Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

Ιαβέρης: “Είμαστε μια χώρα ηλιθίων…”

1) Ξέρετε με πόσα χιλιόμετρα έπεσε πάνω στην κολώνα της μπασκέτας ο μπασκετμπολίστας Μπόμπαν Γιάνκοβιτς; Ε; Με τέσσερα (4) χιλιόμετρα την ώρα. Και έμεινε ανάπηρος, παραπληγικός. Όταν λοιπόν το παιδί σας στέκεται λυμένο και όρθιο ανάμεσα στα δύο μπροστινά καθίσματα και φρενάρετε ή τρακάρετε με περισσότερα από 4 χ.α.ω., ξέρετε τί είναι πιθανό να γίνει; Και πόσο συχνά πάτε με 4 χ.α.ω.; Και πόσο συχνά ο απέναντί σας πάει επίσης με 4 χ.α.ω.;

2) Όταν ένα ΙΧ κινείται με 50 χ.α.ω. και τρακάρει σε σταθερό σημείο (κολώνα) ξέρετε με πόση δύναμη θα σκάσει ο επιβάτης που δε φοράει ζώνη στο ταμπλώ; Με δύναμη 3 τόνων. Μπορείτε εσείς να σηκώσετε 3 τόνους; Ο Πύρρος Δήμας σηκώνει κάπου 240 κιλά... Είμαστε λοιπόν τόσο ηλίθιοι; Ναι είμαστε. Αλλά αν ρωτήσεις γύρω σου, όλοι πιστεύουν ότι ξέρουν να "οδηγάνε". Ρε δεν πάμε στο διάολο, λέω εγώ .

3) Όταν οι πίσω επιβάτες δε φοράνε ζώνη ασφαλείας (αλήθεια πόσοι από τους πίσω επιβάτες φοράνε ζώνη); ξέρετε με πόση δύναμη θα σκάσουν πάνω στους μπροστινούς;
Τα ίδια, με 3 τόνους. Ε, λοιπόν τί νόημα έχει να φοράει ο μπροστινός επιβάτης ζώνη ασφαλείας, άμα δε φοράει ο πίσω;

4) Όταν η μαμά κρατάει το αγγελούδι της στην αγκαλιά, καθισμένη στο μπροστινό κάθισμα, ξέρετε με πόση δύναμη θα το συνθλίψει πάνω στο ταμπλό, αν γίνει ατύχημα με μόλις 50 χ.α.ω.;
Ε, τώρα πια ξέρετε. Με 3 τόνους. Θα βάζατε το παιδί σας να το συνθλίψει ένα φορτηγό 3 τόνων; Οχι; Ε, γιατί το κρατάτε στην αγκαλιά; Και μή μου πείτε ότι θα το συγκρατήσετε...

5) Λέει ο Έλληνας που τα ξέρει... όλα: "Αμα δε φοράω κράνος, βλέπω καλύτερα και στο κάτω κάτω μόνο τον εαυτό μου βλάπτω". Αλήθεια; Κλαμένος και μυξωμένος, πέρα από αηδία είσαι και σκέτη τύφλα. Την τύφλα σου δε βλέπεις. Αλλά ας το δούμε και αλλιώς. Αν πηγαίνεις με 80 χ.α.ω και φας τη μέλισσα στη μούρη, δεν είναι πιθανό να προκαλέσεις ατύχημα; Και ποιός θα φταίει τότε; Βλέπεις λοιπόν που το κράνος δεν είναι μόνο "δική σου υπόθεση";

6) Έχετε δει κάποιους πιτσιρικάδες με φτιαγμένα παπιά που έχουν (για μόδα; δεν ξέρω) ημιφορεμένο το κράνος, δηλ. το ακουμπάνε μέχρι το μέτωπο, κάπως σαν την περικεφαλαία του Περικλή; Θα το έχετε δει, δε μπορεί. Το ξέρετε ότι είναι χειρότερο από το να μη φοράνε καθόλου κράνος; Κι αυτό γιατί το ακουμπισμένο σαν περικεφαλαία κράνος σε πιθανή πτώση μπορεί να τραυματίσει τον αυχένα και να είναι αυτό η αιτία που θα αφήσει τον αναβάτη ανάπηρο. Το ίδιο ισχύει και για αυτόν που φοράει μεν το κράνος του αλλά το έχει λυμένο. Άμα είσαι λοιπόν τόσο ανόητος και έχεις το κράνος για περικεφαλαία ή το έχεις λυμένο, καλύτερα χωρίς κράνος, τόνισε ο Ιαβέρης.

7) Ξέρετε ότι πολλοί γονείς προσπαθούν οι ίδιοι (εν αγνοία τους βέβαια) να στείλουν τα παιδιά τους στον τάφο; Δείτε πώς. Πραγματικό γεγονός σε ελληνικό νησί. Ο γιός συλλαμβάνεται μέσα στη νύχτα με μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού, χωρίς κράνος και χωρίς δίπλωμα από την αστυνομία. Οι αστυνομικοί παίρνουν μέσα στη νύχτα τηλέφωνο στο σπίτι του νεαρού και ειδοποιούν τους γονείς του. Το επόμενο πρωί πέφτουν από τον πατέρα τηλεφωνιές σε "παράγοντες" του τόπου και η κλήση σβήνεται και το θέμα είναι "λήξαν". Είναι όμως; Σε λίγο καιρό ο νεαρός σκοτώνεται με τη μηχανή χωρίς να φοράει κράνος. Τί έκανε ο πατέρας; Έδωσε το χείριστο παράδειγμα στο γιό του. Με τη στάση του τού είπε: "Δεν είναι κακό να οδηγούμε ενάντια στον ΚΟΚ, αρκεί να είμαστε σε θέση να μην τρώμε πρόστιμο και ποινές". Όταν ο πατέρας επιδεικνύει τη ... δύναμή του σβήνοντας την κλήση του γιού που οδηγεί χωρίς δίπλωμα, του "δείχνει" με ποιόν τρόπο πρέπει να πορεύεται στη ζωή. Γλύφοντας, παρακαλώντας και κοροϊδεύοντας τον ίδιο σου τον εαυτό και τους άλλους. Η παιδεία, επέμεινε ο Ιαβέρης, αποκτάται μέσα από το σπίτι. Το παράδειγμα των γονιών είναι το πιο ισχυρό παράδειγμα. Αλλά οι περισσότεροι γονείς είναι οι ίδιοι κάκιστα παραδείγματα.

8) Τί είναι για την ελληνική πολιτεία πιο κακό; Το να αποπειραθείς να κλέψεις λεφτά από μία τράπεζα ή το να αποπειραθείς να δολοφονήσεις κάποιον; Ε, λοιπόν πιο κακό είναι το πρώτο. Δείτε γιατί:

- Άμα σε πιάσουν να κλέβεις μια τράπεζα, θα πας κατηγορούμενος στα ποινικά δικαστήρια.

- Άμα περάσεις με κόκκινο (άρα στην ουσία άμα αποπειραθείς να σκοτώσεις κάποιον άλλο που περνάει με πράσινο) πληρώνεις πρόστιμο 700 ευρώ.

Κι άμα "τα έχεις τα φράγκα" και πληρώσεις μέσα σε 10 μέρες, σου κάνουν ΕΚΠΤΩΣΗ 50% και πληρώνεις 350 ευρώ.
Άμα πας να κλέψεις λοιπόν, πας φυλακή.
Αμα πας να σκοτώσεις, πληρώνεις και με έκπτωση. Μη γελάτε, εμάς αφορούν αυτά.

9) Αλλά η ελληνική πολιτεία έχει μακρά θητεία στην υποκρισία. Τη μέρα που ψηφιζόταν ο νέος ΚΟΚ, ένα κανάλι την είχε στήσει στην είσοδο του γκαράζ της Βουλής. Σχεδόν κανένας βουλευτής δε φορούσε ζώνη.... Και πήγαιναν να ψηφίζουν για να πάει το πρόστιμο για τη ζώνη στα 350 ευρώ! Με έκπτωση 50%, αν πληρώσεις σε 10 μέρες, βεβαίως....

10) Να πάμε και στην Ελληνική Αστυνομία; Πόσες φορές έχετε δει αστυνομικό να φοράει ζώνη ασφαλείας στο περιπολικό; Μάλλον ποτέ ή σπάνια. Δηλ. αυτός που σου δίνει πρόστιμο για μη χρήση ζώνης είναι ο ίδιος παράνομος. Τί να λέμε τώρα;

11) Ας δούμε όμως και το θέμα της συνήθειας. Κάθε μέρα σκοτώνονται περίπου 3 άνθρωποι από τροχαίο. Πλήρης απάθεια. Το θεωρούμε σαν κάτι φυσικό. Όταν όμως σκοτώθηκαν 21 παιδιά στα Τέμπη, όλοι μιλούσαν για "εθνική τραγωδία". Μα αφού σε 7 μέρες θα έχουμε πάλι συμπληρώσει άλλους 21 νεκρούς σε τροχαία! Κάθε εβδομάδα 21 άνθρωποι (νέοι ως επί το πλείστον) σκοτώνονται στους δρόμους. Αλλά είπαμε, το έχουμε ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ. Μόνο άμα είναι μαζεμένοι σε ένα τροχαίο 21 νεκροί ιδρώνει λίγο τ' αυτί μας. Αλλιώς, χεστήκαμε.

12) Αλλά ας το πάμε και παραπέρα. Πόσοι κάηκαν στις φωτιές της Πελοποννήσου το 2007; 80 άνθρωποι. Και πάλι ο κοιμισμένος στον καναπέ του Έλλην, ξύπνησε από το μόνιμο λήθαργό του και μίλησε για "εθνική τραγωδία". Οι 2.500 νεκροί κάθε χρόνο στα τροχαία τί είναι; Έχει διαφορά ένας άνθρωπος που καίγεται από έναν που σκοτώνεται σε τροχαίο; Για πείτε μου;

Και κλείνει την κουβέντα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου της Ερμούπολης ο Ιαβέρης, ζητώντας να μη χειροκροτήσουμε (γιατί τα χάλια μας δε θέλουν και χειροκρότημα) και ανακοινώνοντάς μας ένα ουσιαστικό και βαρύ σα σίδερο "Καληνύχτα σας".
Ως επίλογο θέλουμε να σας παρουσιάσουμε την καμπάνια της Αυστραλέζικης τηλεόρασης η οποία είναι απο τις πιο σκληρές που έχουμε δει.




Ιαβέρης: “Είμαστε μια χώρα ηλιθίων…”

Ο Τάσος Μαρκουίζος, πιο γνωστός ως Ιαβέρης, έχει ξεκινήσει εδώ και 20 χρόνια μια προσπάθεια να βελτιώσει την οδική συμπεριφορά όλων μας και να ευαισθητοποιήσει όσους περισσότερους συμπολίτες - συνανθρώπους του μπορεί, με μόνο στόχο την μείωση των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων, τα οποία ξεκληρίζουν καθημερινά Ελληνικές οικογένειες …τις ΔΙΚΕΣ μας οικογένειες.Έχει μοιραστεί με περισσότερους από 500.000 Έλληνες τις γνώσεις, τους προβληματισμούς και τις ανησυχίες του, δίνοντας ομιλίες (αφιλοκερδώς). Σε μια από αυτές τον συναντήσαμε και εξασφαλίσαμε μαζί του μια συνέντευξη που αξίζει όλοι να διαβάσετε και να έχετε πάντοτε στο μυαλό σας…
Είναι πάρα πολλά τα όσα είπαμε και δυστυχώς είναι λίγος ο χώρος που διαθέτουμε εδώ, οπότε εκτός από τη συνέντευξη σας προτείνω να παρευρεθείτε στο επόμενο σεμινάριο του κου Ιαβέρη όπου πραγματικά μπορεί να αλλάξετε τελείως τον τρόπο σκέψης σας…
Περισσότερα για τα προγραμματισμένα σεμινάρια θα βρείτε εδώ.
Εάν χρειαστείτε περαιτέρω πληροφορίες επικοινωνήστε μαζί μου στο email aria@fe-mail.gr

Ποια θέση έχουμε στην Ευρώπη όσον αφορά στα τροχαία ατυχήματα;
Στην Ευρώπη είμαστε στη πρώτη θέση στα τροχαία όπως νομίζω και σε οτιδήποτε μη καλό. Στον αλκοολισμό, στα ναρκωτικά, στην έλλειψη γνώσης κολύμβησης, στο ντοπάρισμα, στην διατροφή και στην παιδεία πάνω από όλα.

Τι λείπει στην Ελλάδα και δεν έχουμε παιδεία στο δρόμο; Ποιος ευθύνεται;
Δεν έχουμε παιδεία στην Ελλάδα γενικότερα.
Δεν είναι μόνο η οδική. Λείπει η παιδεία του Έλληνα η οποία αποκτάται μέσα από το σπίτι.
Στην Ευρώπη μέσω τηλεοπτικών σποτ για παράδειγμα έβαλαν μέσα σε κάθε σπίτι το σεβασμό και το φόβο για τα ατυχήματα και για το πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή μιας οικογένειας άδικα και ξαφνικά. Παράλληλα ξεκίνησε πρόγραμμα εκπαίδευσης στα σχολεία με μορφωμένους και ευαισθητοποιημένους εκπαιδευτές που επικοινωνούσαν με τα παιδιά, δεν διδάσκανε μάθημα δηλαδή, επικοινωνούσαν με πραγματική φροντίδα όπως στα παιδιά τους. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν την επισκευή δρόμων για να συγχωρούν τα μικρά λάθη των ανθρώπων. Τι εννοώ; Όταν έρχεσαι από τη Πάτρα - Κόρινθο και εγώ από το αντίθετο ρεύμα, το λάθος το δικό μου δε το συγχωρεί ο δρόμος και σε σκοτώνω και εσένα μαζί και την οικογένεια σου…
Τέλος, ενίσχυσαν την ευγενή αστυνόμευση με κουλτούρα και έχοντας ως αρχή τους την προστασία και όχι τη κατάχρηση εξουσίας που βλέπουμε εδώ. Αντιγράφοντας τους Σουηδούς, τους Γάλλους, τους Άγγλους θα μπορούσαμε έπειτα από 15 χρόνια ξεκινώντας από τώρα να αρχίσουμε να έχουμε τις πρώτες θετικές μετρήσεις και αποτελέσματα.
Εμείς είμαστε στο Α και άλλες χώρες φτάνουν στο Ω.

Μια εκπομπή στην τηλεόραση με θέματα ασφαλείας θα μείωνε πιστεύετε τον αριθμό των τροχαίων στη χώρα μας;
Θεωρώ το μεγαλύτερο όπλο που υπάρχει τη τηλεόραση. Μιλάς μέσα σε πολλούς ανθρώπους μέσα στα σπίτια τους.


Τα μεγάλα κανάλια γιατί δε δίνουν τη δέουσα προσοχή;

Τα κανάλια δεν είναι κάτι μεγάλο και απρόσωπο. Αποτελούνται από απλούς ανθρώπους καναλάρχες που είναι ανόητοι. Α-ν-ό-η-τ-ο-ι.
Δεν έχουν το νου τους δηλαδή. Ούτε τον εαυτό τους προστατεύουν, κοιτάνε μόνο πως μπορούν να αποκτήσουν περισσότερη τηλεθέαση. Κατά τη γνώμη τους δε πουλάει. Κάνουν λάθος. Δεν αντιλαμβάνονται ότι ένα κανάλι θα μπορούσε να προσφέρει κοινωνικό έργο.

Ποια θα ήταν η πρόταση σας για μείωση των ατυχημάτων; Τηλεοπτικά σποτ θα βοηθούσαν;
Θα έπρεπε όλα τα κανάλια με μια απόφαση του κράτους να παίζουν για πολλά χρόνια σποτάκια πολύ σοκαριστικά σε ώρες υψηλής τηλεθέασης. Να δείχνουν την απόλυτη δυστυχία. Να καταλάβει ο κόσμος για το ύψος της απειλής στην καθημερινότητα του.
Αλλά εδώ έχουμε τους πολιτικούς και τους διάσημους να βγαίνουν στο γυαλί πάντοτε χωρίς ζώνες και χωρίς κράνη για να δίνουν το «καλό» παράδειγμα…

Πώς θα κρίνατε τον μέσο Έλληνα οδηγό με μια λέξη;
Ηλίθιο. Ανόητο. Ζούμε σε μια χώρα ηλιθίων. Ανόητων. Δεν έχουμε νου μέσα στο κεφάλι μας κοινώς. Έχουμε κατά μέσο όρο 8 νεκρούς, 15 ανάπηρους και 100 τραυματίες κάθε μέρα… Και τι κάνουμε; Τίποτα. Πως αλλιώς θα μπορούσα να χαρακτηρίσω τον Έλληνα;
Όταν όλοι πιστεύουμε πως με 60 klm το αυτοκίνητο μας «κοκαλώνει» γιατί έχει καλά φρένα, ενώ στη πραγματικότητα χρειάζεται 60μ. για να σταματήσει…
Έχουμε γενοκτονία στην άσφαλτο. Πρόκειται για μια μάστιγα που θα κοστίσει πολύ στην Ελλάδα και όλα παραμένουν στάσιμα…


πηγή της ομιλίας :  ο Κλόουν 
και της συνέντευξης :   Εδώ

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2015

Οι χυδαίοι άνθρωποι


Οι χυδαίοι άνθρωποι βλέπουν τα ευγενικά και γεναιόφρονα αισθήματα σαν κάτι να τους λείπει, να τους λείπει η ορθότητα , άρα –να τους λείπει -, η αληθοφάνεια : όταν μιλούν γι’ αυτό , κλείνουν πονηρά το μάτι, σα να λένε: «κάποιο συμφέρον υπάρχει κρυμμένο πίσω απ' αυτό ‘ δεν μπορεί να δει κανείς τι υπάρχει μέσα σε όλα τα πράγματα», και υποψιάζονται πως το ευγενικό πλάσμα γυρεύει να κερδίσει κάτι μ ΄ έναν ελιγμό .
Όταν όμως πεισθούν , με αναμφισβήτητο τρόπο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμία εγωιστική πρόθεση , και πως περιφρονεί το μικρό κέρδος , τότε βλέπουν τον άνθρωπο αυτό σαν ένα τρελό : του δείχνουν περιφρόνηση όταν τον βλέπουν να χαίρεται και γελούν με τη λάμψη των ματιών του. Και αναρωτιούνται: «Πώς μπορεί να είναι χαρούμενος όταν πάθει κάποια ζημιά ! Πώς μπορεί να ζητά να ζημιώσει. Σίγουρα , το πάθος της ευγένειας θα είναι μπερδεμένο με κάποια αρρώστεια του λογικού !».


Τέτοιες ερωτήσεις κάνουν μέσα τους, έτσι σκέπτονται, όπως σκέπτεται κάποιος μπρος στη χαρά που αισθάνεται ένας τρελός για την έμμονη ιδέα του.


Μια χυδαία φύση αναγνωρίζεται εύκολα αν προσέξει κανείς δύο βασικά πράγματα.
Πρώτον – μια χυδαία φύση –δεν λησμονά ποτέ ποιο είναι το συμφέρον της , δεύτερον , η μανία αυτή του σκοπού του κέρδους, είναι σ’ αυτή πιο ισχυρή , παρά το βίαιο ένστικτο. Μέλημα της και αξιοπρέπεια της είναι το να μην παρασύρεται από την άλογη παρόρμηση σε άκαιρες πράξεις. Η ανώτερη φύση είναι πιο παράλογη και αυτό γιατί ο ευγενής , ο γενναιόφρων άνθρωπος υπακούει στα ένστικτα του ΄στις πιο καλές στιγμές του , σταματάει το μυαλό του.
 Ένα αρσενικό ζώο που προστατεύει τα μικρά του βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή , ή που ακολουθεί το θηλυκό στο θάνατο , την εποχή του οργασμού , δεν λογαριάζει ούτε τον κίνδυνο , ούτε καν αυτόν τον ίδιο τον θάνατο, κι ΄αυτή γιατί ακόμα η λογική του σταματά, η ευχαρίστηση που του προσφέρουν τα μικρά του ή το θηλυκό του και ο φόβος μη τύχει και τα αποχωρισθεί το κυριεύουν ολοκληρωτικά, γίνεται πιο ζώο απ’ ότι συνήθως είναι , όπως ακριβώς συμβαίνει στον ευγενικό και γενναιόφρωνα άνθρωπο. Μέσα του, ο ευγενικός άνθρωπος έχει συγκεκριμένο αριθμό αισθημάτων, είτε έλξεις είτε απωθήσεις είναι αυτές, που μιλάνε με τόση δύναμη που μπροστά τους η διάνοια δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να σωπάσει ή και να παραδοθεί και να γίνει υπηρέτης τους : η καρδιά αλλάζει θέση , ανεβαίνει στον εγκέφαλο και τότε μιλάμε για «πάθος». Βέβαια , συμβαίνει πολλές φορές να δημιουργείται ένα αντίστροφο φαινόμενο, μια αναστροφή του πάθους κατά κάποιον τρόπο, όπως πχ. Στον Φόντενελ , που κάποιος του έλεγε μια φορά τοποθετώντας του το χέρι στην καρδιά : « Αυτό που υπάρχει εκεί μέσα , φίλτατε μου , είναι και αυτό εγκέφαλος».


Στο ευγενικό ον εκείνο που περιφρονεί ο όχλος, είναι ο παραλογισμός του πάθους του , η λανθασμένη λογική του, και προπάντων όταν αυτό το πάθος αφορά αντικείμενα που η αξία τους του είναι παντελώς χιμαιρική ή αυθαίρετη. Θυμώνει πολύ με όποιον υποκύπτει στο πάθος του στομαχιού του, αλλά καταλαβαίνει την έλξη αυτής της τυραννίας’ εκείνο που δεν μπορεί να καταλάβει είναι π.χ. το πως μπορεί κάποιος να παίζει με την υγεία του και την ευτυχία του από πάθος για τη γνώση. Το γούστο των ανώτερων φύσεων στρέφεται σε πράγματα εξαιρετικά , σε πράγματα που αφήνουν αδιάφορους τους πιο πολλούς από τους άλλους ανθρώπους και που δεν φαίνονται καθόλου γοητευτικά. Η ανώτερη φύση μετρά τις αξίες σε προσωπική κλίμακα. Γενικά όμως , δεν πιστεύει πως αυτή η κλίμακα προσιδιάζει ιδιαίτερα στην καλαισθητική της ιδιοσυγκρασία. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα , εκτιμά τις προσωπικές αξίες και μή και πέφτει έτσι στην ακατανοησία και στο απραγματοποιήσιμο. Μια ανώτερη φύση είναι πολύ σπάνιο να διατηρήσει αρκετή λογική ώστε να θεωρεί και να μεταχειρίζεται τον μέτριο άνθρωπο σαν τέτοιο : γενικά πιστεύει ( μυστικά πως το πάθος της είναι σαν το πάθος όλου του κόσμου και η πίστη αυτή αποτελεί τη φλόγα της και την ευφράδεια της.


Άν οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν νιώθουν τον εαυτό τους πως θα μπορέσουν να καταλάβουν τον όχλο και να αναμετρήσουν δίκαια τον κανόνα;


Μιλάνε λοιπόν και αυτοί για τρέλλα, για έλλειψη πνεύματος ωφελιμιστικού φυσικά , και για τον «χιμαιρισμό» της ανθρωπότητας, και παραξενεύονται για το τραίνο της ζωής αυτού του ανόητου κόσμου που δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το « μόνο αναγκαίο του πράγμα ΄».
Αυτή είναι η αδικία των ευγενικών φύσεων, η αιώνια αδικία.


Aπο το βιβλίο : H ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΣΚΟΠΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ , ΦΡ.ΝΙΤΣΕ.



Read more: http://enallaktikidrasi.com/2014/05/fr-niche-eygeneia-kai-xydaiotita/#ixzz30smM843v

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Μια υπέροχη ζωή





Η ταινία Μια Υπέροχη Ζωή  (Αγγλ. It's a Wonderful Life) είναι χριστουγεννιάτικο δράμα παραγωγής 1946, σε σκηνοθεσία Φρανκ Κάπρα.

Η ταινία αποτελεί κινηματογραφική προσαρμογή του μυθιστορήματος του Φίλιπ βαν Ντόρεν Στερν με τίτλο The Greatet Gift το οποίο γράφτηκε το 1939 και δημοσιεύτηκε από το συγγραφέα το 1945. Πρόκειται για μια από τις πιο αγαπημένες ταινίες του αμερικανικού κινηματογράφου, η οποία προβάλλεται συνήθως κατά τη διάρκεια των διακοπών των Χριστουγέννων.



Πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ο Τζέιμς Στιούαρτ στο ρόλο του Τζορτζ Μπέιλι, ενός άνδρα που απαρνήθηκε τα όνειρά του προκειμένου να βοηθήσει τους άλλους. Ο Στιούαρτ πλαισιώνεται από τους Ντόνα Ριντ στο ρόλο της συζύγου του Μαίρη, Χένρι Τράβερς στο ρόλο του Κλάρενς, του φύλακα άγγελου του Τζόρτζ Μπέιλι και Λάιονελ Μπάριμορ στο ρόλο του σπαγκοραμμένου κι εκμεταλλευτή Χένρι Πόττερ που φέρνει τον Τζορτζ σε αδιέξοδο.

Παρά το γεγονός ότι η ταινία θεωρήθηκε εμπορική αποτυχία κατά την πρώτη της προβολή το 1946, λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής της και του σκληρού ανταγωνισμού, με την πάροδο των χρόνων η αξία της έλαβε αναγνώριση και πλέον θεωρείται μια από τις καλύτερες όλων των εποχών, καθώς και μια από τις κλασικότερες χριστουγεννιάτικες εορταστικές ταινίες..

Οι εισπράξεις της μαζί με τις επαναπροβολές έχουν φτάσει τα 6.3 εκατομμύρια δολάρια, διπλασιάζοντας το κόστος της παραγωγής της, ενώ τη χρονιά της προβολής της η ταινία είχε καταφέρει απλά να επιστρέψει στην εταιρία R.K.O. τα έξοδα του αρχικού προϋπολογισμού.

Όπως έγραψε ο Μαρκ Έλιοτ στη βιογραφία του 2006, με θέμα ζωή του Τζέιμς Στιούαρτ: Παρά το γεγονός ότι η ταινία δεν ήταν αποτυχημένη στο Box-Office, δεν απέφερε τα κέρδη που όλοι περίμεναν, γι' αυτό το λόγο θεωρήθηκε εμπορική αποτυχία που επιβεβαίωσε στις μεγάλες εταιρίες της εποχής, ότι ο Φρανκ Κάπρα δεν ήταν πλέον σε θέση να προσελκύσει το κοινό με τις ταινίες του, που η θεματολογία τους περνούσε πάντα σημαντικά ανθρωπιστικά μηνύματα.






Η ταινία προτάθηκε για 5 βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στην 11η θέση στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών . Έλαβε επίσης την πρώτη θέση στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου, ως η ταινία με τη μεγαλύτερη επιρροή. Το 1990 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.


Το τρέιλερ της ταινίας

Η ταινία προτάθηκε για 5 βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στην 11η θέση στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών . Έλαβε επίσης την πρώτη θέση στη λίστα του Αμερικανικού Ινστιτούτου, ως η ταινία με τη μεγαλύτερη επιρροή. Το 1990 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική. 

Και ολόκληρη η ταινία με ελληνικούς υπότιτλους,  εδώ

και εναλλακτικά  και  εδώ




Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Χρόνια μας Πολλά ..



Ο μύθος των Χριστουγέννων κρατιέται με τη βία απ'τα παράθυρα και από τις πόρτες, κρεμασμένος σε πανύψηλα κι αφιλόξενα σύγχρονα σκυθρωπά κτίρια.
Τον συντηρούν οι δραστηριότητες της αγοράς, τα συμφέροντα των εμπόρων, οι ανελεύθερες κυβερνήσεις- πλην ανατολικών- και οι ακόμη πιο ανελεύθερες θρησκευτικές οργανώσεις, τέλος, οι αστοί και οι εργατικοί, πρόσφατοι μετανάστες στην αστική τάξη, που κατ' ουσίαν κυβερνάν τον κόσμο μας, και που επιθυμούν θρησκευτικές αιτιολογίες και παραδόσεις για διασκέδαση, απόλαυση κι' αμεριμνησία.
Ούτε για τα παιδιά, δεν έμειναν τα σύμβολα ανέγγιχτα. Κι αυτά ακόμη προσπαθούν να ονειρεύονται μέσα από τις εφιαλτικές ειδικές εκπομπές της τηλεόρασης, κι απόνα σπίτι που τις μέρες αυτές, δεν έχει να προσθέσει κανένα αληθινό αγαθό, ούτε υποδομή για μια γενναία ονειροπόληση- ονειροπόληση ενός κόσμου ιδανικού, που να τον κυβερνάει ο Χριστός και οι Άγιοι του, με αρχηγό τον Αη Βασίλη.
Ιδιαίτερα στον τόπο μας, τα Χριστούγεννα γίνανε μέρες συναλλαγής και αυτοϊκανοποίησης. Ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή παράσταση.
Αν είχαμε και λίγο περισσότερο χιόνι, ώ τότες τα πράγματα θάσαν καλύτερα.

Η γέννηση του Χριστού παραμένει πια μια επέτειος άγονη και χωρίς αίσθημα. Και η Αθήνα μας, σαν καπνιστό τσουκάλι οινομαγειρείου χωρίς φωτιά και θέρμανση, ζεί την αγιότητα των ημερών, σκυθρωπά, άχαρα και κουρασμένα. Οι δρόμοι σκοτεινοί, για οικονομία βέβαια ηλεκτρισμού, αλλά φαντάζουν απείρως σκοτεινότεροι έτσι καθώς περιέχουν ολοένα και περισσότερο, αναίδεια, αναπηρία και ανανδρία.


Η δυστυχία ολοφάνερη στα μάτια των γερόντων, που φεύγουν κάθε μέρα από κοντά μας θλιμμένοι κι απροστάτευτοι, γνωρίζοντας καλά πια πως γεννήσανε, λειψούς ανθρώπους και πολύ χιόνι, που ατέλειωτα θα τους σκεπάζει στους αιώνες.
Τα κάλαντα, τα δώρα και οι αγιασμοί, δεν πείθουνε κανένα ότι προσφέρουνε αγάπη και παράδοση. Μόνο τα πρόσωπα μερικών παιδιών και μερικών γριών που περιφέρονται θλιμμένες, είναι ότι διαθέτει ο κόσμος μας, για ν' αγαπάς τις μέρες τούτες.

Κι έτσι που ο μύθος των Χριστουγέννων έγινε δίσκος τουρισμού, ζωγραφική σε λαϊκή αγορά, σύνθημα αυτοκόλλητο σε πρακτορείο Προ-Πo, βγήκανε για σεργιάνι χιλιάδες αυτοκίνητα, να πουν τα κάλαντα τα εθνικά, τα θρησκευτικά και τα καταναλωτικά. Πόσο μας ξεκουράζει αυτό το ράντισμα πετρελαίου εις τας οδούς, για να στολίσουμε το σπίτι, για να φωτογραφίσουμε το στολισμένο κέντρο της πόλης, ν' αφήσουμε τα δώρα μας στους τροχονόμους αστυνομικούς και τέλος να επιστρέψουμε κατάκοποι την μεσημβρία σπίτι μας, για το απαραίτητο και παραδοσιακό γεύμα παραμονής.


Μάνος Χατζιδάκις, Κυριακή 24 Δεκέμβρη 1978





Ο κόσμος πια δεν είναι μαγικός.
Και τα Χριστούγεννα, μια οργανωμένη μηχανή…

Έτσι ο Χριστός γεννιέται σιωπηρώς. Κανείς δεν τον αναζητά, κανείς δεν τον εσκέφτεται κι έρχεται μόνος σιωπηλός για να πεθάνει μόνος… κι αυτό τ’ αστέρι της βηθλεέμ, τι θέλει πάλι κι ήρθε ετούτη τη χρονιά…
Α! τα Χριστούγεννα, δεν είναι φέτος ούτε για τα παιδιά. Άλλωστε απέκτησαν και αυτά, χάρις στην βιομηχανικήν ανάπτυξη, μιαν εντελώς προσωπική μυθολογία που απέχει χιλιάδες μέτρα από τη μυθολογία της γέννησης του Χριστού…


Η σιωπηλή αυτή γέννηση, μέσα στον άσχετο και θορυβούντα κόσμο μας, φαντάζει ακόμα πιο ιερή και πιο σημαδιακή, από την γραφική των τυπικών χριστιανών, που εννοούν να βλέπουν τον Χριστό, Θεό απ’ τη γέννησή του, εξ αρχής, κι όχι μετά, στον θάνατο, στο τέλος, στην κατάληξή του.


Μάνος Χατζιδάκις,
Κυριακή 23 Δεκεμβρου 1979.

Από «Τα Σχόλια του Τρίτου», εκδόσεις «Εξάντας».

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Όταν δυο χέρια σμίγουν

Μίσος. Το μόνο που είχε νιώσει.
Το μόνο που μπορούσε να νιώσει. Το μόνο που ένιωθε κάθε στιγμή της ζωής του. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.
Μίσος. Στο σπίτι, στο σχολείο, στη δουλειά. Μίσος για όλους. Για τα ζευγαράκια που νομίζουν ότι ο κόσμος τους ανήκει. Για τους υπαλλήλους με το υπεροπτικό ύφος. Για τα παιδιά που χαλάνε τον κόσμο απ’ τη φασαρία. Για τους διπλανούς του στο λεωφορείο. Για τους μπροστινούς του στην ουρά του ταχυδρομείου. Για τους απέναντι. Για τους από πάνω. Για τους από κάτω.

Ό,τι παίρνεις δίνεις. Κι όταν το φαρμάκι που παίρνεις καθημερινά έχει δηλητηριάσει κάθε κομμάτι της ψυχής σου, αυτού που τέλος πάντων ονομάζουμε ψυχή, δεν σου περισσεύει καλοσύνη για κανέναν. Όσο του πριόνιζαν τα φτερά, όσο τον έσπρωχναν όλο και πιο χαμηλά να μη βλέπει
φως, τόσο μεγάλωνε το μίσος του. Ώσπου στο τέλος κάλυψε όλη την καρδιά του.
Τα βράδια σκέπαζε το κεφάλι με την κουβέρτα κι έκλαιγε σιωπηλά.
Κανείς δεν τον είχε δει να κλαίει. Αυτή ήταν η δική του μικρή νίκη. Ένα μικρό κομμάτι περηφάνιας. Ώσπου τα δάκρυα στέρεψαν. Όση αγανάκτηση, όση πίκρα, όσο μίσος κι αν ένιωθε, του ήταν αδύνατο πια να κλάψει. Περιέφερε το μίσος του στον κόσμο και προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος. Μόνος εναντίον όλων.

Alex Howitt


Εκείνη τη μέρα είχε τα γενέθλιά του. Έτσι, έκανε έναν μικρό απολογισμό. Το τηλέφωνο για ακόμη μια φορά δεν χτύπησε. Η μέρα που ήρθε στον κόσμο ήταν κάτι που κανείς δεν θυμόταν. Τουλάχιστον, ήταν ζωντανός.
Σωματικά, γιατί ψυχικά είχε πεθάνει χρόνια πριν. Προτιμούσε να μη θυμάται τι μεσολάβησε απ’ τα προηγούμενα γενέθλια. Ένας ακόμη χρόνος εξορίας απ’ τη ζωή. Θα ήταν καλύτερα λοιπόν να τριγύριζε για μερικές ώρες άσκοπα στους δρόμους της πόλης, για να μη θυμάται αυτά που τον έκαναν να μισεί.
Άνοιξε την πόρτα, βγήκε βιαστικά στον διάδρομο και την άφησε να κλείσει πίσω του. Είδε το κοριτσάκι του διπλανού διαμερίσματος να τον πλησιάζει με γρήγορα βήματα.
— Μοιάζετε με τον πατέρα μου, του είπε χαμογελώντας.
Την κοίταξε άγρια. Ε όχι να κοροϊδεύουν τη μοναξιά του και τα πιτσιρίκια.
— Αλήθεια, επέμεινε η μικρή σχεδόν απολογητικά.
— Δεν τον έχω δει ποτέ, απάντησε μετανιώνοντας για τον απότομο τρόπο του.
— Σκοτώθηκε στον πόλεμο. Στην πατρίδα μου γίνεται πόλεμος, του είπε σιγά, σαν να φοβόταν μην την ακούσουν.

Τον πήρε απ’ το χέρι. Ένιωσε πάλι την καρδιά του να χτυπάει, πάνω που είχε πιστέψει ότι δεν έχει πια καρδιά. Η ζωή του ξεκινούσε απ’ την αρχή. Το σημείο μηδέν. Ξεκίνησε ένα μακρύ ταξίδι στις αναμνήσεις του. Απαξίωση, χλευασμός, ειρωνεία, προσβολές. Κάθε φορά που  κάποιος πλησίαζε τα χέρια του προς το μέρος του, έκανε από ένστικτο ένα βήμα πίσω. Ήξερε ότι ο κόσμος είναι ζούγκλα κι ο άνθρωπος το μεγαλύτερο θηρίο. Γιατί οι άνθρωποι που είχε γνωρίσει ήταν θηρία. Ό,τι καλό θυμόταν αμυδρά απ’ τη ζωή του –ένα χαμόγελο, ένα χάδι, μια τρυφερή κουβέντα– δεν τον αφορούσε. Είχε πείσει τον εαυτό του ότι αυτά τα πράγματα ανήκουν σε έναν άλλο κόσμο, ξένο, μακρινό. Ο δικός του ήταν πολύ μικρός για να τα χωρέσει.
Τώρα, ένας άλλος άνθρωπος στεκόταν δίπλα του. Τον έπαιρνε απ’ το χέρι, για να του μάθει πράγματα που δεν είχε φανταστεί ότι υπάρχουν. Αληθινά, ανθρώπινα. Από ανθρώπους αληθινούς. Έμαθε ότι υπάρχουν κι αυτοί εκτός απ’ τα θηρία.
Μέσα σε μια στιγμή γνώρισε έννοιες που υπήρχαν γι’ αυτόν μόνο στα λεξικά, χωρίς αληθινό αντίκρισμα. Αλληλεγγύη, σεβασμός, αποδοχή. Ένιωσε ξαφνικά να ψηλώνει, μέχρι που έφτασε στο ύψος που του έπρεπε. Κατέκτησε τη θέση που του είχαν στερήσει. Άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους. Ίσος μεταξύ ίσων.
Από  εκεί ο κόσμος φαινόταν καλύτερος.

Ένα ποτάμι άρχισε να κυλάει απ’ την καρδιά του, ώσπου έφτασε στα μάτια του. Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του. Πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια. Δεν ήταν τα δάκρυα που ήξερε μέχρι τότε. Ήταν γιατί αισθανόταν κάτι πρωτόγνωρο που δεν μπορούσε να το εκφράσει με λόγια. Αυτό το ποτάμι
ήταν πολύ δυνατό. Μπορούσε να παρασύρει κάθε ασχήμια, κάθε μικρότητα.
Ό,τι κάνει τον άνθρωπο να γίνεται θηρίο.
Θυμήθηκε ότι στο σχολείο είχε μάθει ότι άνθρωπος σημαίνει «άνω θρώσκων». Αυτός δηλαδή που κοιτάει ψηλά, προς τον ουρανό.
Στην πόλη που ζούσε δύσκολα έβλεπε κανείς ουρανό.
Όμως το βράδυ θα έκανε μια προσπάθεια.
Ίσως έβλεπε τα ξεχασμένα του όνειρα να ζωντανεύουν ανάμεσα στ’ αστέρια.
Ίσως μετριάζοντας το μίσος του για τους άλλους, μάθαινε να αγαπάει τον εαυτό του.

Νίκος Σουβατζής
από τη συλλογή διηγημάτων "Αναχώρηση" 


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Ο καιρός για επανάσταση έχει περάσει..


Έχεις δίκιο, η επαναστατική παλίρροια τραβιέται και οπισθοχωρούμε σε εξελικτικές περιόδους – περιόδους κατά τις οποίες μόλις και μετά βίας αισθητές επαναστάσεις φυτρώνουν σταδιακά…
Ο καιρός για επανάσταση έχει περάσει όχι μόνο εξαιτίας των καταστροφικών γεγονότων των οποίων εμείς υπήρξαμε τα θύματα (και για τα οποία είμαστε σε κάποιο βαθμό υπεύθυνοι),
αλλά επειδή, με έντονη την απελπισία μου, έχω βρει και βρίσκω όλο και περισσότερο κάθε μέρα,
ότι δεν υπάρχει απολύτως καμία επαναστατική σκέψη, ελπίδα, ή πάθος ανάμεσα στις μάζες·
και όταν αυτές οι ιδιότητες λείπουν,
ακόμη και οι πιο ηρωικές προσπάθειες είναι καταδικασμένες να αποτύχουν και τίποτα δεν μπορεί να επιτευχθεί.

“Αυτός ο άνθρωπος
δεν γεννήθηκε κάτω από ένα συνηθισμένο άστρο,
αλλά κάτω από έναν κομήτη.”

Αλέξανδρος ΧΕΡΤΖΕΝ




Θαυμάζω την γενναία επιμονή της Jura μας και των Βέλγων συντρόφων, αυτοί οι «Τελευταίοι των Μοϊκανών» της Διεθνούς, οι οποίοι παρόλα τα εμπόδια και εν μέσω γενικής απάθειας, πεισματικά έθεσαν τους εαυτούς τους ενάντια στο ρεύμα των γεγονότων και συνεχίζουν να ενεργούν όπως έκαναν πριν τις καταστροφές, όταν το κίνημα μεγάλωνε και ακόμη και οι ελάχιστες προσπάθειες έφεραν αποτελέσματα.










Η δουλειά τους είναι ακόμη πιο αξιέπαινη στο ότι δεν θα δουν τους καρπούς των θυσιών τους· αλλά μπορούν να είναι βέβαιοι ότι η δουλειά τους δεν θα πάει χαμένη.
Τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν πάει χαμένο· λίγες σταγόνες νερού σχηματίζουν τον ωκεανό.

Όσο για τον εαυτό μου, αγαπητέ μου φίλε, είμαι πολύ γέρος, πολύ άρρωστος, και να το ομολογήσω; – πολύ απογοητευμένος, για να συμμετάσχω σε αυτήν τη δουλειά. Σίγουρα έχω συνταξιοδοτηθεί από τον αγώνα και θα περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου σε έντονη πνευματική δραστηριότητα που ελπίζω να αποδειχθεί χρήσιμη.

Ένα πάθος που με έχει απορροφήσει τώρα είναι μια ακόρεστη περιέργεια· αναγνωρίζοντας ότι το κακό έχει θριαμβεύσει και ότι δεν μπορώ να το εμποδίσω, είμαι αποφασισμένος να μελετήσω την ανάπτυξή του όσο το δυνατόν αντικειμενικότερα…

Κακόμοιρη ανθρωπότητα!
Είναι προφανές ότι μπορεί να απαλλαγεί από αυτόν το βόθρο μόνο μέσω μιας τεράστιας κοινωνικής επανάστασης. Αλλά πώς μπορεί αυτή η επανάσταση να προκύψει; Ποτέ η διεθνής αντίδραση στην Ευρώπη δεν ήταν τόσο φοβερά οργανωμένη ενάντια σε κάθε κίνημα του λαού. Η καταστολή έχει γίνει μια νέα επιστήμη που διδάσκεται συστηματικά στις στρατιωτικές σχολές όλων των χωρών.
Και για να γκρεμίσουμε αυτό το σχεδόν απόρθητο φρούριο έχουμε μόνο τις αποδιοργανωμένες μάζες.
Αλλά πώς να τις οργανώσουμε, όταν δεν νοιάζονται αυτές καν για τη δικιά τους μοίρα να γνωρίσουν ή να θέσουν σε εφαρμογή τα μόνα μέτρα που μπορεί να τις σώσουν; Απομένει η προπαγάνδα· αν και αναμφίβολα κάποιας αξίας, μπορεί να έχει πολύ μικρή επίδραση [υπό τις παρούσες συνθήκες] και αν δεν υπήρχαν άλλα μέσα χειραφέτησης, η ανθρωπότητα θα σάπιζε δέκα φορές παραπάνω προτού μπορούσε να σωθεί.

Απομένει άλλη μία ελπίδα: ο παγκόσμιος πόλεμος. Αυτά τα γιγαντιαία στρατιωτικά κράτη πρέπει αργά ή γρήγορα να καταστρέψουν το ένα το άλλο. Αλλά τι προοπτική!

15 Φεβρουαρίου 1875

Γράμμα του   Mikhail Bakunin  στον   Élisée Reclus


Πηγή και Μετάφραση: Αιχμή

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Το καλόμβι


Όταν ο Στέφανο Ρόι έκλεισε τα δώδεκα, ζήτησε από τον πατέρα του, που ήταν καπετάνιος κι είχε ένα όμορφο άρμενο, να τον πάρει μαζί του στη θάλασσα.
«Όταν μεγαλώσω» είπε «θα γίνω θαλασσινός όπως εσύ. Και θα κυβερνήσω καράβια ακόμα πιο μεγάλα και πιο όμορφα από το δικό σου».
«Ο Θεός να σ’ ευλογάει παιδί μου» απάντησε ο πατέρας. Το σκάφος έπρεπε να σαλπάρει την ίδια μέρα και ο πατέρας τον πήρε μαζί του.

Η λιακάδα ήταν υπέροχη κι η θάλασσα γαλήνια. Πρώτη φορά έμπαινε σε καράβι ο Στέφανος. Χαρούμενος τριγύριζε στην κουβέρτα και θαύμαζε τις πολύπλοκες μανούβρες με τα πανιά. Ρωτούσε τους ναυτικούς για το ένα και για το άλλο, και αυτοί του έδιναν εξηγήσεις χαμογελώντας.
Όταν έφτασε στην πρύμνη, το αγόρι στάθηκε σαστισμένο και κοίταξε κάτι, που κάθε τόσο έβγαινε στην επιφάνεια, σε απόσταση διακόσια ή τριακόσια μέτρα, στο αυλάκι του καραβιού.
Φυσούσε ένας θαυμάσιος ούριος άνεμος και το σκάφος πετούσε πάνω στο νερό. Ωστόσο εκείνο το πράγμα κρατούσε την ίδια απόσταση. Ο Στέφανος δεν καταλάβαινε τι ήταν εκείνο το πράγμα. Είχε όμως κάτι το ακαθόριστο που τον μάγευε.

Ο πατέρας δεν μπορούσε πια να δει τον Στέφανο και τον φώναξε δυνατά. Του κάκου. Τότε κατέβηκε στην κουπαστή και άρχιζε να τον ψάχνει.
«Στέφανε, τι κάνεις εκεί απολιθωμένος;» τον ρώτησε όταν επιτέλους τον είδε στην πρύμνη να ατενίζει τα κύματα.
«Μπαμπά, έλα να δεις».
Ο πατέρας πλησίασε και κοίταξε εκεί όπου έδειχνε το αγόρι, αλλά δεν μπόρεσε να δει τίποτα.
«Είναι ένα σκούρο πράγμα που κάθε τόσο ξεπροβάλλει στο αυλάκι του καραβιού και μας παίρνει ξοπίσω» είπε.
«Είμαι σαράντα χρονών» είπε ο πατέρας «μα νομίζω πως βλέπω καλά ακόμα. Ωστόσο δεν βλέπω τίποτε».
Ο γιος του επέμενε. Πήρε λοιπόν τα κιάλια και κοίταξε προσεχτικά το αυλάκι στην επιφάνεια της θάλασσας. Ο Στέφανος τον είδε να χλωμιάζει.
«Τι συμβαίνει; Γιατί είναι έτσι το πρόσωπό σου;»
«Αχ! καλύτερα να μην σε άκουγα» ξεφώνισε ο καπετάνιος. «Τώρα τρέμω για σένα. Αυτό που είδες να ξεπροβάλλει από το νερό και που μας παίρνει ξοπίσω, δεν είναι ένα πράγμα. Είναι το καλόμβι. Είναι το ψάρι που φοβούνται οι θαλασσινοί πάνω απ’ όλα, σε όλες τις θάλασσες του κόσμου. Είναι ένας τρομαχτικός και μυστηριώδης καρχαρίας, πιο πονηρός από τους ανθρώπους. Για λόγους που κανείς δεν θα τους μάθει ποτέ, διαλέγει το θύμα του και, όταν το διαλέξει, το παίρνει ξοπίσω για πολλά χρόνια, για ολόκληρη τη ζωή του, ώσπου να καταφέρει να το καταβροχθίσει. Και το παράξενο είναι πως κανείς δεν μπορεί να το διακρίνει, εξόν από το ίδιο το θύμα και τους συγγενείς του».
«Αυτά δεν είναι παραμύθια;»
«Όχι. Εγώ δεν το είχα δει ποτέ. Αλλά το αναγνώρισα αμέσως από τις περιγραφές που άκουσα τόσες φορές. Η μουσούδα του βίσονα, το στόμα που ανοιγοκλείνει συνέχεια, τα φοβερά δόντια. Στέφανε, δυστυχώς δεν χωράει αμφιβολία. Εσένα διάλεξε το καλόμβι και όσον καιρό θα ταξιδεύεις στις θάλασσες δεν θα σε αφήσει ήσυχο. Άκουσέ με: θα γυρίσομε αμέσως στη στεριά, θα κατέβεις από το καράβι και ποτέ δεν θα αφήσεις τη στεριά, για κανένα λόγο. Να μου το υποσχεθείς. Άλλωστε και στη στεριά μπορείς να κάνεις την τύχη σου».

Μόλις τα είπε αυτά, έκανε τα μπρος πίσω, γύρισε στο λιμάνι και, με την πρόφαση πως τον έπιασε ξαφνική αδιαθεσία, ξεμπάρκαρε το γιο του. Ύστερα ξανάφυγε μονάχος.

Βαθιά ταραγμένο το αγόρι έμεινε στην παραλία όσο να βουλιάξει κάτω από τον ορίζοντα και η τελευταία από τις κορφές των ξαρτιών. Πέρα από τον κόσμο που έκλεινε το λιμάνι, η θάλασσα ήταν εντελώς έρημη. Αλλά ο Στέφανος ακόνισε το βλέμμα του και κατάφερε να ξεχωρίσει μία μαύρη κουκίδα που κάθε τόσο ξεπρόβαλλε από το νερό: ήταν το «δικό» του καλόμβι, που περιπολούσε, περιμένοντάς τον με πείσμα.



Tomasz Alen Kopera


Από τότε έκαναν ό,τι μπορούσαν για να καταπνίξουν την επιθυμία του αγοριού για τη θάλασσα.
Ο πατέρας του τον έστειλε σχολείο σε μια πόλη εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα.
Ο Στέφανος ξεχάστηκε στο νέο περιβάλλον και για λίγο καιρό λησμόνησε το θαλάσσιο τέρας. Το καλοκαίρι, όμως, γύρισε στο σπίτι του για διακοπές. Το πρώτο που έκανε, μόλις βρήκε καιρό, ήταν να τρέξει στην άκρη του μώλου για έναν έλεγχο, αν και στο βάθος, το θεωρούσε περιττό. Ακόμα και αν ήταν αληθινή η ιστορία που του διηγήθηκε ο πατέρας του, σίγουρα, μετά από τόσον καιρό, το καλόμβι θα είχε εγκαταλείψει την πολιορκία.

Ο Στέφανος στάθηκε εμβρόντητος. Η καρδιά του χτυπούσε. Σε διακόσια ή τριακόσια μέτρα από το μώλο, στην ανοιχτή θάλασσα, το ζοφερό ψάρι πηγαινοερχόταν αργά, και κάθε τόσο σήκωνε τη μουσούδα του έξω από το νερό και γύριζε προς τη στεριά, σα να κοίταζε με αγωνία αν ο Στέφανος θα ’ρχόταν επιτέλους.

Έτσι, για τον Στέφανο, η σκέψη πως εκείνο το εχθρικό πλάσμα τον περίμενε μέρα νύχτα, έγινε έμμονη ιδέα. Και στη μακρινή πόλη ξυπνούσε καμιά φορά ταραγμένος μέσα στη μέση της νύχτας. Ασφαλώς δεν κινδύνευε. Από το καλόμβι τον χώριζαν εκατοντάδες χιλιόμετρα. Και όμως ήξερε πως πέρα από τα βουνά, πέρα από τα δάση, πέρα από τις πεδιάδες, τον περίμενε ο καρχαρίας. Ακόμα κι αν πήγαινε στην πιο μακρινή ήπειρο, το καλόμβι θα παραμόνευε στην πιο κοντινή όχθη, με το αδυσώπητο πείσμα που δείχνουν τα όργανα του πεπρωμένου.


Ο Στέφανος ήταν σοβαρό και πρόθυμο αγόρι. Τέλειωσε καλά το σχολείο και, μόλις ανδρώθηκε, βρήκε μια τίμια και καλοπληρωμένη δουλειά σε ένα εμπορικό γραφείο της πόλης. Στο αναμεταξύ, ο πατέρας του πέθανε από αρρώστια, η χήρα πούλησε το υπέροχο άρμενο και ο γιος κληρονόμησε μια μικρή περιουσία. Η δουλεία, οι φιλίες, οι διασκεδάσεις, οι πρώτοι έρωτες: ο Στέφανος είχε πια διαμορφώσει τη ζωή του. Ωστόσο τον έτρωγε η σκέψη του καλομβιού σα θλιβερή και συνάμα γοητευτική ψευδαίσθηση· και όσο περνούσαν οι μέρες, αντί να ατονεί, φαινόταν να γίνεται πιο επίμονη.

Πολλές χάρες έχει η φιλόπονη, άνετη και ήσυχη ζωή, αλλά μεγαλύτερη γοητεία έχει η άβυσσος. Μόλις πάτησε τα είκοσι δύο, ο Στέφανος αποχαιρέτησε τους φίλους του, παραιτήθηκε από τη δουλειά του και γύρισε στον τόπο του. Στη μητέρα του είπε πως είχε αποφασίσει για καλά να ακολουθήσει το δρόμο του πατέρα του. Η γυναίκα δεν είχε ποτέ ακούσει από τον Στέφανο για το μυστηριώδη καρχαρία και χάρηκε με την απόφασή του. Στο βάθος της καρδιάς της, πάντα ένιωθε πως ο γιος της είχε προδώσει την οικογενειακή παράδοση την ώρα που εγκατέλειψε τη θάλασσα για να γίνει στεριανός.
Και ο Στέφανος άρχισε να ταξιδεύει.
Έδειξε πως είχε τις αρετές του θαλασσινού, πως άντεχε στην κούραση, πως ήταν ατρόμητος. Ταξίδευε, όλο ταξίδευε. Και πίσω από το σκάφος του, μέρα νύχτα, με καλοσύνη ή με τρικυμία, σερνόταν το καλόμβι. Ήξερε πως αυτή ήταν η κατάρα και η καταδίκη του, αλλά γι’ αυτό ίσως να μην έβρισκε τη δύναμη να σταματήσει. Και πάνω στο πλοίο κανένας δεν έβλεπε το τέρας, εκτός από αυτόν.
«Βλέπετε τίποτε εκεί πέρα;» ρωτούσε καμιά φορά, δείχνοντας το αυλάκι του καραβιού στους συντρόφους του.
«Όχι, δεν βλέπομε τίποτα. Γιατί;»
«Δεν ξέρω. Μου φάνηκε...»
«Μήπως κατά τύχη είδες ένα καλόμβι;» έλεγαν γελώντας και χτυπούσαν ξύλο.
«Γιατί γελάτε; Γιατί χτυπάτε ξύλο;»
«Γιατί το καλόμβι είναι ζώο που δεν συγχωρεί. Και αν ποτέ αποφασίσει να πάρει ξοπίσω αυτό το καράβι, πα’ να πει πως κάποιος από μας είναι χαμένος».

Αλλά ο Στέφανος δεν τα παρατούσε. Η απειλή, που τον ακολουθούσε καταπόδι, φαινόταν να τονώνει τη θέλησή του, το πάθος του για τη θάλασσα, το θάρρος την ώρα του αγώνα και του κινδύνου.
Με τη μικρή περιουσία που του άφησε ο πατέρας του, μόλις ένιωσε πως έμαθε την τέχνη, βρήκε ένα συνεταίρο και μαζί αγόρασαν ένα μικρό ατμόπλοιο για να κάνουν μεταφορές. Αργότερα έγινε ιδιοκτήτης ολόκληρου του πλοίου. Μια σειρά από καλές δουλειές τού επέτρεψε να αποκτήσει ένα πραγματικό εμπορικό πλοίο και να ξεπερνάει όλο και πιο μεγάλους στόχους. Αλλά ούτε οι επιτυχίες, ούτε τα εκατομμύρια μπορούσαν να διώξουν από το πνεύμα του τη σκέψη που τον ενοχλούσε αδιάκοπα κι ούτε ένιωσε ποτέ τον πειρασμό να πουλήσει το πλοίο και να τραβηχτεί στη στεριά για να ασχοληθεί με άλλες δουλειές.
Τα ταξίδια, μόνο τα ταξίδια σκεφτόταν. Στο τέλος κάθε μεγάλου ταξιδιού, δεν πρόφταινε να βάλει το πόδι στη στεριά κι αμέσως τον κέντριζε η ανυπομονησία να ξαναφύγει. Ήξερε πως έξω τον περίμενε το καλόμβι, και πως το καλόμβι, ήταν συνώνυμο με την καταστροφή.
Τίποτα.

Μία ακατάσχετη παρόρμηση τον έσπρωχνε ασταμάτητα, από τον έναν ωκεανό στον άλλον.

Ώσπου μια μέρα, ξαφνικά, ο Στέφανος αντιλήφθηκε πως είχε γεράσει, πως ήταν πολύ γέρος. Κανένας γύρω του δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί επιτέλους δεν παρατούσε την καταραμένη θαλασσινή ζωή, αφού ήταν τόσο πλούσιος.

Τώρα ήταν γέροντας και πικραμένος που ξόδεψε ολάκερη τη ζωή του στην τρελή φυγή πάνω στις θάλασσες για να γλιτώσει από τον εχθρό. Αλλά γι’ αυτόν, μεγαλύτερος από τις χαρές της άνετης και ήσυχης ζωής ήταν πάντα ο πειρασμός της αβύσσου. Και ένα βράδυ, καθώς το θαυμάσιο πλοίο του ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά του λιμανιού όπου γεννήθηκε, ένιωσε πως είχε φτάσει η ώρα να πεθάνει. Φώναξε το δεύτερο καπετάνιο —του είχε μεγάλη εμπιστοσύνη— και του ζήτησε να μη φέρει αντίρρηση σ’ αυτό που ήθελε να κάνει. Εκείνος του έδωσε το λόγο του.

Με αυτή τη διαβεβαίωση, ο Στέφανος αποκάλυψε στον υποπλοίαρχο, που τον άκουγε σαστισμένος, την ιστορία του καλομβιού που δεν έπαψε να τον κυνηγάει ανώφελα εδώ και σαράντα χρόνια σχεδόν.
«Με συνόδεψε από τη μία άκρη του κόσμου στην άλλη» είπε «πιο πιστά και από τον πιο ευγενικό φίλο. Τώρα πλησιάζει ο θάνατος. Και αυτό το ίδιο θα έχει γεράσει και κουραστεί φοβερά. Δεν μπορώ να το προδώσω».

Όταν τέλειωσε, αποχαιρέτησε, έβαλε να κατεβάσουν στη θάλασσα μία βαρκούλα και μπήκε μέσα, αφού πρώτα ζήτησε να του δώσουν ένα καμάκι.
«Τώρα πάω να το συναντήσω» δήλωσε. «Δεν είναι σωστό να το γελάσω. Αλλά θα πολεμήσω με τις τελευταίες δυνάμεις που μου απομένουν».

Έφυγε. Με κόπο τραβούσε τα κουπιά. Οι αξιωματικοί και οι ναύτες τον είδαν να απομακρύνεται πάνω στη γαλήνια θάλασσα, τυλιγμένος στις σκιές της νύχτας. Στον ουρανό ήταν ένα φεγγαρίσιο δρεπάνι.
Δεν χρειάστηκε να κοπιάσει πολύ. Η φοβερή μουσούδα του καλομβιού πρόβαλε ξαφνικά στο πλευρό της βάρκας.
«Να με, δικός σου επιτέλους!» είπε ο Στέφανος. «Τώρα θα λογαριαστούμε οι δυο μας».
Και συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις που του απόμεναν, σήκωσε το καμάκι για να το χτυπήσει.
«Ου!» μουκάνισε με ικετευτική φωνή το καλόμβι.
«Πόσο δρόμο έκανα για να σε βρω. Κι εγώ δεν αντέχω πια από την κούραση. Έφευγες. Έφευγες. Και ποτέ δεν κατάλαβες τίποτα».
«Γιατί;» ρώτησε ο Στέφανος, σαν να τον είχαν αγγίξει σε πληγή.
«Δεν σ’ ακολούθησα παντού για να σε καταβροχθίσω, όπως νόμιζες. Ο βασιλιάς της θάλασσας μου ανέθεσε να σου παραδώσω τούτο».
Και ο καρχαρίας έβγαλε τη γλώσσα του και πρόσφερε στο γέροντα μια μικρή σφαίρα που φωσφόριζε.





Tomasz Alen Kopera

Ο Στέφανος την πήρε στα δάχτυλά του.
Ήταν ένα πελώριο μαργαριτάρι. Αναγνώρισε το φημισμένο Μαργαριτάρι της Θάλασσας που χαρίζει σ’ όποιον το ’χει τύχη, δύναμη, αγάπη και ψυχική γαλήνη.
Αλλά τώρα πια ήταν πολύ αργά.

«Αλίμονο!» είπε, και κούνησε λυπημένα το κεφάλι του. «Πόσο έπεσα έξω! Κατάφερα να ρημάξω τη ζωή μου: και ρήμαξα και τη δική σου».
«Αντίο, φτωχέ» αποκρίθηκε το καλόμβι. Και βούτηξε για πάντα στα μαύρα νερά.

Δύο μήνες αργότερα σπρωγμένη από το κύμα, μία βαρκούλα άραξε σε ένα απόκρημνο σκόπελο.

Την είδαν κάτι ψαράδες και πήγαν κοντά από περιέργεια. Μέσα στη βαρκούλα, ακόμα καθισμένος, ήταν ένας λευκός σκελετός: και ανάμεσα στα δάχτυλα του χεριού του κρατούσε σφιχτά μια μικρή στρογγυλή πέτρα.

--

Το καλόμβι είναι ένα πελώριο ψάρι, που έχει φοβερή θωριά. Είναι πολύ σπάνιο ψάρι. Ανάλογα με τη θάλασσα και τους ανθρώπους που κατοικούν στις ακτές της, ονομάζεται καλομπέρ, κααλούμπρα, καλόγκα, κάλου-μπάλου, τσάλουγκ-γκρα. Είναι περίεργο πως οι φυσιοδίφες δεν το αναφέρουν. Μερικοί, μάλιστα, υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει.

Dino Buzzati
(μτφ Παύλος Θερειανός)





Ο ΝΤΙΝΟ ΜΠΟΥΤΖΑΤΙ γεννήθηκε στο Μπελούνο, μια μικρή πόλη της Βόρειας Ιταλίας, στις 16 Οκτωβρίου του 1906. Σπουδάζει νομικά στο Μιλάνο (η διπλωματική του εργασία είχε σαν θέμα τη «Νομική φύση της Συμφωνίας Κράτους και Βατικανού») και πριν ακόμα τελειώσει τις σπουδές του αρχίζει τη δημοσιογραφική του καριέρα σε μια από τις μεγαλύτερες ιταλικές εφημερίδες, την ‘’Corriere della Serra’’.
Θα συνεχίσει να δουλεύει στην ίδια εφημερίδα ακόμα κι όταν θα καθιερωθεί σαν συγγραφέας, ενώ παράλληλα θα συνεχίσει να ασχολείται και με τη ζωγραφική, κάνοντας συχνά ατομικές εκθέσεις της δουλειάς του.
Η πρώτη του εμφάνιση στο λογοτεχνικό πανόραμα της Ιταλίας θα γίνει το 1933 με ένα σύντομο μυθιστόρημα, το Barnabo delle montagne. 


Ο Μπουτζάτι πέθανε ένα βροχερό απόγευμα του 1972, στο Μιλάνο.