Δευτέρα 14 Ιουλίου 2025

Το μυαλό της κότας Μ.Χατζηδάκης



 " Από την ώρα που ο Φρανκεστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει 
 μαθηματικά στη εκμηδένισή του.
Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά συνήθισε να φοβάται.

 Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ' το μυαλό της κότας. 
Απ' το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ' ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ' ένα ζώο δυνατό που βρυχάται. Τι να τους πως και πώς να τους το πω.
Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

 Η υποταγή, ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;
Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε.
Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. 

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι από τους εχθρούς.
Κι ο εχθρός  γεννιέται, δε γίνεται. Μας παρακολουθεί απ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά. Κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας 
Η μορφή του Τέρατος  είναι πολύχρωμη. 
Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα, να προφυλαχθούν από τις σκόνες , τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα, και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες .

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράστασή τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο , μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού
Χορός από τραβεστί ψάλλει τα χωρικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τα μικράς οδούς χορεύοντας συρτάκι.  

Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι' Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ' αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν αλλάξουνε συνάλλαγμα. 

 Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασσική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.
Το ερώτημα περνάει απ' τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θα αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη». Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι όταν παρουσιαζότανε η μορφή του τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπό του η μορφή του τέρατος, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

 Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος." 


Μάνος Χατζιδάκις Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978




Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Μαγδαληνή



Πίνακας Αλεξαντρ Ιβανόφ 
Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.

Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙

κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.

Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.


Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.

Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.

Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.

Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια

κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».





Ντίνος Χριστιανόπουλος  (1931-2020)

Από τη συλλογή
Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950)

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2024

"Εναντίον"



ENANTION (1987)





*Είμαι εναντίον της κάθε τιμητικής διάκρισης, απ΄ όπου και αν προέρχεται. Δεν υπάρχει πιο χυδαία φιλοδοξία, απ’ το να θέλουμε να ξεχωρίζουμε. Αυτό το απαίσιο «υπείροχον έμμεναι άλλων», που μας άφησαν οι αρχαίοι.

*Είμαι εναντίον των βραβείων, γιατί μειώνουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Βραβεύω σημαίνει αναγνωρίζω την αξία κάποιου κατώτερου μου -και κάποτε θα πρέπει να απαλλαγούμε από την συγκατάβαση των μεγάλων. Παίρνω βραβείο σημαίνει παραδέχομαι πνευματικά αφεντικά -και κάποτε θα πρέπει να διώξουμε τα αφεντικά από τη ζωή μας.

*Είμαι εναντίον των χρηματικών επιχορηγήσεων. Σιχαίνομαι τους φτωχοπρόδρομους που απλώνουν το χέρι τους για παραδάκι. Οι χορηγίες μεγαλώνουν την μανία μας για διακρίσεις και τη δίψα μας για λεφτά· ξεπουλάνε την ατομική ανεξαρτησία μας.

*Είμαι εναντίον των λογοτεχνικών συντάξεων. Προτιμώ να πεθάνω στην ψάθα, παρά να αρμέγω το υπουργείο -κι ας με άρμεξε το κράτος μια ολόκληρη ζωή. Γιατί να με ταΐζει το Δημόσιο επειδή έγραψα μερικά ποιήματα; Και γιατί να αφήσω το Κράτος να χωθεί ακόμη περισσότερο στη ζωή μου;

*Είμαι εναντίον των σχέσεων με το κράτος και βρίσκομαι σε διαρκή αντιδικία μαζί του. Ποτέ μου δεν πάτησα σε υπουργείο και το καυχιέμαι. Η μόνη μου εξάρτηση από το κράτος είναι η εφορεία, που με γδέρνει.

*Είμαι εναντίον των εφημερίδων. Χαντακώνουν αξίες, ανεβάζουν μηδαμινότητες, προβάλλουν ημετέρους, αποσιωπούν τους απροσκύνητους. Όλα τα μαγειρεύουν, όπως αυτές θέλουν. Δεξιές, αριστερές, κεντρώες -όλες το ίδιο σκατό.

*Είμαι εναντίον των κλικών. Προωθούν τους δικούς τους· τους άλλους, όλους τους θάβουν. Όποιοι δεν τους παραδέχονται, καρατομούνται. Κυριαρχούν οι γλύφτηδες και οι τζουτζέδες. Δεν έχω καμμιά αμφιβολία πως το μέλλον ανήκει στα σκουπίδια.

*Είμαι εναντίον των κουλτουριάρηδων. Όλα τ’ αμφισβήτησαν, εκτός από τις τρίχες τους. Τους έχω μάθει για καλά. Xαλνούν τον κόσμο με την κριτική τους. Όλους τους βγάζουν σκάρτους και πουλημένους. Και μόλις πάρουν το πτυχίο, αμέσως διορίζονται στα υπουργεία· από παντού βυζαίνουν και ο ιδεαλισμός τους ξεφουσκώνει μέσ’ στα βολέματα του κατεστημένου.

*Είμαι εναντίον κάθε ιδεολογίας, σε οποιαδήποτε απόχρωση και αν μας την πασέρνουν. Όσο πιο γοητευτικές και προοδευτικές είναι οι ιδέες, τόσο πιο τιποτένια ανθρωπάκια μπορεί να κρύβονται από πίσω τους. Όσο πιο όμορφα τα λόγια τους, τόσο πιο ύποπτα τα έργα τους. Όσο πιο υψηλοί οι στόχοι, τόσο πιο άνοστοι οι στίχοι.

*Είμαι, προπάντων, εναντίον κάθε ατομικής φιλοδοξίας, που καθημερινά μας οδηγεί σε μικρούς και μεγάλους συμβιβασμούς. Αν σήμερα κυριαρχούν παραγοντίσκοι και τσανάκια, δεν φταίει μόνο το κωλοχανείο· φταίνε και οι δικές μας παραχωρήσεις και αδυναμίες. Αν πιάστηκε η μέση του οδοκαθαριστή, φταίμε και εμείς που πετάμε το τσιγάρο μας στον δρόμο. Κι αν η λογοτεχνία μας κατάντησε σκάρτη, μήπως δεν φταίει και η δική μας σκαρταδούρα;…

"Περιοδικό ΔΙΑΓΩΝΙΟΣ, αρ. 1, Ιανουάριος – Απρίλιος 1979    




Ντίνος Χριστιανόπουλος





Αμετανόητος αιρετικός, σπαρακτικός και παράφορα ευαίσθητος, οξύς παρατηρητής και σχολιαστής του βίου και των έργων των ανθρώπων, ασυμβίβαστος και αναπάντεχος προβοκάτορας, ο ποιητής της Θεσσαλονίκης Ντίνος Χριστιανόπουλος, που οι λέξεις του τάραζαν και μετακινούσαν, αποχαιρέτησε σε ηλικία 89 ετών τη ζωή




Λάτρης του ανθρώπου και βαθύς αισθηματίας, που έγραψε για την ένταση της ζωής και του οργασμού της ανθρώπινης σάρκας, αλλά και της ερωτικής στέρησης, όπως έλεγε, δεν προσπέρασε ποτέ την απόγνωση, τον πόνο και τα βάσανα και αρθρώνοντας το δικό του, προσωπικό ιδίωμα, δεν δίστασε να μας ταρακουνήσει λέγοντας: «Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;».

Ποιητής, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ερευνητής, λαογράφος, εκδότης και βιβλιοκριτικός, ο Κωνσταντίνος Δημητριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ασχολήθηκε με μια ευρεία γκάμα που ξεκινούσε από φιλολογικές εργασίες και βιβλιογραφίες για τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία και έφτανε έως μελέτες για ζωγράφους και ρεμπέτες.

Γεννημένος στις 21 Μαρτίου του 1931 στη Θεσσαλονίκη, την οποία δεν εγκατέλειψε ποτέ ταυτιζόμενος απόλυτα μαζί της, όπως ο Πεσόα τη Λισσαβώνα του, γιος προσφύγων από την ανατολική Θράκη, φοίτησε στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και πήρε πτυχίο στον Τομέα Κλασικών Σπουδών. Κατόπιν εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της πόλης από το 1958 έως το 1965 και στη συνέχεια ως επιμελητής εκδόσεων.

Το 1958 ίδρυσε και διηύθυνε το περιοδικό "Διαγώνιος", που κυκλοφόρησε ώς το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις, καθώς και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγωνίου. Είναι η εποχή που αναδεικνύει και στηρίζει νέους πεζογράφους και ποιητές δημιουργώντας τον "κύκλο των λογοτεχνών της Διαγωνίου".

Η πρώτη του ποιητική συλλογή «Εποχή των ισχνών αγελάδων», το 1950, διακρίνεται για το προσωπικό ύφος της και για τις δημιουργικές επιρροές από τον Καβάφη και τον Έλιοτ, ενώ στις επόμενες εμφανίσεις του εκφράζεται καθαρά το κυρίαρχο θέμα της ποίησής του μέσα από το ερωτικό πάθος και τη μοναξιά.

Πολλά από τα ποιήματά του, όπως αυτά της σειράς «Ο αλλήθωρος», εμπεριέχουν το στοιχείο της κοινωνικής κριτικής και σχολιογραφίας.

Κατά καιρούς κυνηγήθηκε πολύ από το κοινωνικό κατεστημένο της εποχής, όταν κατά τη διάρκεια της χούντας αρνήθηκε να παραλάβει βραβείο για ένα έργο του.

Αρνητής των βραβείων

Ήταν το 2011 όταν τιμήθηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου του, το οποίο ωστόσο αρνήθηκε να παραλάβει παραπέμποντας στο κείμενό του "Εναντίον" από το 1979,

Τον Ιούνιο του 2011 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στο τμήμα Φιλολογίας.

Εκτός από ποιητής ο Ντίνος Χριστιανόπουλος υπήρξε λαογράφος, συλλέκτης, μελετητής και ερμηνευτής ρεμπέτικων τραγουδιών, τα οποία δεν δίσταζε να πει πως τραγουδάει από νταλκά.

Είχε ασχοληθεί με το έργο του Σολωμού, του Στρατή Δούκα, του Καβάφη, του Καββαδία, ενώ είχε μελετήσει και το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη εκδίδοντας έργα για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Στον τοίχο του ισόγειου σπιτιού του στην οδό Σκεπαστού στις Σαράντα Εκκλησιές, όπου διέμενε τα τελευταία χρόνια, η εικόνα του Καβάφη γειτνίαζε με αυτή του Τσιτσάνη, πάνω από το γραφείο του, καταδεικνύοντας τα πάθη και τις μεγάλες αγάπες του ποιητή.




«Πάντα μου άρεσαν οι λέξεις»

Έχοντας αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια και χωρίς να γράφει, καταβεβλημένος από απανωτά προβλήματα υγείας, δώρισε το αρχείο του, αποτελούμενο από ημερολόγια, κείμενα αλληλογραφίας, χειρόγραφα, αποκόμματα συνεντεύξεων και ηχογραφήσειςκ, στις οποίες ερμηνεύει ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια με την κομπανία «Παρέα του Τσιτσάνη», στη βιβλιοθήκη του ΑΠΘ.

Ο ίδιος συνήθιζε να λέει αναφερόμενος στην ποίηση πως «είναι απίθανο μυστήριο αυτό της ποίησης... Εμένα πάντα μου άρεσαν - μου αρέσουν πολύ οι λέξεις... Δεν μπορώ όμως να διεισδύσω σ’ αυτό το μυστήριο που λέγεται ποίηση... Μπορεί όμως η ποίηση να αναστείλει πολέμους, να δώσει λύση σ' αυτή την κρίση που βιώνουμε; Δεν νομίζω...».

Δεν έκρυβε τη δυσφορία του για τους νέους ομότεχνους λέγοντας πως «η εποχή σιγά - σιγά χειροτερεύει. Ήδη οι νεότεροι ποιητές εμένα προσωπικά δεν με ικανοποιούν. Κάτι έχει χαλάσει παντού, σε όλα. Έχει χαλάσει η ίδια η ουσία της ζωής μας. Δεν υπάρχει πλέον ατομική έκφραση που να σε πείθει... Λόγια παρμένα από τα σλόγκαν των εφημερίδων. Ο καθένας γράφει ό,τι μπορείς να φανταστείς με την πεποίθηση πως εκφράζει τον εαυτό του, ενώ δεν εκφράζει παρά μόνο την ηλιθιότητα ή τη μετριότητά του... Τη μετριότητα της ζωής που βιώνει».




Τα υπόλοιπα στοιχεία από εδώ



Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Φραντς Κάφκα: Τρομαγμένος από τη ζωή



 Δεν υπάρχει αμφιβολία πως την προφητική του δύναμι αντλούσε ο Κάφκα από τρεις παράγοντες: τον εβραϊσμό του, την απέραντη ευαισθησία που έδειχνε στον ανθρώπινο πόνο και τελικά την αρρώστιά του. Πέθανε στις 3 Ιουνίου 1924 από φυματίωσι του λάρυγγος στο σανατόριο Κίρλιγκ κοντά στην Βιέννη. Είχε ζήσει ακριβώς σαράντα χρόνια και ένδεκα μήνες. Από τη νέα αυτή ζωή ελάχιστες μέρες ήταν ελεύθερες από τον φόβο της Αποκαλύψεως που ετάραζε την ύπαρξί του.






Η εποχή του, κουρασμένη κι’ αυτή από τα δεινά της, δεν τον είχε προσέξει. Τον ανεκάλυψαν μετά τον τελευταίο πόλεμο οι συμπατριώτες του οι Τσεχοεβραίοι. Ο Μαξ Μπροντ τον έκανε έργο ζωής, τα οράματα του Κάφκα για την κατάντια του ανθρώπου, για τον πόλεμο και τον φασισμό, τον μετέβαλαν σε αναγνωρισμένο πια προφήτη. Έκτοτε δημιουργήθηκε ένα είδος λατρείας Κάφκα. Τον μετέφρασαν σε πολλές γλώσσες, τον διάβασαν, τον κατάλαβαν ή νόμισαν ότι δεν τον καταλαβαίνουν. Ο Φραντς Κάφκα έχει προωθηθή στο διεθνές προσκήνιο της συζητήσεως, του εκδοτικού ενδιαφέροντος, έχει γίνει μόδα. Αγαπάτε τον Κάφκα;



Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα η Πράγα, η πατρίδα του, έβαλε μπροστά μια μεγάλη έκθεσι γύρω από τη ζωή και το έργο του προφήτη-συγγραφέα της. Έχει σκοπό να τη δείξη σ’ όλον τον κόσμο, αρχίζοντας από τη Βιέννη. 
Είδαμε την έκθεσι αυτή, κι’ όταν εγκαταλείψαμε το ανάκτορο Πάλφυ, όπου διωργανώθηκε, είχαμε το αίσθημα ότι φεύγαμε από την αίθουσα της «Δίκης» του Κάφκα. Σκοτεινά τα πάντα, γεμάτα μαύρη απόγνωσι — καμμιά ακτίνα ελπίδας. Και ο Κάφκα ο ίδιος και η έκθεσίς του είχαν ρουφήξει σαν ξερή γης όλη την άρνησι όχι μόνο της εποχής τους αλλά και της ζωής γενικά. 
Η έκθεσις και η ζωή του ήταν ένα μωσαϊκό της Αποκαλύψεως και κάθε ψηφίδα του ένα κομματάκι φρίκη, ανθρώπινη βαρβαρότητα, απελπισία.

 Βγήκαμε στο δρόμο και αναπνέοντας τα καυσαέρια της μεγαλούπολης νομίζαμε ότι αναπνέομε τον καθαρό αέρα των… ηπειρωτικών βουνών. Είμαστε ευχαριστημένοι ότι είχαμε φύγει. Όπως είναι ευχαριστημένοι και οι άνθρωποι του Κάφκα που αλλάζουν κουβέντα και πεζοδρόμιο όταν συναντούν την Ευθύνη για το μέλλον μας, άγρια και απαιτητική.

Το βάρος της εκθέσεως Κάφκα στη Βιέννη —την ωργάνωσε ο Αυστροτσεχοσλοβακικός Σύνδεσμος— το κρατάνε οι ιστορικές φωτογραφίες από τη ζωή και το περιβάλλον του Κάφκα, καθώς και ντοκουμέντα της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας, χειρόγραφα των έργων του και αυτόγραφες επιστολές του. Στα γραψίματά του με τις πολλές διαγραφές αναγνωρίζουμε καθαρά τον αγώνα ενός ανθρώπου που πάλευε με δυο ξένες γλώσσες, τη γερμανική και την τσεχική, χωρίς να κατέχη όμως και τη μητρική του, που θα έπρεπε να είναι η εβραϊκή.

 Γεννήθηκε στην Πράγα από μικροαστούς Εβραίους που προσπαθούσαν να σπάσουν τα τείχη του γκέτο και να ενσωματωθούν στην τσεχική κοινωνία. Ο πατέρας του ήταν ένας δυναμικός μικρο-καταστηματάρχης, ένας καλός οικογενειάρχης, αλλά ξένος προς τις αναζητήσεις του παιδιού του. Τον άφησε στη μοίρα του λοιπόν, κι’ έτσι ήρθε η αποξένωσις ανάμεσά τους, που την εκφράζει έντονα ο Κάφκα στα γράμματά του.







Στο δίπλωμα της νομικής που πήρε ο Κάφκα, και που αναγράφονται όλα τα μαθήματα που παρακολούθησεν, αναγνωρίζομε το ζωηρό του ενδιαφέρον και για ζητήματα της τέχνης και της λογοτεχνίας. 
Παρακολουθούσε σπουδαίους καθηγητές στο αρχαιότερο αυτό γερμανόγλωσσο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του θείου του, πρωτοδοκιμάζει τη βιοπάλη στους δικαστηριακούς διαδρόμους, για να καταλήξη στον πιο εξασφαλισμένο λιμένα μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Ο τομέας που αναλαμβάνει είναι η ασφάλεια εργατικών ατυχημάτων. Βλέπομε στην έκθεσι διάφορες μελέτες του πάνω στο θέμα και τρομάζομε αναδρομικά από την ανία που θα του προκαλούσε. Καθημερινά η απασχόλησις μιας τόσο ευαίσθητης φύσης με τέτοια θέματα. Ο φόβος της επιβιώσεως όμως τον έκανε, φαίνεται, καλό υπάλληλο, αν κρίνομε από τις υψηλές θέσεις στις οποίες προωθήθηκε με την υπαλληλική του ευσυνειδησία. Οι μελέτες του στην ασφαλιστική εταιρεία δείχνουν και μια γερή κριτική του όλου κοινωνικού μηχανισμού. Στα τσέχικα αυτά χειρόγραφα του «ασφαλιστή» Κάφκα βρίσκομε τη θετική βάσι για την παράλογη πλευρά του λογοτεχνικού του έργου.





Στην αρχή του αιώνα τον συναντούμε στον κύκλο της τσεχοεβραϊκής εκείνης ιντελλιγκέντσιας που αποτελούσε την πλευρά της γερμανόγλωσσης λογοτεχνίας της Πράγας. Στο καφενείο «Άρκο» συχνάζουν ο Βέρφελ, ο Μαξ Μπροντ, ο Όσκαρ Μπράουν, ο Ρούντολφ Φουξ, ο Φέλιξ Μπάουμ. Ό,τι εκλεκτότερο έχει να επιδείξη η «Χρυσή πόλις», καύχημα των Τσέχων, εστία σφοδρών εθνικιστικών αγώνων για τους Αψβούργους, κρυφή φιλοδοξία των Γερμανών. 
Τα ντοκουμέντα της εκθέσεως της Βιέννης μάς δίνουν ανάγλυφη την εποχή αυτή της Πράγας του Κάφκα. Οι αμφιβολίες του ότι όλα μπορεί να είναι και ανεπανόρθωτα χαλασμένα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, τον φέρνουν σ’ επαφή με τους αναρχικούς και τη φιλοσοφία του Εγέλου και του Φίχτε. 
Γνωρίζει, μιλάει, χτυπιέται καθημερινά με μαθηματικούς, με φυσικούς, με φιλοσόφους, με τον ίδιο τον Αϊνστάιν. 

Μέχρι την ημέρα —είμαστε στο 1912— που αισθάνεται κάτι σαν μια ελπίδα να σαλεύη μέσα του. Αρραβωνιάζεται τη Φελίτσια Μπάουερ. Η αρχή του πολέμου τον πετάει και πάλι στην απελπισία. Απαντά με τη νουβέλλα «Σ’ ένα λόχο τιμωρημένων», διαλύει τον αρραβώνα κι’ αρχίζει να εργάζεται στη «Δίκη». Το 1918 κουρνιάζει στο λαρύγγι του κι’ η φυματίωσις. 

Γνωρίζει τότε την Τσέχα δημοσιογράφο Μιλένα Γιέζενσκα. Είναι η γυναίκα της ζωής του, αυτή που θα του κλείση τρυφερά τα μάτια στο σανατόριο κοντά στη Βιέννη, στις 3 Ιουνίου 1924. Τρεις μέρες αργότερα θα του γράψη η Μιλένα και τη νεκρολογία που τυπώθηκε τσέχικα στην εφημερίδα «Ναρόντνι Λίστυ». Είναι κατά τη γνώμη μου το συνταρακτικώτερο ντοκουμέντο της εκθέσεως. 

Γράφει η Μιλένα ανάμεσα σ’ άλλα για τον πεθαμένο φίλο της:


«Τον γνώριζαν λίγοι άνθρωποι, γιατί ήταν μονόλυκος, γεμάτος γνώσεις, τρομαγμένος από τη ζωή. Χρόνια πολλά ήταν άρρωστος από φυματίωσι, και μολονότι προσπαθούσε να τη θεραπεύση, την έθρεψε ωστόσο συνειδητά με τις σκέψεις του. Έλεγε: Όταν η ψυχή και η καρδιά δεν μπορούν πια να κρατήσουν το βάρος, αναλαμβάνει τη μισή επιβάρυνσι ο πνεύμονας, για να υπάρχη κάποια αναλογία στην κατανομή. Η αρρώστια τού είχε προσδώσει μια θαυμαστή ευαισθησία, και του είχε ακονίσει τον διανοητισμό του κατά τρόπο σχεδόν φρικτό. Ήταν ντροπαλός, φοβισμένος, ήπιος και αγαθός — αλλά τα βιβλία που έγραφε ήσαν ανηλεή και προκαλούσαν πόνο.
Έβλεπε τη ζωή γεμάτη αόρατους δαίμονες που αρπάζουν και εξοντώνουν έναν απροστάτευτο άνθρωπο. Ήταν πολύ προφητικός, πολύ σοφός για να μπορέση να ζη, πολύ αδύνατος για να αγωνισθή, αδύνατος όπως οι ευγενικοί, ωραίοι άνθρωποι που δεν ρίχνονται στον αγώνα από φόβο μήπως δεν τους καταλάβουν, μήπως τους φερθούν άφιλα, γιατί φοβούνται τα ψέματα των διανοουμένων και ξέρουν εκ των προτέρων ότι είναι αδύναμοι και νικιούνται τελικά έτσι που να ντροπιάζουν τον νικητή».





«Τον είχε τρομάξει η ζωή». Στη φράσι αυτή βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησι της ζωής και του έργου του Κάφκα. Η έκθεσις της Βιέννης με τις φωτογραφίες και τα ντοκουμέντα της μας τόδωσε το κλειδί αυτό στο χέρι.

        ----   ------     -------


*Κείμενο για τον αποβιώσαντα πριν από έναν ακριβώς αιώνα Φραντς ΚάφκαΦραντς Κάφκα, που έφερε την υπογραφή «Π. Πόντιος» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 2 Αυγούστου 1964.


Το πολύ καλό ρολόι δεν πρέπει να δείχνει την ώρα


Διαβάζω την περιγραφή ενός ρολογιού. Πρόκειται για το Patek Philippe C 89. Είναι ένα ρολόι τσέπης με διπλή κάσα από χρυσάφι 18 καρατιών και κάνει 33 διαφορετικές δουλειές. Το περιοδικό στο οποίο διαβάζω την περιγραφή δεν γράφει την τιμή. Υποθέτω λόγω ελλείψεως χώρου (θα μπορούσε όμως να τη γράψει περιληπτικά σε εκατομμύρια κι όχι σε λιρέτες). Νιώθοντας μια τρομερή ψυχική κατάπτωση, πήγα κι αγόρασα ένα καινούργιο Casio, πολύ φτηνό, όπως κάνουν εκείνοι που λαχταρώντας απερίγραπτα μια Ferrari, για να ηρεμήσουν πηγαίνουν και αγοράζουν ένα ραδιοφωνάκι με ξυπνητήρι. Στο κάτω κάτω, για να κουβαλάω ένα ρολόι τσέπης θα’ πρεπε ν' αγοράσω και το κατάλληλο γιλέκο.


Θα μπορούσα όμως, έλεγα μέσα μου, να το έχω στο τραπέζι. Θα περνούσα ώρες και ώρες ξέροντας πόσο του μηνός έχουμε, ποιά μέρα της εβδομάδας, ποιο μήνα, ποιό έτος, ποιά δεκαετία και ποιόν αιώνα, κι ακόμη τα δίσεκτα έτη, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα της δικής μας ώρας, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα της ώρας σε κάποια άλλη χώρα κατά το κέφι μου, τη θερμοκρασία, την αστρική ώρα, τις φάσεις της σελήνης, την ώρα ανατολής και δύσης του ήλιου, τη θέση του ήλιου στον Ζωδιακό κύκλο, για να μην αναφέρω τις άπειρες ανατριχίλες που θα μου πρόσφερε η ολοκληρωμένη και κινητή παράσταση του χάρτη των άστρων και το συγκλονιστικό παιχνίδι με τα διάφορα καντράν. Θα μπορούσα ακόμη και ν' αποφασίζω μια μικρή ανάπαυση χάρις στο ενσωματωμένο ξυπνητήρι. Παρά λίγο να το ξεχάσω: ένας μικρός δείκτης θα με πληροφορεί σχετικά με το υπόλοιπο που μένει από το αρχικό κούρδισμα. Και, φυσικά, παρά λίγο να το ξεχάσω κι αυτό, θα μπορώ να ξέρω και τι ώρα είναι. Αλλά γιατί να το ξέρω;



Αν ήμουν κάτοχος ενός παρομοίου θαύματος δε θα μ’ ενδιέφερε καθόλου να ξέρω ότι η ώρα είναι δέκα και δέκα. 
Θα προτιμούσα να παρακολουθώ την ανατολή και τη δύση του ήλιου (και θα μπορούσα να το κάνω ακόμη και σ’ ένα σκοτεινό θάλαμο), θα συγκέντρωνα πληροφορίες για τη θερμοκρασία, θα έφτιαχνα ωροσκόπια, θα ονειρευόμουν την ημέρα πάνω στο γαλάζιο καντράν τ' αστέρια που θα μπορούσα να δω τη νύχτα, τη νύχτα όμως θα την περνούσα υπολογίζοντας το χρόνο που μας χωρίζει απ' το Πάσχα. 


Μ' ένα τέτοιο ρολόι δεν υπάρχει πια λόγος να μετράμε τον εξωτερικό χρόνο, επειδή θά 'πρεπε ν' ασχολούμαστε μαζί του σ’ όλη μας τη ζωή, κι ο χρόνος που μας παρουσιάζει θα μεταμορφωνόταν από ακίνητη εικόνα της αιωνιότητας σε αιωνιότητα στην πράξη, ή με άλλα λόγια ο χρόνος θα ήταν μόνο μια μυθική παραίσθηση που την προκαλεί εκείνος ο μαγικός καθρέφτης.





Όλα αυτά τα γράφω επειδή τον τελευταίο καιρό είδα να κυκλοφορούν διάφορα περιοδικά που απευθύνονται μόνο σε συλλέκτες ρολογιών. Είναι πολύχρωμα, σε καλό χαρτί, και θα πρέπει να κοστίζουν αρκετά. Κι αναρωτιέμαι: τα αγοράζουν διάφοροι αναγνώστες που τα ξεφυλλίζουν σαν βιβλία με παραμύθια και νεράιδες, ή μήπως απευθύνονται (όπως υποψιάζομαι) και σε κάποιο ειδικό κοινό αγοραστών; Μια τέτοια περίπτωση θα σήμαινε ότι όσο περισσότερο το μηχανικό ρολόι, το θαύμα μιας εκατοντάχρονης εμπειρίας, καταντάει άχρηστο γιατί αντικαθίσταται από τα πάμφθηνα ηλεκτρονικά ρολόγια, τόσο περισσότερο μεγαλώνει κι απλώνεται η επιθυμία να αποκτήσουμε, να επιδείξουμε, να κοιτάξουμε με λατρεία, ν' αποθησαυρίσουμε (σαν επένδυση) αυτές τις υπέροχες, αυτές τις τέλειες μηχανές του χρόνου.


Είναι ολοφάνερο ότι οι μηχανές αυτές δεν σχεδιάστηκαν για να μας δείχνουν την ώρα. Το πλήθος των λειτουργιών και η κομψή κατανομή του σε πολυάριθμα και συμμετρικά καντράν, μας υποχρεώνει, αν θέλουμε, να μάθουμε ότι σήμερα είναι Παρασκευή, 24 Μάΐου, και η ώρα τρεις και είκοσι, να παρακολουθούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα τους πολυάριθμους δείκτες και ταυτόχρονα να κρατάμε σημειώσεις σ’ ένα τετράδιο. Από την άλλη πλευρά, οι φθονεροί ηλεκτρονικοί Ιάπωνες, που τώρα ντρέπονται για την πρωτόγονη πρακτικότητά τους, σήμερα μας υπόσχονται μικροσκοπικά καντράν που θα μας δείχνουν τη βαρομετρική πίεση, το υψόμετρο, το βάθος στη θάλασσα, και ταυτόχρονα θα μας εξασφαλίζουν χρονόμετρο, countdown, θερμόμετρο, εκτός, φυσικά, από την τράπεζα δεδομένων, όλες τις ώρες σε όλα τα κράτη, οχτώ διαφορετικά ξυπνητήρια, ηλεκτρονικό υπολογιστή, σύστημα υπολογισμού της αξίας ξένων νομισμάτων και ηχητικό σήμα για τις ώρες.



Όλα αυτά τα ρολόγια, όπως συμβαίνει και με ολόκληρη τη βιομηχανία της πληροφόρησης, κινδυνεύουν να μη μας μεταδίδουν πλέον τίποτε, ακριβώς επειδή μεταδίδουν πάρα πολλά. Εξάλλου, με τη βιομηχανία της πληροφόρησης έχουν κι ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό: τώρα πια δε μιλάνε για τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό τους και την εσωτερική τους λειτουργία. Το αριστούργημα έχει επιτευχθεί με ορισμένα ρολόγια για κυρίες. Στα ρολόγια αυτά οι δείκτες είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτοι, το καντράν είναι από μάρμαρο, δεν υπάρχουν γραμμές για τις ώρες και τα λεπτά κι έτσι, στην καλύτερη περίπτωση μπορείς να πεις ότι βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα μεσημέρι και μεσάνυχτα, ίσως της προπερασμένης ημέρας. 


Ο σχεδιαστής, όμως, άφησε έμμεσα να εννοηθεί ότι οι κυρίες για τις οποίες προορίζεται αυτό το ρολόι, δεν έχουν τίποτε να κάνουν κι έτσι, το μόνο που τους μένει είναι να κοιτάζουν μια μηχανή που αφηγείται την ίδια της τη ματαιότητα.




Ουμπέρτο Έκο- Σημειώματα Σημειολογίας 



Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

''Αντίο κι αποχαιρετισµός''


Μα φυσικά και θα 'φευγε. ∆εν υπήρξε τίποτ' άλλο να κάνει. Η ώρα περνούσε, το ρολόι έτρεχε ακράτητο, και είν' αλήθεια, ο δρόµος που θα 'παιρνε ήταν πολύ µακρύς. 
Η βαλίτσα του ήταν έτοιµη, τα παπούτσια του γυαλισµένα, τα µαλλιά του χτενισµένα. 
Είχε πλύνει προσεχτικά τ' αφτιά του, και το µόνο που του απόµενε ήταν να κατεβεί τις σκάλες, να βγει απ' την εξώπορτα και να πάρει το δρόµο κατά πάνω, προς στο µικρό σταθµό της πόλης, όπου το τραίνο θα σταµατούσε µόνο γι' αυτόν. 
Έπειτα, το Φόξ Χίλλ, αυτή η µικρή πολιτεία του Ιλλινόις, θα χανόταν βαθιά στο παρελθόν του. Και θα συνέχιζε αυτός, ίσως για την Αιόβα, ίσως για το Κάνσας, ίσως ακόµα και για την Καλιφόρνια. Έvα µικρό παιδί, δώδεκα µόλις χρόνων, µ' ένα πιστοποιητικό γεννήσεως στη βαλίτσα του για να δείχνει πως είχε γεννηθεί σαραντατρία χρόνια πριν.

«Γουίλλι!» φώναξε κάποια φωνή από κάτω, απ' τις σκάλες.
«Ναι!» απάντησε αυτός και σήκωσε τη βαλίτσα του. Μές στον καθρέφτη του γραφείου του είδε ένα πρόσωπο καµωµένο από µαγιάτικα σπερδούκλια κι από µήλα απριλιάτικα, κι απ' το ζεστό το γάλα κάποιου καλοκαιριάτικου πρωινού. Κι εκεί, σ' αυτό το πρόσωπο, βρισκόταν όπως πάντα το βλέµµα του αγγέλου και της αθλιότητας, που δε θα άλλαζε ποτέ, όσα χρόνια θα βάσταγε η ζωή του.

«Πέρασε η ώρα!» φώναζε η γυναίκα από κάτω.
«Είµαι έτοιµος!» και κατέβηκε τα σκαλιά, χαµογελώντας. Στο σαλόνι κάθονταν η Άννα και ο Στηβ µε πεντακάθαρα ρούχα.
«Να 'µαι λοιπόν!» φώναξε ο Γουίλλι στην πόρτα του σαλονιού.

Η Άννα κοίταζε σα να 'ταν έτοιµη να κλάψει: «Θεέ µου, δεν είναι δυνατό να µας εγκαταλείψεις Γουίλλι».
«Τα στόµατα του κόσµου...» είπε ήρεµα ο Γουίλλι, «άνοιξαν γι' άλλη µια φορά, 
Έζησα εδώ µαζί σας τρία χρόνια. Μα όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να µιλάνε, ξέρω πως είναι ώρα να φορέσω τα παπούτσια µου και ν' αγοράσω ένα εισιτήριο για το τραίνο».
«Είναι τόσο παράξενα όλα.. ∆εν καταλαβαίνω. Τόσο ξαφνικά!» είπε η Άννα: 
«Γουίλλι, θα µάς λείψεις πολύ».
«Θα σας γράφω κάθε Χριστούγεννα. Βοηθείστε µε! Εσείς να µη µου γράφετε καθόλου».
«Ήταν... ήταν µεγάλη χαρά και ικανοποίηση», είπε ο Στήβ, καθισµένος εκεί, µιλώντας µε δυσκολία: «Είναι κρίµα που έπρεπε να τελειώσει όλο αυτό. Είναι κρίµα που αναγκάστηκες να µας µιλήσεις για τον εαυτό σου. Κρίµα και πάλι κρίµα να µην µπορείς να µείνεις».

«Είστε οι πιο σπουδαίοι γονείς που είχα ποτέ», είπε ο Γουίλλι, τέσσερα πόδια ύψος, µε άτριχα µάγουλα και το φως του ήλιου στο πρόσωπο του.

Έπειτα απ' αυτό η Άννα άφησε το κλάµα της να ξεσπάσει. «Γουίλλι, Γουίλλι». 
Και κάθισε, κι έδειχνε πως ήθελε µ' όλη της την καρδιά να τον κρατήσει, µα που φοβόταν πια να το κάνει. Τον κοίταζε µε σπαραγµό και κατάπληξη, και τα χέρια της άδεια, µην ξέροντας πως να του φερθεί.

«∆εν είναι εύκολο να φύγω», είπε ο Γoυίλλι: «Θα συνηθίσετε. Θέλετε να µείνω. Αλλά δεν ωφελεί. Προσπάθησα να το κάνω µια φορά, όταν οι άνθρωποι είχαν αρχίσει πια να υποψιάζονται. «Ανήκουστο! Φοβερό!» λέγαν οι άνθρωποι: «Κι όλα αυτά τα χρόνια να παίζει µε τ' αθώα παιδιά µας», έλεγαν, «και µεις να µην το µυριστούµε! Φοβερό!» είπαν. 
Και τελικά αναγκάστηκα να φύγω από την πόλη κάποια νύχτα. ∆εν είναι εύκολο. Ξέρετε πολύ καλά πόσο σάς αγαπώ και τους δυό. Σάς ευχαριστώ για τα τρία υπέροχα χρόνια που µου χαρίσατε».
Προχώρησαν όλοι προς την εξώπορτα: «Γουίλλι, πού θα πας;»
«∆εν ξέρω. Όπου µε βγάλει η άκρη. Αρχίζω να ταξιδεύω κι όταν βρίσκω µια πόλη όµορφη και πράσινη, κατεβαίνω».
«Θα ξανάρθεις άραγε ποτέ;»
«Ναι», είπε σοβαρά µε την ψιλή του φωνούλα: 
«Σε είκοσι χρόνια πάνω κάτω, όταν αρχίσει να φαίνεται στο πρόσωπο µου. Όταν γίνει αυτό, θα κάνω µια µεγάλη µεγάλη βόλτα, και θα επισκεφτώ όλες τις µητέρες και τους πατέρες που πέρασαν απ' τη ζωή µου».

Στέκονταν τώρα στη δροσερή καλοκαιρινή βεράντα, ανήµποροι να προφέρουν τα τελευταία λόγια. Ο Στήβ κοίταζε επίµονα την κορυφή µιας λεύκας: «Με πόσους άλλους έµεινες ως τώρα Γουίλλι; Πόσοι σε υιοθέτησαν;»

Ο Γουίλλι υπολόγισε µέσα του, µε φανερή ευδιαθεσία: «Έµεινα θαρρώ σε πέντε πόλεις, κοντά σε πέντε αντρόγυνα, και πέρασαν είκοσι χρόνια από τότε που άρχισα την περιπλάνηση µου».
«Ώστε δεν µπορούµε να σε κρατήσουµε», είπε ο Στήβ: «Ας είναι. Τουλάχιστον είχα κοντά µου ένα για τριανταέξη µήνες. Είναι καλύτερο αυτό, παρά να µην είχα κανένα».
«Και τώρα...» είπε ο Γουίλλι και φίλησε γρήγορα την Άννα.
 Άρπαξε τη βαλίτσα του, και πήρε ν' ανεβαίνει τα δρόµο µέσα στο πράσινο µεσηµεριάτικο φώς, κάτω απ' τα δέντρα, ένα πολύ µικρό παιδί πραγµατικά, που δε γύρισε πίσω του να κοιτάξει, παρά έτρεχε µε βήµα σταθερό.

Έπαιζαν τα παιδιά στο διαµαντένιο πράσινο πάρκο τη στιγµή πού περνούσε ο Γουίλλι. Στάθηκε για λίγο στη σκιά της βελανιδιάς, και τα κοίταζε που πετούσαν ψηλά, µέσα στη χλιαρή καλοκαιρινή ατµόσφαιρα την κάτασπρη σαν από χιόνι µπάλα του µπαίηζ µπώλ, είδε και τη σκιά της µπάλας να πετάει πάνω από το γρασίδι σα µαύρο πουλί, είδε τα χέρια τους ν' ανοίγουν αδηφάγα σα στόµατα για ν' αρπάξουν κείνο το ευκίνητο κοµµάτι καλοκαιριού, που τώρα φάνταζε σαν πράξη σπουδαία να το πιάσεις στα χέρια σου. Οι φωνές των παιδιών χαλούσαν τον κόσµο. Η µπάλα κατέβηκε από ψηλά κι έπεσε πάνω στο γρασίδι, στον Γουίλλι κοντά.

Ξεπρόβαλλε τώρα κάτω απ' τις σκιές των δέντρων κουβαλώντας την µπάλα προς τα µπρος, και συλλογίστηκε τα τελευταία τρία χρόνια που πέρασε εδώ, και συλλογίστηκε τα πέντε πριν απ΄ αυτά, κι όλα τ' άλλα πιο πριν, ως τη χρονιά που ήταν πραγµατικά έντεκα χρονών, και δώδεκα και δεκατέσσερα, κι άκουγε τις φωνές να λένε:
 «Τι συµβαίνει κυρία µου µε τον Γουίλλι;» 
«Κυρία Β., δε µεγαλώνει λοιπόν ο Γουίλλι;«
 «Γουίλλι, βλέπω καπνίζεις πούρα τελευταίως!» 
Οι ήχοι αυτοί έσβηναν µες στο καλοκαιριάτικο φως και το χρώµα. Κι η φωνή της µητέρας του: «Ο Γουίλλι κλείνει σήµερα τα είκοσιένα!» Και χιλιάδες φωνές που έλεγαν: «Να ξανάρθεις γιέ µου. Όταν κλείσεις τα δεκαπέντε, να ξανάρθεις. Ίσως τότε να σου βρούµε και καµιά δουλειά».

Στήλωσε τα µάτια του στην µπάλα που κρατούσε µε τα τρεµάµενα χέρια του, σάµπως να 'ταν η ίδια η ζωή του, µια ατελεύτητη σφαίρα από χρόνια, που γύριζε κι όλο γύριζε κι ολο γύριζε, µα πάντα σχεδόν που οδηγούσε προς τα πίσω, στη µέρα που γιόρταζε τα δώδεκα χρόνια του. Άκουσε τα παιδιά που έρχονταν τρέχοντας προς το µέρος του. 
Ένιωσε ότι του έκρυβαν τον ήλιο, κι ότι µεγάλωσαν στο µεταξύ έτσι που τόνε κύκλωναν απ' όλες τις µεριές.

«Γουίλλι! Πού πας;» και κλωτσούσαν τη βαλίτσα του.

Πόσο ψηλοί του φάνηκαν µπρος στον ήλιο! Τους τελευταίους µήνες, φαίνεται πως ο ήλιος πέρασε ένα χέρι πάνω απ' τα κεφάλια τους, τους έγνεψε, κι ήτανε σα να χύθηκε στο πρόσωπο τους µέταλλο ζεστό. Ήταν χρυσές, ψιλόλιγνες καραµέλες, που τους τραβούσε ψηλά στον ουρανό µια πελώρια έλξη, παιδιά στα δεκατρία, στα δεκατέσσερα, που κοίταζαν από ψηλά τον Γουίλλι, χαµογελώντας, µα που ωστόσο είχαν αρχίσει να τον αγνοούν. Αυτό είχε αρχίσει τέσσερις µήνες πριν.

«∆ιαλέξτε τις πλευρές! Ποιος θέλει τον Γουίλλι;»
«Ά, ο Γουίλλι είναι µικρός. ∆εν παίζουµε µε νιάνιαρα».

Κι έτρεχαν µπρος του, τον άφηναν, τραβηγµένοι απ' το φεγγάρι κι απ' τον ήλιο κι από τις εποχές που άλλαζαν, φύλλα και άνεµος, κι αυτός να 'ναι δώδεκα χρονών, και να µην είναι πια ένας απ' αυτούς. Κι οι άλλες φωνές να ξαναρχίζουν πάνω στο παλιό, φοβερά οικείο, και παγερό ρεφραίν: 
«Στήβ, θα 'κανες καλά να του αρχίσεις βιταµίνες του παιδιού». 
«Άννα, είστε κοντοί λοιπόν στο σόι σας;» 

Κι η παγερή γροθιά να µαλάζει και πάλι την καρδιά σου, και να ξέρει ότι οι ρίζες θα 'πρεπε να ξαναβγούν στο φως έπειτ' από τόσα όµορφα χρόνια µε τους «ανθρώπους».

«Γουίλλι, πού πας;»

Ο Γουίλλι τίναξε το κεφάλι του. Βρέθηκε πάλι κυκλωµένος απ' τα πανύψηλα σαν πύργους παιδιά που συνωστίζονταν γύρω του ρίχνοντας θεόρατη τη σκιά τους, γίγαντες θαρρείς που έσκυβαν να πιουν νερό από κάποια δροσοπηγή.

«Φεύγω για λίγες µέρες... Πηγαίνω να δω ένα ξάδερφο µου...»

«Ά!» Υπήρχε κάποια µέρα, πριν ένα χρόνο, που θα τους ένοιαζε πραγµατικά πάρα πολύ. Μα τώρα, υπήρχε µόνο περιέργεια για τη βαλίτσα του, η γοητεία που ασκούσαν πάνω τους τραίνα και ταξίδια κι απόµακροι τόποι.

«Τι θα λέγατε για ένα διπλό στα γρήγορα;» είπε ο Γουίλλι.
Φάνηκαν αναποφάσιστοι για µια στιγµή, αλλά µετά, µιας και το καλούσε η περίσταση, δέχτηκαν. Τότε, ο Γουίλλι πετούσε τη σάκα του και ξανοιγόταν τρέχοντας στο γρασίδι. 
Η άσπρη µπάλα του µπέηζ µπώλ τιναζότανε στον ήλιο, ψηλά, πέρα απ' τις ηλιοκαµένες κι άσπρες φιγούρες τους, στο µακρινό λιβάδι, και ξανά ψηλά στον ήλιο, χυµώντας µπροστά, όµοια καθώς η ζωή που έρχεται και φεύγει µ' ένα απαρέκκλητο σχέδιο. 
Πότε εδώ, πότε εκεί! 
Ο κύριος και η κυρία Ρόµπερτ Χάνλον, Κρήκ Μπέντ, στα 1932, το πρώτο ζευγάρι, το πρώτο αντρόγυνο, η πρώτη χρονιά! 
Πότε εδώ, πότε εκεί! Χένρυ και Άλις Μπόλτς, Αιόβα, στα 1935! 
Κι η µπάλα του µπέηζ µπώλ να πετάει. Οι Σµίθ, οι Ήτονς, οι Ρόµπινσονς! 1939! 1945! Ο σύζυγος κι η σύζυγος, ο σύζυγος κι η σύζυγος, δίχως παιδιά, δίχως παιδιά, δίχως παιδιά! 
Ένα χτύπηµα σε τούτη την πόρτα, ένα χτύπηµα σε κείνη.
«Με συγχωρείτε. Τ' όνοµα µου είναι Γουίλλιαµ. ∆εν ξέρω αν...»
«Θές ένα σάντουιτς; Πέρασε µέσα, κάθισε. Από που έρχεσαι, παιδί µου;»
Το σάντουιτς, το ψηλό ποτήρι µε το κρύο γάλα, το χαµόγελο, η συγκατάνευση, η άνετη αβίαστη κουβέντα...
«Ταξίδευες παιδί µου; Από που το 'σκασες;»
«∆εν το 'σκασα από πουθενά».
«Μήπως είσαι ορφανό παιδί µου;»
Κι άλλο ποτήρι γάλα.

«Εµείς αγαπούσαµε πάντοτε τα παιδιά. Πάντοτε θέλαµε ένα παιδί. Μα δεν το καταφέραµε ποτέ. Ποτέ δε µάθαµε γιατί. Θα 'ταν από κείνα τα γνωστά... Τι να πεις! Βραδιάζει παιδί µου. ∆ε νοµίζεις πως θα 'πρεπε τώρα να γυρίσεις σπίτι;»
«∆εν έχω σπίτι».
«Ένα παιδί σαν εσένα; Αστειεύεσαι βέβαια. Η µητέρα σου θ' ανησυχεί».
«∆εν έχω σπίτι, ούτε γονείς στον κόσµο... ∆εν ξέρω αν... αν θα µπορούσα να κοιµηθώ εδώ απόψε».
«Τι να σου πω παιδί µου... δεν ξέρω... Ποτέ δε σκεφτήκαµε να...» έλεγε ο σύζυγος.
«Έχουµε κοτόπουλο γι' απόψε», έλεγε η σύζυγος: «Είµαστε τρεις. Μας φτάνει και µας περισσεύει...»


Και τα χρόνια να κυλούν, να πετούν και να φεύγουν, οι φωνές, τα πρόσωπα, κι οι άνθρωποι, κι η ίδια πάντα πρώτη συνοµιλία. 
Η φωνή της Έµιλυ Ρόµπινσον, καθιστή καθώς ήταν στην κουνιστή πολυθρόνα της, στο σκοτάδι της καλοκαιριάτικης νύχτας, την τελευταία εκείνη νύχτα που έµενε µαζί της, τη νύχτα που ανακάλυψε το µυστικό του, που του είπε:
«Κοιτάζω τα προσωπάκια των παιδιών και συλλογιέµαι. Κι ορισµένες φορές σκέφτοµαι, τι ντροπή, τι θλίψη να κοπούν κάποια µέρα όλ' αυτά τα λουλούδια, να σβήσουν κάποια στιγµή όλες αυτές οι ζωηρές φωτιές. Τι ντροπή όλ' αυτά τα παιδιά που βλέπεις στο σχολείο, που τα βλέπεις να τρέχουν στους δρόµους, τι ντροπή να πρέπει να ψηλώνουν και ν' ασκηµαίνουν, να γεµίζουν ρυτίδες και ν' ασπρίζουν ή να φαλακραίνουν και, τέλος, να µην αποµένει απ' αυτά τίποτ' άλλο από 'να σακί γεµάτο κόκαλα, µια ανάσα ασθµατική, και να πεθαίνουν και να θάβονται. Όταν τ' ακούω να γελούν, δεν µπορώ να πιστέψω ότι θ' ακολουθήσουν ποτέ τον ίδιο δρόµο µε µένα, ότι θα φτάσουν εδώ που είµαι εγώ. Κι ωστόσο, α υτ ό το δρόµο ακολουθούν! 
Θυµάµαι πάντα το ποίηµα του Γουέρντσγουερθ: 
«Οταν δια µιας είδα ένα πλήθος, Ένα πλήθος από χρυσούς άσφόδελους, Πλάι στη λίµνη, κάτω απ' τα δέντρα, Να φτερουγίζουν και να χορεύουν κάτω απ' τα δέντρα»

Να τι σκέφτοµαι για τα παιδιά, όσο σκληρά κι αν είναι καµιά φορά, όσο πρόστυχα όπως ξέρω πως µπορεί να 'ναι, µα που δε δείχνουν ακόµα την προστυχιά γύρω απ' τα µάτια τους, 
ή   µ έ σ α στα µάτια τους, που δεν τα 'χει ακόµα κυριέψει η κούραση. 
Είναι τόσο παράφορα για τα καθετί, τόσο ζωηρά! 
Αυτό είναι που δε βρίσκω στους ηλικιωµένους, η παραφορά, η ζωηράδα πού στέρεψε, η δροσιά που χάθηκε, κι απόµεινε η ζωή τους ένα ξεραµένο ρυάκι. Μ' αρέσει κάθε µέρα να κοιτάζω το σχολείο που σχολάει. Είναι σάµπως να πετάει κανείς έξω στο δρόµο ένα µπουκέτο λουλούδια. Τι νιώθεις άραγε Γουίλλι; Τι νιώθεις που θα µείνεις παιδί σ' όλη σου τη ζωή, για πάντα; Πού θα µοιάζεις µ' ασηµένιο φύλλο, µε δυόσµο; Είσαι άραγε ευτυχισµένος; Είσαι τόσο ευτυχισµένος όσο δείχνεις;»

Η µπάλα ήρθε σφυρίζοντας από το γαλάζιο ουρανό, χτύπησε το χέρι του σαν ένα µεγάλο κίτρινο έντοµο. Την έκλεισε στην αγκαλιά του σα να 'θελε να τη νανουρίσει, κι άκουσε τη µνήµη του να λέει:
«∆ούλεψα µ' ό,τι µπορούσα. Όταν πέθαναν οι δικοί µου, και ανακάλυψα πως δε θα µπορούσα πουθενά να βρω δουλειά σα µεγάλος, άρχισα να γυρνώ στα πανηγύρια. Ζητούσα δουλειά σε καρναβάλια, µα εκείνοι γελούσαν. "Παιδί µου", έλεγαν, "εσύ δεν είσαι νάνος. Ακόµα κι αν είσαι πάντως, µοιάζεις µε µικρό παιδί! Εµείς ζητάµε νάνους που να 'χουν το πρόσωπο του νάνου. Λυπάµαι, παιδί µου, λυπάµαι". 
Έτσι, έφυγα απ' το σπίτι και ξεκίνησα: τι ήµουν; Ήµουν ένα παιδί. Έµοιαζα µε παιδί, µιλούσα σαν παιδί. Μπορούσα λοιπόν να συνεχίσω να είµαι. Ήταν ανώφελο να το καταπολεµήσω. Ήταν ανώφελο να κλαίω και να χτυπιέµαι. Μα τι µπορούσα να κάνω; Ποια δουλειά να βρώ; Που θα µε δέχονταν; 
Κι όταν µια µέρα είδα κείνο τον άνθρωπο στο εστιατόριο να κοιτάζει τις φωτογραφίες που του 'δειχνε κάποιος άλλος τις φωτογραφίες των παιδιών του, "Μακάρι να 'χα κι εγώ παιδιά", είχε πει. "Μακάρι να 'χα παιδιά". Και κουνούσε διαρκώς το κεφάλι του. Εγώ καθόµουν λίγο πιο εκεί, τρώγοντας ένα λουκάνικο. Κι άξαφνα πάγωσα! Από κείνη ακριβώς τη στιγµή κατάλαβα τι θα 'ταν από δω και πέρα η ζωή µου. Επιτέλους, είχα βρει δουλειά. Υπήρχε δουλειά και για µένα. 

Θα έκανα ευτυχισµένους ανθρώπους µοναχικούς, ανθρώπους έρηµους.
 Θα µουνα διαρκώς απασχοληµένος. Θα το 'ριχνα στο παιχνίδι. Παιχνίδι διαρκώς, παιχνίδι για πάντα. Το 'ξερα. Έπρεπε πάντα να παίζω. Και πότε πότε να πηγαίνω σε θελήµατα. Μπορεί καµιά φορά να χρειαζόταν να κλαδέψω κανένα περιβόλι. ∆εν ήταν δύσκολη δουλειά. Κάθε άλλο. Όλο κι όλο που θα 'χα να κάνω, ήταν να γίνω κάποιας µητέρας γιος, η περηφάνια κάποιου πατέρα. Στράφηκα προς τον άνθρωπο που 'χε µιλήσει πιο πριν. «Συγνώµη», είπα. Και του χαµογέλασα...

«Μα Γουίλλι», του 'χε πει παλιά, πολύ παλιά, η κυρία Έµιλυ, «δεν ένιωσες ποτέ µονάχος;
∆ε λαχτάρησες ποτέ πράγµατα που λαχταρούν οι µεγάλοι;»
«Αυτό το καταπολέµησα µοναχός µου», είπε ο Γουίλλι. 
«Είµαι παιδί, ένα µικρό παιδί. Αυτό είπα στον εαυτό µου. Θα πρέπει να ζώ στον κόσµο που ζει κι ένα παιδί, θα πρέπει να διαβάζω παιδικά βιβλία, να παίζω παιχνίδια που παίζουν τα παιδιά, ν' αποκοπώ απ' οτιδήποτε άλλο. ∆εν µπορώ να 'µαι και τα δυο. Άρχισα να 'µαι ένα µονάχα πράγµα: νέος! Παιδί! Κι έπαιξα µ' αυτό τον τρόπο. Ω, δεν ήταν εύκολο. Υπήρχαν φορές που...»

Μα δε συνέχισε. Βυθίστηκε στη σιωπή.

«Κι η οικογένεια που σε έπαιρνε κοντά της; ∆ε µάθαινε ποτέ;»
«Όχι. Αν τους το 'λεγα θα καταστρέφονταν όλα. Τους έλεγα πως είµαι ένας δραπέτης. Τους άφηνα να ελέγξουν κάθε επίσηµη πληροφορία, ν' απευθύνονται στην αστυνοµία. Έπειτα, µιας και δεν ήµουν καταχωρηµένος πουθενά, τους έβαζα την ιδέα να µε υιοθετήσουν. Κι αυτό ήταν το καλύτερο, αρκεί µονάχα να µην το µάντευαν ποτέ. Μα έπειτα, έπειτα από τρία, πέντε χρόνια, το µάντευαν. Όλο και κάποιος ταξιδιώτης θα περνούσε. Ταξιδιώτης η... κάποιος που θα µ' είχε δει στα καρναβάλια. Τέλειωναν όλα τότε. Έπρεπε πάντα να τελειώνουν».

«Αραγε είσαι ευτυχισµένος; Νιώθεις καµιά χαρά που έµεινες παιδί σαράντα τόσα χρόνια;»
«Αυτά έχει η ζωή. Έτσι δε λένε; Κι όταν κάνεις ευτυχισµένους άλλους ανθρώπους, τότε είσαι κι εσύ σχεδόν ευτυχισµένος. Αυτή τη δουλειά έπρεπε να κάνω και την κάνω. 
Πάντως, σε λίγα χρόνια, θα µπω στο δεύτερο στάδιο της παιδικής µου ηλικίας. Όλοι οι πυρετοί θα µε αφήσουν, κι όλα εκείνα που δεν κατόρθωσα να πραγµατοποιήσω. Τα πιο πολλά µου όνειρα... Ίσως τότε να µπορέσω να ξεκουραστώ και να παίξω το ρόλο ως το τέλος».

Έριξε την µπάλα για τελευταία φορά και βγήκε απ' την ονειροπόληση. 
Έπειτα έτρεξε να πάρει τη βαλίτσα του. Τόµ, Μπίλ, Τζαίηµυ, Μπόµπ, Σάµ... µουρµούριζαν τα χείλη του τα ονόµατα τους. Και κείνα στέκονταν αµήχανα και τον κοιτούσαν καθώς τους έσφιγγε τα χέρια,

«Τι είν' αυτά Γουίλλι; Στο κάτω κάτω δε φεύγεις για την Κίνα η το Τιµπουκτού. Έτσι δεν είναι;»
«Έτσι δεν είναι;» Ο Γουίλλι δε σάλευε.
«Άντε λοιπόν. Θα σε δούµε την άλλη βδοµάδα!»
«Αντίο...»


Και πήρε το δρόµο ακόµα µια φορά, κρατώντας τη βαλίτσα του στο χέρι, κοιτάζοντας τα δέντρα, κι έφευγε, αφήνοντας πίσω του εκείνα τα παιδιά κι εκείνο το δρόµο όπου είχε ζήσει, και καθώς έστριβε σε µια γωνιά άκουσε το τραίνο να σφυρίζει. 
Έτρεξε κατά κει.
Το τελευταίο πράγµα που είδε και άκουσε ήταν µια άσπρη µπάλα που τιναζόταν ψηλά, στο ύψος της στέγης, και ξαναγύριζε, πίσω µπρος, πίσω και µπρος, και δυο φωνές που χαλούσαν τον κόσµο καθώς η µπάλα τιναζόταν πότε ψηλά, πότε στα πλάγια, πότε µπροστά για να χυθεί στον ουρανό, κι ήταν σα δυό φωνές πουλιών που πετούσαν και χάνονταν στο µακρινό νότο.

Ξηµέρωνε. 
Η γεύση της οµίχλης, η µυρωδιά του κρύου σίδερου µε τη χαλύβδινη οσµή που γέµιζε το τραίνο, µια νύχτα ολόκληρη να ταξιδεύει και το κορµί του να τραντάζεται, και τα κόκαλα του να πονούν, κι η γεύση του ήλιου πέρα απ' τον ορίζοντα, τον ξύπνησαν, κι είδε από ψηλά τη θέα µιας µικροσκοπικής πολιτείας πού σηκωνόταν κείνη την ώρα απ' τον ύπνο. Φώτα που πλησίαζαν, φωνές ψιθυριστές που µιλούσαν, κι ένα κόκκινο σινιάλο που κουνιότανε πίσω µπρος, πίσω µπρος µέσα στην παγερή ατµόσφαιρα. Υπήρχε εκείνη η σιγή του ύπνου όπου οι ήχοι αποκτούν µια διαύγεια και αναδύονται γυµνοί, µοναχικοί και σκληροί. Ένας χαµάλης περνούσε εκεί κοντά, µια σκιά µες στις σκιές.
«Κύριε!» είπε ο Γουίλλι.
Ο χαµάλης κοντοστάθηκε.
«Ποια πόλη είν' αυτή;» ψιθύρισε το παιδί στο σκοτάδι.
«Η Βάλλεϋβιλ».
«Πόσους κατοίκους έχει;»
«∆έκα χιλιάδες. Γιατί ρωτάς; Εδώ θα κατεβείς;»
«Φαντάζει πράσινη...» είπε ο Γουίλλι και κοίταξε έξω την πόλη, στο κρύο πρωινό, ώρα πολλή: «Φαντάζει όµορφη και ήσυχη», είπε τέλος.
«Παιδί µου», είπε ο χαµάλης, «ξέρεις π ο υ   πάς;»
«Εδώ ερχόµουν...» είπε ο Γουίλλι, και σηκώθηκε ήσυχα µέσα στο ήρεµο και παγερό πρωινό που µύριζε σίδερο, µέσα στη σκοτεινιά του τραίνου, µ' ένα ανεπαίσθητο θρόισµα.
«Ελπίζω να ξέρεις τι σου γίνεται», είπε ο χαµάλης.
«Μάλιστα κύριε», είπε ο Γουίλλι: «Ξέρω τι µου γίνεται». 

Και κατέβηκε. Χώθηκε στη σκοτεινή πλευρά της αίθουσας, διέσχισε το διάδροµο και βγήκε στο παγερό ξηµέρωµα που ήταν τυλιγµένο σε µιαν αχλύ  από καπνό και ατµό. Πίσω του, ερχόταν ο χαµάλης κουβαλώντας τη βαλίτσα του. Στάθηκε. Κοίταξε πρώτα το χαµάλη, κι έπειτα το µαύρο, χαλύβδινο περίγραµµα του τραίνου στα λιγοστά άστρα που απόµεναν.
Το τραίνο έβγαλε ένα τεράστιο βρυχηθµό, σα θρήνο.
Οι χαµάληδες φώναζαν σ' όλο το µήκος της γραµµής, τα βαγόνια ξεκόλλησαν, κι ο δικός του χαµάλης έσκυβε και χαµογελούσε στο παιδί, σε κείνο το µικρό αγόρι, το µικρό αγόρι εκεί κάτω µε τη µεγάλη βαλίτσα, που του φώναζε ακριβώς τη στιγµή που ξανασφύριζε το τραίνο.
«Τι;» φώναζε ο χαµάλης, κι έκανε χωνί το χέρι του στο αφτί του.
«Θέλω να µου ευχηθείς καλή τύχη!» φώναζε ο Γουίλλι.
«Την καλύτερη παιδί µου», φώναζε κι ο χαµάλης σκύβοντας, κι όλο χαµογελώντας: «Την καλύτερη αγόρι µου!»
«Ευχαριστώ!» είπε ο Γουίλλι µες στον τεράστιο σαµατά  του τραίνου, µες στον ατµό και το θόρυβο.

Κοίταζε το τραίνο ως τη στιγµή που χάθηκε τελείως απ' τα µάτια του. ∆ε σάλεψε καθόλου όσην ώρα κυλούσε τα βαγόνια του για να βγει απ' το σταθµό. Στεκόταν ήσυχο, ένα µικρό δωδεκάχρονο παιδί, πάνω στην παλιά ξύλινη αποβάθρα, και µόνο έπειτα από τρία ολόκληρα λεπτά στράφηκε επιτέλους για ν' αντικρίσει τους άδειους δρόµους από κάτω.

Τότε, κι eνώ ξεπρόβαλλε ο ήλιος, άρχισε να περπατάει γρήγορα, προς την καινούργια πόλη, πολύ γρήγορα σα να 'θελε να ζεσταθεί.


Ρέι Μπράντμπερι 1920-2012




RAY BRADBURY
To ∆ του ∆ιαστήµατος
Τίτλος πρωτοτύπου: S is for Space
Μετάφραση από τα αγγλικά:  ΦΩΝΤΑΣ ΚΟΝ∆ΥΛΗΣ
Εκδόσεις ΑντιΚοσµοι 

Σάββατο 18 Μαΐου 2024

Τίποτα δεν ξέρεις


(Thomas Bernhard, 1931-1989)



Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
τίποτα γι' αυτόν τον πόνο που μ' έχει εξαντλήσει,
όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου,
τίποτα για τ' απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες,
που θα με πετάξουνε στην άβυσσο.

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
που έπρεπε να διασχίσω σαν να 'ταν ποταμός,
με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες,
και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια,
που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη,
σαν φρούτο ανοιξιάτικο.

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
που μ' έσυρε στον τάφο του πατέρα,
που μ' έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη,
που μ' έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή
στ' άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας.

Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες,
τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο,
που σαν πέτρα σκονισμένη
κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες
μέσα από πολέμους και σαπίλα.


Τίποτα δεν ξέρεις, αδελφέ μου, για τη νύχτα,
γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά
αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα πόδια σου σαν χιόνι.  




Τόμας Μπέρνχαρντ

μετάφραση Αλέξανδρος Ίσαρης






περισσότερες πληροφορίες εδώ