Κυριακή 8 Μαΐου 2016

Οι γάτες της Ουλθαρ



Λένε ότι στην Ούλθαρ, που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό Σκάι, κανένας δεν μπορεί να σκοτώσει γάτα, και μπορώ αληθινά να το πιστέψω αυτό καθώς κοιτάζω αυτόν που κάθεται γουργουρίζοντας μπροστά στη φωτιά. Γιατί η γάτα είναι απόκρυφη και κοντά σε παράξενα πράγματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Είναι η ψυχή της αρχαίας Αιγύπτου και κομιστής ιστοριών από τις ξεχασμένες πόλεις Μερόη και Οφίρ. Είναι συγγενής των κυρίων της ζούγκλας και κληρονόμος των μυστικών της πανάρχαιης και καταχθόνιας Αφρικής. Η Σφίγγα είναι εξαδέλφη της και μιλάνε την ίδια γλώσσα, αλλά είναι πιο αρχαία από τη Σφίγγα και θυμάται αυτά που εκείνη είχε ξεχάσει..



Στην Ούλθαρ, προτού απαγορευτεί από τους πολίτες να σκοτώνουν τις γάτες, κατοικούσε ένας γέρος χωρικός με τη γυναίκα του, που έβρισκαν μεγάλη ευχαρίστηση στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν τις γάτες των γειτόνων τους. Δε γνωρίζω γιατί το έκαναν αυτό, το μόνο που ξέρω είναι ότι πολλοί μισούν τη φωνή της γάτας μέσα στη νύχτα και θεωρούν κακό οιωνό τις γάτες που τρέχουν κλεφτά ανάμεσα στις αυλές και τους κήπους την αυγή. Αλλά, όποιος κι αν ήταν ο λόγος, αυτός ο γέρος και η γυναίκα του έβρισκαν ευχαρίστηση στο να παγιδεύουν και να σκοτώνουν κάθε γάτα που πλησίαζε την καλύβα τους, και από μερικούς ήχους που ακούγονταν αφού έπεφτε το σκοτάδι, πολλοί χωρικοί φαντάζονταν ότι ο τρόπος θανάτωσης ήταν υπερβολικά παράξενος. Αλλά οι χωρικοί δεν συζητούσαν τέτοια πράγματα με το γέρο και τη γυναίκα του εξαιτίας της συνηθισμένης έκφρασης στα ζαρωμένα τους πρόσωπα και επειδή η καλύβα τους ήταν πολύ μικρή και κρυμμένη στα σκοτεινά, κάτω από βελανιδιές στο πίσω μέρος μιας εγκαταλελειμμένης αυλής. Στην πραγματικότητα, αυτοί που είχαν γάτες, όσο πολύ κι αν μισούσαν αυτούς τους περίεργους γέρους, τους φοβούνταν ακόμα περισσότερο και, αντί να τους κατηγορήσουν σαν κτηνώδεις δολοφόνους, απλά πρόσεχαν ώστε κανένα αγαπημένο κατοικίδιο να μην ξεστρατίσει προς την απομακρυσμένη καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα. Όταν από κάποια αναπόφευκτη παράλειψη χανόταν μια γάτα και ακούγονταν φωνές όταν έπεφτε το σκοτάδι, ο ιδιοκτήτης θρηνούσε ανίσχυρα και παρηγορούσε τον εαυτό του ευχαριστώντας τη Μοίρα που δεν είχε εξαφανιστεί κάποιο από τα παιδιά του. Γιατί οι άνθρωποι της Ούλθαρ ήταν απλοϊκοί και δεν ήξεραν από που είχαν έλθει αρχικά όλες οι γάτες.



Μια μέρα ένα καραβάνι παράξενων περιπλανώμενων από το Νότο μπήκε στους στενούς λιθόστρωτους δρόμους της Ούλθαρ. Ήταν πλάνητες με σκούρο δέρμα και δεν έμοιαζαν στους άλλους νομάδες που περνούσαν από το χωριό δύο φορές κάθε χρόνο. Στην αγορά, έλεγαν την τύχη για ένα ασημένιο νόμισμα και αγόραζαν φανταχτερές χάντρες από τους εμπόρους. Ποια ήταν η γη αυτών των περιπλανώμενων κανείς δεν μπορούσε να πει. Αλλά έλεγαν παράξενες προσευχές και στα κάρα τους είχαν ζωγραφίσει παράξενες φιγούρες με ανθρώπινα σώματα και κεφάλια από γάτες, γεράκια, κριάρια και λιοντάρια. Ο αρχηγός του καραβανιού φορούσε ένα κάλυμμα στο κεφάλι με δύο κέρατα και έναν περίεργο δίσκο ανάμεσά τους.
Σ' αυτό το ασυνήθιστο καραβάνι υπήρχε ένα μικρό αγόρι που δεν είχε πατέρα και μητέρα παρά μόνον ένα μικρούτσικο μαύρο γατάκι που αγαπούσε πολύ. Η πανούκλα δεν είχε φανεί ευγενική μαζί του, αλλά του είχε αφήσει αυτό το μικρό μαλιαρό πράγμα για να απαλύνει τη θλίψη του. Και όταν κανείς είναι πολύ μικρός μπορεί να βρει μεγάλη ανακούφιση στα ζωηρά καμώματα ενός μικρού μαύρου γατιού. Έτσι το αγόρι, που οι μελαψοί άνθρωποι φώναζαν Μένες, χαμογελούσε πιο συχνά απ' ό,τι έκλαιγε καθώς έπαιζε με το χαριτωμένο γατάκι του στα σκαλιά μιας παράξενα ζωγραφισμένης άμαξας.


Την τρίτη μέρα της παραμονής των περιπλανώμενων στην Ούλθαρ, ο Μένες δεν μπορούσε να βρει το γατάκι του και, καθώς έκλαιγε δυνατά με λυγμούς στην αγορά, κάποιοι χωρικοί του μίλησαν για το γέρο και τη γυναίκα του και για τις φωνές που ακούγονταν τη νύχτα. Όταν άκουσε αυτά τα πράγματα, οι λυγμοί του μετατράπηκαν σε περισυλλογή και τελικά σε προσευχή. Ύψωσε τα χέρια του προς τον ήλιο και προσευχήθηκε σε μια γλώσσα που κανένας χωρικός δεν μπορούσε να καταλάβει, μια και η προσοχή τους ήταν κυρίως στραμμένη προς τον ουρανό και τα περίεργα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα. Ήταν πολύ παράξενο, αλλά καθώς το μικρό αγόρι έλεγε την παράκλησή του φαινόταν να σχηματίζονται ψηλά οι θολές νεφελώδεις φιγούρες εξωτικών πραγμάτων, υβριδικών πλασμάτων στεφανωμένων με δίσκους που τους πλαισίωναν κέρατα. Η φύση είναι γεμάτη με τέτοιες οπτικές απάτες για να εντυπωσιάζει τους ευφάνταστους.


Εκείνη τη νύχτα, οι περιπλανώμενοι άφησαν την Ούλθαρ και δεν τους ξαναείδαν ποτέ πια. Οι νοικοκυραίοι ανησύχησαν όταν είδαν ότι σ' όλο το χωριό δεν υπήρχε ούτε μια γάτα. Από κάθε εστία η γνώριμη γάτα είχε εξαφανιστεί, γάτες μεγάλες και μικρές, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες. Ο γερο-Κράνον, ο δήμαρχος της ολλανδικής πόλης, ορκιζόταν ότι οι μελαψοί άνθρωποι είχαν πάρει τις γάτες για να εκδικηθούν για το θάνατο της γατούλας του Μένες και καταριόταν το καραβάνι και το μικρό αγόρι. Αλλά ο Νιθ, ο λιπόσαρκος συμβολαιογράφος, δήλωνε ότι οι πιο πιθανοί ύποπτοι ήταν ο γερο-χωρικός και η γυναίκα του, που το μίσος τους για τις γάτες ήταν γνωστό και γινόταν όλο και πιο φανερό. Κανένας όμως δεν τολμούσε ακόμα να παραπονεθεί στο καταχθόνιο ζευγάρι, ούτε και όταν ο μικρός Άταλ, ο γιος του πανδοχέα, ορκίστηκε ότι τα χαράματα είχε δει όλες τις γάτες της Ούλθαρ σ' αυτή την καταραμένη αυλή κάτω από τα δέντρα να βηματίζουν πολύ σιγά και σεμνά σε έναν κύκλο γύρω από την καλύβα, σε δύο σειρές, σαν να εκτελούσαν κάποια ανήκουστη τελετή των ζώων. Οι χωρικοί δεν ήξεραν πόσο μπορούσαν να πιστέψουν ένα τόσο μικρό αγόρι και, παρ' όλο που φοβούνταν ότι το διαβολικό ζευγάρι είχε κάνει μάγια στις γάτες και τις είχε θανατώσει, προτιμούσαν να μην επιπλήξουν το γερο-χωρικό ώσπου να τον συναντήσουν έξω από τη σκοτεινή και απωθητική αυλή του.

Έτσι, η Ούλθαρ πήγε να κοιμηθεί μάταια οργισμένη και, όταν οι άνθρωποι ξύπλησαν την αυγή, ιδού, κάθε γάτα είχε επιστρέψει στη συνηθισμένη της εστία! Μικρές και μεγάλες, μαύρες, γκρίζες, ραβδωτές, κίτρινες και άσπρες, δεν έλειπε καμία. Πολύ καλοθρεμμένες και παχιές εμφανίστηκαν οι γάτες και έβγαζαν γουργουρητά ευχαρίστησης. Οι πολίτες μιλούσαν μεταξύ τους για το γεγονός και δεν ήταν λίγος ο θαυμασμός τους. Ο γερο-Κράνον επέμενε πάλι ότι ήταν οι μελαψοί άνθρωποι που τις είχαν πάρει, μια και οι γάτες δεν επέστρεφαν ποτέ ζωντανές από την καλύβα του γέρου και της γυναίκας του. Αλλά όλοι συμφώνησαν σε ένα πράγμα: η άρνηση κάθε γάτας να φάει το κρέας της ή να πιει το γάλα της ήταν εξαιρετικά περίεργη. Για δυο ολόκληρες μέρες οι καλοθρεμμένες και τεμπέλικες γάτες της Ούλθαρ δεν άγγιζαν κανένα φαγητό, παρά μόνον κοιμούνταν, στον ήλιο ή κοντά στη φωτιά.

Πέρασε μια ολόκληρη βδομάδα προτού οι χωρικοί παρατηρήσουν ότι το σούρουπο δεν άναβε κανένα φως στα παράθυρα της καλύβας κάτω από τα δέντρα. Μετά, ο λιπόσαρκος Νιθ παρατήρησε ότι κανένας δεν είχε δει το γέρο ή τη γυναίκα του από τη νύχτα που έφυγαν οι γάτες. Αφού πέρασε άλλη μια βδομάδα, ο δήμαρχος αποφάσισε ότι ήταν καθήκον του να ξεπεράσει τους φόβους του και να επισκεφθεί την παράξενα σιωπηλή κατοικία. Ήταν βέβαια, αρκετά προσεκτικός ώστε να πάρει μαζί του για μάρτυρες τον Σανγκ το σιδερά και τον Θαλ τον πετρά. Το μόνο που βρήκαν όταν έσπασαν την εύθραστη πόρτα ήταν δύο καθαροί ανθρώπινοι σκελετοί πάνω στο χωμάτινο πάτωμα και μερικά ασυνήθιστα σκαθάρια να έρπουν στις σκοτεινές γωνίες.
Στη συνέχεια, πολλά λέγονταν ανάμεσα στους πολίτες της Ούλθαρ. Ο Ζαθ ο δικαστικός διαφωνούσε με τον Νιθ το λιπόσαρκο συμβολαιογράφο και όλοι κατέκλυζαν με ερωτήσεις τον Κράνον, τον Σανγκ και τον Θαλ. Ρωτούσαν ακόμα και το μικρό Ατάλ, το γιο του πανδοχέα, και του έδωσαν για ανταμοιβή ένα ζαχαρωτό. Μιλούσαν για το γερο-χωρικό και τη γυναίκα του, για το καραβάνι με τους μελαψούς περιπλανώμενους, για το μικρό Μένες και τον ουρανό κατά τη διάρκεια της προσευχής του, γι' αυτά που έκαναν οι γάτες τη νύχτα που έφυγε το καραβάνι και γι' αυτά που βρέθηκαν αργότερα στην καλύβα κάτω από τα σκοτεινά δέντρα στην απωθητική αυλή.

Και στο τέλος, οι πολίτες ψήφισαν τον αξιοσημείωτο αυτό νόμο, για τον οποίο μιλάνε οι έμποροι στη Χάθεγκ και ο οποίος συζητιέται από τους ταξιδιώτες στη Νιρ, δηλαδή ότι στην Ούλθαρ κανένας άνθρωπος δεν επιτρέπεται να σκοτώσει γάτα.


H. P. Lovecraft ( Xάουαρντ Φίλιπ Λάβκραφτ)  

σε μτφ Αλίκης Ακοντίδου 

εκδ Κάκτος 1990

















Η Γυναίκα με τη Ζυγαριά

Με ύφος περισπούδαστο μαζεύτηκαν οι επαϊοντες και είπαν πως η έγκυος γυναίκα στον πίνακα του Βερμέερ με τη μικρή χρυσή ζυγαριά στο χέρι ήταν τάχα μου μια αλληγορία της ματαιότητας του κόσμου ή της Θείας Αλήθειας και Δικαιοσύνης ή ότι είναι η Παρθένος Μαρία που ζυγίζει τις ψυχές των αγέννητων παιδιών. Άλλοι πάλι είπαν πως ήταν απλώς ένα πορτρέτο της Κατερίνας Βερμέερ, της γυναίκας του καλλιτέχνη, θεωρία που μοιάζει να είναι κοντά στην πραγματικότητα, αφού η Κατερίνα Μπόλνες Βερμέερ γέννησε δεκατέσσερα παιδιά.




Johannes Vermeer, "η γυναίκα με τη ζυγαριά'' 
1662-1663  National Gallery of Art Washington DC


Η αλήθεια ωστόσο φαίνεται να είναι διαφορετική. Ο Γιαν Βερμέερ τον Οκτώβριο του 1661, λίγο μετά τα εικοστά ένατα γενέθλιά του, συνάντησε στο πανηγύρι της Nτελφτ έναν Ισπανό που τον έλεγαν Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, που είχε μια ουλή πάνω απ’το αριστερό φρύδι κι ήταν ντυμένος στα ολόμαυρα και στο λαιμό του κρεμόταν με χρυσή καδένα ένα μυστήριο κόσμημα, που έδειχνε έναν άνδρα με τόξο στην πλάτη, να αγκαλιάζει απ’ το λαιμό μια έγκυο καμηλοπάρδαλη, η οποία ημιγονατισμένη ακουμπούσε το κεφάλι της στον ώμο του.  Ο ξένος δε μιλούσε καλά ολλανδικά, στην πραγματικότητα δε μιλούσε καθόλου, μόνο καθόταν στον κορμό ενός δέντρου πάνω σ’ έναν μπόγο από πολύχρωμα υφάσματα και στύλωνε κατά καιρούς το βλέμμα του επίμονα σε δύο σαλτιμπάγκους που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ είχε πιει πολύ το προηγούμενο βράδυ κι είχε πονοκέφαλο, αποφάσισε λοιπόν να απομακρυνθεί απ’ τη βουή στο κέντρο της πλατείας και πήγε και κάθησε κοντά στον Ισπανό. Αφού αντάλλαξαν κάποιες τυπικές κουβέντες συστάσεως και κάποιες άλλες αδιάφορες για τη συννεφιά που πιθανόν να έφερνε σε λίγο βροχή, οι δυο άντρες βάλθηκαν να μιλούν, και σύντομα ο ζωγράφος ρώτησε τον Ισπανό τι απεικονίζει το κόσμημα που κρεμόταν απ’ το λαιμό του και ποια η ιστορία του. Ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τότε, αφού κατέβασε δυο γουλιές ισπανικό κρασί απ’ τη μποτίλια που είχε δίπλα του, διηγήθηκε στον Γιαν Βερμέερ την ακόλουθη ιστορία:

«Μια φορά ζούσε στη Μαυριτανία ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, που είχε δυο γιους και μια κόρη. Όταν κατάλαβε πως πλησίαζε το τέλος του, αποφάσισε να μοιράσει τα υπάρχοντά του στους δυο του γιους, πιστεύοντας ότι θα φροντίσουν να δώσουν και μια καλή προίκα στη μικρή τους αδερφή, η οποία θα της εξασφάλιζε έναν καλό γάμο και μια πλούσια ζωή. Στο μεγάλο του γιο άφησε το υποστατικό του με τα αμπέλια στα υψίπεδα της Ταγκάτ και στο μικρό πέντε αραβικά άλογα, μια κασέλα με υφάσματα υφασμένα από Βέρβερους, ένα χωραφάκι στο Σάχελ με ακακίες κι ένα μπαομπάμπ στη μέση και δίπλα ένα μικρό σπιτάκι να προστατεύει όταν φυσάνε το χειμώνα οι τροπικοί άνεμοι Χαρματάν, καθώς κι ένα σακούλι χρυσά νομίσματα.

Ο μεγάλος γιος παντρεύτηκε μια καλή γυναίκα κι αφοσιώθηκε στην καλλιέργεια των αμπελιών, έκανε επτά παιδιά και έζησε μια ήσυχη ζωή, αφού καλοπάντρεψε και τη μικρή αδερφή του μ’ έναν Άραβα χρυσοχόο.

Ο μικρότερος, που τον έλεγαν Χαρούν, πούλησε τέσσερα απ’ τα πέντε άλογά του κι αποφάσισε να γυρίσει τον κόσμο μ’ ένα μπογαλάκι με τα απαραίτητα που μπορούσε να κουβαλήσει το άλογο που κράτησε για τον εαυτό του, με μόνα του όπλα ένα τόξο κι ένα μικρό εγχειρίδιο με ελεφάντινη λαβή, να προστατεύεται από τις επιθέσεις των ληστών και να προσπορίζεται την τροφή του.

Μια μέρα, καθώς περιπλανιόταν στις σαβάνες του νότου είδε ένα αρσενικό λιοντάρι να επιτίθεται σε μια θηλυκή ετοιμόγεννη καμηλοπάρδαλη κι αυθόρμητα το τόξευσε και το σκότωσε. Η καμηλοπάρδαλη πληγωμένη γονάτισε έτοιμη να υποκύψει στα τραύματά της κι ο άντρας έτρεξε και την αγκάλιασε απ’ το λαιμό καθώς έγερνε και πέθαινε, ενώ ταυτόχρονα έδινε ζωή σ’ ένα μικρό θηλυκό με πελώρια μάτια. Το μικρό ήταν καταδικασμένο χωρίς τη μάνα του κι ευάλωτο στις επιθέσεις των θηρίων, όμως ο νέος άρχισε να αγωνιά για την τύχη του κι ούτε που μπορούσε να το αφήσει εκεί μόνο του στις ερημιές κι ούτε αυτό, μικρό όντας κι αδύναμο, μπορούσε να τον ακολουθήσει.

Περάσανε καμπόσες ώρες κάτω από έναν ουρανό μ’ ένα τεράστιο φεγγάρι επάνω του και πέρασε ένα καραβάνι από νομάδες κι ο Χαρούν πλήρωσε δυο χρυσά νομίσματα για μια προβατίνα για να εξασφαλίσει στο καμηλοπαρδαλάκι του γάλα για τον πρώτο καιρό και το βάφτισε Άμπλα, που στη γλώσσα των Αράβων σημαίνει «τέλεια στην όψη».

Όταν η Άμπλα θέριεψε λίγο και δεν είχε πια ανάγκη το γάλα της προβατίνας, ξεκίνησαν ταξίδι προς το Σάχελ, εκεί που ο Χαρούν είχε το χωραφάκι με τις ακακίες, το μεγάλο μπαομπάμπ και το σπιτάκι. Ένα βράδυ με Πανσέληνο κι ύστερα από εξήντα πέντε φεγγάρια που ο Χαρούν και η Άμπλα ζούσαν μαζί, σκαρφάλωσε ο Χαρούν σ’ ένα κλαδί του μπαομπάμπ να θαυμάσει το φεγγάρι και να μπορεί να βλέπει την καμηλοπάρδαλή του στα μάτια –χωρίς ν’ αναγκάζεται να στραβώνει το λαιμό του κοιτάζοντας ψηλά κι ούτε να την υποχρεώνει να ψάχνει εκείνη να συναντήσει το βλέμμα του χαμηλά στη γη. Τότε ξαφνικά ένα ουρί του παραδείσου ακούστηκε να τραγουδά ένα τραγούδι που μιλούσε για την ανταμοιβή των ουρανών στις αγαθές ψυχές που κάνουν το καλό κι έξαφνα η καμηλοπάρδαλη - Άμπλα αναλήφθηκε στους ουρανούς μέσα σ’ ένα δαχτυλίδι φωτιάς και στη θέση της βρέθηκε μια κόρη με μαύρα μάτια και μαλλιά, Άμπλα στο όνομα και τις χάρες κι αυτή, να του δίνει μια γαβάθα ρύζι μοσχομυριστό κι ένα κουπάκι με τσάι γιασεμιού.

Ο Χαρούν την έπιασε απ’ το χέρι κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι της στο λαιμό του κι έσμιξαν πολλές φορές μέσα στο σπιτάκι, αλλά κι απ’ έξω κάτω απ’ τη σκιά του μπαομπάμπ σαν έπεφτε ο ήλιος και σαν ξημέρωνε και σαν εναλλασσόταν με το φεγγάρι που πότε γέμιζε και πότε λίγευγε, μέχρι που ύστερα από οκτώ φεγγάρια βρέθηκε η Άμπλα έγκυος στο σπόρο του Χαρούν και δεν υπήρχε άντρας στη χώρα των Μαυριτανών ή πάνω στη γη πιο ευτυχισμένος απ’ το Χαρούν, που απροσδόκητα γνώρισε τη χαρά του έρωτα, επειδή κάποτε έσωσε μια καμηλοπάρδαλη ετοιμόγεννη από ένα λιοντάρι που ετοιμαζόταν να την καταβροχθίσει.»


Στο σημείο αυτό ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, έκοψε την αφήγησή του και κατέβασε πάνω απ’ το μισό απ’ το κρασί που είχε η μποτίλια του, στυλώνοντας επίμονα το βλέμμα του στους σαλτιμπάγκους της πλατείας που ξεφυσούσαν φωτιές κι έκαναν ζογκλερικά κόλπα με τα επτά μπαλάκια.

Ο Γιαν Βερμέερ ξαφνικά θυμήθηκε πως πεινούσε, αλλά δεν είχε καθόλου όρεξη να δει την πεθερά του. Σκέφτηκε να φάει στην κουζίνα με τους υπηρέτες κι ευγενικά ρώτησε τον ξένο αν ήθελε να τον ακολουθήσει σπίτι του. Εκείνος ένευσε ναι.

Κατευθύνθηκαν στην κουζίνα του σπιτιού της Μαρίας Τινς, της πεθεράς του, όπου ο Βερμέερ ζούσε σώγραμπος και που, ως πολύ πλουσιότερη απ’ τον ίδιο, του υπαγόρευε το καταπώς θα ζήσει με την κόρη της. Η υπηρέτρια σέρβιρε σιωπηλή λάχανο βραστό και λουκάνικα, τυρί, φρέσκο φουρνιστό ψωμί, κόκκινο κρασί της Προβηγκίας και κομπόστα δαμάσκηνα. Ύστερα απ’ το γεύμα, οι δυο άντρες κάθησαν κοντά στη φωτιά της κουζίνας με το κρασί τους κι ο Φερδινάνδο Λούκας, λιγότερο αγριωπός στην όψη, έψαξε στον μπόγο με τα πολύχρωμα υφάσματα που είχε μαζί του, έβγαλε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και παρακάλεσε τον Γιαν να τη δεχτεί ως δώρο για τη γενναιδωρία και τη φιλοξενία του.

Ο ζωγράφος στην αρχή αρνήθηκε, λέγοντας πως ένα μικρό χρυσό κομψοτέχνημα ήταν πολύ μεγάλο αντίτιμο για ένα γεύμα με λάχανο, λουκάνικα, ψωμί και λίγο κρασί, όμως ο Ισπανός επέμενε κι ο Βερμέερ δεν είχε άλλη επιλογή, παρά να δεχτεί για να μην τον προσβάλει.

Με το μικρό ζυγό στο χέρι, γύρισε τότε ο Γιαν Βερμέερ και ρώτησε τον Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ τι απέγινε ο Χαρούν με την Άμπλα κι ο Ισπανός συνέχισε την ιστορία του:

«Σαν πλησίαζε ο καιρός της Άμπλας να γεννήσει κι είχε ετοιμάσει την προίκα του μωρού από υφαντά Βερβέρων, γύρισε και θερμοπαρακάλεσε το Χαρούν να την πάει στα μέρη που γεννήθηκε, τότε που η μάνα της, η καμηλοπάρδαλη, υπέκυψε στα τραύματα απ’ τα νύχια του λιονταριού, και που εκείνος, ο γενναίος και σπλαχνικός άντρας της είχε σκοτώσει για να της χαρίσει εκεινής ζωή.

Ο Χαρούν έπεσε σε βαθειά συλλογή σκεφτόμενος τον κόπο του ταξιδιού για την ετοιμόγεννη γυναίκα, όμως εκείνη τον παρακάλαγε επίμονα μαζί και γλυκά, που δεν κατάφερε πια να της το αρνηθεί. Πήραν μαζί τους και τα μωριουδιακά, μιας κι η ώρα της γέννας πλησίαζε και θα μπορούσε να είναι κάθε στιγμή.

Έφτασαν χωρίς πολλή ταλαιπωρία στις σαβάνες και κατασκήνωσαν κάτω απ’ τον ουρανό, όταν ανέτελλε το φεγγάρι. Αφού ήπιαν το τσάι τους, σφιχταγκαλιάστηκαν και κουλουριάστηκαν στα πολύχρωμα κιλίμια, που μούσκεψαν ξαφνικά, γιατί η Άμπλα γεννούσε. Ο Χαρούν τη φίλησε στο μέτωπο κι έτρεξε έξω απ’τη σκηνή να ανάψει φωτιά και να ζεστάνει νερό απ’ το ασκί που είχαν μαζί τους.

Καθώς η Άμπλα στο έδαφος με τα χέρια της να κρατούν τα γκέμια του αλόγου σφιγγόταν για να βγάλει το παιδί, σκίστηκε το ύφασμα της σκηνής από μια λέαινα που καραδοκούσε να επιτεθεί στην ετοιμόγεννη.

Άρπαξε τότε ο Χαρούν το τόξο του και σημάδεψε τη λέαινα που έτρεξε μακριά, όμως το θηρίο είχε ήδη πληγώσει την Άμπλα στο λαιμό, που καθώς τον έβαφε το αίμα μάκραινε και μάκραινε κι έγινε λαιμός καμηλοπάρδαλης μέσα στη νύχτα κι έγινε η Άμπλα και πάλι καμηλοπάρδαλη, όμοια στην όψη με τη μάνα της κι ο Χαρούν έκλαιγε και θρηνούσε και τη φιλούσε κι ακούμπησε εκείνη το κεφάλι στον ώμο του και ξεψύχησε, την ώρα ακριβώς που έδινε ζωή στο παιδί τους.

Στη μέση της σαβάνας έκλαιγε ο Χαρούν με το μικρό του γιο στην αγκαλιά το χαμό της αγάπης του κι αναθεμάτισε κι αναρωτιόταν ποια κακή μοίρα τον κατάτρεξε κι έχασε ό,τι αγάπησε στον κόσμο περισσότερο.

Και τότε σκίστηκαν και πάλι οι ουρανοί κι ένα ουρί του παραδείσου τραγούδησε ένα τραγούδι για τη δικαιοσύνη των ουρανών στα πλάσματα του κόσμου και για τον πόνο μιας λέαινας που έχασε το σύντροφό της, όταν βγήκε να κυνηγήσει μια καμηλοπάρδαλη για την πεινασμένη αγέλη και αναλήφθηκε τότε το σώμα της Άμπλας στον ουρανό μέσα σε μια πύρινη νεφέλη και στη θέση του έμεινε μια μικρή χρυσή ζυγαριά και μια περγαμηνή στα αραβικά με τη φράση «Τυχερός αυτός που έζησε τη γενναιοδωρία των ουρανών για την αγαθή του προαίρεση, πριν γνωρίσει ότι ο Αλλάχ είναι και δίκαιος»

-Το παιδί του Χαρούν και της Άμπλας είμαι εγώ, Ολλανδέ, που με υιοθέτησε ένα ζεύγος Ισπανών στα τρία μου χρόνια. Ο πατέρας μου έβαλε μετά το θάνατο της μάνας τον αντράδερφό του να του φτιάξει ένα κόσμημα με την Άμπλα κι εκείνον και το φορούσε διαρκώς στο λαιμό του, μέχρι που τον πέρασε στο δικό μου, όταν με έδωσε για υιοθεσία.»

Κάπου εκεί χάνονται οι γραπτές μας πηγές για τη συνέχεια της ιστορίας και για το τι απέγινε ο Φερδινάνδο Λούκας ντελ Σολ, όμως ο Γιαν Βερμέερ έβαλε την έγκυο γυναίκα του να ποζάρει στον καινούργιο του πίνακα κρατώντας στο χέρι τη μικρή χρυσή ζυγαριά του Ισπανού.   


Ελένη Καλλιανέζου "Η Γυναίκα με τη Ζυγαριά" 

http://asteroessa.blogspot.gr/2011/06/blog-post.html





Γυναίκες..



1939, Σάο Σαλβαντόρ ντε Μπαϊα

Η αμερικανίδα ανθρωπολόγος Ρουθ Λάντες καταφθάνει στη Βραζιλία. Θέλει να δει πως ζουν οι μαύροι σε μια χώρα δίχως ρατσισμό. Την υποδέχεται στο Ρίο ντε Ζανέιρο ο υπουργός Οσβάλντο Αράνια. Της εξηγεί πως η κυβέρνηση πρόκειται να καθαρίσει τη βραζιλιάνικη φυλή, που έχει βρομίσει από το μαύρο αίμα, διότι το μαύρο αίμα ευθύνεται για την οπισθοδρόμηση της χώρας.

Από το Ρίο, η Ρουθ πηγαίνει στην Μπαϊα. Εκεί όπου κάποτε οι πλούσιοι αντιβασιλείς είχαν τον θρόνο τους, τη ζάχαρη και σκλάβους, τώρα η πλειονότητα είναι μαύροι, κι οτιδήποτε έχει ενδιαφέρον είναι μαύρου χρώματος, από τη θρησκεία και τη μουσική μέχρι το φαγητό. Ωστόσο, όλοι στην Μπαϊα πιστεύουν, ακόμα μέχρι και οι μαύροι, πως το λευκό δέρμα είναι ανώτερης ποιότητας. Όλοι, όχι. Η Ρουθ ανακαλύπτει την υπερηφάνεια της μαύρης φυλής στις γυναίκες των αφρικάνικων ναών.

Σ” εκείνους τους ναούς υπάρχουν μόνο γυναίκες, μαύρες ιέρειες, που δέχονται στο κορμί τους τους Θεούς της Αφρικής. Στρουμπουλές και καλογυαλισμένες σαν μπάλες κανονιού, προσφέρουν στους θεούς τα ευτραφή κορμιά τους, ίδια φιλόξενα σπίτια, όπου χαίρεσαι να περνάς την ώρα σου.

Σ” εκείνα τα σπίτια οι θεοί μπαίνουν κι αρχίζουν τον χορό. Οι γυναίκες, που έχουν καταβληθεί από τους θεούς, δίνουν θάρρος και παρηγοριά στον λαό, και από το στόμα τους ακούγονται οι φωνές της μοίρας.

Οι μαύρες ιέρειες της Μπαϊα έχουν εραστές, όχι συζύγους. 

Ο γάμος δίνει γόητρο αλλά σου στερεί την ελευθερία και χαρά. Καμία τους δεν επιθυμεί να παντρευτεί ενώπιον του ιερέα ή του δικαστή: καμιά δεν θέλει να είναι δεσμευμένη σύζυγος, γυναίκα του τάδε. Με το κεφάλι ψηλά και το ελαφρό λίκνισμά τους, οι ιέρειες περιφέρονται σαν βασίλισσες της Δημιουργίας. 
Με τον τρόπο αυτό καταδικάζουν τους άνδρες σε ένα αβάσταχτο μαρτύριο: 
Να ζηλεύουν τους θεούς.



Εντουάρντο Γκαλεάνο – Γυναίκες

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Ο μικρός πρίγκηπας [ Κεφ 7 - 8 ]

  Αντουάν Ντε Σαιντ-Εξυπερύ

Ο μικρός πρίγκηπας 





Εκδ. Ενδυμίων 2007 



                                                                            



 Κεφάλαιο Έβδομο


Την πέμπτη μέρα, πάντα χάρη στο αρνάκι, τούτο το μυστικό της ζωής του μικρού πρίγκιπα μου αποκαλύφθηκε. Με ρώτησε κάπως απότομα, χωρίς κανένα άλλο πρόλογο, σα να ΄ταν αποτέλεσμα ενός προβλήματος που το ΄χε μελετήσει για πολύν καιρό χωρίς να εξωτερικεύει τις σκέψεις του

- Ένα αρνάκι, μια και τρώει τα μικρά δέντρα, τρώει και τα λουλούδια; 

- Ένα αρνάκι, τρώει ό,τι βρεθεί μπροστά του

- Ακόμα και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια;

- Ναι, ακόμα και τα λουλούδια που έχουν αγκάθια. 

- Και τότε, σε τι τους χρησιμεύουν τα αγκάθια; 


Δεν το ήξερα αυτό.  Κείνη τη στιγμή ήμουνα πολύ απασχολημένος, καθώς προσπαθούσα να λασκάρω ένα μαγκωμένο μπουλόνι του κινητήρα μου. Ένιωθα ανήσυχος, γιατί η βλάβη έδειχνε να΄ναι πολύ σοβαρή καιτο νερό που λιγόστευε, άρχιζε να με κάνει να φοβάμαι το χειρότερο. 

- Και σε τι χρησιμεύουν τα αγκάθια;

Όταν έκανε μια ερώτηση , ο μικρός πρίγκιπας δεν υποχωρούσε ποτέ. Ήμουνα θυμωμένος με το μπουλόνι μου κι απάντησα αδιάφορα:

- Τ΄αγκάθια σε τίποτε δε χρησιμεύουν, είναι μια καθαρή κακοτροπιά από τη μεριά των λουλουδιών!

- Ω!

Όμως, ύστερα από ένα μικρό διάστημα σιωπής, μου πέταξε μ ένα είδος μνησικακίας: 

- Δεν σε πιστεύω! Τα λουλούδια είναι αδύναμα, λεπτούλικα. Δεν έχουν πονηριά. Επιβιώνουν όπως μπορούν.  Πιστεύουν πως είναι τρομερά με τ΄αγκάθια τους... 



Δεν έδωσα καμία απάντηση. Κείνη τη στιγμή σκεφτόμουνα: "Αν τούτο το μπουλόνι  συνεχίσει ν΄αντιστέκεται, θα το πετάξω έξω με μια σφυριά" 

Ο μικρός   πρίγκιπας διέκοψε πάλι τις σκέψεις μου 

- Και πιστεύεις εσύ πως τα λουλούδια... 

- Μα όχι ! Οχι βέβαια! Δεν πιστεύω τίποτε!   
Απάντησα έτσι αδιάφορα, χωρίς να το πολυσκεφτώ. Είμαι απασχολημένος,εγώ, με σοβαρά πράγματα! 


Με κοίταξε κατάπληκτος

- Με σοβαρά πράγματα! .... 

Με κοίταζε έτσι όπως ήμουν με το σφυρί στο χέρι, τα δάχτυλα μαύρα απ το γράσο, σκυμμένο πάνω από ένα πράγμα που του φαινόταν πάρα πολύ άσχημο. 

- Μιλάς κι εσύ όπως οι μεγάλοι! 

Τα λόγια του μ΄έκαναν να νιώσω ντροπή. Μα κείνος, δίχως καθόλου να με λυπηθεί, πρόσθεσε:

- Όλα τα μπερδεύεις εσύ, .... όλα τ΄ανακατώνεις!

Στ΄αλήθεια ήταν πολύ θυμωμένος. Κουνούσε στον αέρα τα χρυσόξανθα μαλλιά του: 

- Ήξερα έναν πλανήτη όπου υπάρχει ένας κύριος πολύ κόκκινος. Ποτέ του δεν είχε μυρίσει ένα λουλούδι. Ποτέ του δεν είχε κοιτάξει ένα αστέρι. Ποτέ του δεν είχε αγαπήσει κανένα. Ποτέ του δεν έκανε τίποτε άλλο εκτός από λογαριασμούς. Κι όλη τη μέρα έλεγε και ξανάλεγε συνέχεια: "Είμαι σοβαρός άνθρωπος! Είμαι ένας σοβαρός άνθρωπος! "  
κι αυτό τον έκανε να φουσκώνει από περηφάνεια.  Μα αυτός δεν είναι άνθρωπος, είναι ένα μανιτάρι! 

- Ένα τι ; 

- Ένα μανιτάρι! 

Ο μικρός πρίγκιπας είχε γίνει τώρα κατάχλωμος απ΄το θυμό του

- Τώρα και εκατομμύρια χρόνια, τα λουλούδια πετάνε αγκάθια . Κι όμως, τώρα και εκατομμύρια χρόνια τα αρνιά τρώνε τα λουλούδια. Δεν είναι λοιπόν σοβαρό θέμα να προσπαθείς να καταλάβεις γιατί τα λουλούδια κουράζονται τόσο πολύ για να ξεπετάνε αγκάθια που ποτέ δεν χρησιμεύουν σε τίποτε ; Δεν είναι σημαντικό πρόβλημα ο πόλεμος ανάμεσα στα αρνιά και στα λουλούδια; Δεν είναι πολύ πιο σοβαρό και πιο σημαντικό από τους λογαριασμούς ενός χοντρού κόκκινου κυρίου; 
Κι αν εγώ ήξερα ένα μοναδικό στον κόσμο λουλούδι, που δεν υπήρχε πουθενά αλλού, εκτός από τον πλανήτη μου και που ένα μικρό αρνί μπορεί να το καταστρέψει με μια χαψιά, έτσι, ένα πρωί , χωρίς καθόλου να σκεφτεί αυτό που κάνει, αυτό δεν είναι σημαντικό και σοβαρό θέμα ;

  







 Κοκκίνισε , κι ύστερα πρόσθεσε: 

- Αν κάποιος αγαπάει ένα λουλούδι που δεν υπάρχει παρά μόνο ένα δείγμα του μέσα σε εκατομμύρια και εκατομμύρια αστέρια, αυτό είναι αρκετό για να νιώθει ευτυχισμένος όταν το κοιτάζει . Σκέπτεται: "Το λουλούδι μου είναι κάπου εκεί..." 
Μα αν το μικρό αρνί φάει το λουλούδι, θα ναι για κείνον σα να είχαν ξαφνικά  σβηστεί όλα τ΄αστέρια! Κι αυτό δεν είναι σημαντικό!.... 


Δε μπόρεσε να προσθέσει τίποτε περισσότερο. Απότομα ξέσπασε σε λυγμούς. Είχε πέσει η νύχτα . Είχα παρατήσει τα εργαλεία μου . Άρχισα να χλευάζω τον εαυτό μου για το σφυρί μου, για το μπουλόνι μου, για τη δίψα , για το θάνατο. Πάνω σ΄ένα αστέρι, έναν πλαντήτη, τον δικό μου, τη Γη, βρισκόταν ένας μικρός πρίγκιπας που χρειαζόταν παρηγοριά ! 
Τον πήρα αγκαλιά. Τον κούνησα πέρα-δώθε, νανουρίζοντάς τον. Του ψιθύριζα: " Το λουλούδι σου δεν κινδυνεύει πια... Ζωγράφισα ένα φίμωτρο στο αρνάκι σου.. θα ζωγραφίσω και μια πανοπλία για το λουλούδι σου.. θα ... " 
Δεν ήξερα τι να πω.. Ένιωθα πολύ άσχημα, δεν ήξερα πώς να τον φέρω πιο κοντά μου ή να πάω εγώ πιο κοντά του. 

Είναι τόσο μυστηριακή η χώρα των δακρύων .     







 Κεφάλαιο Όγδοο


Έμαθε πολύ γρήγορα να ξεχωρίζει αυτό το λουλούδι . Πάνω στον πλανήτη του μικρού πρίγκιπα, υπάρχαν πάντα πολύ απλά λουλουδάκια, στολισμένα με μια μονάχα σειρά από πέταλα και που δεν έπιαναν και πολύ τόπο, και που δεν ενοχλούσαν κανένα. 
Ένα πρωινό ξεπηδούσαν ανάμεσα στο χορτάρι κι ύστερα χάνονταν το βράδυ

Μα κείνο εκεί το λουλούδι, είχε φυτρώσει μια μέρα, από ένα σπόρο φερμένο κανείς δεν ξέρει από πού , κι ο μικρός πρίγκιπας το είχε παρακολουθήσει από πολύ κοντά αυτό το κλωναράκι που καθόλου δεν έμοιαζε με τ΄άλλα κλωναράκια. Θα μπορούσε να είναι ένα καινούριο είδος μπαομπάμπ.

   

 Μα το δεντράκι γρήγορα σταμάτησε να ψηλώνει, άρχισε μάλιστα να ετοιμάζεται να πετάξει λουλούδι. Ο μικρός πρίγκιπαςπου το παρακολουθούσε συνέχεια κι έβλεπε να βγαίνει ένα τεράστιο μπουμπούκι, ένιωθε πως θα πετιόταν κάτι θαυμαστό, μα το λουλούδι δε σταματούσε να ετοιμάζεται για να γίνει όμορφο, προφυλαγμένο από το πράσινο δωματικάκι του. 
Με πολλή προσοχή , διάλεγε τα χρώματά του. Ντυνόταν χωρίς βιασύνη. Ταίριαζε ένα ένα τα πέταλά του. Δεν θα θελε να παρουσιαστεί τσαλακωμένο όπως οι παπαρούνες. Δεν ήθελε να παρουσιαστεί  παρά μονάχα μέσα στην τέλεια ακτινοβολία της ομορφιάς του. Ε! ναι ! Ήταν πολύ φιλάρεσκο, ήθελε ν΄αρέσει ! 
Ο μυστηριώδης στολισμός του είχε κρατήσει λοιπόν, μέρες και μέρες. Κι ύστερα , να που ένα πρωί, ακριβώς την  ώρα που έβγαινε ο ήλιος, έκανε την εμφάνισή του 

Και τότε, το λουλούδι ,που τόσο με ακρίβεια ειχε δουλέψει, είπε καθώς χασμουριόταν : 

- Αχ! ΄μόλις ξύπνησα ... Σας ζητώ συγνώμη ... Είμαι ακόμη αχτένιστο...

Τότε ο μικρός πρίγκιπας δε μπόρεσε να συγκρατήσει το θαυμασμό του 

- Πόσο όμορφο είσαι ! 

- Δεν είναι έτσι ; απάντησε το λουλούδι . Κι έχω γεννηθεί την ίδια στιγμή που γεννήθηκε κι ο ήλιος.. 



Ο μικρός πρίγκιπας κατάλαβε πως ήταν λίγο ξιπασμένο, όμως ήταν και τόσο γοητευτικό !     


- Νομίζω ότι είναι η ώρα για το πρόγευμα, πρόσθεσε αμέσως μετά, θα χετε την καλωσύνη να με σκεφτείτε... 

Κι ο μικρός πρίγκιπας πολύ μπερδεμένος, αφού έφερε ένα ποτιστήριμε δροσερό νερό, περιποιήθηκε το λουλούδι. 



Όμως πολύ γρήγορα, άρχισε να τον στενοχωρεί με την κάπως ύποπτη ματαιοδοξία του.   




Μια μέρα ,σαν παράδειγμα, καθώς μιλούσε για τα τέσσερα αγκάθια του, είχε πει στον μικρό πρίγκιπα

- Μπορεί να ρθουν οι τίγρεις με τα νύχια τους !

- Δεν υπάρχουν τίγρεις στον πλανήτη μου, παρατήρησε ο μικρός πρίγκιπας, κι έπειτα  οι τίγρεις δεν τρώνε χορτάρι 

- Εγώ δεν είμαι χορτάρι, είχε απαντήσει ψιθυριστά το λουλούδι 

- Συγχωρείστε με .... 


- Καθόλου δε με φοβίζουν οι τίγρεις , μα με τρομάζουν τα ρεύματα του αέρα ... δεν έχετε κάποιο παραβάν ;

"Το τρομάζουν τα ρεύματα  του αέρα... δεν είναι κάτι που φέρνει τύχη σ΄ένα φυτό" είχε παρατηρήσει ο μικρός πρίγκιπας. "Κάπως πολύπλοκο είναι τούτο το λουλούδι..." 

 

 - Το βράδυ θα με βάζετε κάτω από ένα γυάλινο δοχείο . 

- Κάνει  πολύ κρύο εδώ σε σας .. Είναι κάπως άβολα .. Εκεί απ΄ όπου έχω έρθει ... 


Αλλά δε συνέχισε. Είχε έρθει με τη μορφή σπόρου. Δε μπορούσε να ξέρει τίποτε από άλλους κόσμους. Ταπεινωμένο που άφησε νατο τσακώσουν καθώς ετοιμαζόταν να πει  ένα ψέμα τόσο ολοφάνερο, είχε βήξει δυο ή τρεις φορές για να κάνει το μικρό πρίγκιπα να στεναχωρεθεί 

- Εκείνο το παραβάν; 

- Πήγα να το πάρω, αλλά μου μιλήσατε !  


Τότε εκείνο δυνάμωσε το βήχα του για να κάνει το μικρό πρίγκιπα να νιώσει τύψεις που έγινε αιτία να κρυολογήσει. Έτσι εκείνος, παρόλη την καλή του θέληση, εξαιτίας της αγάπης του, άρχισε γρήγορα να κυριεύεται από αμφιβολίες. Πήρε στα σοβαρά λόγια χωρίς σημασία, κι είχε γίνει πολύ δυστυχισμένος

- Δε θα πρεπε να το είχα ακούσει, μου εμπιστεύτηκε, δεν πρέπει ποτέ ν ακούμε τα λουλούδια. Πρέπει να χαιρόμαστε την ομορφιά και το άρωμά τους . 
Το δικό μου γέμιζε με αρώματα τον πλανήτη μου, μα δεν ήξερα να τ΄απολαύσω" 

  



 Μου εκμυστηρεύτηκε ακόμη :

- Δεν κατάφερα τίποτε να καταλάβω τότε ! Θα πρεπε να κρίνω από τις πράξεις και όχι από τα λόγια του . Με πλημμύριζε αρώματα και λάμψη. Ποτέ δε θα είχα μπορέσει να φύγω . 
Θα έπρεπε να είχα μαντέψει την τρυφερότητα πίσω από τα άγαρμπα καμώματά του. 
Τα λουλούδια είναι τόσο αντιφατικά ! 

Αλλά ήμουν πολύ νέος για να ξέρω να τ΄αγαπώ.. 

                                               
                                               ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~



Προηγούμενο