' τον Κουμπλάι Χαν, τον αυτοκράτορα που έγινε ξακουστός στη Δύση χάρη στον Μάρκο Πόλο. Μέσα στον ύπνο του Κόουλριτζ, το τυχαία διαβασμένο κείμενο άρχισε να βλασταίνει και να πολλαπλασιάζεται. Κοιμώμενος, «είδε» μια σειρά εικόνες και, πολύ απλά τις λέξεις που εξέφραζαν αυτές τις εικόνες. Σε λίγες ώρες, ξύπνησε, με τη βεβαιότητα ότι είχε συνθέσει ή δεχθεί ένα ποίημα περίπου τριακοσίων στίχων. Με μια ανεπανάληπτη διαύγεια, τους θυμήθηκε κι έπιασε να μεταγράφει το απόσπασμα που διασώζεται στα έργα του.
Μια αναπάντεχη επίσκεψη τον διέκοψε, κι από κείνη τη στιγμή, στάθηκε αδύνατον να θυμηθεί τη συνέχεια. 


«Δεν ήταν και μικρή η έκπληξη, μα και η απόγνωση που ένιωσα» διηγείται ο Κόουλριτζ, «όταν ανακάλυψα πως μπορεί να συγκρατούσα αμυδρά τη γενική μορφή του οράματος, αλλά όλα τα υπόλοιπα, εκτός από οκτώ-δέκα σκόρπιους στίχους, είχαν εξαφανιστεί, όπως οι εικόνες στην επιφάνεια ενός ποταμού όταν πετάμε μια πέτρα, αλλά, φευ!, χωρίς να ξαναγυρίσουν όπως εκείνες». 

Ο Σουίνμπερν θεώρησε το απόσπασμα που διασώθηκε ως το υψηλότερο δείγμα της μουσικότητας της αγγλικής γλώσσας, και πρόσθεσε πως, όποιος κατόρθωνε να το αναλύσει, θα ήταν (η μεταφορά είναι του Τζον Κιτς) σαν να ξέπλεκε ένα ουράνιο τόξο(379). 

Οι μεταφράσεις και οι αναλύσεις ποιημάτων που θεμελιώδης αρετή τους είναι η μουσικότητα, είναι μάταιες και μπορεί να αποβούν ολέθριες. Ας αρκεστούμε να θυμόμαστε, προς το παρόν, ότι ο Κόουλριτζ δέχτηκε εν ονείρω μια σελίδα αναμφισβήτητου μεγαλείου.
Η περίπτωση όσο εξαιρετική κι αν είναι, δεν είναι μοναδική. 

Στην ψυχολογική μελέτη του The World of Dreams(380), ο Χάβελοκ Έλις την εξομοίωσε με εκείνην του βιολονίστα και συνθέτη Τζουζέπε Ταρτίνι, που ονειρεύτηκε ότι ο Διάβολος (ο σκλάβος του) έπαιζε στο βιολί μια υπέροχη σονάτα. Όταν ξύπνησε, ο ονειρευτής ανέσυρε απ' την ατελή του ανάμνηση το Trillo del Diavolo(381). 

Ένα άλλο κλασικό παράδειγμα υποσυνείδητης εγκεφαλικής εργασίας είναι εκείνο του Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον, στον οποίο ένα όνειρο (όπως αναφέρει ο ίδιος στο «A Chapter on Dreams»)(382) του προμήθευσε το θέμα του «Ολάλα», κι ένα άλλο όνειρο, το 1884, το θέμα του Τζέκιλ και Χάιντ(383). 
Ο Ταρτίνι θέλησε να αποτυπώσει «εν εγρηγόρσει» τη μουσική ενός ονείρου. 
Ο Στίβενσον πήρε απ' τα όνειρά του θέματα, δηλαδή γενικές μορφές.

 Εγγύτερη στη λεκτική έμπνευση του Κόουλριτζ είναι εκείνη που ο Βέδας ο Αιδέσιμος αποδίδει στον Κέιντμον (Historia ecclesiastica gentis Anglorum IV,24)(384). Συνέβη στα τέλη του 7ου αιώνα, στη μισθοφορική και πολεμοχαρή Αγγλία των σαξόνων βασιλέων. Ο Κέιντμον ήταν ένας άξεστος τσοπάνος που τον είχαν πάρει τα χρόνια. Μια νύχτα, έφυγε άρον άρον από μια γιορτή, προβλέποντας ότι θα 'ρχόταν η σειρά του για την άρπα, και ξέροντας ότι δεν μπορούσε να τραγουδήσει. Έπεσε να κοιμηθεί σ' ένα στάβλο, ανάμεσα στ' άλογα, και κάποιος μες στον ύπνο του τον φώναξε με τ' όνομά του(385) και τον πρόσταξε να τραγουδήσει. Ο Κέιντμον αποκρίθηκε πως δεν ήξερε να τραγουδάει, μα ο άλλος του είπε: «Τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου». Τότε ο Κέιντμον πρόφερε στίχους που δεν τους είχε ξανακούσει ποτέ. Δεν τους ξέχασε όταν ξύπνησε, και μπόρεσε να τους επαναλάβει μπροστά στους μοναχούς του κοντινού μοναστηριού του Χιλντ. Δεν έμαθε ποτέ του να διαβάζει, αλλά οι καλόγεροι του εξηγούσαν ιστορίες από την Αγία Γραφή, κι εκείνος, «μηρυκάζοντας σαν ζωντανό, τις μεταμόρφωνε σε γλυκόηχους στίχους, κι έτσι τραγούδησε τη δημιουργία του κόσμου και του ανθρώπου, κι όλη την ιστορία της Γένεσης και την έξοδο των τέκνων του Ισραήλ και την είσοδό τους στη Γη της Επαγγελίας, και τόσα άλλα απ' τις Γραφές, και την ενσάρκωση, τα Πάθη, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Κυρίου, και τον ερχομό του Αγίου Πνεύματος, και την επιφοίτηση των αποστόλων, κι ακόμα, την τρομάρα της Δευτέρας Παρουσίας, τη φρίκη και τα βάσανα της Κόλασης, τις γλυκάδες του Παράδεισου, τις χάριτες και του Θεού τις κρίσεις». 
Ο Κέιντμον ήταν ο πρώτος ιερός ποιητής του αγγλικού έθνους. «κανείς δεν μπόρεσε να τον φτάσει» λέει ο Βέδας, «γιατί δεν ήταν των ανθρώπων μαθητής, μα του Θεού».
Λίγα χρόνια αργότερα, προφήτεψε την ώρα του θανάτου του και τον περίμενε στον ύπνο του. Ας ελπίσουμε πως ξαναβρήκε τον άγγελό του.


Εκ πρώτης όψεως, το όνειρο του Κόουλριτζ διατρέχει τον κίνδυνο να φανεί λιγότερο εκπληκτικό από εκείνο του προδρόμου του. Το Κουμπλάι Χαν είναι μια σύνθεση αξιοθαύμαστη, ενώ οι εννέα στίχοι του ύμνου που ονειρεύτηκε ο Κέιντμον, δεν παρουσιάζουν καμία άλλη αρετή πέρα απ την ονειρική καταγωγή τους. Ωστόσο, ο Κόουλριτζ ήταν ήδη ποιητής, ενώ ο Κέιντμον είδε να του αποκαλύπτεται ο προορισμός του. Υπάρχει, πάντως, ένα στοιχείο μεταγενέστερο, που μεγεθύνει ως το απίστευτο το θαύμα του ονείρου μέσα στο οποίο γεννήθηκε το Κουμπλάι Χαν. Αν αυτό το στοιχείο αληθεύει, τότε η ιστορία του ονείρου του Κόουλριτζ προηγείται κατά πολλούς αιώνες του Κόουλριτζ, κι ακόμα δεν έχει πάρει τέλος.

Ο ποιητής είδε τ' όνειρό του το 1797 (κατ' άλλους το 1798) και δημοσίευσε την ιστορία του ονείρου το 1816, εν είδει σχολίου ή επεξηγήσεων του ημιτελούς ποιήματος. Είκοσι χρόνια αργότερα, εκδόθηκε στο Παρίσι, αποσπασματικά, η πρώτη δυτική μετάφραση μιας από τις τόσες Παγκόσμιες Ιστορίες τις οποίες διαθέτει η πλούσια περσική λογοτεχνία, η Επιτομή Ιστοριών του Ρασίντ ελ Ντιν, που χρονολογείται από τον 14ο αιώνα. Εκεί, λοιπόν, διαβάζουμε: «Ανατολικά του Σανγκ-του, ο Κουμπλάι Χαν έχτισε ένα παλάτι, πάνω σ' ένα σχέδιο που 'χε δει στ' όνειρό του και το φύλαγε στη μνήμη του». Το κομμάτι αυτό το έγραψε ο βεζίρης του Μαχμούτ Χαζάν, ενός απόγονου του Κουμπλάι Χαν.

Ένας μογγόλος αυτοκράτορας, τον 13ο αιώνα, ονειρεύεται ένα παλάτι και το χτίζει σύμφωνα με το όραμά του. Τον 18ο αιώνα, ένας άγγλος ποιητής, που αποκλείεται να ήξερε πως αυτό το οικοδόμημα είχε βγει μέσα από ένα όνειρο, ονειρεύεται ένα ποίημα για το παλάτι. Μπροστά σ' αυτή τη συμμετρία, που λειτουργεί μέσα απ' τις ψυχές κοιμωμένων και αγκαλιάζει ηπείρους και αιώνες, θαρρώ πως οι αναλήψεις, οι αναστάσεις κι οι αποκαλύψεις των ιερών βιβλίων δεν είναι τίποτα – ή σχεδόν τίποτα.

Ποια εξήγηση να διαλέξει κανείς; 

Όσοι απορρίπτουν εκ προοιμίου το υπερφυσικό (κι εγώ προσπαθώ πάντα ν' ανήκω σ' αυτή την ομάδα), θα πουν πως η ιστορία των δύο ονείρων είναι μια σύμπτωση, ένα σκαρίφημα της τύχης, όπως τα σχήματα των λιονταριών και των αλόγων που παίρνουν καμιά φορά τα σύννεφα. Άλλοι θα υποστηρίξουν πως ο ποιητής έμαθε, με κάποιο τρόπο, ότι ο αυτοκράτορας είχε ονειρευτεί το παλάτι του, και καμώθηκε πως το 'χε δει στ' όνειρό του, προκειμένου να φτιάξει έναν υπέροχο μύθο που θα κάλυπτε ή θα δικαιολογούσε τα τυχόν μειονεκτήματα αυτής της κολοβής ραψωδίας*. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη, αλλά μας υποχρεώνει να υποθέσουμε, αυθαίρετα, την ύπαρξη ενός κειμένου το οποίο αγνοούν οι σινολόγοι, και στο οποίο ο Κόουλριτζ θα μπορούσε να 'χει διαβάσει, πριν από το 1816, το όνειρο του Κουμπλάι**. 
Πιο μαγευτικές είναι οι εικασίες που ξεπερνούν τη λογική. Που επιτρέπουν, λ.χ., να υποθέσεις πως η ψυχή του αυτοκράτορα, όταν καταστράφηκε το παλάτι, διείσδυσε στην ψυχή του Κόουλριτζ, ώστε αυτός να το ξαναχτίσει με λόγια, που αντέχουν πιο πολύ στο χρόνο από τα μάρμαρα και τα μέταλλα.

Το πρώτο όνειρο πλούτισε την πραγματικότητα μ' ένα παλάτι. Το δεύτερο, πέντε αιώνες αργότερα, μ' ενα ποιήμα (ή την αρχή ενός ποιήματος) που του το είχε εμπνεύσει το ίδιο παλάτι. Η ομοιότητα των δύο ονείρων αφήνει να διαφανεί ένας μυστικός σκοπός. Το τεράστιο χρονικό διάλειμμα αποκαλύπτει έναν υπεράνθρωπο εκτελεστή. Το να θελήσεις ν' αποκρυπτογραφήσεις τις προθέσεις αυτού του αθάνατου ή αιωνόβιου όντος μπορεί να 'ναι ριψοκίνδυνο ή και ανώφελο, αλλά τίποτα δε σ' εμποδίζει να υποψιάζεσαι πως δεν έχει ακόμα εκπληρώσει το σκοπό του. 

Το 1691, ο ιησουίτης Ζερμπιγιόν βεβαίωσε πως μόνο ερείπια έχουν απομείνει απ' το παλάτι του Κουμπλάι Χαν. Ξέρουμε επίσης πως από το ποίημα έχουν διασωθεί μετά βίας πενήντα στίχοι. Τα στοιχεία αυτά μας επιτρέπουν να φανταζόμαστε πως η σειρά ονείρων και έργων δεν έχει ακόμα τελειώσει. Ο πρώτος ονειρευτής είδε στον ύπνο του το όραμα του παλατιού και το έχτισε. Ο δεύτερος, που αγνοούσε το όνειρο του προηγούμενου, ένα ποίημα για το ίδιο παλάτι. Αν το σχήμα αυτό επαληθεύεται, δεν αποκλείεται, μια μελλοντική νύχτα απ' την οποία μας χωρίζουν αιώνες, ένας αναγνώστης του Κουμπλάι Χαν να ονειρευτεί το ίδιο όνειρο, να μην υποψιαστεί πως και άλλοι το ονειρεύτηκαν, και να του δώσει τη μορφή ενός γλυπτού ή μιας μουσικής. Ίσως η σειρά των ονείρων δεν έχει τέλος. Ίσως η κλείδα της είναι στο τελευταίο όνειρο.

Τώρα που έχω γράψει τα προηγούμενα, διαβλέπω – ή νομίζω ότι διαβλέπω – άλλη μια εξήγηση.

 Ίσως ένα αρχέτυπο, που δεν έχει ακόμα αποκαλυφθεί στους ανθρώπους, ένα αιώνιο αντικείμενο (για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Ουάιτχεντ)(386) εισδύει αργά αργά στον κόσμο. 
Η πρώτη του εκδήλωση ήταν το παλάτι. Η δεύτερη, το ποίημα.
 Όποιος τις συνέκρινε, θα 'βλεπε πως είναι κατά βάσιν ίδιες.


Χόρχε Λουίς Μπόρχες
Δοκίμια
Μτφ, επιμέλεια, σχόλια : Αχιλλέας Κυριακίδης
Ελληνικά Γράμματα 2007


379.«Philoshophy will clip an angel's wings, / conquer all mysteries by rule and line, / empty the haunted air, and gnomed mine - / unweave a rainbow...» («Lamia», β' μέρος, στ. 234-237).
380.Ο κόσμος των ονείρων (1911).
381. Κοντσέρτο για βιολί και μπάσο κοντίνουο σε φα, op. 1
382.«Περί ονείρων»: όγδοο κείμενο της συλλογής Across the Plains [Διασχίζοντας τις πεδιάδες (1892)]
383.Πλήρης τίτλος: Η παράξενη περίπτωση του Δρος Τζέκιλ και του Κυρίου Χάιντ [The Strange Case of Dr. Jekyll and Mr. Hyde (1885)]
384.Εκκλησιαστική Ιστορία των Άγγλων (731). ο Μπόρχες πάντως, παραθέτει όλη την ιστορία με το όνειρο του Κέιντμον στο Βιβλίο των ονείρων.
385.«Η φωνή που άκουγε ο βοσκός στο βουνό...» [«Πράγματα» (Το χρυσάφι των τίγρεων)]
386.«Κατά τον Ουάιτχεντ, οι μορφές αυτές [του Πλάτωνα], που ο Ουάιτχεντ τις ονομάζει “αιώνια αντικείμενα”, εισδύουν στο χρόνο και στο χώρο. Αυτές οι αέναες, συνδυασμένες εισδύσεις διαμορφώνουν την πραγματικότητα». [«Παρουσίαση του βιβλίου Modes of Thoight του Α. Ν. Ουάιτχεντ» (περιοδ. «El Hogar», 24.3.1939)]

______________________
*Στις αρχές του 19ου αιώνα, ή στα τέλη του 18ου, το Κουμπλάι Χαν θα φαινόταν στους αναγνώστες με κλασική παιδεία πολύ πιο αλλοπρόσαλλο απ' ό,τι σε μας, σήμερα. Το 1884, ο πρώτος βιογράφος του Κόουλριτζ, ο Τρέιλ, μπορούσε ακόμα να γράφει: «Το εξωφρενικό ονειρικό ποίημα Κουμπλάι Χαν δεν είναι παρά ένα ψυχολογικό αξιοπερίεργο».
**Βλ. Τζον Λίβινγκστον Λόουζ: The Road to Xanadu, 1927, σσ. 358, 585.


Γη των Ανθρώπων




ο Antoine de Saint-Exupéry, 
από τον Hugo Pratt



…Εδώ και μερικά χρόνια, σε ένα μακρύ ταξίδι με το τραίνο, θέλησα να επισκεφτώ την μετακινούμενη πατρίδα, όπου είχα κλειστεί για τρεις μέρες, αιχμάλωτος για τρεις μέρες αυτού του θορύβου σαν από χαλίκια που τα κυλά η θάλασσα, και σηκώθηκα. Διέσχισα, κατά τη μία το πρωί το τραίνο από τη μια άκρη ως την άλλη. Τα βαγκόν-λι ήταν άδεια. Τα βαγόνια της πρώτης θέσεως ήταν άδεια.

Όμως τα βαγόνια της τρίτης στέγαζαν εκατοντάδες Πολωνούς εργάτες, που είχαν απολυθεί από τη Γαλλία και ξαναγύριζαν στην Πολωνία τους. Και πέρναγα τους διαδρόμους, δρασκελώντας ξαπλωμένα σώματα. Στάθηκα να κοιτάξω. Ορθός, κάτω από το φώς, αντίκριζα μέσα σε αυτό το δίχως χωρίσματα βαγόνι, που έμοιαζε με θάλαμο και μύριζε στρατώνα ή κρατητήριο, ένα ολόκληρο λαό ανάκατο, που ταρακουνιόταν από τη ρυθμική κίνηση του τραίνου. Ένα ολόκληρο λαό, βυθισμένο στα κακά του όνειρα, που ξαναγύριζε στη μιζέρια του. Χοντρά ξυρισμένα κεφάλια κυλούσαν πάνω στα σανίδια των πάγκων. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, στριφογύριζαν όλοι δεξιά και αριστερά, σαν χτυπημένοι από όλους αυτούς τους θορύβους, όλα αυτά τα τραντάγματα, που τους απειλούσαν στη λησμονιά τους. Δεν είχαν βρει τη φιλοξενία ενός καλού ύπνου.

Ένα παιδί θήλαζε μια μάνα, τόσο κουρασμένη, που έμοιαζε σαν να κοιμόταν. Η ζωή μεταδινόταν μέσα στην παραζάλη και την ανακατωσούρα του ταξιδιού. Κοίταζα τον πατέρα. Ένα κεφάλι βαρύ και γυμνό σαν πέτρα. Ένα κορμί διπλωμένο στον άβολο ύπνο, φυλακισμένο στα ρούχα της δουλειάς, φτιαγμένο από καμπούρες και βαθουλώματα. Έμοιαζε με ένα σωρό λάσπη. Έτσι, τη νύχτα, ναυάγια που δεν έχουν πια ανθρώπινο σχήμα κοιμούνται βαριά πάνω στους πάγκους της αγοράς. Και συλλογιόμουν: το πρόβλημα δεν βρίσκεται διόλου σε αυτή τη μιζέρια, σε αυτή τη βρώμια, ούτε σε αυτή την ασχήμια. Όμως αυτός ο ίδιος άντρας και αυτή η ίδια γυναίκα, γνωρίστηκαν μια μέρα και ο άντρας σίγουρα χαμογέλασε στη γυναίκα. Σίγουρα μετά τη δουλειά της έφερε λουλούδια. Συνεσταλμένος και αδέξιος, έτρεμε ίσως μην τον περιφρονήσει. Μα η γυναίκα, από φυσική φιλαρέσκεια, η γυναίκα, σίγουρη για τη χάρη της ευχαριστιόταν ίσως να τον κρατά σε αμφιβολία. Και εκείνος που πια δεν είναι σήμερα παρά μια μηχανή για να σκάβει ή να φτυαρίζει, δοκίμαζε έτσι στην καρδιά του τη γλυκεία αγωνία. Το μυστήριο είναι πού έγιναν αυτοί οι σωροί από λάσπη. Από ποιο τρομερό καλούπι πέρασαν και τους σημάδεψε, όπως η πρέσα το μέταλλο; Ένα γερασμένο ζώο διατηρεί τη χάρη του. Γιατί αυτή η ωραία ανθρώπινη άργιλος έπαθε τέτοια φθορά;

Κάθισα αντίκρυ σε ένα ζευγάρι. Ανάμεσα στον άντρα και στην γυναίκα, το παιδί, όσο γινόταν πιο βολικά, είχε χωθεί και κοιμόταν. Γύρισε όμως μέσα στον ύπνο του και το πρόσωπο του μού φανερώθηκε κάτω απ΄το φώς. Ά! Τι εξαίσιο πρόσωπο! Είχε γεννηθεί από αυτό το ζευγάρι, κάτι σαν ένας χρυσός καρπός. Από αυτά τα βαριά και άχαρα σώματα είχε βγει αυτό το επίτευγμα λεπτότητας και χάρης. Έσκυψα πάνω από αυτό το λείο μέτωπο, από αυτά τα γλυκά σουφρωμένα χείλη και είπα μέσα μου: να ένα πρόσωπο μουσικού, να το παιδί Μότσαρτ, να μια ωραία υπόσχεση της ζωής. Οι μικροί πρίγκιπες των παραμυθιών δεν ήταν αλλιώτικοι. Αν έβρισκε προστασία, στοργή, καλλιέργεια, και τι δε θα μπορούσε να γίνει! Όταν γεννιέται ένα καινούργιο τριαντάφυλλο, στους κήπους, από διασταύρωση, όλοι οι κηπουροί συγκινιούνται. Απομονώνουν το τριαντάφυλλο, το καλλιεργούν, το ευνοούν. Όμως δεν υπάρχει κηπουρός για τους ανθρώπους. Το παιδί Μότσαρτ θα περάσει, μαζί με τους άλλους από την πρέσα. Ο Μότσαρτ θα βρει τις πιο ανώτερες χαρές του στη διεφθαρμένη μουσική, μέσα στη βρωμιά των καφενείων. Ο Μότσαρτ είναι καταδικασμένος.

Και ξαναγύρισα στο βαγόνι μου. Μέσα μου έλεγα: αυτοί οι άνθρωποι δεν υποφέρουν καθόλου από την κατάντια τους. Και δεν είναι ο οίκτος που με βασανίζει. Το θέμα δεν είναι να συγκινείσαι για μια πληγή που ποτέ δεν κλείνει. Αυτοί που την έχουν δεν την νοιώθουν. Εκείνο που τραυματίζεται εδώ, που βλάπτεται, είναι το ανθρώπινο είδος και όχι το άτομο. Δεν πιστεύω καθόλου στον οίκτο. Αυτό που με βασανίζει είναι η άποψη του κηπουρού. Αυτό που με βασανίζει δεν είναι τούτη η αθλιότητα, όπου στο κάτω- κάτω βολεύεται κανείς, το ίδιο καλά, όπως και στην τεμπελιά. Γενιές και γενιές ανατολίτες ζούνε μέσα στην λίγδα και τους αρέσει. Αυτό που με βασανίζει δεν το θεραπεύουν τα λαϊκά συσσίτια. Αυτό που βασανίζει δεν είναι ούτε οι καμπούρες και τα βαθουλώματα στα κορμιά ούτε η ασχήμια.
Είναι ο Μότσαρτ που δολοφονείται μέσα στον κάθε άνθρωπο…

Μόνο το Πνεύμα, όταν πνέει στη λάσπη, μπορεί να δημιουργήσει τον Άνθρωπο.

''Γη των Ανθρώπων'' 

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

...και σ αγαπώ παράφορα..




Ἀθήνα, Δευτέρα πρωί [17.8.1959]


Λενούλα, λατρεία μου, Σ’ ἀγαπῶ τόσο πολύ, ἀγάπη μου. Καί σοῦ γράφω τώρα δυό λόγια στά βιαστικά ἐλπίζοντας νά τά θέλεις καί νά μή σ’ ἐνοχλοῦν. 
Σέ σκέφτομαι συνεχῶς. Κι ἄν πρός στιγμή ἀφαιρεθῶ σέ κάτι ἄλλο, ὅταν ἐπιστρέφω στή λατρεία σου διερωτιέμαι πάντα: «μά εἶναι δυνατό;». 
Χτες βράδυ εἴμαστε ὅλοι στήν Κηφισιά. Κι ἡ Σούλα, κι ὁ Κριεζῆς μαζί. (1)
 Και μιλούσανε φυσικά μέ πολλήν ἀγάπη γιά σένα. Οἱ Ἀργυρόπουλοι λέγανε γιά τήν κάρτα πού τούς ἔστειλες, ἡ Σούλα ὑπελόγιζε τή διάρκεια τῶν διαμονῶν σου, καί κατόπι τά γνωστά 
περί «ντόν Μιγκουέλ» (2)  καί «νά δεῖτε θά μᾶς τήν κρατήσουν ἐκεῖ» κλπ.
 Δίχως ἄλλο, ἄν προσέχαν ποτέ, δέν θά τούς διέφευγε ἡ ἀπόχρωσις τοῦ γέλιου μου: κίτρινη. Ἡ τρομάρα μάνιαζε μέσα μου. Εἴτανε σάν νά μέ χωρίζανε ἀπό σένα, σά νά μπαίνανε ἄκαρδα, βάναυσα, ἀνάμεσα σέ σένα καί σέ μένα. 
Προχτές εἴμουνα μέ μιάν ἄλλη συντροφιά κοντά στή θάλασσα. Ἀνία. Τραβήχτηκα μόνος, γιά νά βρεθῶ πολύ κοντά σου, πολύ μακριά σου, καί σκεφτόμουνα πώς ἐσύ εἶσαι ἡ πιό ὄμορφή μου θάλασσα, ἡ πιό ὄμορφή μου ἀκτή, τό πιό ὄμορφό μου καλοκαίρι, ἡ μόνη μου θάλασσα, ἡ μόνη μου ἀκτή τό μόνο μου καλοκαίρι. Τήν ἀγαπούσα κάποτε τή Φλορεντία. Τώρα τήν ἀγαπῶ μόνο γιατί βρίσκεσαι ἐκεῖ. Γιατί τώρα ἀγαπῶ μόνο ἐσένα: τώρα καί πάντα. Δέν πρέπει να μ’ ἀφήσεις ποτέ. (Αὐτό το «πρέπει»!). Φιλῶ τό στοματάκι σου, φιλῶ τά πόδια σου, ἀγάπη μου.

Νῖκος


(1)  Σούλα Τζάκου: Ἀρχριτέκτων. Μετέπειτα καθηγήτρια στό Πολυτεχνεῖο.
 Ἀντώνης Κριεζῆς: Ἀρχιτέκτων, καθηγητής στό Πολυτεχνεῖο. Καί οἱ δύο ἀναφέρονται καί σέ ἑπόμενες ἐπιστολές.

(2)  «Ντόν Μιγκουέλ»: Συνθηματική ἀναφορά στόν τύπο τοῦ ἱσπανοῦ «καρδιοκατακτητῆ». Ἡ φράση ἐπαναλαμβάνεται στήν ἐπιστολή ὑπ’ἀριθ.21.

    





Το βιβλίο "...και σ' αγαπώ παράφορα", ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΛΕΝΑ, 1959-1967,
 έχει δανειστεί τον τίτλο από το παρακάτω ποίημα του Νίκου Εγγονόπουλου, που κλείνει μ' αυτή τη φράση. Η φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης του βιβλίου είναι του Δημήτρη Δασκαλόπουλου. 
Οι 43 επιστολές που περιλαμβάνονται στον τόμο, έχουν όλες αποδέκτη τη Λένα Τσιόκου, μετέπειτα δεύτερη σύζυγό του. 
Οι περισσότερες από αυτές τις επιστολές (23 τον αριθμό) είναι προγαμιαίες και γράφτηκαν το καλοκαίρι του 1959, όταν η Λένα βρισκόταν για διακοπές στην Ιταλία και την Ισπανία. Το ειδύλλιο των δύο αλληλογράφων βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη εκείνη την εποχή και σύντομα θα επισημοποιηθεί: παντρεύτηκαν στις 15 Μαρτίου 1960 "στον Λουμπαδιάρη, σε στενό οικογενειακό κύκλο". 
Οι 18 μεταγενέστερες επιστολές καλύπτουν την τριετία 1962-1964 και είναι γραμμένες στη διάρκεια ταξιδιών του Εγγονόπουλου στη Θεσσαλονίκη ή την Καβάλα, όπου σκηνογραφούσε παραστάσεις του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος, ενώ η Λένα παρέμενε στην Αθήνα με την κόρη τους Ερριέτη ή βρισκόταν στη γενέτειρα του πατέρα της, την Πρέβεζα.



Ο Ιταλός πυροτεχνουργός έχει εγκαταστήσει το λιτό κι’ απέριττο, το φτωχικό εργαστήριό του, επί της κορυφής του αττικού λόφου. Εκεί ασχολείται νυχθημερόν με τα άπειρα πειράματά του και με την παρασκευή των διάφορων προϊόντων του επιτηδεύματός του: βαρελότα, χαλκούνια, και άλλα «μαϊτάπια». Γιατί αυτός είναι που προμηθεύει τους πανηγυριστάς τις παραμονές των μεγάλων εορτών της Ορθοδοξίας, αλλά κι’αυτός είναι, πάλι, που, τις νύχτες των εθνικών επετείων, διακοσμεί τους ουρανούς μας με λογής-λογής φανταχτερά λουλούδια, μ’ εκθαμβωτικά πλουμιά και με ταχύτατες ρουκέττες που καταλήγουν σε μυριόχρωμη βροχή από σπίθες. Σπανίως εγκαταλείπει το έργον, όμως, τα βράδυα, ενίοτε, περιφέρει τη σακατεμένη κι’ αλαμπουρνέζικη σιλουέττα του, από καπηλειό σε καπηλειό, χρησιμοποιώντας, κατά προτίμηση, τα σκοτεινότερα στενά της αγοράς. 
Το επάγγελμά του είναι άκρως επικίνδυνο: πυρίτις, κι’ έσθ’ ότε δυναμίτις, είναι η πρώτη ύλη των εργοχείρων του. Η παραμικρή απροσεξία αρκεί κι’επέρχεται η τρομερά καταστροφή: μέσα σε εκκωφαντικό κρότο τινάζονται στο καθαρό πρωινό και το εργαστήρι κι’ ο πυροτεχνουργός μαζύ, και βλέπομε να στριφογυρνούν ψηλά στον αέρα, ώρες, κι’ ο Ιταλός και τα σανίδια της μπαράγκας και πηχτά σύγνεφα σκόνης, ενώ μιαν έντονη μυρωδιά μπαρούτης απλώνεται παντού.

 

Όμως ποτέ δεν επέρχεται το μοιραίον, γιατί υπάρχει κάτι. Ένα μυστικό. Κι’ αυτό το μυστικό είναι απλούστατα η σύζυγος που γρηγορεί. Πράγματι, η γυναίκα του, δική μας: ευλαβική κι’ όρθόδοξος χριστιανή, ξημεροβραδυάζεται στις εκκλησιές, και κάνει βαθειές μετάνοιες, κι’ όλο προσεύχεται για δαύτονε. Κι’ έτσι τόνε κρατά στη ζωή.

Μάλιστα, κάτω στην χαράδρα που περιβάλλει τον αττικό λοφίσκο, εκεί, η μαύρη, έχει σπείρει τον κόσμο μ’ αναρίθμητα προσκυνητάρια, τα περισσότερα μαρμάρινα, άλλα ταπεινότερα, όμως όλα με εικόνα Θεοτόκου η άλλου αγίου, κι’ όλα με μια θυρίδα, για τα λεφτά. Κάθε τόσο συλλέγει υπομονετικά τα χρήματα, και το μεγαλύτερο μεν μέρος διαθέτει γι’ αγαθοεργούς σκοπούς, ενίσχυση απόρων, ανακούφιση ασθενών, αποπεράτωση εκκλησιών, κι’ ένα άλλο μέρος το φυλά προσεκτικά, καθώς σκοπεύει μ’ αυτό, εν καιρώ, ν’ ανεγείρη εκκλησία τιμωμένη με τ’ όνομα της Αγίας Αικατερίνης.
(Πιο πέρα, στη χαράδρα, κάποιος έχει εγκαταστήσει κυψέλες, μελισσιών, σ’ ένα χωράφι, και, πιο πέρα ακόμη, μέσα σε περιβόλι, είναι τα ερείπια μισοχτισμένου αρχοντικού).


Αυτή η ιστορία του Ιταλού είναι κι’ η ιστορία η δικιά μας, Ελένη.
Δεν είμαι εγώ ο πυροτεχνουργός; Τα ποιήματά μου δεν είναι Πασχαλινά χαλκούνια, κι’ οι πίνακές μου καταπλήσσοντος κάλλους νυχτερινά υπέρλαμπρα μετέωρα του Αττικού ουρανού; 
Κι’ όμως, εάν ακόμη δεν με κατασπαράξανε αλύπητα, να πετάξουνε τις σάρκες μου στα σκυλιά, αυτό δεν το χρωστάω σ’ εσένα, στη μεγάλη στοργή σου και στην αγάπη σου; 
Το ξέρω, μη μου το κρύφτεις, το ξέρω σου λέω: προσεύχεσαι για μένα!

Μάζευε τα λεφτά των προσκυνηταρίων μας και σκόρπαε, με τ’ άγια λευκά σου χέρια, το καλό παντού. Όμως κράτα ένα μέρος, να συγκεντρώσωμε, κι’ εμείς, λίγο-λίγο ένα ποσό, για ν’ ανεγείρουμε μιαν εκκλησιά αφιερωμένη στην Βασίλισσα που είχε τ’ όνομά σου. 
Εκεί μέσα, σ’ αυτήν την εκκλησία θε να σε παντρευτώ. 
Γιατί είσαι ωραία, έχεις την πιο ευγενική κι’ υπερήφανη ψυχή, και σ’ αγαπώ παράφορα.

(Νίκος Εγγονόπουλος, Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω, 1957)


πηγές εδώ  και  εδώ

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2020

Sentinel - Ο φρουρός





Την επόμενη φορά που θ’ αντικρίσετε την πανσέληνο ψηλά στο νότο, κοιτάξτε προσεκτικά τη δεξιά πλευρά της και αφήστε το βλέμμα σας να ταξιδέψει προς τα πάνω, κατά μήκος της καμπύλης του δίσκου. Γύρω στις δύο η ώρα θα παρατηρήσετε ένα μικρό, σκούρο ωοειδές σχήμα. Οποιοσδήποτε με φυσιολογική όραση μπορεί να το εντοπίσει αρκετά εύκολα. Είναι η μεγάλη περιτειχισμένη πεδιάδα, μία από τις ομορφότερες στη Σελήνη, που ονομάζεται Mare Crisium – Θάλασσα των Κρίσεων. Έχει διάμετρο τετρακόσια ογδόντα δύο χιλιόμετρα και περικλείεται ολοκληρωτικά σχεδόν από μία εντυπωσιακή οροσειρά. Δεν είχε εξερευνηθεί ποτέ, μέχρι που την επισκεφθήκαμε στα τέλη του καλοκαιριού του 1996.

Η αποστολή μας ήταν μεγάλη. Είχαμε δύο τεράστια φορτηγά σκάφη που μετέφεραν τις προμήθειες και τον εξοπλισμό μας από την κεντρική σεληνιακή βάση στη Mare Serenitatis, σε απόσταση οκτακοσίων χιλιομέτρων. Υπήρχαν επίσης τρεις μικροί πύραυλοί για τα ταξίδια μικρών αποστάσεων πάνω από περιοχές τις οποίες τα οχήματα επιφάνειας δεν μπορούσαν να διασχίσουν. Ευτυχώς, το μεγαλύτερο τμήμα της Mare Crisium είναι εντελώς επίπεδο. Δεν έχει καμία από τις μεγάλες ρωγμές που είναι τόσο συνηθισμένες και τόσο επικίνδυνες αλλού, ενώ υπάρχουν ελάχιστοι κρατήρες ή βουνά. Από όσο μπορούσαμε να υπολογίσουμε, τα δυνατά ερπυστριοφόρα οχήματα δεν θα δυσκολεύονταν να μας πάνε όπου επιθυμούσαμε.


Ήμουν γεωλόγος -ή σεληνιολόγος, αν θέλουμε να ακριβολογούμε- και επικεφαλής της ομάδας που εξερευνούσε τη νότια περιοχή της Mare. Είχαμε διανύσει εκατόν εξήντα χιλιόμετρα σε μία εβδομάδα, περνώντας πλάι στους πρόποδες των βουνών όπου κάποτε, εκατομμύρια χρόνια πριν, υπήρχε μία αρχαία θάλασσα. Όταν η ζωή ξεκινούσε στη Γη, εδώ ήδη αργοπέθαινε. Τα νερά υποχωρούσαν από τις πλαγιές αυτών των τεράστιων γκρεμών και χάνονταν στην άδεια καρδιά της Σελήνης. Στην περιοχή που διασχίζαμε ο ωκεανός, που δεν είχε γνωρίσει ποτέ παλίρροια, είχε κάποτε βάθος οκτακόσια μέτρα και τώρα το μοναδικό ίχνος υγρασίας ήταν ο υαλόπαγος στο εσωτερικό των σπηλαίων που ο καυτός ήλιος δεν έβλεπε ποτέ.

Είχαμε αρχίσει το ταξίδι μας κατά τη διάρκεια της νωθρής σεληνιακής αυγής και είχαμε ακόμα μια εβδομάδα γήινου χρόνου πριν πέσει η νύχτα. Έξι φορές τη μέρα εγκαταλείπαμε το όχημα και βγαίναμε με τις διαστημικές στολές μας για να αναζητήσουμε ενδιαφέροντα ορυκτά ή για να τοποθετήσουμε οδόσημα για τους μελλοντικούς ταξιδιώτες. Ήταν μία διαδικασία ρουτίνας, χωρίς απρόοπτα. Δεν υπάρχει τίποτε επικίνδυνο ή εξαιρετικά συναρπαστικό στην εξερεύνηση της Σελήνης.

Θα μπορούσαμε να ζήσουμε άνετα για ένα μήνα μέσα στα ερπυστριοφόρα οχήματα, όπου η ατμόσφαιρα ήταν υπό κανονική πίεση, και, αν συναντούσαμε προβλήματα, μπορούσαμε πάντα να ζητήσουμε βοήθεια με τον ασύρματο και να κάτσουμε στ’ αβγά μας μέχρι να έρθει κάποιο διαστημόπλοιο να μας σώσει. Όταν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ακολουθούσε πάντοτε γενική κατακραυγή για τη σπατάλη των πυραυλικών καυσίμων, οπότε τα ερπυστριοφόρα έστελναν SOS μόνο όταν υπήρχε πραγματική ανάγκη.

Είπα ότι η εξερεύνηση της Σελήνης δεν έχει τίποτε το συναρπαστικό, αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Κανείς δεν βαριέται αυτά τα φανταστικά βουνά, που είναι πολύ πιο παρακάμπταμε απόκρημνα από τους απαλούς λόφους της Γης. Ποτέ δεν ξέραμε, καθώς καβατζάραμε τα ακρωτήρια εκείνης της άνυδρης θάλασσας, τί νέα θαύματα θα μας αποκαλύπτονταν. Ολόκληρη η νότια καμπύλη της Mare Crisium είναι ένα πελώριο Δέλτα, στο οποίο κάποτε χύνονταν αμέτρητοι ποταμοί στον ωκεανό, τροφοδοτούμενοι ίσως από τις καταρρακτώδεις βροχές που θα μαστίγωναν τα βουνά όταν η Σελήνη ήταν νέα, κατά τη σύντομη ηφαιστειακή εποχή της.

 Καθεμία από εκείνες τις αρχαίες κοιλάδες ήταν μία πρόκληση, μία πρόσκληση να σκαρφαλώσουμε στα άγνωστα υψίπεδα πέρα από αυτές. Όμως είχαμε ακόμα εκατόν εξήντα χιλιόμετρα να διανύσουμε και μπορούσαμε μόνο να κοιτάμε με λαχτάρα τα ύψη που θα κατακτούσαν άλλοι. Στο ερπυστριοφόρο ακολουθούσαμε γήινο χρόνο και ακριβώς στις 22.00 θα στέλναμε το τελευταίο ραδιομήνυμα στη βάση και θα σταματούσαμε για κείνη τη μέρα. Έξω, τα πετρώματα ακόμα έκαιγαν κάτω από το σχεδόν κάθετο ήλιο, αλλά για μας ήταν νύχτα μέχρι να ξυπνήσουμε ξανά, οχτώ ώρες αργότερα. Ύστερα ένας από μας θα ετοίμαζε πρωινό, οι ξυριστικές μηχανές θ’ άρχιζαν να βουίξουν και κάποιος θα άναβε τον ασύρματο των βραχέων κυμάτων από τη Γη.


Πράγματι, όταν η μυρωδιά του τηγανητού μπέικον, άρχιζε να πλημμυρίζει την καμπίνα, κάποιες φορές ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι δεν βρισκόμαστε πίσω στον κόσμο μας – όλα ήταν τόσο συνηθισμένα και οικεία, εκτός από την αίσθηση του μειωμένου βάρους και την αφύσικη βραδύτητα των αντικειμένων όταν έπεφταν.

Ήταν σειρά μου να ετοιμάσω πρωινό στη γωνιά της κυρίως καμπίνας που χρησίμευε ως μαγειρείο. Θυμάμαι εκείνη τη στιγμή πολύ ζωντανά κι ας έχουν περάσει τόσα χρόνια, γιατί στο ραδιόφωνο μόλις είχε τελειώσει μία από τις αγαπημένες μου μελωδίες, το παλιό ουαλικό David of the White Rock. Ο οδηγός μας ήταν ήδη έξω με τη διαστημική στολή του, επιθεωρώντας τις ερπύστριες.

Ο βοηθός μου, ο Λούις Γκάρνετ, ήταν μπροστά, στη θέση ελέγχου, καταχωρίζοντας καθυστερημένα κάποια στοιχεία στο χτεσινό ημερολόγιο.

Ενώ στεκόμουν πάνω από το τηγάνι, περιμένοντας, σαν καλή νοικοκυρά πίσω στη Γη, να ψηθούν τα λουκάνικα, άφησα το βλέμμα μου να περιπλανηθεί νωχελικά στα ορεινά τείχη που κάλυπταν ολόκληρο το νότιο ορίζοντα, προχωρώντας ανατολικά και δυτικά, μέχρι που χάνονταν κάτω από την καμπύλη της Σελήνης. Έμοιαζαν ν’ απέχουν ένα δυο χιλιόμετρα από το ερπυστριοφόρο, αλλά ήξερα ότι το πιο κοντινό από αυτά βρισκόταν τριάντα χιλιόμετρα μακριά. Στη Σελήνη φυσικά οι λεπτομέρειες δεν αλλοιώνονται με την απόσταση, καθώς δεν υπάρχει αυτή η σχεδόν αδιόρατη θαμπάδα [t.p. είναι η οργόνη, που υπάρχει μονάχα σε ζωντανούς πλανήτες κι όπου υπάρχει ζωντανή ζωή] που απαλύνει και ορισμένες φορές μεταμορφώνει όλα τα μακρινά αντικείμενα στη Γη.

Εκείνα τα βουνά είχαν ύψος τρεις χιλιάδες μέτρα και ανηφόριζαν απότομα από την πεδιάδα, λες και πριν από αιώνες κάποια έκρηξη στο υπέδαφος τα είχε εκτοξεύσει προς τα πάνω μέσα από το λιωμένο φλοιό. Οι πρόποδες ακόμη και του κοντινότερου βουνού ήταν κρυμμένοι από την απότομη καμπύλη της πεδιάδας, καθώς η Σελήνη είναι ένας πολύ μικρός κόσμος, και από εκεί που στεκόμουν ο ορίζοντας απείχε μόλις τρία χιλιόμετρα.

Σήκωσα τα μάτια μου προς τις κορυφές που κανείς άνθρωπος δεν είχε πατήσει, τις κορυφές που, πριν από την έλευση των Γήινων, είχαν παρακολουθήσει τους ωκεανούς να βυθίζονται σκυθρωπά στους τάφους τους, παίρνοντας μαζί τους την ελπίδα επιβίωσης ενός κόσμου. Η αντανάκλαση του φωτός σ’ εκείνες τις επάλξεις έτσουξε τα μάτια, ωστόσο μόλις λίγο ψηλότερα τα άστρα έλαμπαν σταθερά σ’ έναν ουρανό πιο μαύρο κι από αυτόν του χειμερινού μεσονυκτίου στη Γη.

Απέστρεφα το βλέμμα όταν την προσοχή μου τράβηξε μία μεταλλική λάμψη ψηλά στην άκρη ενός ακρωτηρίου που έμπαινε στη «θάλασσα», πενήντα μίλια στα δυτικά. Ήταν ένα σημείο φωτός χωρίς διαστάσεις, λες και μία από εκείνες τις άγριες κορυφές είχε αρπάξει ένα άστρο από τον ουρανό, και φαντάστηκα ότι κάποια επίπεδη βραχώδης επιφάνεια αντανακλούσε το φως του ήλιου και το έστελνε κατευθείαν στα μάτια μου: Τέτοια φαινόμενα δεν ήταν ασυνήθιστα. Όταν η Σελήνη βρίσκεται στο δεύτερο τέταρτο, οι παρατηρητές στη Γη διακρίνουν κάποιες φορές τις μεγάλες οροσειρές του Oceanus Procellarum να ιριδίζουν ασπρογάλανες, καθώς το φως αντανακλάται στις πλαγιές τους και ταξιδεύει από κόσμο σε κόσμο. Όμως ήμουν περίεργος να μάθω τί είδους πέτρωμα μπορούσε να λάμπει τόσο έντονα εκεί ψηλά. Έτσι, ανέβηκα στο παρατηρητήριο και έστρεψα το τηλεσκόπιο των δέκα εκατοστών προς τη δύση.

Είδα αρκετά ώστε η περιέργεια μου ν’ αυξηθεί ακόμα περισσότερο. Διαυγείς στο οπτικό πεδίο μου, οι βουνοκορφές έμοιαζαν ν’ απέχουν μόλις οκτακόσια μέτρα, αλλά αυτό που αντανακλούσε το φως του ήλιου ήταν πολύ μικρό για να το διακρίνω. Ωστόσο έμοιαζε να διαθέτει μία περίεργη συμμετρία, ενώ η κορυφή στην οποία βρισκόταν ήταν αλλόκοτα επίπεδη. Έμεινα να κοιτάζω ώρα πολλή το λαμπερό αίνιγμα, προσπαθώντας να εκμηδενίσω την απόσταση με το βλέμμα μου, μέχρι που η μυρωδιά καμένου από το μαγειρείο με ειδοποίησε ότι τα λουκάνικα που προορίζονταν για το πρωινό μας είχαν ταξιδέψει τετρακόσιες χιλιάδες χιλιόμετρα μάταια.

Όλο εκείνο το πρωινό διασχίζαμε τη Mare Crisium διαφωνώντας, ενώ τα δυτικά όρη υψώνονταν όλο και πιο ψηλά στον ουρανό. Ακόμη και όταν ερευνούσαμε την περιοχή με τις διαστημικές στολές μας, η συζήτηση συνεχιζόταν από τον ασύρματο. Ήταν απολύτως βέβαιο, υποστήριζαν οι σύντροφοί μου, ότι δεν είχε υπάρξει ποτέ κανένα έλλογο πλάσμα στη Σελήνη. Τα μοναδικά όντα που έζησαν εκεί ήταν μερικά πρωτόγονα φυτά και οι ελαφρώς λιγότερο εκφυλισμένοι προγονοί τους.

Αυτό το ήξερα κι εγώ πολύ καλά, όμως έρχονται στιγμές που ένας επιστήμονας δεν πρέπει να φοβάται να γελοιοποιηθεί. «Ακούστε» είπα τελικά «εγώ θα πάω εκεί, τουλάχιστον για να ικανοποιήσω την περιέργεια μου. Το βουνό έχει ύψος το πολύ τρεισήμισι χιλιάδες μέτρα, δηλαδή μόλις εξακόσια μέτρα με γήινη βαρύτητα, και μπορώ να ολοκληρώσω τη διαδρομή σε είκοσι ώρες. Έτσι κι αλλιώς, πάντα ήθελα ν’ ανέβω σ’ αυτούς τους λόφους, και αυτό μου δίνει την τέλεια δικαιολογία».

«Αν δεν σπάσεις το σβέρκο σου» είπε ο Γκάρνετ «θα γίνεις περίγελος της αποστολής όταν γυρίσουμε στη Βάση. Αυτό το βουνό από δω και πέρα πιθανότατα θα λέγεται Μωρία του Γουίλσον».

«Δεν θα σπάσω το σβέρκο μου» είπα αποφασιστικά. «Ποιος ήταν ο πρώτος που ανέβηκε στο Πίκο και τον Ελικώνα;»

«Δεν ήσουν λίγο νεότερος τότε;» ρώτησε χαμηλόφωνα ο Λούις.

«Αυτό» είπα περήφανα «είναι ένας λόγος παραπάνω για να πάω».

Πέσαμε για ύπνο νωρίς εκείνη τη νύχτα, αφού οδηγήσαμε το ερπυστριοφόρο σε απόσταση οκτακοσίων μέτρων από το ακρωτήριο. Ο Γκάρνετ θα ερχόταν μαζί μου το πρωί· ήταν καλός ορειβάτης και παλιότερα με είχε συνοδεύσει σε πολλές τέτοιες εξορμήσεις. Ο οδηγός μας ήταν περιχαρής που τον αφήσαμε να προσέχει το όχημα.

Με την πρώτη ματιά εκείνοι οι γκρεμοί έμοιαζαν τελείως κάθετοι, αλλά για οποιονδήποτε πεπειραμένο ορειβάτη η αναρρίχηση είναι εύκολη σε έναν κόσμο που καθετί ζυγίζει το ένα δέκατο έκτο του κανονικού του βάρους. Ο πραγματικός κίνδυνος στη σεληνιακή ορειβασία είναι η υπερβολική αυτοπεποίθηση· μία πτώση από ύψος διακοσίων μέτρων στη Σελήνη μπορεί να σε σκοτώσει τόσο αποτελεσματικά όσο και μία πτώση από τα τριάντα μέτρα στη Γη.

Κάναμε την πρώτη στάση σε έναν πλατύ βράχο που βρισκόταν περίπου χίλια διακόσια μέτρα πάνω από την πεδιάδα. Η αναρρίχηση δεν ήταν δύσκολη, όμως είχα πιαστεί από την ασυνήθιστη προσπάθεια και χάρηκα για το διάλειμμα. Το ερπυστριοφόρο φαινόταν ακόμα, ένα μικροσκοπικό μεταλλικό έντομο στους πρόποδες του γκρεμού, κι αναφέραμε την πρόοδό μας στον οδηγό πριν συνεχίσουμε την ανάβαση.

Ώρα με την ώρα ο ορίζοντας διευρυνόταν και μπορούσαμε να δούμε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της πλατιάς πεδιάδας. Βλέπαμε πια σε βάθος ογδόντα χιλιομέτρων στη Mare, ενώ διακρίναμε ακόμη και τις βουνοκορφές στην απέναντι ακτή, που απείχε πάνω από εκατόν εξήντα χιλιόμετρα. Ελάχιστες από τις μεγάλες σεληνιακές πεδιάδες είναι τόσο ομαλές όσο η Mare Crisium, και μπορούσαμε σχεδόν να φανταστούμε ότι τρία χιλιόμετρα κάτω από τα πόδια μας απλωνόταν μία θάλασσα από νερό και όχι από βράχια. Μόνο ένα σύνολο κρατήρων κοντά στον ορίζοντα διέλυαν την ψευδαίσθηση.

Δεν διακρίναμε ακόμα το στόχο μας πάνω από την προεξοχή του βουνού και προσανατολιζόμασταν με χάρτες, χρησιμοποιώντας τη Γη ως οδηγό. Ανατολικά από μας ο ασημένιος πλανήτης μας κρεμόταν χαμηλά πάνω από την πεδιάδα, ήδη στο πρώτο τέταρτό του. Ο Ήλιος και τα άστρα θα παρέλαυναν αργά στον ουρανό και θα χάνονταν από το οπτικό μας πεδίο, όμως η Γη θα ήταν πάντα εκεί, στην προκαθορισμένη θέση της, γεμίζοντας και αδειάζοντας καθώς περνούσαν οι εποχές και τα χρόνια. Σε δέκα μέρες θα ήταν ένας εκτυφλωτικός δίσκος που θα έλουζε αυτούς τους βράχους με την ακτινοβολία της τα μεσάνυχτα, πενήντα φορές λαμπρότερη από την πανσέληνο. Όμως έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα βουνά πολύ πριν από τη νύχτα, αλλιώς θα μέναμε ανάμεσά τους για πάντα.

Οι στολές μας ήταν δροσερές, αφού οι μονάδες ψύξης πολεμούσαν τον καυτό Ήλιο και απομάκρυναν τη θερμότητα του σώματός μας όταν αυτή ανέβαινε από την προσπάθεια. Μιλούσαμε ελάχιστα μεταξύ μας, μόνο για να δώσουμε οδηγίες σχετικά με την ανάβαση και για να συζητήσουμε την καλύτερη διαδρομή. Δεν ξέρω τί σκεφτόταν ο Γκάρνετ, μάλλον ότι αυτό ήταν το πιο τρελό πράγμα που είχε κάνει ποτέ. Σχεδόν συμφωνούσα μαζί του, αλλά η χαρά της αναρρίχησης, η γνώση ότι κανένας άνθρωπος δεν είχε περάσει ποτέ από δω, καθώς και η ευφορία που μου προκαλούσε η ολοένα και πιο πλατιά θέα ήταν αρκετή ανταμοιβή για μένα.

Δεν νομίζω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα όταν αντίκρισα μπροστά μας τον πέτρινο τοίχο που είχα διακρίνει με το τηλεσκόπιο από απόσταση πενήντα χιλιομέτρων. Γινόταν επίπεδος περίπου δεκαπέντε μέτρα ψηλότερα κι εκεί, στο πλάτωμα, βρισκόταν το αντικείμενο που με είχε κάνει να διασχίσω την ερημιά για να έρθω ως εδώ. Ήταν, σχεδόν σίγουρα, κάποιος ογκόλιθος που είχε κοπεί αιώνες πριν από κάποιον μετεωρίτη και οι επιφάνειές του ακόμα γυάλιζαν σ’ αυτή την άφθαρτη αμετάβλητη σιωπή.

Ο επίπεδος βράχος δεν είχε προεξοχές από τις οποίες θα μπορούσαμε να κρατηθούμε, γι’ αυτό και έπρεπε να χρησιμοποιούμε γάντζους. Τα κουρασμένα χέρια μου έμοιαζαν να δυναμώνουν ξανά καθώς στριφογύριζα το τριπλό μεταλλικό άγκιστρο πάνω από το κεφάλι μου και το εκτόξευα ψηλά, προς τα άστρα. Την πρώτη φορά ξεκόλλησε και έπεσε αργά πίσω όταν τραβήξαμε το σχοινί. Με την τρίτη προσπάθεια τα άγκιστρα στερεώθηκαν γερά και δεν μετακινήθηκαν ακόμη και όταν κρεμαστήκαμε και οι δυο μας από το σχοινί.

Ο Γκάρνετ με κοίταξε με αγωνία. Έβλεπα ότι ήθελε να πάει πρώτος, αλλά του χαμογέλασα μέσα από το γυαλί του κράνους μου και κούνησα το κεφάλι. Αργά, με το πάσο μου, άρχισα την τελική ανάβαση. Ακόμη και με τη στολή μου ζύγιζα μόλις δεκαοχτώ κιλά, έτσι ανέβηκα τραβώντας με τα χέρια, χωρίς να μπω στον κόπο να χρησιμοποιήσω τα πόδια μου. Στο χείλος κοντοστάθηκα και κούνησα το χέρι στο σύντροφό μου, ύστερα σκαρφάλωσα και στάθηκα όρθιος, κοιτώντας ευθεία μπροστά.

Πρέπει να καταλάβετε ότι, μέχρι εκείνη τη στιγμή, ήμουν σχεδόν πεπεισμένος ότι δεν επρόκειτο να βρω τίποτε περίεργο ή ασυνήθιστο. Σχεδόν, αλλά όχι απόλυτα· αυτή η βασανιστική αμφιβολία με ωθούσε προς τα μπρος. Λοιπόν, αμφιβολία δεν υπήρχε πια, αλλά τα βάσανα τώρα άρχιζαν.

Στεκόμουν σε ένα πλάτωμα με διάμετρο περίπου τριάντα μέτρα. Κάποτε ήταν λείο -υπερβολικά λείο για να είναι φυσικό- αλλά με το πέρασμα αμέτρητων αιώνων η επιφάνειά του είχε σημαδευτεί από την πτώση μετεώρων. Είχε λειανθεί ώστε να στηρίζει μία γυαλιστερή κατασκευή όμοια με πυραμίδα, με ύψος διπλάσιο από του ανθρώπου, που ήταν τοποθετημένη στο βράχο σαν τεράστιο πολυεπίπεδο πετράδι.

Δεν νομίζω ότι αισθάνθηκα οτιδήποτε εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα. Ύστερα ένιωσα την καρδιά μου να φουσκώνει και να γεμίζει με μία παράξενη απερίγραπτη χαρά. Γιατί αγαπούσα τη Σελήνη και τώρα ήξερα ότι τα βρύα του Αρίσταρχου και του Ερατοσθένη δεν ήταν η μοναδική μορφή ζωής που είχε γεννήσει στα νιάτα της. Το παλιό αμφισβητούμενο όνειρο των πρώτων εξερευνητών ήταν αληθινό. Τελικά είχε υπάρξει σεληνιακός πολιτισμός – κι εγώ ήμουν ο πρώτος που τον ανακάλυπτε. Δεν μ’ ενοχλούσε καθόλου που είχα αργήσει γύρω στα εκατό εκατομμύρια χρόνια· μου αρκούσε που βρισκόμουν εδώ.

Ο νους μου άρχισε να λειτουργεί κανονικά, να αναλύει και να θέτει ερωτήματα. Ήταν ένα κτίριο, ένας βωμός – ή κάτι για το οποίο η γλώσσα μας δεν είχε όνομα; Αν ήταν κτίριο, τότε γιατί είχε χτιστεί σε ένα τόσο απρόσιτο σημείο; Αναρωτήθηκα μήπως ήταν ναός, και φαντάστηκα τους πιστούς κάποιας παράξενης θρησκείας να προσεύχονται μάταια στους θεούς τους για να τους προστατέψουν, καθώς η ζωή στράγγιζε από τη Σελήνη μαζί με τους ωκεανούς. Έκανα καμιά δεκαριά βήματα μπροστά για να εξετάσω το αντικείμενο καλύτερα, όμως το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με εμπόδισε να πλησιάσω πολύ κοντά. Διέθετα κάποιες γνώσεις αρχαιολογίας και έτσι προσπάθησα να μαντέψω το επίπεδο του πολιτισμού των πλασμάτων που είχαν λειάνει το βουνό και είχαν κατασκευάσει τις αστραφτερές κατοπτρικές επιφάνειες που ακόμα θάμπωναν τα μάτια μου.

Θα μπορούσαν να το είχαν κάνει οι Αιγύπτιοι, σκέφτηκα, αν οι εργάτες τους διέθεταν τα παράξενα υλικά που είχαν χρησιμοποιήσει αυτοί οι κατά πολύ αρχαιότεροι αρχιτέκτονες. Το αντικείμενο ήταν τόσο μικρό που δεν μου πέρασε από το μυαλό ότι μπορεί να ήταν το δημιούργημα μίας φυλής πιο εξελιγμένης από τη δική μου. Και μόνο η ιδέα ότι κάποτε στη Σελήνη είχαν ζήσει ευφυή όντα ήταν πολύ συγκλονιστική για να τη χωνέψω και η περηφάνια μου δεν με άφηνε να κάνω το τελευταίο ταπεινωτικό βήμα.

Ύστερα πρόσεξα κάτι που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκωθούν όρθιες – κάτι τόσο κοινότοπο και αθώο που πολλοί δεν θα το είχαν προσέξει καθόλου. Έχω ήδη αναφέρει ότι το πλάτωμα ήταν σημαδεμένο από μετέωρα. Ήταν επίσης σκεπασμένο από αρκετά εκατοστά της κοσμικής σκόνης η οποία καταλήγει στην επιφάνεια κάθε κόσμου που δεν διαθέτει ανέμους για να την παρασύρουν μακριά. Ωστόσο η σκόνη και οι αμυχές από τα μετέωρα σταματούσαν απότομα σε έναν πλατύ κύκλο γύρω από τη μικρή πυραμίδα, σαν ένα αόρατο τείχος να την προστάτευε από τις επιθέσεις του χρόνου και τον αργό, αδυσώπητο βομβαρδισμό από το διάστημα.

Κάποιος φώναξε στ’ ακουστικά μου και συνειδητοποίησα ότι ο Γκάρνετ με καλούσε εδώ και κάμποση ώρα. Έφτασα με ασταθές βήμα στην άκρη του γκρεμού και του έγνεψα να έρθει, καθώς δεν εμπιστευόμουν τη φωνή μου. Ύστερα επέστρεψα στον κύκλο που είχε σχηματιστεί πάνω στη σκόνη. Σήκωσα από κάτω ένα σπασμένο κομμάτι βράχου και το πέταξα απαλά προς το λαμπερό αίνιγμα. Αν το χαλίκι είχε εξαφανιστεί συναντώντας το αόρατο φράγμα δεν θα είχα εκπλαγεί, αλλά φάνηκε να χτυπά μία λεία ημισφαιρική επιφάνεια και να γλιστρά αργά στο έδαφος.

Ήξερα τότε ότι αντίκριζα κάτι που δεν είχε όμοιο του στην ιστορία της φυλής μου. Αυτό δεν ήταν κτίριο, αλλά ένα μηχάνημα που προστάτευε τον εαυτό του με δυνάμεις που αψηφούσαν την αιωνιότητα. Αυτές οι δυνάμεις, ότι κι αν ήταν, βρίσκονταν ακόμα σε λειτουργία και ίσως ήδη να είχα πλησιάσει υπερβολικά. Σκέφτηκα όλες τις ακτινοβολίες που ο άνθρωπος είχε τιθασεύσει τον περασμένο αιώνα. Θα μπορούσα να είμαι τόσο αναπόφευκτα καταδικασμένος όσο κι αν είχα παραβιάσει τη θανατηφόρα, σιωπηλή αύρα ενός ατομικού αντιδραστήρα.

Θυμάμαι ότι στράφηκα τότε προς τον Γκάρνετ, που είχε πλησιάσει και στεκόταν ακίνητος δίπλα μου. Φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται την παρουσία μου. Έτσι, δεν τον ενόχλησα, αλλά περπάτησα ως την άκρη του γκρεμού, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Εκεί, χαμηλά, απλωνόταν η Mare Crisium -Θάλασσα των Κρίσεων, πραγματικά- αλλόκοτη για τους περισσότερους ανθρώπους, αλλά καθησυχαστικά οικεία για μένα.

Σήκωσα το βλέμμα προς το φωτισμένο ημισφαίριο της Γης, που ξεκουραζόταν στο λίκνο των άστρων, και αναρωτήθηκα τί κάλυπταν τα νέφη της όταν αυτοί οι άγνωστοί αρχιτέκτονες είχαν ολοκληρώσει το οικοδόμημα τους. Ήταν οι πνιγηρές ζούγκλες του Λιθανθρακοφόρου, η γυμνή ακτή στην οποία τα πρώτα αμφίβια έπρεπε να συρθούν για να κατακτήσουν την ξηρά – ή, ακόμα παλιότερα, η ατέλειωτη μοναξιά πριν από την έλευση της ζωής;

Μη με ρωτήσετε γιατί δεν μάντεψα την αλήθεια νωρίτερα – την αλήθεια που τώρα μοιάζει τόσο προφανής. Μέσα στον αρχικό ενθουσιασμό για την ανακάλυψή μου είχα υποθέσει ότι αναμφίβολα αυτή η κρυσταλλική οπτασία είχε κατασκευαστεί από κάποια φυλή κατά το μακρινό παρελθόν της Σελήνης. Αίφνης όμως, και με συγκλονιστική δύναμη, ήρθε η σκέψη ότι η πυραμίδα ήταν τόσο ξένη στη Σελήνη όσο κι εγώ.

Στη διάρκεια είκοσι ετών δεν είχαμε εντοπίσει κανένα ίχνος ζωής, εκτός από ελάχιστα εκφυλισμένα φυτά. Κανένας σεληνιακός πολιτισμός, όπως κι αν εξαφανίστηκε, δεν ήταν δυνατόν να είχε αφήσει μόνο ένα ενθύμιο της ύπαρξης του.

Κοίταξα ξανά τη λαμπερή πυραμίδα και μου φάνηκε ακόμα πιο μακρινή από οτιδήποτε είχε σχέση με τη Σελήνη. Ξαφνικά ένιωσα να με κατακλύζει ένα ανόητο υστερικό γέλιο, που το είχαν προκαλέσει ο ενθουσιασμός και η κούραση. Είχα φανταστεί ότι η μικρή πυραμίδα μού μιλούσε και έλεγε: «Συγνώμη, κι εγώ ξένη είμαι εδώ».

Χρειαστήκαμε είκοσι χρόνια για να παραβιάσουμε την αόρατη ασπίδα και να φτάσουμε στο μηχανισμό που έκρυβαν εκείνα τα κρυστάλλινα τείχη. Ό,τι δεν κατανοούσαμε το υποτάξαμε τελικά με τη βάρβαρη δύναμη της ατομικής ενέργειας, και κάποια στιγμή αντίκρισα θρυμματισμένο το υπέροχο αστραφτερό αντικείμενο που είχα βρει εκεί ψηλά στο βουνό.

Δεν έχει κανένα νόημα για μας. Ο μηχανισμός – αν όντως είναι μηχανισμός- της πυραμίδας ανήκει σε μία τεχνολογία που βρίσκεται πολύ μακριά από τον ορίζοντά μας, ίσως στην τεχνολογία των παραφυσικών δυνάμεων.

Το μυστήριο μάς βασανίζει ακόμα περισσότερο τώρα που έχουμε φτάσει στους άλλους πλανήτες και ξέρουμε ότι μόνο η Γη φιλοξένησε κάποτε έλλογα όντα. Και κανένας χαμένος πολιτισμός από το δικό μας κόσμο δεν θα μπορούσε να είχε κατασκευάσει αυτό το μηχανισμό, καθώς το πάχος της μετεωρικής σκόνης στο πλάτωμα μάς έδωσε τη δυνατότητα να υπολογίσουμε την ηλικία του. Τοποθετήθηκε εκεί, πάνω στο βουνό του, πριν βγει οποιαδήποτε μορφή ζωής από τις θάλασσες της Γης.

Όταν ο κόσμος μας είχε τη μισή από τη σημερινή του ηλικία, κάτι από τα άστρα διέσχισε το ηλιακό σύστημα, άφησε αυτό το ενθύμιο της παρουσίας του και έφυγε ξανά. Μέχρι που τη στιγμή που τον καταστρέψαμε, ο μηχανισμός συνέχιζε να εξυπηρετεί το σκοπό των κατασκευαστών του· και όσον αφορά αυτό το σκοπό, να τί πιστεύω:

Σχεδόν εκατό χιλιάδες εκατομμύρια άστρα ταξιδεύουν μέσα στο γαλαξία και, πολύ καιρό πριν άλλες φυλές στους κόσμους άλλων ήλιων πρέπει να έφτασαν και να ξεπέρασαν το στάδιο εξέλιξης στο οποίο βρισκόμαστε εμείς. Φανταστείτε αυτούς τους πολιτισμούς, πολύ πίσω στο χρόνο, όταν η λάμψη της δημιουργίας άρχιζε ν’ αργοσβήνει, αφέντες ενός σύμπαντος τόσο νέου, ώστε η ζωή είχε εμφανιστεί μόνο σε ελάχιστους κόσμους. Η μοναξιά τους πρέπει να ήταν αφάνταστη – η μοναξιά των Θεών που ατενίζουν το άπειρο και δεν συναντούν κανέναν για να μοιραστούν τις σκέψεις τους.

Πρέπει να έψαξαν στα σμήνη των άστρων, όπως ψάξαμε κι εμείς στους πλανήτες. Παντού θα υπήρχαν κόσμοι, αλλά θα ήταν άδειοι ή κατοικημένοι από πλάσματα που σέρνονταν στο χώμα χωρίς ίχνος λογικής σκέψης. Έτσι ήταν και η Γη μας, όπου ο καπνός των μεγάλων ηφαιστείων ακόμα σκέπαζε τους ουρανούς, όταν εκείνο το πρώτο σκάφος των λαών από την απαρχή του χρόνου ξεπρόβαλλε από την άβυσσο πέρα από τον Πλούτωνα. Διέσχισε τους παγωμένους εξωτερικούς πλανήτες, γνωρίζοντας ότι η ζωή δεν θα μπορούσε να παίζει κανένα ρόλο στη μοίρα τους, και στάθηκε ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, που απολάμβαναν τη θαλπωρή του Ήλιου και περίμεναν ν’ αρχίσει η ιστορία τους.

Αυτοί οι ταξιδιώτες πρέπει να κοίταξαν τη Γη, που περιφερόταν με ασφάλεια στη στενή ζώνη ανάμεσα στη φωτιά και τον πάγο, και να μάντεψαν ότι ήταν το αγαπημένο από τα παιδιά του Ήλιου. Εδώ, στο μακρινό μέλλον, θα υπήρχαν ευφυή όντα· αλλά είχαν ακόμα αμέτρητα άστρα μπροστά τους και μπορεί να μην ξαναπερνούσαν ποτέ από δω.




Έτσι, άφησαν ένα φρουρό, έναν από τα εκατομμύρια που διασκόρπισαν σε όλο το σύμπαν για να παρακολουθούν κάθε κόσμο που έκρυβε την υπόσχεση της ζωής. Ήταν ένας πομπός, που εδώ και τόσους αιώνες συνέχιζε να στέλνει υπομονετικά το μήνυμα ότι κανείς δεν τον είχε ανακαλύψει.

Ίσως καταλαβαίνετε τώρα γιατί η κρυσταλλική πυραμίδα τοποθετήθηκε στη Σελήνη και όχι στη Γη. Οι κατασκευαστές της δεν ενδιαφέρονταν για φυλές που ακόμα προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το στάδιο της βαρβαρότητας. Θα τους απασχολούσε ο πολιτισμός μας μόνο αν αποδεικνύαμε την ικανότητά μας να επιβιώνουμε – διασχίζοντας το διάστημα και ξεφεύγοντας από τη Γη, το λίκνο μας. Αυτή είναι η πρόκληση που όλες οι ευφυείς φυλές πρέπει κάποτε ν’ αντιμετωπίσουν, αργά ή γρήγορα. Είναι μία διπλή πρόκληση, καθώς εξαρτάται από την κατάκτηση της ατομικής ενέργειας και την τελική επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.

Αφού ξεπεράσαμε αυτή την κρίση, ήταν πια θέμα χρόνου να βρούμε την πυραμίδα και να την παραβιάσουμε. Τώρα το σήμα της έχει σιωπήσει και εκείνοι που έχουν αναλάβει αυτό το καθήκον θα στρέψουν το ενδιαφέρον τους προς τη Γη. Ίσως θέλουν να βοηθήσουν το νεαρό πολιτισμό μας. Όμως πρέπει να είναι πολύ-πολύ ηλικιωμένοι και οι ηλικιωμένοι συχνά ζηλεύουν παθολογικά τους νέους.

Δεν μπορώ πια να κοιτάξω το γαλαξία χωρίς ν’ αναρωτηθώ από ποιο αχνό νεφέλωμα θα έρθουν οι απεσταλμένοι. Συγχωρέστε μου την κοινότοπη παρομοίωση, αλλά νομίζω ότι σπάσαμε το τζάμι του συναγερμού πυρκαγιάς και τώρα δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε.

Δεν νομίζω ότι θα περιμένουμε πολύ.



Arthur Charles Clarke ,  1948




Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2020

Ντέλια Έλενα Σαν Μάρκο



Αποχαιρετιστήκαμε σε μια γωνία της Πλατείας Όνσε.


Από το απέναντι πεζοδρόμιο, ξανακοίταξα. Στραφήκατε και με αποχαιρετήσατε με το χέρι.
Ένα ποτάμι οχήματα κι ο κόσμος έτρεχε ανάμεσά μας. Ήταν μία μέρα οποιαδήποτε, πέντε το απόγευμα. Πώς να ήξερα πως εκείνο το ποτάμι ήταν ο θλιβερός Αχέροντας, ο ανυπέρβλητος;
Δεν ιδωθήκαμε πια κι ένα χρόνο μετά είχατε πεθάνει.


Κι έτσι ψάχνω αυτή την ανάμνηση, την κοιτάζω και σκέφτομαι πως ήταν φενάκη, πως πίσω απ’ τον κοινότοπο αποχαιρετισμό υπήρχε ο απέραντος χωρισμός.


Χθες τη νύχτα, δε βγήκα έξω μετά το φαγητό, και ξαναδιάβασα, μήπως και καταλάβω αυτά τα πράγματα, την τελευταία διδασκαλία που ο Πλάτων αποδίδει στο δάσκαλό του. Διάβασα πως η ψυχή μπορεί να δραπετεύσει όταν η σάρκα πεθαίνει.
Και τώρα δεν ξέρω αν η αλήθεια είναι με το μέρος της μεταγενέστερης καταχθόνιας ερμηνείας ή με τον αθώο αποχαιρετισμό.
Γιατί, αν οι ψυχές δεν πεθαίνουν, δεν πρέπει να δίνουν έμφαση στους αποχαιρετισμούς τους.
Όταν οι άνθρωποι αποχαιρετιούνται, είναι σαν να αρνιούνται τον αποχωρισμό, είναι σαν να λένε, Σήμερα παίζουμε τον αποχωρισμό, αλλά τα ξαναλέμε αύριο.
Επινόησαν τον αποχαιρετισμό, γιατί κατά κάποιον τρόπο ξέρουν πως είναι αθάνατοι παρόλο που θεωρούν τον εαυτό τους τυχαίο και εφήμερο.



Ντέλια: κάποτε θα ξαναπιάσουμε (πλάι σε ποιο ποτάμι;) αυτόν τον αβέβαιο διάλογο και θα αναρωτηθούμε αν ποτέ, σε κάποια πόλη που χανόταν μέσα σε μία πεδιάδα, υπήρξαμε ο Μπόρχες και η Ντέλια.




J. L. Borges, από τη συλλογή «Ο Ποιητής»: Άπαντα τα Πεζά ΙΙ, Εκδ. ΠΑΤΑΚΗΣ.


Φωτο : Ευγενία Κουμαντάρου