Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2014

Ο στόχος


Στις καταιγίδες καμώνομαι τη γενναία. 
Αλλά στούς κεραυνούς παραδίδομαι τρέμω.
Κι ενώ λένε πώς ο φόβος είναι η μόνη ίσως ασφαλής μας κρυψώνα,
εγώ πάω και κρύβομαι όπου πετύχω ασάφεια 

κι όπου μοιρολατρία στό γείσο των ημερολογίων.
στην κουφάλα ενός μύθου,
κάτω από τη φτερούγα μιας σφαίρας
μέσα στόν χειμωνιάτικο, οικογενειακό τάφο ενός γιασεμιού.


Μαρία Κοσσυφίδου


Εκτός αν βρω ξεκλείδωτη μιά φωτογραφία. Τρυπώνω και ασφαλίζομαι
-κι όχι να πεις
πώς ξεχωρίζει σ’ αυτήν καθαρά αν εσύ μου κρατάς το χέρι 

ή το άδειο γάντι μιας ευγενούς ασάφειας.
Αλλά μένω εκεί.
Φαίνεται κάπου θα έχω ακούσει
ότι η πιό ασφαλής μας κρυψώνα είναι η ασάφεια
ότι, αν μη τι άλλο,
επιβραδύνει να πέσει επάνω μας
της ραγδαίας σαφήνειας ο κεραυνός.

Η εμπλοκή με τις φωτογραφίες είναι
ότι σου παρέχουν τέτοια πλουσιοπάροχη οκνηρία
τόσο χαμογελαστή
που -ας ξεθύμανε η καταιγίδα έξω -
ούτε πού το σκέπτεσαι να φύγεις.

Μένεις εκεί μέχρι νεωτέρας φωτογραφίας.


Κική Δημουλά

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Ίσως να ναι κι έτσι ..


Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι 
– λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – 
μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, 
μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, 
ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) 
– άνθρωποι επαρκώς ενημερωμένοι, 
πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, 
μακριά απ’ τους άλλους…




Όσο περνάν τα χρόνια τόσο οι παλιοί γνωστοί μας απομακρύνονται ο ένας απ’ τον άλλον. Οι άνθρωποι γίνονται περισσότερο κοινωνικοί και λιγότερο ανθρώπινοι. Χάνουν τις ιδιομορφίες τους, τα ιδιαίτερα προτερήματα και τα ελαττώματά τους· σχεδόν ισοπεδώνονται. Οι φιλίες μαραίνονται.
[…]
Και το περίεργο είναι πως εξωτερικά, στη συμπεριφορά τους, οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο (ακόμη και στα κοστούμια τους και στη χτενισιά τους), σα να καταργηθήκανε οι διαφορές τους, κι όμως τώρα ακριβώς νιώθεις πως οι διαφορές τους αυξήθηκαν, κι όλοι τους χωρισμένοι με διαδοχικά κάθετα στρώματα τυπικότητας κι ευγενικής ψυχρότητας.


 Όπως άλλωστε και τα σπίτια. Οι όμορφες εκείνες μονοκατοικίες με τις γύψινες γιρλάντες, με τους καπνοδόχους, τ’ ανθέμια, τους κήπους, τα πηγάδια, καθεμιά τους με το δικό της γούστο, τη δική της φυσιογνωμία, απορία, ή και αδεξιότητα, δόθηκαν με αντιπαροχή κι υψώθηκαν τα πολυώροφα, μονότονα, απρόσωπα, τσιμεντένια κουτιά, κρύβοντας τον Παρθενώνα, τον Αϊ-Γιώργη του Λυκαβηττού, σφαγιάζοντας τα δεντράκια μας, πιπεριές, μουριές, γαζίες, τις παιδικές μας αναμνήσεις, τους χαρταϊτούς, τα σκοινιά της μπουγάδας, τ’ αστέρια, τις ξιπόλητες ποδοσφαιρικές ομάδες, τις βραδινές κουβεντούλες από παράθυρο σε παράθυρο, από αυλή σε αυλή με τις μυρωδιές του βασιλικού και του δυόσμου, με τον μητρικό νουθετικό ουρανό, με το φεγγαράκι μια φέτα δροσερό πεπόνι, 
– ω, πάνε, πάνε και τα πλανόδια επαγγέλματα, παγοπώλες, γιαουρτάδες, γαλατάδες, ομπρελάδες, γανωτζήδες, παπλωματάδες, τροχιστές, καρεκλάδες, ιχθυοπώλες, μανάβηδες με τα γαϊδουράκια τους ή τα χειραμάξια τους και μοσκοβόλαγαν οι γειτονιές ροδάκινα, ντομάτες, αχλάδια και τριαντάφυλλα κι οι κότες κακάριζαν θριαμβευτικά δοξάζοντας κάτι άγνωστο και οικείο, λευκό και σφαιρικό κι αδιαμφισβήτητο, κι ούτε χρειάζονταν καν ξυπνητήρια ή ρολόγια, γιατί, απ’ τη μια τ’ αστέρια, απ’ την άλλη τα κοκόρια είχαν αναλάβει τη χρονική και μετεωρολογική μας ενημέρωση, με ακρίβεια και με κάποια εύθυμη πονηρία, κάπως διφορούμενη. 

Κι οι άνθρωποι στριμωχτήκανε φαμίλιες και φαμίλιες μέσα σε τούτα τα κουτιά, κοντά κοντά, πλάι πλάι, κι ούτε γνωρίζονται κι ούτε βλέπονται ούτε χαιρετιούνται, κι αντίς για δέντρα έχουν κεραίες τηλεοράσεων, και μονάχα οι ολόσωμοι καθρέφτες των ασανσέρ κάτι κρατούν από μνήμες ερωτικών δωματίων…


Κι όχι να πεις πως σήμερα δεν κουβεντιάζουν οι άνθρωποι – λόγια, άλλο τίποτα, άφθονα λόγια – μα δε συνομιλούν, δε λένε τίποτα δικό τους, προσωπικό, ιδιωτικό, ιδιαίτερο (και γι’ αυτό καθολικό), μόνο λόγια, ξένα, μηχανικά, δημοσιογραφικά, γενικού ενδιαφέροντος, μεγάλοι τίτλοι εφημερίδων, γιατί, πράγματι, ξεφυλλίζουν πολλές εφημερίδες διαβάζοντας μόνον τα κεφαλαία γράμματα και τα εγκλήματα και τις αυτοκτονίες, ακούν επίσης τις ειδήσεις των 9 ή και των 12 απ’ την τηλεόραση (έγχρωμη τώρα) – άνθρωποι επαρκώς ενημερώμενοι, πολύ π α ρ ό ν τ ε ς (εδώ και σήμερα), κι εντελώς α π ό ν τ ε ς απ’ τον εαυτό τους, απ’ το παρελθόν τους, το μέλλον τους και, φυσικά, απ’ το παρόν τους, μακριά απ’ τους άλλους… 



Γιάννης Ρίτσος (1 Μάη 1909 - 11 Νοέμβρη 1990)  

από το  “ΙΣΩΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΚΙ ΕΤΣΙ” 

της σειράς  "Εικονοστάσι Ανώνυμων Αγίων"

 Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 











Γιατί αλλιώς (το΄χε πει ο Πέτρος) είναι σα να ξύνεις το κεφάλι σου,να πέφτει η πιτυρίδα στο πανωφόρι σου και να θαρρείς πως χιονίζει σ΄όλο τον κόσμο. Τι καλά που τα λέει ο Πέτρος-αντρίκεια, σοβαρά, απλά, ντόμπρα. Θα πρέπει να πάω να τον βρω, να τα κουβεντιάσουμε.  Κι όχι να τα κουβεντιάσουμε˙να τον δω μόνο,και φτάνει να διαλυθούν οι καπνοί που μου φλομώνουν το μυαλό.  Το μάτι του αστραπή ξεχωρίζει μεμιάς το κύριο απ΄το δευτερεύον,το προσωπικό απ΄το γενικό,το χρήσιμο απ΄το περίτεχνο περιττό. 

Το μόνο που φοβάμαι είναι πως δεν έχει διαθέσιμο χρόνο να ονειρευτεί και να ερωτευτεί, μ΄όλο που ο ίδιος είναι ολόκληρος ο έρωτας,γι αυτό κι απ΄την πρώτη στιγμή τον εμπιστεύεσαι,του αφήνεσαι, όταν ανάβει το τσιγάρο του και κοιτάς τα σίγουρα δάχτυλά του,  που μπορούν να δείξουν α υ τ ό ,  να σηκώσουν ένα βράχο,  να κρατήσουν μια μεγάλη σημαία,  παρ΄ότι ο ξινός κύριος Κυπαρίσσης έλεγε:"είναι πια ανυπόφορο να γεμίζουν κάθε τόσο τα μπαλκόνια σημαίες,να κυκλοφορούν διαδηλωτές με σημαίες, ανυπόφορο και το να λες τη λέξη   σ η μ α ί α 

Παραπληθύνανε,  βλέπετε,οι "μάρτυρες" και οι "ήρωες",  γέμισε η ποίηση   σ η μ α ί ε ς κι άδειασαν τα κεφάλια από ι δ έ ε ς " (έκανε και μια σαρκαστικήν ομοιοκαταληξία-σημαίες-ιδέες-,μοντέρνος γαρ αυτός,καταδικάζοντας σύσσωμη την "ακαδημαϊκή "ποίηση με τις ρίμες).
Για κάμποσο καιρό κι εγώ ο ηλίθιος δίσταζα να χρησιμοποιήσω στα γραφτά μου τη λέξη "σημαία",μα ύστερα (στο πείσμα του κ. Κυπαρίσση) πλημμύριζα τους στίχους μου με σημαίες και ισχυριζόμουν μάλιστα πως κάθε λέξη πρέπει να΄ναι και μια σημαία, γιατί τότε, στη Μακρόνησο, τα λίγα λόγια που αλλάζαν μεταξύ τους οι σύντροφοι πλατάγιζαν ψηλά πάνω από τα μαρτύρια πραγματικές σημαίες    κι έλεγες τίποτα δεν είναι ο θάνατος, 
τα πάντα είναι η ελευθερία˙ 
μα κείνοι που δεν γνώρισαν ποτέ τη φτώχεια,τη στέρηση,την εκμετάλλευση,την καταπίεση,
όταν διαβάζουν τη λέξη σημαία ή ελευθερία στραβομουτσουνιάζουν (οι καλαίσθητοι) και λένε: 
"τι μεγαλοστομίες, πολιτικολογίες,συνθηματολογίες" και κάνουν πίσω,όπως κάνουν πίσω μπροστά στον εχθρό,αν δεν συνεργάζονται κιόλας μαζί του.

Μα ποιός τους λογαριάζει; Ποιός γράφει για δαύτους;
Δεν πα΄να κουρεύονται.
Όμως για να λέμε και του στραβού το δίκιο,δύσκολα περνάνε στο χαρτί τούτες οι λέξεις, δεν χωράνε στο χαρτί, θέλουν άπλα, θέλουν αέρα, πλήθη, ουρανό, βουνά, πλατείες,άλογα,δάση.

Κι οι πραγματικοί αγωνιστές είναι πάντα σεμνοί με μπαλωμένα βρακιά,φαγωμένα σακάκια στους αγκώνες˙δεν καυχιούνται˙ κοιτάζουνε ψηλά με χαμηλωμένα βλέφαρα.Τούτες τις λέξεις τις πράττουν, δεν τις γράφουν σε κόλλες διαγωνισμού ή σε χαρτομάντιλα.
Αν δεις τις φλέβες στο λαιμό τους και στα μελίγγια τους,θα καταλάβεις,κι ίσως τραγουδήσεις άφωνα μέσα σου "σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή".
Μόνο αυτό. Τίποτ΄άλλο. 
(από το ίδιο ..)





Χωρίς παρωπίδες ή αποσιωπητικά


Ξεφυλλίζω συγκινημένη τον ΙΔ΄ τόμο των ποιημάτων του. Γιάννης Ρίτσος: ο ποιητής που απόσταξε τον εικοστό αιώνα, ο ευλαβής στα ταπεινά, ο γενναιόψυχος στα δύσκολα. Πέφτει τυχαία το μάτι μου σ' ένα τετράστιχο της συλλογής «Κάποτε». Μου το είχε πει μια δυο φορές στο τηλέφωνο, πριν από πολλά χρόνια, και το είχα συγκρατήσει σαν απόφθεγμα μέσα μου: «Οταν η απραξία/ γίνεται αυτάρκεια/ κι ο στοχασμός απραξία/ οι λύκοι χορεύουν».

Κάθε άνθρωπος έχει τόσα πρόσωπα, σκέφτομαι, όσοι και οι άνθρωποι που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν. Κι εγώ, έπειτα από τόσα χρόνια, τι επί της ουσίας έχω αποκομίσει από τη συναναστροφή μου με τον Ρίτσο; Οτι ήταν ένας ευγενικός, τρυφερός άνθρωπος. Ανεξίκακος. Αν και πολλοί τον είχαν λοιδορήσει, αν και πολλοί τον είχαν πικράνει, ποτέ δεν τον είχα ακούσει να μιλάει άσχημα για κανέναν. Τουναντίον, συχνά μ' εκνεύριζε με την επιμονή του να διακρίνει ελαφρυντικά σε όλους. «Τη δουλειά μας, εμείς, παιδάκι μου», η επωδός του. Αμετανόητα προσηλωμένος στο αυτονόητο της σχέσης του με το ΚΚΕ και αδιαπραγμάτευτα αναζητητής στα ουσιώδη της ζωής και της ποίησης. Κι ίσως γι' αυτό, δεν δίσταζε να γράφει ενίοτε και στίχους της δικής του κομματικής ανάγκης.

Με συμβούλευε να μην αφήνομαι στην αυταρέσκεια, αλλά και να μην παραδίνομαι στην ανασφάλεια. Να διακρίνω την ομορφιά από την «ομορφιά». Αλλη η «ομορφιά» του ρημαγμένου τοπίου, μου έλεγε, και άλλη η ομορφιά του σπαρμένου χωραφιού. Να ξέρω τι θέλω, αλλά και διαρκώς να αμφιβάλλω. Χωρίς παρωπίδες, αγκύλες, περιορισμούς. Χωρίς αποσιωπητικά. Και αυτήν, ακριβώς, την ανεξιθρησκία του, πέρα από σχολές και ρεύματα και πάνω από ιδεολογίες, θα ήθελα, τελειώνοντας, να τονίσω. Τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίο διέκρινε την τέχνη από την απομίμησή της, το ουσιώδες από το επουσιώδες, το αληθινό από την επίφασή του, το αυθεντικό από το επίπλαστο.

Μάρω Δούκα
(από το μηνιαίο περιοδικό Ως3 )







Στο μάθημα των αισθημάτων του


Στο διάλειμμα ενός μαθήματος Λατινικών, το 1962, στον Πειραιά, πρωτοδιάβασα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου. Το τετράδιο, που τα είχαν αντιγράψει, ήταν ανοιχτό και η ανάγνωσή τους με άλλαξε. Οι λέξεις του σχημάτιζαν εικόνες. Οι εικόνες στοιχεία της φύσεως. Κίνηση. Αναπνοές. Ιδρώτας. Πέρασαν χρόνια και τον συνάντησα στο σπίτι του στον Αγιο Νικόλαο, στην Αχαρνών. Δίπλα στον ομώνυμο ηλεκτρικό σταθμό. Περάσαμε στο σαλόνι. Η φωνή του θερμή. Μιλούσε σαν να συνέθετε μουσική. Τα χέρια του όπως σε έργο του Γκρέκο. Μου πρόσφερε καφέ και νερό. Γλυκό του κουταλιού. Τον έβλεπα να με φροντίζει σαν μπάτλερ. Με τρόμαξε. Με κινήσεις αυστηρές. Ολοι οι ρυθμοί εντός του. Εδώ κάθομαι το βράδυ. Είπε. Ακούω Μπαχ στο πικ-απ. Και γράφω. Μέχρι αργά. Είδα τη σκηνή. Νύχτα. Η κουρτίνα να γέρνει. Η υγρασία να ανεβαίνει. Θα μπορούσατε να είσαστε ο Τένεσι Ουίλιαμς, της Μεσογείου, μ' όσα έχετε γράψει, του είπα. Δεν απάντησε. Ηταν ο Ρίτσος του Κόσμου. Τον ξαναείδα άλλη μια φορά. Είχαμε πάει με τον Τσαρούχη. Του έδωσε έναν πρόλογο για τις Τρωάδες του Ευριπίδη, που ανέβαζε - για το βιβλίο που προήλθε από την μετάφραση του ζωγράφου. Εφαίνοντο πόσο φίλοι ήσαν και αγαπιόνταν με λόγια και σιωπές. Κάτι μεγαλειώδες.

Τελευταία φορά τον είδα να βγαίνει από τον ηλεκτρικό, στο Μοναστηράκι -από τους ελάχιστους διανοούμενους στην Ελλάδα που κινούνταν με δημόσια μέσα- και πήγαινε στη Μητρόπολη όπου γινότανε μια διάσημη κηδεία, το όνομα του νεκρού ήταν τυπωμένο στον Τύπο της ημέρας. Εκανε κρύο. Φορούσε γούνα. Αναψε τσιγάρο βγαίνοντας και προχώρησε. Ο Βισκόντι -είπα- από την Μονεμβάσια - η πατρίδα του Ρίτσου.

Κάθε φορά που διαβάζω ποιήματά του -δεν τον ένοιαζε που ήταν πολυγραφότατος- ξαναμπαίνω στο μάθημα των αισθημάτων. Άρρωστα ή υγιή έρχονται και με απαλύνουν. Μια σάλπιγγα ακούγεται, ένα παιδί ψηλά κοιτά πάνω από την Πύλη των Λεόντων, στην είσοδο του Κάστρου της Μονεμβάσιας, το σπίτι που γεννήθηκε ο ποιητής. Πιο κάτω, ο τάφος του, μες στη νύχτα φέγγει. Εχει πανσέληνο απόψε. Ο Ξένος, από την ομώνυμη συλλογή του, με υποδέχεται - προηγήθηκε ο Ρίτσος και ακολούθησε ο Παζολίνι με το Θεώρημά του, έχουν το ίδιο θέμα. Κάποιο ραδιόφωνο παίζει. Ενα παράθυρο ανοίγει. 

Ο Γιάννης Ρίτσος είναι εδώ. Πάντα μένει εδώ. 
Δεν έχει φύγει.

Γιώργος Χρονάς 
(από το περιοδικό Ως3)

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Ασφυξία για μια ανάσα ελευθερίας



Την περασμένη άνοιξη έδωσα πανελλήνιες εξετάσεις μέσα από τη φυλακή και πέρασα σε μια πανεπιστημιακή σχολή στην Αθήνα. Με βάση τους δικούς τους νόμους, λοιπόν, από τον Σεπτέμβρη δικαιούμαι να αρχίσω να παίρνω εκπαιδευτικές άδειες από τη φυλακή για να παρακολουθώ το πρόγραμμα της σχολής.
Όπως είναι λογικό, οι αιτήσεις που έχω κάνει έχουν καταλήξει στα αζήτητα, γεγονός που με οδηγεί να διεκδικήσω αυτό το αίτημα με οδόφραγμα το σώμα μου.
Σε αυτό το σημείο, είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσω το πολιτικό μου σκεπτικό ώστε να μπει ένα πλαίσιο γύρω από την επιλογή που πραγματοποιώ.
Οι νόμοι, εκτός από εργαλεία ελέγχου και καταστολής, αποτελούν ταυτόχρονα και μια διατήρηση ισορροπιών ή αλλιώς αυτό που επιγραμματικά ονομάζουμε κοινωνικά συμβόλαια, αντανακλούν κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς και διαμορφώνουν τμηματικά ορισμένες θέσεις διεξαγωγής του κοινωνικού πολέμου.
Γι’ αυτό και η επιλογή που κάνω θέλω να είναι όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαρη: δεν υπερασπίζομαι τη νομιμότητά τους· αντίθετα, απευθύνω έναν πολιτικό εκβιασμό, ώστε να κερδίσω ανάσες ελευθερίας από την ισοπεδωτική συνθήκη του εγκλεισμού.

Σε αυτό το σημείο, ανοίγει ένα ζήτημα που αφορά τις διεκδικήσεις μας σε καθεστώς αιχμαλωσίας. Είναι δεδομένο πως αντιφάσεις πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν σε τέτοιες συνθήκες.
Εμείς, για παράδειγμα, συμμετείχαμε στη μαζική απεργία πείνας των κρατουμένων ενάντια στο νέο νομοσχέδιο, ενώ είμαστε φανατικοί εχθροί όλων των νόμων· αντίστοιχα πολλοί σύντροφοι έχουν διαπραγματευτεί με οδόφραγμα το σώμα τους τους όρους του εγκλεισμού τους («παράνομες» προφυλακίσεις, άρνηση σωματικού ελέγχου, παραμονή σε μία φυλακή), και πολύ καλά έκαναν.
Το συμπέρασμα λοιπόν είναι ότι, από τη συνθήκη που βρισκόμαστε, πολλές φορές είμαστε αναγκασμένοι να μπούμε σε ένα στρατηγικό πόλεμο θέσεων που είναι αναγκαίο κακό εδώ που βρισκόμαστε.
Με αυτή μου την επιλογή, τα πολιτικά χαρακτηριστικά της οποίας συγκεκριμενοποιούνται στον ίδιο τον τίτλο του κειμένου, δίνεται η δυνατότητα να ανοίξει ένα μέτωπο αγώνα σε μια χρονική συγκυρία ιδιαίτερα κρίσιμη για όλους μας.
«Ακριβώς, η ποίηση είναι η τέχνη του ατόφιου. 
Είναι αυτή που παραμένει ανυπότακτη, όταν η τάξη του διαφανούς έχει υποτάξει όλα τα άλλα είδη του λόγου. 
Όταν οι λέξεις έχουν προσεκτικά απολυμανθεί και στολιστεί σα μαρκησίες της αυλής, 
αφού θα καταλήξουν στο κρεβάτι του πρίγκιπα, όσο κι αν αυτό τις τρομάζει, 
και θα παραστήσουν τις σεμνές, 
θα υποκριθούν ότι έχουν αρετές 
που έχουν χάσει από καιρό στο βούρκο του συμβιβασμού και της εκπόρνευσης. 
Η ποίηση ή είναι ασυμβίβαστη ή δεν είναι τίποτα». (Ζαν-Μαρκ Ρουγιάν)

Συντρόφισσες και σύντροφοι, εδώ και καιρό μας εγκλωβίζουν. Από τα αστυνομικά μπλόκα και τα αντιτρομοκρατικά πογκρόμ, στα συμβούλια των οικονομολόγων που εξοντώνουν όσους δε χωράνε στις στατιστικές τους. Από τους έλληνες βιομηχάνους που αντιστέκονται στην επέλαση των πολυεθνικών κολοσσών στηρίζοντας τον όψιμο σοσιαλισμό του ΣΥΡΙΖΑ, στο καθεστώς έκτακτης ανάγκης, με πολιτικούς που προβάρουν το κοστούμι του υπερ-πατριώτη πάντα δουλικού για το καλό του τόπου, από τους μπάτσους και το στρατό που εξοπλίζονται με όπλα τελευταίας τεχνολογίας για την καταστολή εξεγέρσεων, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας.

Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους: αν κάτι εκμεταλλεύεται το κράτος, αυτό δεν είναι άλλο από την αδράνεια που πλέον έχει μονιμοποιηθεί ως μια φυσιολογική συνθήκη.
Σε λίγο θα είναι πια αργά, και η εξουσία με το μαγικό ραβδί της θα δίνει έλεος μόνο σε όσους γονατίζουν υποτακτικά μπροστά στην παντοδυναμία της.
Το σύστημα οραματίζεται ένα μέλλον, όπου οι επαναστάτες θα θάβονται ζωντανοί σε «καταστήματα κράτησης εντατικού σωφρονισμού», μέσα στα οποία θα επιχειρείται η σωματική, ψυχική και ηθική καταστροφή τους.
Ένα πρωτότυπο μουσείο ανθρώπινης φρίκης όπου τα ζωντανά εκθέματα θα έχουν κρεμασμένη πάνω τους την ταμπέλα «παραδείγματα προς αποφυγή», ανθρώπινα πειραματόζωα πάνω στα οποία θα δοκιμαστούν όλες οι σαδιστικές προθέσεις της εξουσίας.
Ο καθένας απαντάει στα διλήμματα και κάνει τις επιλογές του. Ή θεατές σε απομονωμένες πολυθρόνες μιας ευνουχισμένης ζωής ή δράστες των γεγονότων που διαμορφώνουν την εξέλιξη της ιστορίας.

*

Εκείνο το βράδυ με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα είδαμε πολλά αστέρια να πέφτουν διαγράφοντας τις δικές τους χαοτικές διαδρομές. Κι εμείς μετρούσαμε και ξαναμετρούσαμε, κάναμε ευχές, υπολογίζαμε τις πιθανότητες. Το ξέραμε ότι η επιθυμία μας για μια ελεύθερη ζωή έπρεπε να περάσει πάνω από όλα όσα μας καταπιέζουν, μας δολοφονούν, μας καταστρέφουν, γι’ αυτό βουτήξαμε στο κενό, όπως ακριβώς τα αστέρια που βλέπαμε να πέφτουν.

Από τότε, άπειρα αστέρια πέσαν, μπορεί να ήρθε η ώρα να πέσει και το δικό μας, ποιος ξέρει; Αν είχαμε έτοιμες τις απαντήσεις δε θα γινόμασταν αυτό που είμαστε αλλά ιδιοτελή καθάρματα που θα διδάσκαμε στους ανθρώπους τρόπους να γίνουν τρωκτικά που τρώγονται μεταξύ τους όπως κάνουν σήμερα.
Τουλάχιστον εμείς παραμένουμε ακόμα απόλυτοι και πεισματάρηδες όπως οι άνθρωποι της πάστας μας. Και όσοι από εμάς με έναν πόνο έκλεισαν τα μάτια τους και ταξίδεψαν μακριά, παραμένουν με το βλέμμα κολλημένο σε εκείνον το βραδινό ουρανό που κοιτάζαμε και εμείς. Και μας βλέπουν να πέφτουμε, αστέρια όμορφα και λαμπερά. Τώρα ήρθε η σειρά μας. Τώρα πέφτουμε χωρίς δισταγμό.
Από τη Δευτέρα 10/11 ξεκινάω απεργία πείνας χωρίς να κάνω βήμα πίσω, με την αναρχία πάντα στην καρδιά μου.
Υπεύθυνο για κάθε μέρα απεργίας πείνας, και ό,τι συμβεί από εδώ και μπρος, είναι το συμβούλιο της φυλακής που αποτελείται από τον εισαγγελέα Νικόλαο Ποιμενίδη, τη διευθύντρια Χαραλαμπία Κουτσομιχάλη, καθώς και την κοινωνική λειτουργό.
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΘΕΣΗ


Υ.Γ. Προς όλους τους «αγωνιστές» των σαλονιών, τους επαγγελματίες ανθρωπιστές, τις «ευαίσθητες» προσωπικότητες της διανόησης και του πνεύματος: προκαταβολικά στα τσακίδια.

Νίκος Ρωμανός
Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού


(Ο Νίκος Ρωμανός συνελήφθη και καταδικάστηκε για την διπλή ληστεία στο Βελβεντό Κοζάνης. Ήταν φίλος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και ήταν μαζί του το βράδυ της δολοφονίας του από τον αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα. Ο Γρηγορόπουλος ξεψύχησε στα χέρια του. Ήταν τότε και οι δυο 15 ετών.)

---


Σύμφωνα με τους γιατρούς, η κατάσταση της υγείας του Νίκου Ρωμανού, ο οποίος κάνει απεργία πείνας από τις 10 Νοεμβρίου, είναι σε οριακό σημείο, ενώ ο δικηγόρος του, Φραγκίσκος Ραγκούσης, καταγγέλλει πως υπάρχει «εντολή από την εισαγγελέα των φυλακών για αναγκαστική σίτιση, παραβιάζοντας κάθε έννοια νομιμότητας και στοιχειοθετεί το αδίκημα του βασανισμού κρατουμένου». Η υποχρεωτική σίτιση σε απεργούς πείνας θεωρείται βασανισμός από τους διεθνείς οργανισμούς.
Ο Νίκος Ρωμανός κάνει απεργία πείνας, διεκδικώντας το αίτημά του για χορήγηση εκπαιδευτικών αδειών από τη φυλακή.
Ο Νίκος Ρωμανός έδωσε Πανελλαδικές Εξετάσεις, πέρασε σε πανεπιστημιακή σχολή στην Αθήνα, αλλά δεν του δίδονται εκπαιδευτικές άδειες, αν και τον περασμένο Σεπτέμβριο, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Χαράλαμπος Αθανασίου, πήγε στις φυλακές Αυλώνα, για να τον βραβεύσει με έπαινο και έπαθλο 500 ευρώ. Ο Νίκος Ρωμανός αρνήθηκε το βραβείο.
Η γιατρός Λίνα Βεργοπούλου δήλωσε σήμερα πως «η κατάστασή του Νίκου Ρωμανού είναι κρίσιμη, κινδυνεύει άμεσα από μέρα σε μέρα με νεφρική και καρδιακή ανεπάρκεια».
Δεν μπορώ να πιστέψω πως το ελληνικό κράτος το 2014 θα επιτρέψει να κινδυνεύσει η ζωή ενός νέου ανθρώπου επειδή διεκδικεί το νόμιμο δικαίωμά του να πάει στο πανεπιστήμιο.
Ο Νίκος Ρωμανός ήταν φίλος του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Ήταν μαζί του το βράδυ της δολοφονίας του από τον αστυνομικό Επαμεινώνδα Κορκονέα. Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος ξεψύχησε στα χέρια του Νίκου Ρωμανού.
Πυροβολώντας και σκοτώνοντας τον 16χρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στις 6 Δεκεμβρίου του 2008, ο Επαμεινώνδας Κορκονέας πυροβόλησε την ελληνική κοινωνία και της προκάλεσε μεγάλες πληγές που δεν έχουν κλείσει ακόμα.
Αν, καθώς συμπληρώνονται σε λίγες ημέρες 6 χρόνια από την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, το ελληνικό κράτος καταφέρει να πεθάνει ο Νίκος Ρωμανός -επειδή επιθυμεί να σπουδάσει στην πανεπιστημιακή σχολή που πέρασε με εξετάσεις-, τότε θα μιλάμε για ένα κράτος-δολοφόνο.
Κι αυτόν τον δολοφόνο πρέπει να τον σκοτώσεις. Πριν σε σκοτώσει αυτός.
Η Δημοκρατία δεν εκδικείται 

από το blog του ''πιτσιρίκος''

Σελεφαϊς


''Μερικοί όμως από μας ξυπνάμε τις νύχτες...''



Ήτανε σ' όνειρο που ο Κουράνις αντίκρισε την πόλη στη κοιλάδα και την ακτή πέρα στο βάθος και τη χιονοσκέπαστη βουνοκορφή που δέσποζε στη θάλασσα και τις ζωηρόχρωμες γαλέρες που σαλπάριζαν από το λιμάνι για τους αλαργινούς τόπους, όπου η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Ήτανε σ' όνειρο επίσης, που 'χε αποκτήσει τ' όνομα Κουράνις, γιατί όταν ήτανε ξυπνητός τονε φωνάζανε κάπως αλλιώς. Ίσως ήτανε φυσικό γι' αυτόν να ονειρευτεί ένα καινούριο όνομα, γιατί ήταν ο τελευταίος της φαμίλιας του και ζούσε μονάχος ανάμεσα στα διάφορα πλήθη του Λονδίνου. Έτσι δεν υπήρχανε πολλοί για να του πουν ένα λόγο και να του θυμίσουνε ποιος ήτανε κάποτε.


     Η περιουσία και τα κτήματά του είχανε χαθεί και δε του άρεσε ο τρόπος που ζούσαν οι άνθρωποι τριγύρω του.. Τα όσα έγραφε τα περγελούσαν εκείνοι που τους τα 'δειχνε, έτσι μετά από λίγο καιρό άρχισε να τα κρατά για τον εαυτό του και τελικά σταμάτησεν εντελώς να γράφει. Όσο περισσότερο αποτραβιόταν από τον κόσμο γύρω του, τόσο πιο θαυμαστά γίνονταν τα όνειρά του. Και θα 'ταν αλήθεια μάταιο να προσπαθήσει να τ' αποδώσει στο χαρτί. Ο Κουράνις δεν ήτανε μοντέρνος και δε σκεφτόταν όπως οι άλλοι που γράφανε. Ενώ κείνοι πασχίζαν να απογυμνώσουνε τη ζωή από τα χρυσοποίκιλτα πέπλα του μύθου και να δείξουνε σε γυμνήν ασκήμια το αποκρουστικό πράμα που λέγεται πραγματικότητα, εκείνος αναζητούσε την ομορφιά και μόνο. Κι όταν η αλήθεια κι η πείρα δε κατάφερναν να την αποκαλύψουνε, την αναζητούσε στη φαντασία και στα οράματα και τελικά τη βρήκε στο ίδιο του το κατώφλι, ανάμεσα στις θολές θύμησες των παιδικών παραμυθιών και των ονείρων.



     Δεν υπάρχουνε πολλοί που να ξέρουνε τι θαύματα ξανοίγονται μπρος τους, τις ιστορίες και τα οράματα της νιότης τους. 

Γιατί όταν σαν παιδιά ακούμε κι ονειρευόμαστε δε κάνουμε παρά συγκεχυμένες σκέψεις κι όταν σα μεγάλοι προσπαθούμε να θυμηθούμε, είμαστε πια τόσον αποχαυνωμένοι και πεζοί, έχοντας ποτιστεί με το δηλητήριο της ζωής. 

Μερικοί όμως από μας ξυπνάμε τις νύχτες με παράξενα, φαντασμαγορικά οράματα μαγευτικών λόφων και κήπων, απο συντριβάνια που τραγουδάνε στον ήλιο, από χρυσαφένιους γκρεμούς που δεσπόζουνε πάνω από θάλασσες ψιθυριστές, από πεδιάδες που απλώνονται πέρα ως τις παρυφές κοιμισμένων πόλεων, φτιαγμένων από μπρούτζο και πέτρα κι από σκιερές ομάδες ηρώων που καλπάζουν σε περιστόλιστα λευκά άτια, στις άκριες πυκνών δασών. 
Και τότε καταλαβαίνουμε πως ρίξαμε μια φευγαλέα ματιά πέρα, πίσω από τις Φιλντισένιες Πύλες, σε κείνο τον κόσμο των θαυμάτων που 'τανε δικός μας προτού γίνουμε σοφοί και δυστυχείς.

     Ο Κουράνις έφτασε τελείως απρόσμενα στον παλιό του κόσμο της παιδικής ηλικίας του. Αρχικά ονειρεύτηκε το πελώριο, πέτρινο, κισσοντυμένο σπίτι που 'χε γεννηθεί κι όπου είχανε ζήσει δεκατρείς γενιές προγόνων του, εκεί που έλπιζε ν' αφήσει κάποτε τη τελευταία του πνοή κι αυτός. To φεγγαρόφωτο έλουσε το τοπίο κι εκείνος είχε βγει κλεφτά από το δωμάτιό του, έξω στην ευωδιαστή καλοκαιριάτικη νύχτα. Διέσχισε τους κήπους, κατηφόρισε τα παρτέρια, πέρασε από τις μεγάλες βαλανιδιές του πάρκου και πήρε το μακρύ, άσπρο δρόμο για το χωριό. Το χωριό ήτανε πολύ παλιό, με τις γωνιές του φαγωμένες από τον χρόνο, σαν το φεγγάρι που 'χεν αρχίσει να λιγοστεύει κι ο Κουράνις αναρωτήθηκε αν οι μυτερές στέγες των μικρών σπιτιών έκρυβαν τον ύπνο ή τον θάνατο. Μακριές λόγχες γρασιδιού φυτρώνανε στους δρόμους και τα τζαμόφυλλα στα παραθύρια ήταν είτε θρυμματισμένα, είτε ατενίζανε τυφλά, πνιγμένα στη σκόνη.
     Δε χασομέρησε διόλου κει, αλλά συνέχισε τον δρόμο του σαν κάτι να τονε καλούσε προς ένα προορισμό. Δε τολμούσε να παρακούσει στο κάλεσμα, γιατί φοβόταν μήπως αποδειχτεί κι αυτό αυταπάτη, σαν τις επιδιώξεις και τις φιλοδοξίες της ξύπνιας ζωής που δεν οδηγούνε σε κανένα σκοπό. Ύστερα κάτι τον είχε τραβήξει σ' ένα δεντρόφυτο δρόμο που 'βγαζε στους γκρεμούς του Στενού, πέρ' από το χωριό. Έτσι έφτασε κει που τέλειωνε το κάθε τι -στο βάραθρο και την άβυσσο που ολάκερο το χωριό κι ολάκερος ο κόσμος τέλειωναν απότομα στο δίχως αντίλαλους κενό του απείρου, όπου ακόμα κι ο ουρανός μπροστά, ήταν άδειος κι αφώτιστος από το μισοφαγωμένο φεγγάρι ή τ' αστρα.

     Η πίστη τονε κέντρισε να προχωρήσει, ν' αψηφήσει το βάραθρο και να βουτήξει στην άβυσσο. Κατέβαινε αργά, αιωρούμενος σα φυσαλίδα, ανταμώνοντας στο δρόμο σκοτεινά, άμορφα, ανονείρευτα όνειρα, αχνές φωτερές σφαίρες που μπορεί να 'τανε μισονειρεμένα όνειρα και κοροϊδευτικές φτερωτές μορφές, που φαίνονταν να περιγελούνε τους ονειροπόλους όλων των κόσμων. Ύστερα, το σκοτάδι φάνηκε να σκίζεται μπροστά του και τότε αντίκρισε τη πόλη στη κοιλάδα. Έλαμπεν αστραφτερή πέρα μακριά, πολύ μακριά κάτω, σ' ένα φόντο θάλασσας κι ουρανού, με μια χιονισμένη βουνοκορφή κοντά στην ακτή.

     Ξύπνησε ακριβώς τη στιγμή που αντίκριζε τη πόλη. Ωστόσο ήξερε από κείνη τη φευγαλέα ματιά, πως δεν ήταν άλλη από τη Σελεφαΐς, στη κοιλάδα του Ουθ-Ναργκάι, πέρα από τους Τανάριους Λόφους. Ήταν εκεί που το πνεύμα του είχε ζήσει όλη την αιωνιότητα μιας ώρας, ένα καλοκαιριάτικο απομεσήμερο, κάποτε, πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν είχε ξεγλιστρήσει από τα μάτια της γκουβερνάντας του κι είχεν αφήσει τη ζεστή θαλασσινήν αύρα να τον νανουρίσει, ενώ χάζευε τα σύννεφα από τον γκρεμό κοντά στο χωριό. Είχε διαμαρτυρηθεί τότε, όταν τονε βρήκανε, τονε ξυπνήσανε και τονε πήρανε πίσω στο σπίτι, γιατί κείνη τη στιγμήν ακριβώς ήταν έτοιμος να σαλπάρει με μια χρυσαφένια γαλέρα για κείνους τους σαγηνευτικούς τόπους, που η θάλασσα έσμιγε με τον ουρανό. Τώρα λοιπόν ένιωθε την ίδια αγανάκτηση για το ξύπνημα, γιατί είχε ξαναβρεί επιτέλους τη θαυμαστή πόλη, ύστερα από σαράντα χρόνια βαρετής ζωής.
     Αλλά τρεις νύχτες αργότερα, ο Κουράνις ξαναγύρισε στη Σελεφαΐς. Όπως και την άλλη φορά, ονειρεύτηκε πρώτα το χωριό που 'τανε βυθισμένο στον ύπνο ή τον θάνατο και την άβυσσο που 'πρεπε να κατέβει κανείς πετώντας ανάλαφρα στο κενό. Ύστερα φάνηκε κείνο το σκίσιμο μπροστά του κι αντίκρισε πάλι τους λαμπερούς μιναρέδες της πόλης, είδε τις χαριτωμένες γαλέρες που λικνίζονταν αγκυροβολημένες στο ζαφειρένιο λιμάνι και θαύμασε τα δέντρα γκίνγκο του όρους Αράν, που κυματίζανε στη θαλάσσιαν αύρα. Αλλά τούτη τη φορά κανείς δε τονε διέκοψε παίρνοντάς τονε βάναυσα, μακριά από κει και σα φτερωτό πλάσμα, συνέχισε να κατεβαίνει ανάλαφρα προς μια χορταριασμένη πλαγιά, ώσπου τα πόδια του ακουμπήσανε μαλακά στη χλόη. Είχε στ' αλήθεια επιστρέψει στη κοιλάδα του Ουθ-Ναργκάι και στην υπέροχη πόλη, Σελεφαΐς.

     'Αρχισε να κατηφορίζει τον λόφο περπατώντας στη μυρωδάτη χλόη, ανάμεσα σε πολύχρωμα λουλούδια. Διαβαίνοντας από το ξύλινο γιοφυράκι, όπου πριν τόσα και τόσα χρόνια είχε σκαλίσει τ' όνομά του, πέρασε τον αφριστό Ναραξά, διέσχισε το αλσύλλιο ακούγοντας τον αδιάκοπο ψίθυρο των δέντρων κι έφτασε στη μεγάλη πέτρινη γέφυρα πλάι στις πελώριες πύλες της πόλης. Όλα ήταν όπως τα θυμόταν από παλιά: τα διαμαντένια τείχη δεν είχανε χάσει τη γυαλάδα τους, ούτε τα διακοσμητικά, στιλπνά, μπρούντζινα αγάλματα είχανε θαμπώσει. Κατάλαβε πως δεν είχε λόγους ν' ανησυχεί μήπως τα πράματα που 'ξερε είχανε χαθεί, γιατί ακόμα κι οι σκοποί στις πολεμίστρες ήσαν οι ίδιοι, το ίδιο νέοι όσο τους θυμόταν.

     Όταν διάβηκε τις μπρούτζινες πύλες, μπήκε στη πόλη κι άρχισε να βαδίζει στους δρόμους, τους στρωμένους με όνυχα, οι έμποροι κι οι καμηλιέρηδες, τονε χαιρετίσανε σα να μην είχε φύγει ποτέ από κει. Κι ήταν ο ίδιος ναός από τυρκουάζ, αφιερωμένος στον Ναθ-Χορτάθ, που οι στεφανωμένοι με ορχιδέες ιερείς του εξήγησαν ότι δεν υπήρχε χρόνος στο Ουθ-Ναργκάι, αλλά μονάχα αιώνια νιότη. Ύστερα διέσχισε τον Δρόμο των Κιόνων προς τη προκυμαία, που μαζεύονταν οι εμπόροι κι οι ναυτικοί, καθώς και παράξενοι άνθρωποι από τους τόπους εκείνους που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Εκεί έμεινε κάμποσο, αγναντεύοντας πέρα στ' ολόφωτο λιμάνι που στραφταλίζανε τα κυματάκια, κάτω από έναν άγνωστον ήλιο κι όπου λικνίζονταν ανάλαφρα οι γαλέρες από τους μακρινούς τόπους, πέρ' από τη θάλασσα. Αγνάντεψε πέρα προς το βουνό 'Αραν, που ορθωνότανε μεγαλόπρεπο από την ακτή, με τις χαμηλότερες πλαγιές του καταπράσινες από τα κυματιστά δέντρα και τη λευκή του κορφή ν' αγγίζει τα ουράνια.

     Πιότερο από ποτέ, λαχταρούσε να σαλπάρει με μια γαλέρα, για κείνους τους αλαργινούς τόπους, που 'χεν ακούσει τόσες και τόσες παράξενες ιστορίες κι έψαξε να βρει τον καπετάνιο που τον είχε δεχτεί σαν επιβάτη του, τόσα χρόνια πριν. Βρήκε τον άνθρωπο που αναζητούσε, τον Αθίμπ, καθισμένον όπως και τότε στην ίδια κασέλα με μπαχαρικά, αλλά δε φάνηκε να 'χει συνειδητοποιήσει πόσα χρόνια είχανε κυλήσει στο μεταξύ. Έπειτα, οι δυο τους, πήγανε με βάρκα σε μια γαλέρα στο λιμάνι και δίνοντας εντολές στους κωπηλάτες και το πλήρωμα, το πλοίο άνοιξε πανιά για τη κυματώδη θάλασσα της Σερενάρια, που οδηγεί στον ουρανό. Κάμποσες μέρες γλιστρούσαν ανάλαφρα στα κύματα, ώσπου τελικά φτάσανε στον ορίζοντα, εκεί που η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό. Η γαλέρα δε κοντοστάθηκε διόλου δω, αλλά συνέχισε ν' αρμενίζει αιθέρια προς τον γαλάζιο τ' ουρανού, περνώντας ανάμεσα από μπαμπακένια σύννεφα με ρόδινες πινελιές. Και χαμηλά κάτω στη καρίνα, ο Κουράνις, μπορούσε να δει παράξενες χώρες και πόλεις ανείπωτης ομορφιάς, πλαγιασμένες νωχελικά στο λιόφωτο που δε φαινόταν να λιγοστεύει ή να σβήνει. Και κάποτε ο Αθίμπ τονε πληροφόρησε πως σύντομα θα μπαίνανε στο λιμάνι της Σεράνιαν, της ροδόχρωμης, μαρμαρένιας πόλης στα σύννεφα, που ορθώνεται σε κείνη την αιθέριαν ακτή, απ' όπου ο δυτικός άνεμος φυσά στον ουρανό. Αλλά πάνω που οι ψηλότεροι από τους σμιλευτούς πύργους της πόλης φανήκανε μπρος του, ένας ήχος ακούστηκε κάπου στο διάστημα κι ο Κουράνις ξύπνησε στη λονδρέζικη σοφίτα του.




     Για πολλούς μήνες μετά, αναζητούσε μάταια τη μαγευτική πόλη της Σελεφαΐς και τις γαλέρες της π' αρμένιζαν σε θάλασσες κι ουρανούς. Αν και με τα φτερά τ' ονείρου κατάφερε να περιπλανηθεί σε πολλούς φαντασμαγορικούς κι ασύλληπτους τόπους, κανείς απ' όσους συνάντησε κει δεν ήτανε σε θέση να τον πληροφορήσει πως να ξαναβρεί το Ουθ-Ναργκάι πέρ' από τους Τανάριους Λόφους.

     Μια νύχτα πέρασε πετώντας πάνω από σκοτεινά βουνά, που τρεμοφέγγαν αχνές, μοναχικές φωτιές καταυλισμών σε μεγάλες αποστάσεις μεταξύ τους κι όπου περιπλανιόντανε παράξενα κοπάδια μαλλιαρών ζώων με μελωδικά καμπανάκια στα μπροστάρικα. Και στην αγριότερη περιοχή αυτής της ορεινής χώρας, της τόσο αλαργινής που λιγοστοί άνθρωποι την έχουνε δει ποτέ, ανακάλυψε πανάρχαιο πέτρινο τείχος ή ανάχωμα, να προχωρά φιδογυριστά, σκαρφαλώνοντας σε βουνοκορφές και διασχίζοντας κοιλάδες. Ήτανε πολύ γιγάντιο για να 'χει φτιαχτεί από χέρια ανθρώπου και τόσο μακρύ που καμιά του άκρη δεν έπιανε το μάτι. Πέρ' από κείνο το τείχος, στο γκριζωπό φως της αυγής, έφτασε σε μια γη με μαγευτικούς κήπους και κερασιές κι όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά, αντίκρισε τέτοιον υπέροχο θέαμα από κόκκινα και λευκά λουλούδια, πράσινα φυλλώματα και παρτέρια, άσπρα μονοπάτια, διαμαντένια ρυάκια, γαλάζιες λιμνούλες, σκαλιστά γιοφύρια και πορφυρόσκεπες παγόδες, που μες στο θαυμασμό του λησμόνησε για μια στιγμή τη Σελεφαΐς.
     Αλλά τη θυμήθηκε πάλι, όταν κατηφόρισε ένα λευκό μονοπάτι προς μια πορφυρόσκεπη παγόδα. Σκόπευε να ρωτήσει σχετικά τους κατοίκους τούτης της γης, άλλ' ανακάλυψε πως δεν υπήρχαν άνθρωποι εκεί, παρά μόνο πουλιά, μέλισσες και λουλούδια. Κάποιαν άλλη νύχτα ανέβηκε μιαν ατέλειωτην ελικοειδή σκάλα από νοτερή πέτρα κι έφτασε σ' ένα παράθυρο ενός ψηλού πύργου με θέα προς μιαν απέραντη πεδιάδα κι ένα ποτάμι, φωτισμένα από τη πανσέληνο. Και στη σιωπηλή πόλη που απλωνότανε στην όχθη του ποταμού, του φάνηκε πως διέκρινε μερικά γνώριμα χαρακτηριστικά. Θα κατέβαινε να ρωτήσει τον δρόμο για το Ουθ-Ναργκάι, αν μια φοβερή αυγή δεν έσκαγε από κάποιο μακρινό τοπίο πέρ' από τον ορίζοντα. Στο φως της είδε τα ερείπια και την αρχαιότητα της πόλης, το λίμνασμα στους καλαμιώνες του ποταμού και τον θάνατο που αγκάλιαζε τούτη τη γη. Ήταν έτσι νεκρή από τη μέρα που ο βασιλιάς Κυναραθόλις είχεν επιστρέψει από τις κατακτήσεις του για να βρει την εκδίκηση των Θεών.

     Έτσι ο Κουράνις συνέχιζε τις άκαρπες αναζητήσεις του για τη μαγευτική πόλη της Σελεφαΐς και τις γαλέρες που σάλπαραν για τη Σεράνιαν στον ουρανό. Στις περιπλανήσεις του αυτές τα μάτια του αντικρίσανε πολλά και θαμαστά πράματα. Κάποτε μόλις που γλίτωσε από τον αρχιερέα, που δεν επιτρέπεται να περιγραφεί, ο οποίος έχει σκεπασμένο το πρόσωπό του με μια κίτρινη μεταξένια μάσκα και κατοικεί ολομόναχος σ' ένα προϊστορικό πέτρινο μοναστήρι στο παγωμένο ερημικό οροπέδιο του Λενγκ. Με τον καιρό άρχισε να βρίσκει ανυπόφορα τ' ανούσια διαλείματα της μέρας κι έτσι άρχισε να προμηθεύεται ναρκωτικά για να μεγαλώσει τις περιόδους ύπνου. Το χασίς τονε βοήθησε πολύ και κάποια φορά τον έστειλε σε μια περιοχή του διαστήματος που δεν υπάρχει η έννοια της μορφής κι όπου φωτεινά αέρια μελετούνε τα μυστικά της ύπαρξης. Εκεί, ένα βιολετί αέριο τονε πληροφόρησε, πως ο χώρος αυτός του διαστήματος, βρισκόταν έξω από κείνο που οι άνθρωποι αποκαλούσαν άπειρο, όπου υπήρχανε πράματα σαν την ύλη, την ενέργεια και τη βαρύτητα.

     Ο Κουράνις αγωνιούσε πια να επιστρέψει στη πυργοστόλιστη Σελεφαΐς κι έτσι μεγάλωσε τις δόσεις των ναρκωτικών. Αλλά κάποτε τα χρήματά του τελειώσανε και δεν ήτανε σε θέση ν' αγοράσει άλλα. Και μια καλοκαιριάτικη μέρα, παράτησε τη σοφίτα κι άρχισε να περιπλανιέται άσκοπα στους δρόμους, ώσπου τα βήματά του τον οδηγήσανε πάνω από μια γέφυρα κι έφτασε σε μια περιοχή της πόλης που τα σπίτια γίνονταν όλο και πιο αραιά. Εκεί ακριβώς, τονε βρήκε η εκπλήρωση κι αντάμωσε τη τιμητικήν ακολουθία των ιπποτών που 'χαν έρθει από τη Σελεφαΐς, για να τον οδηγήσουνε σ' αυτή για πάντα. Ήταν ωραίοι ιππότες, καβάλα σε πιτσιλωτά άτια, ντυμένοι μ' αστραφτερές πανοπλίες και χρυσοκέντητους μανδύες με παράξενα οικόσημα. Ήτανε τόσοι πολλοί, που για μια στιγμή τους πέρασε για στρατό. Είχανε σταλεί προς τιμή του, γιατί ήταν αυτός που 'χε πλάσει το Ουθ-Ναργκάι στα όνειρά του και για τον λόγον αυτό θα γινότανε τώρα ο μεγάλος θεός του. Οι ιππότες του πρόσφεραν έν' άλογο, τονε βάλαν επικεφαλής στη πομπή τους κι όλοι μαζί αρχίσανε να καλπάζουνε μεγαλόπρεπα στους κάμπους του Σάρρυ, προς τον τόπο που ο Κουράνις κι οι πρόγονοί του είχανε γεννηθεί.
     Ήτανε πολύ παράξενο, αλλά καθώς οι καβαλάρηδες προχωρούσαν, ήτανε σαν να καλπάζανε ταυτόχρονα και πίσω στον Χρόνο, γιατί κάθε φορά που διασχίζανε κάποιο χωριό στο λυκόφωτο, βλέπανε σπίτια και χωρικούς που δείχνανε ν' ανήκουνε στην εποχή του Μεσαίωνα ή και πιο παλιά και μερικές φορές συναντούσαν έφιππους ιππότες με μικρές ομάδες από ακολούθους τους. Με τον ερχομό της νύχτας η πορεία τους έγινε πιο γοργή και σύντομα καλπάζανε παράξενα, σα να πετούσανε στον αγέρα. Στο μουντό φως της αυγής φτάσανε στο χωριό που ο Κουράνις είχε δει ζωντανό στα παιδικά του χρόνια και κοιμισμένο ή νεκρό στα όνειρά του. Ήταν ολοζώντανο τώρα κι οι πρωινοί του κάτοικοι χαιρετούσανε καθώς οι καβαλάρηδες διασχίζανε με πάταγο τα καλντερίμια για να βγούνε στο δέντρόφυτο μονοπάτι που τέλειωνε στην άβυσσο των ονείρων.
     Στο παρελθόν είχεν αρμενίσει σ' αυτή την άβυσσο μονάχα νύχτα κι αναρωτιόταν τώρα πως θα φαινόταν στο φως της μέρας. Έτσι παρατηρούσεν ανυπόμονα καθώς η πομπή πλησίαζε στο χείλος της. Καθώς αρχίζανε να καλπάζουνε στην ανηφοριά προς τα κει, μια χρυσαφένια λάμψη ξάστραψε κάπου στη δύση κι έκρυψε το τοπίο πίσω από φωτερά πέπλα. Η άβυσσος ήταν ένα στροβιλιζόμενο χάος ρόδινης και γαλάζιας φαντασμαγορίας κι αόρατες φωνές τραγουδούσανε χαρμόσυνα καθώς η συνοδεία των ιπποτών σάλταρε από την άκρη του χείλους κι άρχισε να κατεβαίνει μ' ανάλαφρη χάρη, περνώντας μες από αστραποβόλα σύννεφα κι ασημένιες λάμψεις.
     Οι καβαλάρηδες κατεβαίναν ατέλειωτα, με τις οπλές από τα πολεμικά τους άτια να γαντζώνονται στον αιθέρα σα να καλπάζανε πάνω σε χρυσαφένιες άμμους. Και μετά, οι φωτεινές καταχνιές σκιστήκανε κι ανοίξανε για ν' αποκαλύψουνε μιαν ακόμα μεγαλύτερην ομορφιά, όλη κείνη την ομορφιά της πόλης Σελεφαΐς και την ακτή πέρα και τη χιονισμένη βουνοκορφή που δέσποζε στη θάλασσα και τις ζωηρόχρωμες γαλέρες που σάλπαραν από το λιμάνι για τους αλαργινούς τόπους, όπου η θάλασσα σμίγει με τον ουρανό.


     Κι από τότε, ο Κουράνις βασιλεύει στο Ουθ-Ναργκάι και σ' όλες τις γειτονικές περιοχές του ονείρου και διατηρεί την αυλή του πότε στη Σελεφαΐς και πότε στη συννεφόχτιστη Σεράνιαν. Βασιλεύει εκεί ακόμα και θα συνεχίσει να βασιλεύει ευτυχισμένα για πάντα, μ' όλο που κάτω από τους γκρεμούς του Ίνσμουθ, οι παλίρροιες των Στενών έπαιζαν με το κουφάρι ενός αλήτη, που 'χε διασχίσει τρεκλίζοντας το μισοέρημο χωριό κείνη την αυγή. Παίζανε κοροϊδευτικά και το πετούσανε στα βράχια, κάτω από τους κισσοντυμένους Πύργους του Τρέβορ, όπου ένας εντυπωσιακά χοντρός κι ιδιαίτερα απεχθής, εκατομμυριούχος εργοστασιάρχης μπίρας, απολάμβανε την αγορασμένην ατμόσφαιρα μιας χαμένης ευγενικής γενιάς.

___________________________________
 
Ηoward Phillips Lovecraft
"Selefais" (1927)
Μετάφραση Γιώργος Μπαλάνος

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Το τέλος του Οδυσσέα

Οι εκατό μνηστήρες της βασίλισσας Πηνελόπης είχαν σκοτωθεί και τα πτώματά τους, το ένα μετά το άλλο, τα έβγαλαν από τη σάλα της γιορτής τυλιγμένα με χαλιά. 

Ν. Εγγονόπουλος
Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, το σπίτι ήταν ακόμη στο πόδι μετά τα φοβερά συμβάντα, τα παράθυρα άπλωναν φως μέσα στη νύχτα κι οι υπηρέτες έτρεχαν πέρα — δώθε. Ακουγόταν πως στη μεγάλη αίθουσα σάρωναν με σκούπες το αίμα απ' το πλακόστρωτο. Στο λαμπροφώτιστο υπνοδωμάτιο ο Οδυσσέας άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του την Πηνελόπη για τις εικοσάχρονές του περιπέτειες, για την Τροία, για τη διαμάχη των βασιλιάδων στο στρατόπεδο,για το ταξίδι της επιστροφής και τα παράξενα της μακρυνής θάλασσας. Όμως όταν έφτασε στη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, παρατήρησε πως η Πηνελόπη δίπλα του είχε αποκοιμηθεί. Και σκέφτηκε: τράβηξε πολλά σήμερα η καημένη, θα συνεχίσω αύριο. Κι ακούμπησε το κεφάλι του πλάι στο δικό της, πάνω στο πορφυρένιο προσκεφάλι.

Στο βασιλικό παλάτι είχαν να γίνουν και να μπουν στη θέση τους πολλά, γιατί οι νεαροί που έβραζε το αίμα τους, τα είχαν κάνει όλα άνω κάτω. Ο Οδυσσέας κατάστρωσε ένα σχέδιο, πήρε αναφορά από τους επιστάτες του και ρίχτηκε στη δουλειά. Έστρωσε τη μεγάλη αίθουσα με καινούργιες μαρμάρινες πλάκες, για να σβήσει και την τελευταία ανάμνηση του κρασιού μα και του αίματος που χύθηκε. Τα κελλάρια και οι αποθήκες είχαν αδειάσει ως τη μέση κι έπρεπε να γεμίσουν πάλι. Τα ελαιοτριβεία, παλιότερα καμάρι της βασιλικής οικονομίας, χρόνια τώρα δεν χρησιμοποιούνταν και ήθελε χρόνο και κόπο για να τα ξαναφτιάξουν. Πίσω από το σπίτι οι μνηστήρες είχαν φυτέψει έναν μεγάλο ανθόκηπο και την φροντίδα του την είχαν αναθέσει σε έναν Σύρο κηπουρό. Εκεί καλλιεργούσαν νάρκισσους και γαρύφαλα κι εκείνα τα εκατόφυλλα ρόδα, που μόλις τότε είχε ευδοκιμήσει η καλλιέργειά τους. Μ' αυτά τα λουλούδια oι μνηστήρες στόλιζαν τα γιορτινά τραπέζια κι έφερναν μεγάλες ανθοδέσμες στη βασίλισσα, που συναγωνίζονταν για την εύνοιά της. Η Πηνελόπη δεχόταν μ' ευχαρίστηση τις προσφορές των λουλουδιών και στόλιζε μ' αυτά τα χάλκινα βάζα στα περβάζια της κρεββατοκάμαρας.

Τώρα ο Οδυσσέας ξεπάτωσε τον ανθόκηπο και στη θέση του έβαλε μια φυτεία λαχανικών με ποτιστικά κανάλια από τσιμέντο, όπως αυτά που είχε δει στην Αίγυπτο. Τα λαχανικά ευδοκίμησαν και έδωσαν πτηνοτροφή για μερικούς μήνες. Όμως τα χάλκινα βάζα της βασίλισσας θα έμεναν πια άδεια.

Στο μακρυνό ταξίδι της επιστροφής απ' όλα πιο πολλή χαρά έδινε στον Οδυσσέα το πώς θα διηγιόταν στη γυναίκα του όλες αυτές τις περιπέτειες και πώς εκείνη θα κρεμόταν αχόρταγα απ' τα χείλη του και θα τον διέκοπτε με ερωτήσεις. Όμως γρήγορα κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο προσεκτικός ακροατής σαν τους Φαίακες, που δύο μέρες ολάκερες άκουγαν με προσήλωση τη μελωδική του αφήγηση. Όταν άρχισε τη διήγηση στην Πηνελόπη, εκείνη δούλευε αμίλητη το χρυσό σχέδιο ενός κεντήματος και κοίταζε αφηρημένη απ' το παράθυρο. Όταν κάποτε της έκανε μια ερώτηση, κατάλαβε πως μπέρδευε τους Λαιστρυγόνες με τους Λωτοφάγους. Κι αυτό τον πόναγε, γιατί θυμόταν με ακρίβεια τις εμπειρίες του, που όσο γίνονταν πιο μακρυνές, όλο και πιο πολύ τις αγαπούσε. Μόνον όταν μιλούσε για τη νύμφη Καλυψώ φαινόταν ν' ακούει προσεκτικότερα. Και το ενδιαφέρον της αυτό τον ερέθιζε κι εξιστορούσε τούτο το κομμάτι της περιπλάνησής του πιο διεξοδικά: το μοναχικό νησί, το θαυμαστό ιερό άλσος, που στα δέντρα του φώλιαζαν τα θαλασσοπούλια, και την ευωδιαστή σπηλιά της θεάς.

Πόσο καιρό έμεινες σ' αυτή την Καλυψώ; ρώτησε μια φορά. 

Επτά χρόνια, απάντησε αυτός. 

Έσκυψε στο εργόχειρό της και τα μάτια της σκοτείνιασαν. Τον καιρό που έλειπε ο Οδυσσέας, κάθε βράδυ, την ώρα που ανάβουν τα φώτα, άρχιζε στη μεγάλη αίθουσα η γιορτή των μνηστήρων. Και η Πηνελόπη άκουγε που 'φταναν ως το δωμάτιό της ο θόρυβος του συμποσίου, ο ήχος του αυλού και οι χαρούμενες φωνές των αντρών, που της ήταν αφοσιωμένοι. Μερικές φορές, σκεπασμένη με τον πέπλο, ανέβαινε κρυφά στη στοά που περιέτρεχε ψηλά την αίθουσα και κοίταζε πίσω από έναν στύλο τους άντρες, που κάθονταν σε επίχρυσα καθίσματα: τον θεϊκό Αντίνοο — τα μάτια του ήταν σαν τη νύχτα — τον ευγενή μεσόκοπο Ευρύμαχο και τον Μένωνα, που ακόμη ήταν παλικαράκι. 
Πηνελόπη από την Angelica Kauffmann
Τώρα ο αυλός είχε βουβαθεί και όλα στο σπίτι ακολουθούσαν την κανονική τους πορεία. Όμως, πάντοτε, όταν ερχόταν η ώρα που άναβαν τα φώτα, η βασίλισσα γινόταν ανήσυχη κι έδειχνε να της λείπει αυτός ο ήχος κι αυτές οι μακρυνές φωνές, που όλες τώρα είχαν πεθάνει. Και μία φορά δεν μπόρεσε να κρατηθεί, έριξε πάνω της τον πέπλο, όπως τότε, ανέβηκε στη στοά και κοίταζε κάτω στη σάλα. Εκεί στέκονταν τα επίχρυσα καθίσματα σε μεγάλες σειρές πλάι στον τοίχο, το καθένα σκεπασμένο με ένα κάλυμμα από γκρίζο λινό ύφασμα. Και μέσα στη σιωπή άκουσε την φωνή του άντρα της, που έλεγε: Εύμαιε, μην τ' αφήνεις άλλο τα γουρουνάκια έξω μες στη νύχτα, άρχισε να κάνει ψύχρα.

Όταν κάποτε έφεραν στο τραπέζι ένα στρογγυλό κεφάλι κατσικίσιο τυρί, σαν κι αυτά που έχουν σ' όλα τα νησιά της Μεσογείου, ο Οδυσσέας δεν κρατήθηκε και γέλασε μόνος του. Δεν τον ρώτησε, τι τρέχει, κι έτσι άρχισε από μόνος του να διηγείται: Αυτό το κατσικίσιο τυρί μου θυμίζει τη σπηλιά του Πολύφημου. Είχε εκατοντάδες τέτοια κεφάλια σε σανίδες τριγύρω στους πέτρινους τοίχους. Και μόλις χωθήκαμε στη σπηλιά, οι πιστοί μου σύντροφοι κι εγώ, τότε είπα...
Φίλε μου, τον διέκοψε, φαίνεται ότι δεν ξέρεις πως μου την έχεις κιόλας πει αυτή την ιστορία τέσσερις φορές. Την ξέρω λοιπόν, πώς μεθύσατε τον καημένο τον γέρο, πώς του βγάλατε — δέκα ενάντια σ' έναν — το μοναδικό του μάτι, τα έχω ακούσει πιο πολύ απ' όσο θέλω. Περισσότερο θα ήθελα να μάθω για σένα, τι έκανες αυτά τα δέκα χρόνια στην Καλυψώ. 

 Επτά χρόνια, απάντησε. 
 Χθες έλεγες δέκα. έχεις, φαίνεται, πει τόσα ψέμματα στα ταξίδια σου, καημένε μου φίλε, που δεν ξέρεις πια να πεις την αλήθεια. Όμως είτε δέκα χρόνια ήταν είτε επτά, ήταν σίγουρα πολύς καιρός και φαίνεται πως καλοπέρασες εκεί. Απάντησε λοιπόν στην ερώτησή μου: τι έκανες τόσο καιρό;

Τώρα έπρεπε να της απαντήσει: Γυναίκα, όλα αυτά τα χρόνια νοσταλγούσα εσένα. Αυτά τα χρόνια καθόμουν στην αμμουδιά του μακρυνού νησιού, κοίταζα πέρα από τη θάλασσα και παρακαλούσα τους θεούς, να μπορέσω να δω μια φορά μονάχα ακόμα τον καπνό του σπιτιού σου. Έτσι έπρεπε να απαντήσει. Βλέποντας όμως πως τα μάτια της τον κοίταζαν παγερά και σκληρά, τα κράτησε μέσα του αυτά. Και ποτέ της δεν έμαθε για τη μεγάλη του νοσταλγία για την πατρίδα.
Έπινα κρασί εκεί, απάντησε ήρεμα, το κρασί είναι καλό σ' αυτά τα νησιά, μολονότι λίγο ξυνό.

 

Ένα χρόνο μετά την επιστροφή του Οδυσσέα, πέθανε ο πατέρας του, ο Λαέρτης. Αυτό ήταν βαρύ χτύπημα για εκείνον, γιατί τον αγαπούσε τον γέροντα, που του στάθηκε φίλος στο ρημαγμένο σπίτι. Ακόμη ο Λαέρτης ήταν ο μόνος άνθρωπος που ο Οδυσσέας μπορούσε να του μιλάει για τις περιπέτειές του. Και μια ζωηρή αφήγηση των εμπειριών και των ανακαλύψεών του την ένιωθε ανάγκη. Όμως η γριά οικονόμος, η Ευρύκλεια, ήταν κουφή και ο Τηλέμαχος είχε άλλες έγνοιες. Γι' αυτό του άρεσε του Οδυσσέα να κάθεται έξω στο αγρόκτημα, κοντά στον Λαέρτη, και να διηγείται με ζωηρές χειρονομίες για τέρατα και πριγκίπισσες, ακόμη κι όταν αντιλαμβανόταν, πως ο γέροντας έχοντας στρέψει αλλού το βλέμμα, μακάριος, δεν τον άκουγε πια. 
 Όταν πέθανε, ο Οδυσσέας του έχτισε κάτω στην ακρογιαλιά ένα μνημείο από λαξεμένη πέτρα, σε σχήμα πυραμίδας, που στην είσοδό της στέκονταν δυο χάλκινες κόρες.
Εκεί καθόταν ώρες μόνος του, βυθισμένος στον εαυτό του.
Τώρα ήταν πενήντα χρονών και τα χρυσά σγουρά μαλλιά του, που τα είχαν αγαπήσει θεές, άρχισαν να γίνονται γκρίζα.

Εκείνο τον καιρό ο Τηλέμαχος άφησε γεια στους γονείς του. Μέσα του έβραζε το ανήσυχο πατρικό αίμα και επί πλέον δεν του άρεσε η δυσάρεστη ατμόσφαιρα στο σπίτι. έτσι έσμιξε με κάτι πλοία φοινικικά, που είχαν πιάσει λιμάνι στο νησί, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην ανατολική θάλασσα.
Από τη στέγη του σπιτιού, απ' όπου μπορούσε να δει κανείς τη θάλασσα πέρα απ' τον δασωμένο λόφο, ο Οδυσσέας ακολουθούσε με τα μάτια του το πλοίο. Είχε απανεμιά και το πλοίο έμεινε μέρες στο ίδιο σημείο του ορίζοντα. Έπειτα, όταν η επιφάνεια της θάλασσας ρυτίδιασε από τον καθάριο άνεμο, άπλωσε λαμπρά πανιά και τράβηξε για μακρυνές περιπέτειες.



Χρόνια ολάκερα ο Οδυσσέας είχε μαζί του ένα μικρό γαλάζιο θαλασσινό κογχύλι, απ' το νησί της Καλυψώς. Μια φορά είχε ξαπλώσει εκεί στην αμμουδιά, όπως συχνά, και κοίταζε νοσταλγικά μακριά, πάνω από τα συντριβάνια των κυμάτων, και καθώς έπαιζε το χέρι του στην άμμο άγγιξε το μικρό κογχύλι. Από τότε το είχε πάντα μαζί του, σαν ανάμνηση της γλυκύτητας εκείνων των στιγμών. Ακόμα κι όταν μετά την θύελλα που διέλυσε την σχεδία του κολυμπούσε μέρες μέσα στη θάλασσα, το κογχύλι το είχε μαζί, στη ζώνη του. Η Πηνελόπη γρήγορα παρατήρησε το μικρό αντικείμενο και πόσο τ' αγαπούσε.
Από πού το ΄χεις αυτό το κογχύλι; τον ρώτησε.
Το έχω απ' το νησί της Καλυψώς.
Τότε καταλαβαίνω, γιατί το αγαπάς τόσο πολύ. 

Οδυσσέας στο νησί της Καλυψούς από το Γιάννη Στεφανίδη


Συγκράτησε τα νεύρα του.
Όχι είπε, δεν καταλαβαίνεις τίποτε, τα σκέφτεσαι όλα λαθεμένα. 

Πέταξε το εργόχειρό της και κίνησε για την πόρτα. 
 Γυναίκα, φώναξε πίσω της, ας μη σταματήσουμε τη συζήτηση. θ' αφήσουμε να ριζώσει ανάμεσά μας ο δαίμονας της δυσπιστίας; 
όμως εκείνη έκλεισε πίσω της την πόρτα σιωπηλά.

Τα βράδια, πριν πάει για ύπνο, ο Οδυσσέας άφηνε το μικρό κογχύλι στο πρεβάζι, δίπλα στο κρεββάτι του. Κι ένα πρωί, όταν ξύπνησε, είχε εξαφανιστεί. Έψαξε παντού, ενώ η Πηνελόπη τον παρακολουθούσε σιωπηλά, κι αφού δεν το βρήκε, κάλεσε όλο το υπηρετικό προσωπικό και υποσχέθηκε μια χρυσή μνα σε όποιον θα του έφερνε το κογχύλι.
Χρειάζομαι κι άλλες αποδείξεις; είπε η Πηνελόπη. Τώρα φαίνεται πόσο προσκολλημένος είσαι σε ό, τι σου θυμίζει αυτή την πόρνη.
Τότε τον έπιασε θυμός.
Δεν είναι πόρνη. Με βοήθησε στα χρόνια της ανάγκης κι εγώ θα την φυλάξω την ευγνωμοσύνη που της χρωστάω.
Ευγνωμοσύνη, ξέρω για τι, είπε η Πηνελόπη μ' ένα πρόστυχο χαμόγελο.
Ο Οδυσσέας παρατήρησε πόσο κακοδιάθετη έδειχνε εκείνη την στιγμή και ηρέμησε. 

Δεν μπορείς να καταλάβεις, είπε, όμως δεν θ' αφήσω ν' ατιμαστεί η ιερότητα του πόνου μου.

Τώρα έμενε μέρες ολάκερες κάτω στο ακρογιάλι ανάμεσα στα βράχια.
Στις σχέσεις του με τη θάλασσα συνέβη μια αξιοσημείωτη μεταβολή. Αρχικά, μετά την επιστροφή του, δεν ήθελε ούτε να τα δει τα νερά, που μέσα τους είχε τόσο υποφέρει. Τότε συνήθιζε να λέει, ότι ευτυχισμένος γίνεσαι μόνο στο μέρος που οι άνθρωποι περνάνε για φτιάρι το κουπί που κουβαλάς στον ώμο. Τώρα αγαπούσε και πάλι την θάλασσα, καθόταν ανάμεσα στα βράχια κι αφουγκραζόταν τον δυνατό ήχο του κύματος που έσκαγε και μέσα του μεγάλωνε με έναν οδυνηρά γλυκό τρόπο ένα συναίσθημα συντροφικότητας γι' αυτό.
Εκεί λοιπόν σκεφτόταν: μα πώς άλλαξαν όλα; Εκεί στο νησί νοσταλγούσα την πατρίδα μου. Και τώρα που έχω την πατρίδα, κάθομαι στην ερημιά της ακροθαλασσιάς ανάμεσα στις σανίδες που 'χει ξεβράσει η παλίρροια και νοσταλγώ την έλλειψη της πατρίδας.

Όμως μέσα του έλαμπαν με μυθική λάμψη όλες οι περιπέτειες των είκοσι χρόνων.

Και την ώρα που τα σβησμένα του μάτια έψαχναν τον ορίζοντα, ψιθύριζαν —μόνο γι' αυτόν— τα χείλη του ασταμάτητα την αθάνατη αφήγηση: για τον αγώνα των βασιλιάδων, για τα νυχτερινά ταξίδια στις στενές θαλασσινές διαβάσεις και για τα νησιά των νυμφών.

_____



Victor Auburtin - Το τέλος του Οδυσσέα
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό Η ΛΕΞΗ (Ιούνιος 1990)
[μτφ Αγαθοκλής Αζελης ]





Ο Victor Auburtin, (5 Σεπτ. 1870 - 28 Ιουνίου 1928) βρέθηκε στην Ελλάδα όταν εργαζόταν ως ανταποκριτής για διάφορες γερμανικές εφημερίδες. Εγκατεστημένος στο Βερολίνο, με γαλλική καταγωγή, σπούδασε γερμανική φιλολογία και ιστορία τέχνης. Συγγραφέας, μεταφραστής και δοκιμιογράφος "εμβάθυνε όλο και περισσότερο στις λεπτομέρειες της καθημερινότητας, αποκάλυπτε τις μικροαδυναμίες των ανθρώπων, εκφράζοντας τις ιδέες του απλά, παραστατικά και χωρίς εμπάθεια. Θεωρούσε τον εαυτό του επιφυλλιδογράφο και ευθυμογράφο, όμως την ευθυμία του την επισκίαζε η απογοήτευση και η μελαγχολία", γράφει στην εισαγωγή του ο μεταφραστής Αγαθοκλής Αζέλης. Στο ίδιο σημείωμα διαβάζουμε ότι το 1914 ο Victor Auburtin φυλακίστηκε στην Γαλλία με την ψευδή κατηγορία της κατασκοπίας και ότι μερικά από τα κύρια έργα του είναι: "H χρυσή αλυσίδα" (νουβέλες), "Το τέλος" (δράμα), "Η τέχνη πεθαίνει" (δοκίμιο, όπου κατηγορεί την καπιταλιστική βιομηχανία τέχνης, που μετέτρεψε τα έργα τέχνης σε αντικείμενα μαζικής κατανάλωσης, απομακρύνοντας συνάμα την τέχνη από το λαό), "Μια γυάλα με χρυσόψαρα" και "Κάποιος παίζει ποιμενική φλογέρα" (συλλογές επιφυλλίδων, όπου έχει διαρκώς στο στόχαστρο τις αντιφάσεις του καπιταλισμού).

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

Έπαινος για τον άντρα



«Ποτέ γυναίκα δεν κατάλαβε έναν άντρα», 
Άμλετ


Η φίλη μου Ρ. έκλεισε τη συζήτηση για έναν κοινό μας φίλο ομοφυλόφιλο και τα αδιέξοδά του, με το γνωστό οξύ και θρασύ της χιούμορ: 
«Ευτυχώς που υπάρχουν και οι ομοφυλόφιλοι. Αν δεν υπήρχαν, εσείς οι άντρες θα περνούσατε έτσι από τη ζωή, χωρίς να σας έχει αγαπήσει κανένας». 

Έφερα στον νου μου πάμπολλες λατρευτικά αφοσιωμένες αγάπες γυναικών προς άντρες που θα διέψευδαν αμέσως τον, εξεζητημένο άλλωστε, ισχυρισμό της Ρ. και ταυτόχρονα, ωστόσο, σκέφτηκα τη διαφορετικότητα των γυναικείων και ανδρικών συναισθημάτων, ιδίως των ερωτικών.  
Στην ιδανική ερωτική σχέση της η γυναίκα εξαντλεί όλα τα αιτήματα της δικαίωσής της, ως προσώπου προπαντός, αλλά και ως ύπαρξης ή, έστω, εξασφαλίζει τον ουσιωδέστερο όρο για να προχωρήσει απερίσπαστη προς ό,τι θεωρεί επιτυχία για τον δημιουργικό εαυτό της. Ενώ για τον άντρα, στην αντίστοιχη περίπτωση, περισσεύουν πολλά (και μάλλον τα σημαντικότερα γι’ αυτόν) τέτοια αιτήματα – που, θα’λεγε κανείς, η ερωτική δικαίωση μοιάζει να τα κάνει ακόμη πιο επιτακτικά. Αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα είναι ικανή, και ώριμη, για την ιδανικότητα της ερωτικής σχέσης, τοποθετώντας εκεί, με πολλή υγεία κι ακόμα περισσότερη υγιεινή, ολόκληρη τη φυσιολογία της ανθρώπινης κατάστασης – ο άντρας όμως όχι.
Σημαίνει ακόμα, πέρα από την ολιγάρκεια της πρώτης και την απληστία του δεύτερου, ότι ο άντρας πάσχει από μια χρόνια, ανεκπλήρωτη φιλοδοξία ανόρθωσης, που ξεπερνάει κατά πολύ το σπουδαίο γεγονός της ανόρθωσης του ανθρώπινου όντος στα δύο του κάτω άκρα, όπου η γυναίκα πιστεύει, και πολύ σωστά, ότι μ’ αυτό τέλειωσε οριστικά κάθε ιστορία περαιτέρω ανόρθωσης. Και προφανώς αυτή η φιλοδοξία πρέπει να υπαγορεύεται από μια λειτουργία, αμιγώς αρσενική, επικράτησης και θριάμβου, η οποία, τουλάχιστον στο επίπεδο των φυσικών προδιαγραφών του φύλου, λείπει από τη γυναίκα σαν περιττή.
Ο θρίαμβός της εξάλλου στη σχέση της είναι με το παραπάνω αρκετός, μια και η γυναίκα πάντα θριαμβεύει στη σχέση της με τον άντρα· ο μόνος τρόπος να θριαμβεύσει ο άντρας είναι να αρνηθεί να μπει σ’ αυτήν. Το γεγονός είναι ότι η γυναίκα είναι σκανδαλωδώς ευνοημένη από τη φύση. Βρίσκεται πιο κοντά της, την έχει πάντα με το μέρος της – η φύση συνεχίζεται μέσα της, χρησιμοποιεί το σώμα της για ν’αναπαραχθεί. 

Ας μην το ξεχνάμε : η γυναίκα έχει συγγένεια με το φως του φεγγαριού (που στον άντρα προκαλεί την επιληψία), με τις παλίρροιες των ωκεανών.




Ο άντρας είναι αφύσικος, τεχνητός. 

Κατασκευασμένος μέσα σ’ ένα ανοίκειο γυναικείο ικρίωμα, το σώμα της μητέρας του, κατασκευασμένος ακόμα από εντολές κύρους και εξουσίας, «ανδρισμού» και αντοχής, τις οποίες, στη διάρκεια της σύντομης ζωής του, είναι καταναγκασμένος πειθήνια και καθημερινά να εκτελεί. 
Κι ας μην επικαλεστεί κανείς τις κοινότοπες ιστορικο-κοινωνικές αιτιότητες – ασφαλώς ισχύουν, αλλά βασίζονται στους δεδομένους, βιολογικούς χαρακτήρες του φύλου. . 
Αποκλεισμένος από το άλλο ανθρώπινο σώμα, μη έχοντας ποτέ καμιά ενσυνείδητη συγκοινωνία αίματος με το άλλο σώμα, όπως έχει η γυναίκα με το κύημά της – ούτε καν έξοδο αίματος, όπως εκείνη, παρά μονάχα όταν το σώμα του εκτεθεί στη βία, έχει ένα σώμα μοναχικό κι αδιαπέραστοֹ κλειστό, δηλαδή απειλημένο. Που δεν ανοίγει ποτέ, ούτε κατά την ερωτική του δράση, όποτε κλείνει ακόμη περισσότερο και το κάθε σώμα αποχωρεί, αποσύρεται στην πιο απόλυτη δική του σιωπή, που είναι η ηδονή.  Αντίθετα, το σώμα της γυναίκας, προτού κι αυτό απουσιάσει από την ερωτική ένωση, είναι ένα σώμα πάντα ανοιχτό – ο υπέροχος αυτός κάλυκας που είναι φτιαγμένος για να υποδέχεται και για να περιβάλλει.


Κι αφού η γυναίκα τον άντρα μονάχα να τον αγαπάει μπορεί και τίποτε άλλο, 

θα κάνω εγώ, ένας άντρας, το εγκώμιο γι’ αυτό το αυτοδημιούργητο θαύμα που είναι ο άντρας.  
Χαριστικά θα βάλω πρώτη στη σειρά τη συμβολή της γυναίκας, που σίγουρα βοηθάει να συντελεσθεί, κυρίως με το ανεκτίμητο (και κατ’εξοχήν γυναικείο) χάρισμά της, που είναι ο αλάθητος ρεαλισμός της. 
Χωρίς αυτόν ο άντρας θα παράπαιε, ακόμα θα περιπλανιόταν, θα είχε χαθεί μέσα στις ομίχλες των επικών του φαντασιώσεων – ένα χάρισμα που η γυναίκα, αν το θελήσει, μπορεί να το μεταποιήσει σε θανάσιμο ανδροκτόνο εργαλείο – αν θελήσει να υπονομεύσει, χρησιμοποιώντας το, όλες τις ευσυγκίνητες μυθολογίες , που χάρη σ’ αυτές και αποκλειστικά μ’ αυτές ο άντρας επιβιώνει. Χειρώνακτας του πολιτισμού αλλά και εγκέφαλός του, έκτισε από την αρχή τον κόσμο με μέτρο τον άνθρωπο.
Κι αν αυτός ο κόσμος φαίνεται να είναι ανδροπρεπής, εκεί που χρειάζεται γίνεται θηλυκός, πολύ τελειότερα απ’ ό,τι θα τον έπλαθε η ίδια η γυναίκα: χάρη στον άντρα η τέχνη κατοικήθηκε από εξαίσιες (αν και ανύπαρκτες) γυναίκες και πήραν γυναικείο όνομα οι πιο αυστηρές εξουσίες της ζωής – ενώ κράτησε για τον εαυτό του τον δυστυχισμένο ρόλο του ηττημένου, δηλαδή αυτός επωμίστηκε με αυταπάρνηση τη μεταφυσική μοίρα της ήττας που βαραίνει το ανθρώπινο γένος. 

Δεν δέχθηκε χαρμόσυνους αγγέλους όπως η Θεοτόκος, δεν έπεσε σε ερωτική έκσταση όπως η Αγία Θηρεσίαֹ· ταπεινά κι αγόγγυστα υπηρέτησε τη θητεία του στα τάγματα του Θεού. 
Δεν είχε μεγαλομανιακές ακουστικές ψευδαισθήσεις όπως η Ιωάννα της Λοραίνης – ανώνυμος αφανίσθηκε σε ατέλειωτους και άδικους πολέμους (και καμιά δεν έχει σημασία ότι ο ίδιος τους ξεκίνησε), εξοντώθηκε σε ισόβιες δουλειές. Ανιδιοτελής, αθώος αλλά ευφυής, εύπιστος με τη θέλησή του – εύθραυστος και χωρίς – σε αντίθεση με τη γυναίκα – να επιζεί του θρυμματισμού του, ασκημένος από ένστικτο να επινοεί τεχνάσματα του κυνηγιού για την τροφή της ομάδας, να αγρυπνάει για τους κινδύνους, από γεννήσεως ανυπεράσπιστος, γιατί η φύση τού πήρε πίσω όλα τα όπλα του, έμεινε πάντα πολεμιστής, άοπλος και με χίλιους τρόμους γενναίος.
Εκπνευμάτωσε τη φυσική του ρώμη και την έκανε δύναμη, κυρίως τόλμη, μυαλού και κραδασμό ιδεών. Αυτός είδε τα όνειρα όταν ήρθαν οι μεγάλες νύχτες – κι όλα αυτά από το τίποτα, χωρίς ουσιαστική βοήθεια από κανέναν. Έχοντάς τα όλα αντίξοα, και πιο πολύ αντίξοη τη γυναίκα που τον αγάπησε. 


Και λυπηθείτε τον, με την πιο ευγενική, την πιο τρυφερή λύπη, γι’ αυτή την απέραντη, την ως το τέλος αβοήθητη μοναξιά του.  

Δείτε τον, παραμερίζοντας τις αγορίστικες κομπορρημοσύνες του, τα απελπισμένα χάδια της μάνας του – παραμερίστε τα όλα: τα αφηρημένα αγγίγματα της γυναίκας του, τα αρπαχτικά και φιλημένα χεράκια των παιδιών του και δείτε τον σε όλη του την ανέχεια. 



Και μην του μιλάτε, αφήστε τον να σωπαίνει όταν σωπαίνει. 
Και αν αρχίσει να κλαίει ξαφνικά, ποτέ μην τον ρωτήσετε γιατί. 



Γιώργος Χειμωνάς, 
''Έπαινος για τον άντρα''
(δημοσιευμένο στο ΒΗΜΑ 19 Μάη 1988)