Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Vincent van Gogh



Ήταν τέλη Ιουλίου όταν έφυγε από τη ζωή. 

Είχε μια δύσκολη ζωή -συνήθως έτσι συμβαίνει με τις… ζωές. Ίσως η δική του να ήταν έτσι, γιατί κάποτε ως νέος είχε τολμήσει ν’ αναρωτηθεί «Σε τι θα μπορούσα να είμαι χρήσιμος σ’ αυτόν τον κόσμο;» 

Διαβάστε το παρακάτω σημείωμα ακούγοντας συγχρόνως ένα απ’ τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ κι είναι αφιερωμένο σε κείνον ( “Vincent” του Don McLean,1971, γνωστό κι ως “Starry Starry Night”, λόγω του πρώτου στίχου του και κυρίως λόγω του διάσημου έργου «Έναστρη Νύχτα» του Vincent Van Gogh).  








Δεν ξέρω αν κάποτε οι άνθρωποι καταλάβουν τον Βίνσεντ. 
Ίσως και να τον καταλαβαίνουν.
Δεν ξέρω.




 They would not listen

they did not know how

perhaps they’ll listen now.




Στα μάτια των άλλων ο Βίνσεντ ήταν άσχημος.

Δεν είχε όμορφα μάτια, όμορφη μύτη, καλοβαλμένη όψη, δεν είχε την ευκολία της εξωστρέφειας.  

Καμία γυναίκα δεν τον ερωτευόταν. Κι εκείνος αποζητούσε αγάπη. Ερωτευόταν παράφορα. Απελπισμένα.




Στα μάτια των άλλων ο Βίνσεντ ήταν περίεργος.


Δεν ασκούσε τη γοητεία των άλλων ζωγράφων.
Κανένα μοντέλο δεν πόζαρε για εκείνον. Αναγκαζόταν να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη για να μπορεί να εξελιχθεί ως ζωγράφος στις προσωπογραφίες. 

Κι όμως. οι πρώτοι σκοτεινοί πίνακες δίνουν αμέσως τη θέση τους στο φως. 

Ο Βίνσεντ βρίσκει το φως μέσα από τη δημιουργία.





Στα μάτια των άλλων ο Βίνσεντ ήταν αλαφροΐσκιωτος.


Πώς αλλιώς να εξηγήσουν το γεγονός πως ένας πανέξυπνος, νεαρός, με έφεση στις ξένες γλώσσες και ικανότητα στο εμπόριο, που ανέβαινε εύκολα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας στην εταιρία του, θα τα παράταγε όλα για να κάνει αγαθοεργίες, να προσφέρει ακόμα και τη ζωή του σε φτωχούς ανθρώπους. Γιατί να κατεβαίνει στις στοές μαζί με τους ανθρακωρύχους, γιατί να μοιράζεται όλα του τα υπάρχοντα με εκείνους, γιατί να φροντίζει άρρωστους ανθρώπους, γιατί αυτή η αυτοθυσία; Γιατί να περιθάλπει μια άγνωστη πόρνη με το παιδί της; Ούτε οι κληρικοί δεν καταλάβαιναν τον Βίνσεντ. Η οργανωμένη εκκλησία δεν ήθελε κάποιον που δεν όριζε απολύτως. 
Γρήγορα τον απομάκρυναν. Τον έβαλαν στη θέση του. 
Στο περιθώριο.  
Όση αγάπη αδυνατούσε να του χαρίσει ο κόσμος , άλλη τόση αποζητούσε να χαρίσει εκείνος.

For they could not love you
But still your love was true.


Στα μάτια των άλλων ήταν τρελός. 
Αυτή η εξήγηση ήταν για όλους αρκετή. Ένας τρελός. 
Όταν πονά η ψυχή ενός ανθρώπου – όπως μπορεί να πονά το χέρι, το πόδι ή το κεφάλι του- τότε οι άλλοι τον απορρίπτουν.
Είναι τρελός.
Μα ο άπληστος, που συνειδητά χρησιμοποιεί την ισχύ και την εξουσία του σε βάρος άλλων ανθρώπων δεν είναι τρελός. Είναι πετυχημένος. Εκείνος που αρρωστημένα ποθεί την εξουσία, την επιβολή, τον πόνο των άλλων, δεν είναι τρελός .Είναι δυνατός.


 Σ’ έναν τέτοιον κόσμο έτυχε να βρεθεί ο Βίνσεντ και κάθε Βίνσεντ που γεννήθηκε και πέθανε σ’ αυτόν τον πλανήτη.

But I could have told you,Vincent
this world was never
meant for one
as beautiful as you.


Στα μάτια των άλλων μόνο οι σκοτεινές γωνίες ήταν εμφανείς. 

Ακόμα και σήμερα είναι εύκολο το σχόλιο. «Ήταν τρελός, γι αυτό ζωγράφιζε έτσι». «Αυτός δεν ήταν που έκοψε το αυτί του;», χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς την υπόλοιπη ιστορία του. 
Ακόμα και το τέλος του Βίνσεντ ήταν ακριβώς όπως θα το περίμεναν όλοι όσοι είναι ευχαριστημένοι από μια απλή κατανοητή ιστορία: Ένας τρελός αυτοκτονεί. Για πολλά χρόνια όλοι θεωρούσαν πως ο Βίνσεντ είχε αυτοπυροβοληθεί, μην αντέχοντας τη θλίψη της μοναξιάς και την απόρριψης, παρόλο που τα τελευταία έργα του ήταν χαρούμενα. Σήμερα, ιστορικοί κι ερευνητές οδηγούνται βάσει στοιχείων σ’ ένα εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα:
Ο Βίνσεντ δεν αυτοκτόνησε, αλλά δέχτηκε την σφαίρα από απόσταση. Είναι πιθανό να τον πυροβόλησε ένας 16χρονος από εκείνη την ομάδα εφήβων που τον πείραζαν όταν ζωγράφιζε, αλλά τους άφηνε, γιατί αποζητούσε έστω και λίγη παρέα. Ίσως να έγινε κατά λάθος, κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως ο Βίνσεντ, ενώ ψυχορραγούσε, ζήτησε να μην κατηγορηθεί κανείς για τον θάνατό του. 
Ακόμα και στο τέλος, μόλις στα 37 του χρόνια, είχε αποφασίσει να προστατέψει κάποιον άνθρωπο.





Στα μάτια των άλλων  ο Βίνσεντ είναι πια μόνο λεφτά, πολλά λεφτά. 
Γιατί τα μάτια των άλλων κοιτάζουν εκεί που κοιτάζουν οι πολλοί. Και στον Βίνσεντ σήμερα βλέπουν τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Δημοπρασίες, Ακριβά Έργα Τέχνης, Μουσεία και Καθωσπρέπει Αναλυτές που θαυμάζουν εκ των υστέρων την ιδιοφυία ενός ανθρώπου για τον οποίο κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ενώ ζούσε.




Στα μάτια των άλλων ήταν μια ακόμα νύχτα.

Μια νύχτα που θα δινε τη θέση της στη μέρα κι εκείνη με τη σειρά της στη νύχτα και ξανά στη μέρα. Μια διαδικαστική εναλλαγή φωτός και σκότους, αδιάφορη, όσο αδιάφορη και μηχανική καταντά και η ζωή που κουβαλούν.

Μα, στα μάτια του Βίνσεντ ήταν η Έναστρη Νύχτα. Ήταν όλη η κίνηση του σύμπαντος. Ήταν όλη η αλήθεια μιας νύχτας, ενός κόσμου.




Στα μάτια των άλλων η ζωή παραμένει ακατανόητη.
Δεν καταλαβαίνουν ούτε τις μέρες, ούτε τις νύχτες.
Και ίσως να μην καταλάβουν ποτέ.

They would not listen
they’re not list’ning still
perhaps they never will.
                                                                 (Vincent Van Gogh, 1853-1890)


Πέτρος Κουμπλής Αύγουστος 2012





~~~~











Η ειλικρίνεια και η ευαισθησία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τη συντηρητική οικογένειά του. Αγαπούσε με πάθος και αδυνατούσε να ακολουθήσει τις τυπικότητες και τους «καθωσπρεπισμούς» της κοινωνίας. Όσο ζούσε ήταν ένας ασήμαντος ζωγράφος και αυτοκτόνησε απογοητευμένος, σε ηλικία 37 ετών. Γεννήθηκε στην Ολλανδία στις 30 Μαρτίου του 1853 και ήταν ο μεγαλύτερος από τα οκτώ αδέλφια του. Η υπηρέτρια της οικογένειας τον περιέγραψε ως «ένα περίεργο, απόμακρο παιδί που έμοιαζε πιο πολύ με γέρο άντρα». Ήταν σαν ξένος μέσα στην οικογένειά του, παραμελημένος από τους γονείς και τα αδέρφια του. Ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε να συνδεθεί ψυχολογικά ήταν ο αδερφός του, Θίο, στον οποίο βασίστηκε οικονομικά όλη του τη ζωή. Σε ηλικία 16 ετών βρήκε δουλειά ως έμπορος τέχνης, αλλά η καριέρα του ως πωλητής ήταν πολύ σύντομη. Η ειλικρίνειά του δεν του επέτρεπε να πει ανακρίβειες ή ψέματα για να κάνει μια πώληση και συνήθως κατέληγε να δίνει την αφιλτράριστη άποψή του για το έργο.





Έγραψε στην αδερφή του, Γουιλελμίνα: «Οι γκαλερί είναι υποχείρια όσων έχουν τα χρήματα. Μόλις το ένα δέκατο όλων των αγοραπωλησιών έχουν σχέση με την πραγματική τέχνη»





Απέτυχε σε όλες τις δουλειές που προσπάθησε να κάνει και σε ηλικία 24 ετών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του και να σπουδάσει θεολογία σε μια κατώτερη σχολή που τον δέχθηκε, ώστε να γίνει κληρικός. Έγινε κήρυκας σε ένα χωριό ανθρακωρύχων στο Βέλγιο, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας. Ήταν τέτοια η συμπόνοια του για τους φτωχούς ανθρακωρύχους, που τους έδινε τα ρούχα και τα τρόφιμα τα οποία του έστελνε η οικογένεια του. 

Οι κακουχίες των χωρικών του φαίνονταν άδικες. 

Τότε αρχίζει να ζωγραφίζει πίνακες με κοινωνικό περιεχόμενο και σταδιακά η πίστη του στο Θεό εξασθένησε. 
Για ακόμα μία φορά, ο Βαν Γκογκ εγκατέλειψε μία δουλειά που δεν ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία του και επέστρεψε στους γονείς του, με το ηθικό πεσμένο 

Ο παράνομος έρωτας 
Την ίδια περίοδο, οι γονείς του φιλοξενούσαν την πρώτη ξαδέρφη του Κι Βος, που δεν είχε γνωρίσει ξανά ο Βαν Γκογκ. Ο ζωγράφος την ερωτεύτηκε και με τη συνηθισμένη ειλικρίνειά του, της εξέφρασε τα συναισθήματά του. Η κοπέλα όχι μόνο δεν τα ανταπέδωσε, αλλά συγκλονίστηκε από την ανηθικότητα του ξαδέρφου της, που τόλμησε να έχει ερωτικά συναισθήματα για μία τόσο κοντινή συγγενή του. Παρά την απόρριψη της Βος, ο Βαν Γκογκ δεν το έβαλε κάτω και την επισκέφτηκε πολλές φορές στο σπίτι της. 
Ο πατέρας της έλεγε πάντα ότι η Βος έλειπε απ’ το σπίτι, αλλά ο Βαν Γκογκ ήταν πεπεισμένος ότι του έλεγε ψέματα. Γι’ αυτό μία μέρα έσπρωξε δυνατά την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Όσο κι αν τον απειλούσαν, αρνούνταν να φύγει. Μες στην απελπισία του, ο Βαν Γκογκ έβαλε το χέρι του πάνω από ένα αναμμένο κερί και ζήτησε να μιλήσει στην Βος για όσο άντεχε τον πόνο. 
Ο πατέρας της Βος απλώς έσβησε το κερί. 

Η δραματική χειρονομία του ζωγράφου δεν ωφέλησε πουθενά. Η αγαπημένη του Κι Βος δεν έγινε ποτέ δική του. 
Όταν έμαθε και ο πατέρας του για τον αδιανόητο έρωτα, τον έδιωξε απ’ το σπίτι. 

Ο Βαν Γκογκ δεν πτοήθηκε. Η επόμενη αγαπημένη του ήταν μία πάμφτωχη πόρνη, η Σιέν, που είχε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Βαν Γκογκ τη φιλοξενούσε σπίτι του και τη συντηρούσε με τα ελάχιστα χρήματα που του έδινε ο αδερφός του, Θίο. 
Η κατατρεγμένη Σιέν, όπως και οι φτωχοί ανθρακωρύχοι, συγκίνησε τον Βαν Γκογκ που δημιούργησε ένα πίνακα προς τιμήν της, με τίτλο «Λύπη»





Το κομμένο αυτί 

Σε ηλικία 27 ετών παρακολούθησε μαθήματα τα οποία σύντομα έληξαν αφού ή τσακώνονταν με τους καθηγητές ή τον απέβαλλαν. 
Το 1888, ο Βαν Γκογκ μετακόμισε στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας και αφιερώθηκε στη ζωγραφική. 

Συγκατοικούσε με έναν άλλο ζωγράφο, τον Πολ Γκογκέν, με τον οποίο ο Βαν Γκογκ ανέπτυξε πολύ στενή φιλία. Οι δύο άντρες περνούσαν κάθε μέρα μαζί και η περίοδος ήταν μία από τις ευτυχέστερες της ζωής του Βαν Γκογκ. 

Όμως ο Γκογκέν δεν συμμεριζόταν τη χαρά του φίλου του. Το Δεκέμβριο του 1888 αποφάσισε να μετακομίσει, γιατί δεν άντεχε άλλο τις παραξενιές του. Στις 23 Δεκεμβρίου, ανακοίνωσε την απόφασή του στον Βαν Γκογκ και έφυγε απ’ το σπίτι για τη βραδινή του βόλτα. Ο Βαν Γκογκ τον ακολούθησε μες στο σκοτάδι, κουβαλώντας ένα ξυράφι. Ο Γκογκέν τον είδε, αλλά δεν αντέδρασε και ο Βαν Γκογκ επέστρεψε στο σπίτι. 
Ο Βαν Γκογκ ήταν μόνος στο σπίτι γιατί ο Γκογκέν αποφάσισε να περάσει τη νύχτα σε ξενοδοχείο, μέχρι να ηρεμήσει ο φίλος του. 
Όμως όσο περνούσαν οι ώρες,η οργή του ζωγράφου φούντωνε. 
Ξαφνικά άρπαξε το ξυράφι και έκοψε ένα κομμάτι απ’ το αριστερό του αυτί. Το τύλιξε με μία πετσέτα, πήγε στον τοπικό οίκο ανοχής και το δώρισε στην αγαπημένη του πόρνη..Την επόμενη μέρα, ο Γκογκέν γύρισε στο σπίτι και βρήκε τον Βαν Γκογκ ξαπλωμένο στο κρεβάτι, μες στα αίματα. Κάλεσε την αστυνομία, η οποία εξακρίβωσε ότι ο Βαν Γκογκ ήταν ζωντανός. 
Ο Γκογκέν μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε, πριν προλάβει να ξυπνήσει ο τραυματίας. Ο Βαν Γκογκ μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και αφού ανάρρωσε, κλείστηκε σε ψυχιατρικό άσυλο με τη θέλησή του. Βρισκόταν σε έξαρση και έφτασε σε σημείο να ζωγραφίζει ένα πίνακα κάθε μέρα. 
Βγήκε μετά από δύο χρόνια, χωρίς να καταφέρει να αποκτήσει την ψυχολογική ισορροπία που ζητούσε.  



Στις αρχές Ιουλίου του 1890, έστειλε γράμμα στον αδερφό του: «Νιώθω… αποτυχημένος. Αυτό είναι όλο. Νιώθω ότι αυτό είναι το πεπρωμένο μου και το αποδέχομαι. Δεν θα αλλάξει ποτέ».

Στις 27 του μήνα, ο Βαν Γκογκ αυτοπυροβολήθηκε, αλλά δεν πέθανε ακαριαία. Περπάτησε μέχρι το σπίτι του, όπου τον περιποιήθηκαν δύο γιατροί, οι οποίοι δεν κατάφεραν να του προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Ο Βαν Γκογκ αργοπέθαινε, όμως πρόλαβε να έρθει να τον δει ο αδερφός του, Θιο, που ήταν βαριά άρρωστος με πνευμονία. Άφησε την τελευταία του πνοή στης 29 Ιουλίου του 1890 και έξι μήνες μετά πέθανε και ο αδερφός του, ο οποίος ήταν πια ένας καταξιωμένος έμπορος τέχνης

Τα τελευταία λόγια που είπε στον αδερφό του ήταν: «Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα». Είναι μία από τις περιπτώσεις καλλιτεχνών που αναγνωρίστηκαν μετά το θάνατό τους. Το 1901 έγινε έκθεση στο Παρίσι και μέχρι το 1915 τα έργα του ήταν περιζήτητα. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία της τέχνης. 



Τα τοπία που ζωγράφισε με την ιδιαίτερη τεχνική και τα ζωντανά χρώματα είναι σημείο αναφοράς. Συνολικά ζωγράφισε πάνω από 800 πίνακες,που η σημερινή τους αξία είναι μυθική. Όσο ζούσε όμως, πούλησε μόλις ένα πίνακα!



Χρίστος Βασιλόπουλος






"Και μοναδικός μου στόχος στη ζωή είναι να ζωγραφίζω και να σχεδιάζω όσο περισσότερο κι όσο καλύτερα μπορώ. Έπειτα, στο τέλος της ζωής μου, ελπίζω να φύγω κοιτάζοντας πίσω μου με αγάπη και τύψεις γεμάτες στοργή, σκεπτόμενος:
Ω ! τι θα μπορούσα να έχω ζωγραφίσει ακόμη.."
V.v. Gogh
(επιστολή 338
19 Νοεμβρίου 1883)







"Ας με συγχωρήσει ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ
Που δεν μπόρεσα να τον βοηθήσω,


Που δεν του “στρωσα χαλί απο χορτάρι
Κάτω απ τα πόδια του, στο δρόμο τον καμένο,

Που δεν του “λυσα τα κορδόνια
στα λασπωμένα αγροτικά του παπούτσια,

Που στη ζέστη δεν του “δωσα νερό να ξεδιψάσει,
Που δεν εμπόδισα τον άρρωστο ν” αυτοκτονήσει.

Στέκω εγώ και πάνω μου κρεμιέται
Το κυπαρίσσι γυρισμένο σαν τη φλόγα,
Αυτό το κίτρινο και βαθύ γαλάζιο
Χωρίς αυτά εγώ δεν θα γινόμουν.

Θα πρόδιδα τα λόγια μου
Αν ξεφορτωνόμουν το ξένο βάρος.

Κι η αγριάδα του η αγγελική
Που συγγενεύει με τους στίχους μου
Σας οδηγεί μεσ΄ απ΄ την κόρη του ματιού του
Εκεί όπου αναπνέει τ” αστέρια ο Βαν Γκογκ."


Από τη συλλογή ποιημάτων του Ταρκόφσκι

"Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας" , 
[εκδόσεις Ελεγεία, 2007]
Μετάφραση: Χρήστος Κολτούκης

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Πάλι


Χάραμα στο κρεβάτι – πρώτο τσιγάρο της μέρας. 
Δολιχοκέφαλος αρκούδος στα παπλώματα. Τυπικός καλοπροαίρετος, τις νύχτες γίνεται βιολί. 
Αφού το κεφάλι του ανάμεσα στον ώμο μου και το μάγουλο, άρα βιολί. Παίζω πάλι. (Για πόσο.) Πρωινό του Σαββάτου με τους Αιγύπτιους και τους Πακιστανούς της Σοφοκλέους. Περπατάω στην κάτω πόλη με τον Σ., τον Α., την Α. Ιρακινοί φίλοι υποδέχονται τους νεοφερμένους με χαμόγελα. Κερνάνε νεράκι εμφιαλωμένο. Καφέ με κάρδαμο. Η Γάντα, η νεαρή Αιγύπτια φίλη μου, με βάζει για δέκατη φορά να της ξαναγράψω το τηλέφωνό μου. Αγοράζω κασέτες και αιγυπτιακή λεμονίτα. «Αγκάπη μου, λατρεύεις Αίγκυπτο, έτσι δεν είναι;» Ανατολή. Μέση οδός δεν υπάρχει. Ή λατρεύεις ή απεχθάνεσαι. Η Α. χώνεται στους Κινέζους και αγοράζει φόρεμα με το μοναδικό της χαρτονόμισμα. «Λεφτά για μεσημεριανό φαγητό ή φουστάνι;» ρωτάει. Φουστάνι, φυσικά. Έκπαγλο λουσάτο κουρέλι. «Σίγουρα Σότρις, αγάπη μου», θα της λένε τα βράδια στο Ζάζα’ς, τα ψώνια με τα κραυγαλέα, τα υπερτιμημένα κουρέλια τους.


Επιστρέφω απόγευμα στο κρεβάτι, ανοίγω το τελευταίο βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι. 

Μεσάνυχτα όλη μέρα. Εξ αφορμής μιας πρότασης στο οπισθόφυλλο το πήρα. 
«Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας, ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο. Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο». 
Εσύ, πάλι, λες πως με κάτι τέτοιο εκνευρίζεσαι. Πως οι άνθρωποι με αντίστοιχες απόψεις είναι για σφαλιάρες. 
Θυμώνω. Καλά κάνω και θυμώνω. Δίκιο έχεις. Εδώ και χρόνια πια το ξέρω. Με την άρρωστη κεκτημένη του Μπατάιγ πόσο θα πας; Μια δυο φορές στη ζωή σου. Εγώ τις πήγα, τέλειωσα. Όξω απ΄ την παράγκα οι αταίριαστοι. να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. 
Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου. Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως.



«Επιλέγεις λάθος άνθρωπο, δηλαδή, για να το σκάσεις πιο εύκολα; Και τότε πώς εξηγείται το γεγονός πως καμιά φορά κολλάς στο λάθος πρόσωπο εκατό χρόνια;», ρωτάει η μεταμεσονύκτια φίλη. 

«Κατά τη γνώμη μου, μείνεις, φύγεις, το ίδιο κάνει», λέω. 
«Πάλι κολλάς, για να γλιτώσεις από μια ουσιαστική δέσμευση. Η λάθος επιλογή σού διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο τού να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι. Πένθος αμετάκλητο μετά». 

Νύχτα, δυόμισι χρόνια πριν. Τρέχαμε με ένα φίλο στο Μούλτι Κούλτι – στο δρόμο απορούσε: «Μα πώς έγινε και πήγα και ερωτεύτηκα αυτό το πράγμα; Η προηγούμενη αγάπη μου διάβαζε στίχους της Σύλβια Πλαθ. Ίδια τραγούδια, ίδια κουλτούρα. Ήθελα να θέλω. Και όμως, δεν με μάγευε παρά μόνο το ασπόνδυλο. Το ριζικά ακαλλιέργητο πλάσμα. Λες πως θα μου περάσει; Αηδιάζω με τον εαυτό μου έτσι που έμπλεξα. Άλλωστε, ξέρεις πως αυτά τα παθιασμένα τα κοροϊδεύω».

Όχι, χαρά μου, δεν θα σου περάσει, σκεφτόμουν. Απλώς εκεί που κόβεσαι πως δεν θα μπορείς χωρίς την άξεστη αγάπη σου, πολύ σύντομα θα βρεις αφορμή και θα φύγεις. Και θα πεις πως δεν πήγαινε άλλο. Που πάντα πάει, άμα θες. Μετά, τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το πάθος της συντήρησης, θα μοιάσεις τότε ακόμα περισσότερο στους ήρωες που σιχαίνεσαι. Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία το άξεστο πλάσμα. Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου. Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου. 

«Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα, που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε. Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση. Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι». Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου, θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι, θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός, να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια.



Έκλεισα το βιβλίο του Κιουρέισι – δεν είχα και πολύ κέφι για διάβασμα. 

Την ώρα που ντυνόμουν για να βγω, θυμήθηκα τον Κ.   Άνθρωπος της νύχτας. Παρουσιαστικό τρομαχτικό. Ένας Βίκινγκ με μυαλό πεντάχρονου. Με συμπαθούσε. «Όταν ήμουν νέος», μου εξομολογήθηκε μια νύχτα, «σαν να με μούντζωσε ο Θεός και πήγα κι ερωτεύτηκα. ‘Ηταν μια καριόλα, δεν βάζει με το νου σου. Παίρνω το αεροπλάνο και ανεβαίνω Θεσσαλονίκη να τη δω. Τρελαμένος, θέλω να της πω πόσο ερωτευμένος είμαι, θέλω να πεθάνω μαζί της. Κατεβαίνω παράλυτος. Χέρια, πόδια, δεν μπορώ να τα μανουβράρω. Τη βλέπω να με περιμένει στο αεροδρόμιο. Την κοιτάζω. Και ύστερα την πλακώνω στο ξύλο. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου. Την τσάκισα. Πήρα το επόμενο αεροπλάνο και γύρισα. Αυτή ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ακόμα την αγαπάω την πουτάνα. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου…»

Μεθεόρτια γενεθλίων στο γαλλικό. 

Αγάπη πολλή, δεν βάζεις με το νου σου. 
Σε τσάκισα.





Μαλβίνα Κάραλη : Σαββατογεννημένη, 

[εκδόσεις Κείμενα, 2005, σελίδες 153-157]

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Symbol της εφημερίδας Επενδυτής, 2001)


Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Σιωπή


Άκουσε, είπε ο Δαίμων ακουμπώντας το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου. Η χώρα που σου αναφέρω είν' ένας τόπος θλιβερός, στη Λιβύη, στις όχθες του ποταμού Ζαΐρ. Εκεί δεν υπάρχει ούτε ησυχία, ούτε σιωπή.
Τα νερά του ποταμού έχουν ένα χρώμα θειαφί κι αρρωστημένο. Και δεν κυλούν κατά τη θάλασσα, μόνο αναταράζονται στον αιώνα τον άπαντα, κάτω από το κόκκινο μάτι του ήλιου, με μια κίνηση βουερή και σπασμωδική. Κι από τις δυο πλευρές της λασπιασμένης κοίτης του ποταμού, απλώνεται για πολλά μίλια μια κίτρινη έρημος από γιγάντια νούφαρα. Αναστενάζουν το ένα στο άλλο μέσα σ' αυτή τη μοναξιά και τεντώνουν προς τον ουρανό τους ψηλούς και φρικαλέους λαιμούς τους, και κουνούνε δώθε κείθε τις αιώνιες κεφαλές τους. Κι έν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα τους, σα να κυλούνε υποχθόνια νερά. 
Κι αναστενάζουν το ένα στο άλλο.




Μα υπάρχουν σύνορα στο βασίλειό τους – τα σύνορα του σκοτεινού, φριχτού και ψηλόκορμου δάσους. Εκεί, όπως τα κύματα γύρω στις Εβρίδες, οι θάμνοι αναταράζονται αδιάκοπα. Και όμως καμιά πνοή ανέμου δε φυσά. Και τα ψηλά πανάρχαια δέντρα κουνούν αιώνια δώθε κείθε μ' έναν πελώριο και καταθλιφτικό αχό. Κι από τις ψηλές κορφές τους πέφτουν αιώνια, μια μια, σταλαματιές δροσιάς. Και στις ρίζες τους, φαρμακερά λουλούδια αναδεύονται μες στον ανήσυχο ύπνο τους. Και ψηλά, μ' ένα δυνατό θρόισμα, τα γκρίζα σύννεφα τρέχουν ορμητικά, αιώνια προς τη δύση, ώσπου κυλούνε ίδιος καταρράχτης πάνω από το φλογισμένο τοίχο του ορίζοντα. Αλλά καμιά πνοή ανέμου δε φυσά. 
Και στις όχθες του ποταμού Ζαΐρ δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή.


πίνακας Gustave Dore


Ήτανε νύχτα κι έβρεχε, και η βροχή, όσο έπεφτε, ήταν βροχή, μα όταν πια έπεφτε, ήταν αίμα. 
Κι εγώ στεκόμουνα στο βάλτο, ανάμεσα στα ψηλά νούφαρα, κι η βροχή έπεφτε πάνω στο κεφάλι μου – και τα νούφαρα αναστέναζαν το ένα στο άλλο, επιβλητικά κι επίσημα μες στην απελπισία τους.
Και ξαφνικά το φεγγάρι ανάτειλε μεσ' από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Και τα μάτια μου έπεσαν πάνω στον πελώριο γκρίζο βράχο που ορθωνότανε πλάι στην όχθη του ποταμού, και που τον φώτιζε το φως του φεγγαριού. 
Κι ο βράχος ήταν γκρίζος, φαντασματικός και ψηλός – κι ήτανε γκρίζος ο βράχος.
Στο μπροστινό του μέρος ήταν σκαλισμένα γράμματα. Κι εγώ προχώρησα μεσ' από το βάλτο με τα νούφαρα, ώσπου έφτασα κοντά στην ακροποταμιά,για να μπορέσω να διαβάσω τα γράμματα. Μα δεν μπόρεσα να τα ξεδιαλύνω. Ετοιμαζόμουν να γυρίσω πίσω στο βάλτο, όταν το φεγγάρι έλαμψε πιο κόκκινο ακόμα, και γύρισα και ξανακοίταξα το βράχο και τα γράμματα – και τα γράμματα έλεγαν: ΕΡΗΜΩΣΗ.

Και αναθώρησα, κι ένας άνθρωπος στεκότανε στην κορφή του βράχου. 
Κι εγώ κρύφτηκα ανάμεσα στα νούφαρα, για να κατασκοπεύσω τις πράξεις του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος ήταν ψηλός κι επιβλητικός, τυλιγμένος από τους ώμους ως τα πόδια μέσα στην τήβεννο της αρχαίας Ρώμης. Και το περίγραμμα του κορμιού του ήταν θαμπό – αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν χαρακτηριστικά θεότητας. Γιατί ο μανδύας της νύχτας, και της καταχνιάς, και του φεγγαριού, και της δρόσου, είχαν αφήσει ξέσκεπα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Και το μέτωπό του ήταν ψηλό από τη σκέψη, και η ματιά του γεμάτη φροντίδες. Και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στα μάγουλά του διάβασα τη θλίψη, την κούραση και την αηδία για την ανθρωπότητα, και μια λαχτάρα για μοναξιά.
Κι ο άνθρωπος κάθισε πάνω στο βράχο, έγειρε το κεφάλι πάνω στο χέρι του, κι αγνάντεψε την ερήμωση. Κοίταξε κάτω τους ταραγμένους θάμνους και ψηλά τα θεόρατα πανάρχαια δέντρα, κι ακόμα πιο ψηλά τον ουρανό που θρόιζε και το κατακόκκινο φεγγάρι. Κι εγώ ήμουν κρυμμένος μες στα νούφαρα και παρατηρούσα τις πράξεις του ανθρώπου. 
Κι ο άνθρωπος έτρεμε μέσα στη μοναξιά – μα η νύχτα προχωρούσε, κι αυτός καθότανε πάνω στο βράχο.

Τότε προχώρησα πιο βαθιά μέσα στο βάλτο, κι ακόμα πιο βαθιά τσαλαβουτώντας μέσα στην ερημιά των νούφαρων, και κάλεσα τους ιπποπόταμους, που κατοικούν ανάμεσα στις φτέρες, στ' απόμερα του βάλτου. Κι οι ιπποπόταμοι άκουσαν τη φωνή μου και ήρθαν, μαζί με το βεχεμώθ(*), στα πόδια του βράχου, και βρυχήθηκαν δυνατά και τρομαχτικά κάτω απ' το φεγγάρι.
Κι εγώ καθόμουνα κρυμμένος και παρατηρούσα τις πράξεις του ανθρώπου. 
Κι ο άνθρωπος έτρεμε στη μοναξιά – μα η νύχτα προχωρούσε κι αυτός καθότανε πάνω στο βράχο.

Τότε θύμωσα και καταράστηκα, με την κατάρα της σιωπής, το ποτάμι και τα νούφαρα, και τον άνεμο και το δάσος, και τον ουρανό και τη βροντή, και τους αναστεναγμούς των νούφαρων. Και η κατάρα μου έπιασε, και σώπασαν. Και το φεγγάρι σταμάτησε ν' ανεβαίνει το μονοπάτι του στον ουρανό... και η βροντή έσβησε στο απόμακρο... κι η αστραπή δεν άστραψε... και τα σύννεφα κρέμονταν ακίνητα... και τα νερά κατακάθισαν και γαλήνεψαν... και τα δέντρα έπαψαν να σαλεύουν... και τα νούφαρα δεν αναστέναζαν πια – και το ψιθύρισμά τους δεν ακουγότανε, ούτε καν ακουγότανε ως κι ο ίσκιος κάποιου ήχου πέρα ως πέρα στον απέραντο έρημότοπο. 
Και κοίταξα τα γράμματα πάνω στο βράχο, και είχαν αλλάξει. 
Και τα γράμματα έλεγαν: ΣΙΩΠΗ.

Και τα μάτια μου έπεσαν πάνω στην όψη του ανθρώπου, και η όψη του ήταν χλωμή από τον τρόμο. Και βιαστικά σήκωσε το κεφάλι του από το χέρι του και στάθηκε στην άκρη του βράχου και αφουγκράστηκε. Αλλά καμιά φωνή δεν ακουγότανε σ' ολόκληρη την απέραντη ερημιά – και τα γράμματα πάνω στο βράχο έλεγαν: σιωπή. 
Κι ο άνθρωπος αναρίγησε, απόστρεψε το πρόσωπό του κι έφυγε βιαστικά, μακριά, έτσι που τον έχασ' από τα μάτια μου
Gustave Dore


Υπάρχουν, βέβαια, ωραίοι μύθοι μες στα βιβλία των Μάγων – μες στα σιδεροδεμένα μελαγχολικά βιβλία των Μάγων. Εκεί μέσα, λέω, υπάρχουν θαυμαστές ιστορίες για τον Ουρανό και για τη Γη και για τους κραταιούς Ωκεανούς – και για τα Πνεύματα που κυβερνούσαν τους ωκεανούς τη γη και τα ψηλά ουράνια. Επίσης, υπάρχουν πολλά διδάγματα στους χρησμούς που έλεγαν οι Σίβυλλες. Και πράγματα ιερά, πανίερα, ακούστηκαν τον παλιό καιρό από το σκοτεινό νόημα των φύλλων που τρεμούλιαζαν γύρω από τη Δωδώνη – αλλά, μα τον αθάνατο Αλλάχ, αυτό το μύθο, που μου διηγήθηκε ο Δαίμων καθισμένος πλάι μου, στον ίσκιο του τάφου, τον θεωρώ τον πιο υπέροχο απ' όλους! 
Και όταν ο Δαίμων τέλειωσε την αφήγησή του, έπεσε πάλι μέσα στο άνοιγμα του τάφου και γελούσε. Κι εγώ δεν μπορούσα να γελάσω μαζί με το Δαίμονα, κι αυτός με καταράστηκε, γιατί δεν μπορούσα να γελάσω. 
Και ο λύγγας που κατοικούσε αιώνια στον τάφο, βγήκε από κει μέσα και ξάπλωσε στα πόδια του Δαίμονα, και στύλωσε τα μάτια του πάνω στο πρόσωπό του.



_________
(*)Ζώο που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ιώβ), πιθανότατα ιπποπόταμος.



EDGAR ALLAN POE
"Αλλόκοτες Ιστορίες" 
[μτφ Κοσμάς Πολίτης ]
εκδ. "Γράμματα"  (1979)


Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

''Δάσκαλος''




Εν αρχή ην ο δάσκαλος

Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δεν θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δεν θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δεν θα άκουγε όμως ούτε θα ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.






Γιατί; Απλά γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δασκάλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας Και στο τέλος τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρηση μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας.

Τα ζώα και τα φυτά δε γελούν ούτε δακρύζουν. Γιατί τους λείπει ο δάσκαλος. Έτσι δεν έμαθαν ποτές ότι στον ενόργανο κόσμο πέρα από τη σφαίρα του βιολογικού ανοίγεται ο φωτεινός ορίζοντας του πνεύματος. Ο θυμός, δηλαδή, οι επιθυμίες, τα πάθη, η φαντασία ο λόγος.

Ο δάσκαλος είναι ο φυτουργός και ο σπορέας του λόγου. Εκείνου του λόγου που το τέταρτο Ευαγγέλιο τον αναφέρει στο Θεό.

Χωρίς το δάσκαλο ο λόγος θα σάπιζε άχρηστος μέσα στο έλος του κρανίου μας. Όπως σαπίζει άχρηστο το τραίνο που ρεμίζαρε για πάντα στο σταθμό. Και το καράβι, το GLORIA MYNDI ή το ANCA, αν δεν το ταξιδέψει ο καπετάνιος του. Και όπως σκεβρώνει άφτουρη η νύφη που έμεινε αγεώργητη από τον άντρα. Ο ιερός τρόμος της παρθενίας της σιγά-σιγά κακοβολεί, ωσόπου στο τέλος γίνεται ένα τεφρό δίχτυ αράχνης.

Μ΄ ένα λόγο ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου. Με την κυριότητα που ποιητής του κόσμου είναι ο Θεός. Χωρίς το δάσκαλο το πνεύμα που πνέει θα παρεπόμενε άψυχος άνεμος. Γαρμπής, δηλαδή, πουνέντες σοροκάδα κα παγωμένος Σκίρωνας. Και θα φυσούσε μάταια στις άκριες των βουνών, στις φυλλωσιές, στα συστήματα των υδάτων.

Δημήτρης Λιαντίνης




Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Οικογένεια, μαζί αλλά αλλιώτικα (Ν)





[...]

Στην προηγούμενη συνάντησή μας με τους Μπράις είχαμε δουλέψει σκληρά παίρνοντας συχνά την πρωτοβουλία και διευθύνοντας τη συνέντευξη. Τώρα αλλάζαμε ξαφνικά  στάση, απαιτούσαμε, χωρίς να το λέμε, να προβάλει ενντότερη την παρουσία της η οικογένεια, ν αρχίσουν τα μέλη της να μιλάνε ο ένας στον άλλο.

Αν συνεχίζαμε όπως πρώτα, με ερωτήσεις, βολιδοσκοπήσεις , ερμηνείες, θα δημιουργούσαμε ένα επικίνδυνο  προηγούμενο δείχνοντας ότι παίρνουμε εμείς την ευθύνη να προωθήσουμε την αλλαγή. Δεν θα ήταν καθόλου τίμια συμπεριφορά απέναντι στην οικογένεια. Έπρεπε οι Μπράις να καταλάβουν απ την αρχή πως η πρωτοβουλία τους, η βούληση να παλέψουν, ν αγωνιστούν, να πιέσουν και να προσπαθήσουν, αποτελούσε ουσιαστικό συντελεστή για την καλή έκβαση της θεραπείας. Έτσι, βγαίνοντας ο Καρλ κι εγώ απότο στίβο, τους αναγκάζαμε, αρκετά σκληρά μάλιστα, ν αρχίσουν πάλι τις διασυνδέσεις μεταξύ τους. Η αναμονή μας ήταν κάτι σοβαρό και σπουδαίο.

Δεν πιέζουν έτσι όλοι οι θεραπευτές την οικογένεια να ανακαλύψει τη δική της πρωτοβουλία. Μερικοί πιστεύουν πως ηθεραπεία αποτελεί μια διδασκαλία, και πως ο θεραπευτής οφέιλει, σαν τον παραδοσιακό δάσκαλο, να κατευθύνει, να προσδιορίζει, να εμβ αθύνει και να εξηγέι, μ ένα λόγο να διδάσκει, σίγουρος κατά κανόνα για το αντικείμενό του. 

Εμείς όμως έχουμε πειστεί, πως η επιτυχημένη θεραπεία δεν είναι κάτι που "εφαρμόζεται" στην οικογένεια ή στο άτομο. Για μας η θεραπεία συνδέεται  με τη διαδικασία της ωρίμανσης, που πραγματοποιείται με τρόπο φυσικό στη ζωή των ανθρώπων και στις οικογένειες. Πιστεύουμε πως όλοι χωρίς εξαίρεση έχουν τη βούληση και την ανάγκη να επεκτείνουν και να εμπεδώσουν την πείρα τους. Και πως η οικογένεια, που ζητάει να θεραπευτεί, δεν είναι παρά ένα σύστημα, στο οποίο η λειτουργία αυτή έχει πάθει εμπλοκή.  Η θεραπεία είναι "παράγοντας"  καταλυτικός, που ελπίζουμε να βοηθήσει την οικογένεια να ελευθερώσει τις δικές της δυνάμεις. Βασιζόμαστε λοιπόν πάρα πολύ στην πρωτοβουλία της, με την πεποίθηση, πως να τα μέλη της δε μπορέσουν ν ανακαλύψουν την ικανότητά τους ν αλλάξουν, η θεραπεία δε θα χει αποτελέσματα με κάποια διάρκεια. Σαν το γονιό, που μαθαίνει το παιδί του να εξυπηρετείται μόνο του, έτσι κι εμείς, απ το ξεκίνημα κιόλας, ακόμη και σ αυτήν την αρχική σύγκρουση για την πρωτοβουλία, σκεφτόμαστε το τέλος της θεραπείας και αφήνουμε να εννοηθεί πως η οικογένεια πρέπει να μάθει να βρίσκει τις δικές της λύσεις, να εξυπηρετείται μόνη της, να μάθει πρώτα απ΄ όλα καθένας να φροντίζει για τη μοίρα του στη ζωή. 

Προσπαθούμε επίσης σ αυτό το πρώτο στάδιο της θεραπείας, ν αποφεύγουμε κάθε επανάληψη της αρχικής συνεδρίας.

Σ εκείνη τη συνέντευξη πήραμε εμείς την πρωτοβουλία , συγκεντρώσαμε την προσοχή μας στη δομή της οικογένειας , στο πλέγμα των σχέσεων, που καθένας θα συμφωνήσει ότι δε θα δυσκολευόταν να τη μαντέψει. Μαζέψαμε πληροφορίες ζητώντας απ την οικογένεια να μας πει, τι γινόταν σπίτι. Τώρα επιμέναμε ν αρχίσουν τα μέλη της να συνδέονται και να τσακώνονται μπροστά μας. Μεγάλωναν φανερά οι απαιτήσεις μας. Ζητούσαμε να δούμε τις αλληλεπιδράσεις τους, όχι ν ακούσουμε γι αυτές . Κι αυτό μεγάλωνε τη συνηθισμένη τους ένταση, τους τρόμαζε, καθώς συλλογίζονταν τις κατοπινές συνέπειες απ την απαίτησή μας κι αναρωτιόντουσαν, αν θα τολμήσουν να μας φανερώσουν την πραγματική διεργασία των σχέσεών τους . Ζητούσαμε να δούμε ΄΄ο,τι κανείς δεν είχε δει ως τότε. πώς καβγάδιζαν, πώς ζούσαν. 

Αύγουστος Νάπιερ, Καρλ Χουίτεκερ

"Οικογένεια, μαζί αλλά αλλιώτικα" 
(εκδ. Κεδρος) 


Carl Whitaker

Augustus Napier



Δύο αναγνωρισμένοι διεθνώς οικογενειακοί θεραπευτές, ο Αύγουστος Νάπιερ και ο Καρλ Χουίτεκερ, σας καλούν στο γραφείο τους για να παρακολουθήσετε τη θεραπευτική περιπέτεια των Μπράις. Πρόκειται για μια συνηθισμένη οικογένεια που αποτελείται από τον πατέρα Ντέιβιντ, δικηγόρο, την Κάρολιν, νοικοκυρά, αποξενωμένη από τον άντρα της, εξοργισμένη με τα παιδιά τους, την Κλώντια, επαναστατημένη έφηβο στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, τον νεαρό Ντόναλντ - "καλή είναι η οικογένειά μου, δε λέω, μόνο που... έχει τα χάλια της!" - και τη Λώρα, έξι χρονών, που καταλαβαίνει περισσότερα από τους μεγάλους.
Η οικογένεια σπαράζεται από ακατανόητες γι' αυτή δυνάμεις, που μολαταύτα είναι πολύ συνηθισμένες και απειλούν με διάλυση πολλές οικογένειες σήμερα. Οι θεραπευτές συμβουλεύουν και καθοδηγούν για την ανακάλυψη του κρυμμένου εχθρού και την εξουδετέρωσή του. Και, συχνά, ύστερα από μερικές συγκλονιστικές σκηνές του οικογενειακού δράματος, κλείνουν για μια στιγμή την αυλαία, για να μας εξηγήσουν επιστημονικά, μα απλά, καταστάσεις, διεργασίες και αντιδράσεις, αλλά και τους λόγους για την ανεπάρκεια της παλιάς, καθιερωμένης ψυχαναλυτικής θεραπευτικής μεθόδου.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Η πόλη των γάτων [ 1Q84 ]


[...]


Μόλις το τρένο άφησε πίσω του το σταθμό του Τόκιο, ο Τένγκο έβγαλε το βιβλιαράκι από την τσέπη του και άρχισε να διαβάζει μιαν ανθολογία ταξιδιωτικών διηγημάτων. Ένα αναφερόταν σε κάποιο νεαρό που είχε φτάσει σε μια πολιτεία όπου είχαν κάνει κατάληψη οι γάτες. Ήταν ένα φανταστικό διήγημα με τίτλο Η Πόλη των γάτων, έργο ενός άγνωστου σε εκείνον Γερμανού συγγραφέα και το εισαγωγικό σημείωμα έλεγε πως το είχε γράψει την εποχή του μεσοπολέμου.


Ο νεαρός ταξίδευε μόνος του, με μια ταξιδιωτική τσάντα. Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο προορισμό στο μυαλό του. Έπαιρνε το τρένο και κατέβαινε σε όποια στάση του κινούσε το ενδιαφέρον. Νοίκιαζε το δωμάτιο, έβλεπε τα αξιοθέατα, έμενε όσο ήθελε και μόλις βαριόταν, ξανάπαιρνε το τρένο. Έτσι περνούσε πάντα τις διακοπές του.
Κάποτε είδε από το παράθυρο του τρένου ένα όμορφο ποτάμι. Η κοίτη του φιδογύριζε στις παρυφές των χαμηλών λόφων και κάτω εκεί υπήρχε μια ήσυχη και συμπαθητική πόλη σε μια παλιά πέτρινη γέφυρα που ένωνε τις δύο όχθες. Βρήκε το σκηνικό ενδιαφέρον. Θα έχουν και νόστιμα ποταμίσια ψάρια να δοκιμάσω, σκέφτηκε ο νεαρός και μόλις το τρένο σταμάτησε στο σταθμό, κατέβηκε με την τσάντα του. Κανείς άλλος δεν κατέβηκε μαζί του. Το τρένο τον άφησε και αναχώρησε αμέσως.

Στο σταθμό δεν υπήρχε κανένας υπάλληλος. Ίσως να μην είχε πολλή κίνηση. Ο νεαρός πέρασε τη γέφυρα και περπάτησε μέχρι την πόλη. Γύρω επικρατούσε μεγάλη ησυχία. Κανείς στους δρόμους. Όλα τα ρολά των καταστημάτων κατεβασμένα. Ψυχή στα δημοτικά γραφεία. Στο μοναδικό ξενοδοχείο δε βρήκε κανέναν στην υποδοχή. Χτύπησε το κουδούνι. Δεν εμφανίστηκε κανείς, σαν μία ακατοίκητη χώρα. 'Η μήπως όλοι οι κάτοικοι είχαν πέσει για τον μεσημεριανό τους ύπνο; Όμως η ώρα ήταν 10:30 το πρωί. Πολύ νωρίς για σιέστα. Πιθανόν οι κάτοικοι να είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Όπως και να 'χε πάντως, το επόμενο τρένο θα ερχόταν την άλλη μέρα το πρωί - οπότε, έπρεπε να διανυκτερεύσει εκεί. Αποφάσισε να περιπλανηθεί στην πόλη για να περάσει την ώρα του



Τελικά, είχε έρθει σε μια γατούπολη. Μόλις έπεσε ο ήλιος, ένα κοπάδι γάτες διαφόρων ειδών και χρωμάτων ήρθε στην πόλη περνώντας από την γέφυρα. Πιο μεγαλόσωμες από τις κοινές, αλλά γάτες πάντως. Ο νεαρός ξαφνιάστηκε που τις είδε. Έφυγε τρέχοντας για το κέντρο της πόλης και σκαρφάλωσε στο καμπαναριό για να κρυφτεί. Οι γάτες, λες κι έκαναν κινήσεις ρουτίνας, άνοιξαν τα ρολά των καταστημάτων, κάθισαν στα δημοτικά γραφεία και άρχισαν να δουλεύουν. Έπειτα από λίγη ώρα, άλλο ένα κοπάδι γάτες έφτασε στην πόλη από τη γέφυρα. Αυτές πήγαν στα μαγαζιά και ψώνισαν, πήγαν στα δημοτικά γραφεία να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους κι έφαγαν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Κάθισαν στα ταβερνεία, ήπιαν μπύρα και τραγούδησαν χαρούμενα
γατοτράγουδα. Ένας γάτος μάλιστα έπαιζε ακορντεόν, ενώ διάφοροι άλλοι χόρευαν στο ρυθμό. Καθώς οι γάτες βλέπουν καλά τη νύχτα, δε χρειάζονταν σχεδόν καθόλου φως. Όμως εκείνη τη νύχτα το ολόγιομο φεγγάρι έλουζε τα πάντα με το φως του κι έτσι ο νεαρός μπόρεσε να τα δει όλα με κάθε λεπτομέρεια από το καμπαναριό. Όταν πια κόντευε να χαράξει οι γάτες έκλεισαν τα μαγαζιά τους, τελείωσαν τις δουλειές τους, τα μάζεψαν και ξεχύθηκαν προς τη γέφυρα για να γυρίσουν εκεί απ' όπου είχαν έρθει.


Giuseppe Gerbino

Το πρωί που οι γάτες είχαν φύγει και η πόλη ερήμωσε, ο νεαρός κατέβηκε από την κρυψώνα του, βρήκε ένα κρεβάτι στο ξενοδοχείο και έπεσε να κοιμηθεί. Όταν πείνασε, πήγε στην κουζίνα του ξενοδοχείου κι έφαγε το ψωμί και τα ψάρια που είχαν περισσέψει από την προηγουμένη. Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει, ξανανέβηκε στο καμπαναριό να κρυφτεί και παρατηρούσε τις γάτες ως την άλλη μέρα τα ξημερώματα. Τα τρένα σταματούσαν στο σταθμό πριν από το μεσημέρι και πριν από το βράδυ. Αν έπαιρνε το πρωινό τρένο, μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του - αν έπαιρνε το απογευματινό, θα επέστρεφε εκεί από όπου ξεκίνησε. Πάντως, δεν είδε κανέναν επιβάτη να κατεβαίνει ή να ανεβαίνει από το τρένο, μολονότι σταματούσαν κανονικά και αναχωρούσαν ύστερα από ένα λεπτό. Θα μπορούσε να πάρει το τρένο αν ήθελε και να αφήσει πίσω του τη στοιχειωμένη Πόλη των γάτων, αλλά δεν το έκανε. Ήταν νέος και περίεργος, γεμάτος φιλοδοξίες και όρεξη για περιπέτεια. Ήθελε να δει την παράξενη Πόλη των γάτων από κάθε άποψη. Επιθυμούσε να μάθει πότε και πώς ιδρύθηκε, πώς είχε οργανωθεί, τι έκαναν οι γάτες εκεί. Πρέπει να ήταν ο μόνος που είχε δει με τα μάτια του ένα παρόμοιο σκηνικό. 
Το βράδυ της τρίτης μέρας, άκουσε μια φασαρία κάτω στην πλατεία, γύρω από το καμπαναριό. «Εμένα, πάντως, μου μυρίζει άνθρωπος», έλεγε ένας γάτος. «Τώρα που μου το λες, κάτι παράξενο μου μυρίζει και μένα εδώ και λίγες μέρες», πρόσθεσε ένας άλλος και βάλθηκε να οσφραίνεται το χώρο με ζαρωμένη τη μουσούδα του. «Κι εμένα το ίδιο», μπήκε στο χορό ένας τρίτος. «Πολύ παράξενο», έκανε κάποιος άλλος. «Αφού δεν έρχονται άνθρωποι εδώ». Στο μεταξύ, οι άλλοι συνέχιζαν: «Α, έτσι όπως το λες! Δεν έρχονται βέβαια άνθρωποι στην Πόλη των γάτων. Ό,τι και να λέτε, εμένα σίγουρα μου μυρίζει άνθρωπος".
Οι γάτες έφτιαξαν ομάδες περιφρούρησης κι έψαξαν την πόλη σπιθαμή προς σπιθαμή. Άμα θέλουν, οσφραίνονται και το παραμικρό. Δεν άργησαν λοιπόν να ανακαλύψουν πως η μυρωδιά ερχόταν από το καμπαναριό. Ο νεαρός άκουγε τις μαλακές πατούσες τους να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Τώρα τα παίζω όλα για όλα, σκέφτηκε. Πίστευε πως η ανθρώπινη μυρωδιά είχε ερεθίσει τις γάτες, τις είχε εξοργίσει. Είχαν μεγάλα και κοφτερά νύχια και άσπρους σουβλερούς κυνόδοντες. Και στη Πόλη δεν υπήρχε άνθρωπος ούτε για δείγμα. Ο νεαρός δεν ήξερε τι τον περίμενε αν τον ανακάλυπταν, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν θα τον άφηναν εύκολα από την πόλη τώρα που ήξερε τα μυστικά τους.
Τρεις γάτες ανέβηκαν στο καμπαναριό και βάλθηκαν να οσφραίνονται τον αέρα ολόγυρα. «Παράξενο», είπε η μία κουνώντας τα μουστάκια τους, «μυρίζω άνθρωπο, αλλά δε βλέπω κανέναν εδώ». «Όντως περίεργο», συμφώνησε η δεύτερη γάτα. «Όμως πραγματικά κανείς δεν είναι εδώ. Πάμε αλλού να ψάξουμε». «Πάντως, εγώ δεν καταλαβαίνω τι γίνεται». Αυτά έλεγαν οι γάτες καθώς έφευγαν με το κεφάλι γερμένο λοξά από την απορία. Ο ήχος των ποδιών τους όπως κατέβαιναν χάθηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ο νεαρός αναστέναξε με ανακούφιση, αλλά κι αυτός δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει. Δεν μπορεί να μην τον είχαν δει, αφού είχαν έρθει κυριολεκτικά μύτη με μύτη σε έναν τόσο στενό χώρο. Και όμως οι γάτες για κάποιο λόγο φαίνεται πως δεν τον είδαν. Πέρασε το χέρι του μπροστά από τα μάτια του. Ορίστε, το βλέπω καθαρά. Δεν είναι διαφανές. Μυστήριο. Πάντως, αύριο πρωί θα πάω στο σταθμό και θα πάρω το τρένο να φύγω από την πόλη. Είναι πολύ επικίνδυνο να μείνω κι άλλο. 

Μην προκαλέσω και την καλή μου τύχη. 

.


Την επομένη όμως το τρένο δε σταμάτησε στο σταθμό. Το είδε να περνάει μπροστά από τα μάτια του και να φεύγει, χωρίς να κόβει ταχύτητα. Το ίδιο έγινε και με το απογευματινό τρένο. Είδε το μηχανοδηγό που καθόταν στη θέση του. Είδε και τα πρόσωπα των επιβατών από τα παράθυρα. Το τρένο όμως δεν έδειξε κανένα σημάδι πως θα σταματούσε, σαν να μην έβλεπαν ούτε τον νεαρό που περίμενε ούτε και τον σταθμό. Ο ήλιος άρχισε να πέφτει. Όπου να 'ναι θα έρχονταν οι γάτες. Τότε κατάλαβε πως είχε χαθεί οριστικά. 

Δεν είναι η Πόλη των γάτων εδώ, συνειδητοποίησε τελικά. Ήταν ο τόπος όπου του έμελλε να χαθεί αμετάκλητα. Ένα μέρος που είχε σταματήσει ειδικά γι αυτόν, ένα μέρος που δεν ανήκε στον κόσμο του. Και το τρένο που θα τον πήγαινε στον προηγούμενο κόσμο δε θα σταματούσε πια σε κείνο το σταθμό στον αιώνα των άπαντα.


Διάβασε το διήγημα δύο φορές. Η φράση «ο τόπος όπου του έμελλε να χαθεί» του είχε τραβήξει την προσοχή. Έκλεισε το βιβλίο και άφησε τα μάτια του να πλανηθούν στο πληκτικό βιομηχανικό τοπίο της παραλίας. Έβλεπε τη φλόγα ενός διυλιστηρίου πετρελαίου, της τεράστιες δεξαμενές αερίου, τις εξίσου τεράστιες και κοντόχοντρες καμινάδες σαν κανόνια μακράς βολής, τη γραμμή των τρακτέρ και των βυτιοφόρων που ταξίδευαν στο δρόμο. Εκείνες εκ διαμέτρου αντίθετες από την Πόλη των γάτων, που όμως είχαν το δικό τους φανταστικό υπόστρωμα, κι αυτό έκανε τη ζωή της πόλης να φαίνεται πως υποβασταζόταν από έναν κάτω κόσμο.



Λίγο αργότερα ο Τένγκο έκλεισε τα μάτια του και φαντάστηκε την Κιόκο Γιασούντα κλεισμένη στο δικό της «χαμένο κόσμο». Εκεί όπου τα τρένα δε σταματούν, όπου δεν υπάρχουν τηλέφωνα, ούτε ταχυδρομεία. Εκεί όπου τη μέρα βασιλεύει μόνο η απόλυτη μοναξιά, ενώ με το σκοτάδι της νύχτας έρχονται οι γάτες να αναλάβουν το ανελέητο κυνηγητό. Σε μία κατά τα φαινόμενα αδιάκοπα κυκλική επανάληψη. Ο Τένγκο αποκοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει. Όχι για πολλή ώρα αλλά πολύ βαθιά. Όταν ξύπνησε, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Το τρένο, μες στην καρδιά του καλοκαιριού, ακολουθούσε την ακτογραμμή του Μινάμι Μπόσο.."




Haruki Murakami [ 1Q84 ]



Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Η απεργία των ψηφοφόρων



"Τα πρόβατα οδηγούνται στο σφαγείο. Είναι σιωπηλά και δεν ελπίζουν τίποτα. Τουλάχιστον όμως δεν ψηφίζουν τον σφαγέα τους ή τον αστό που θα τα καταβροχθίσει. 

Πιο ζώο από τα ζώα, πιο πρόβατο από τα πρόβατα, ο ψηφοφόρος εκλέγει τον σφαγέα του και επιλέγει τον αστό του. 
Έκανε τις επαναστάσεις για να κατακτήσει αυτό το δικαίωμα".

[...]

"Είναι καλό να ονειρεύεσαι. Τα όνειρα καταπραΰνουν την οδύνη. 

Αλλά να αποκλείσεις τον άνθρωπο από τα όνειρά σου. Όπου άνθρωπος, εκεί και πόνος και μίσος και φόνος. 
Κυρίως, να θυμάσαι ότι ο άνθρωπος που ζητιανεύει τις ψήφους είναι από το γεγονός αυτό και μόνο ένας άνθρωπος ανέντιμος, διότι, σε αντάλλαγμα της εξουσίας και του πλούτου που απέκτησε χάρη σ’ εσένα, σου υπόσχεται ένα σωρό θαυμάσια πράγματα, τα οποία δεν θα στα δώσει, και δεν είναι άλλωστε μέσα στις δυνατότητές του να στα δώσει. 
Ο άνδρας που εξυψώνεις δεν εκπροσωπεί ούτε την εξαθλίωσή σου ούτε τις επιδιώξεις σου ούτε τίποτα. Εκπροσωπεί μόνο τα δικά του πάθη και τα δικά του συμφέροντα, τα οποία είναι αντίθετα από τα δικά σου".

από το βιβλίο του Οκτάβ Μιρμπώ
"Η απεργία των ψηφοφόρων"

[ εκδ. ΑΓΡΑ,  μτφρ. Αν. Στάικος ]

"Η απεργία των ψηφοφόρων"  (La Greve des electeurs)   δημοσιεύτηκε στις 28 Νοεμβρίου 1888, στην εφημερίδα  Le Figaro     







Ο Οκτάβ Μιρμπώ (1848-1917) ήταν συγγραφέας, κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος. Είναι γνωστός στις μέρες μας κυρίως για το μυθιστόρημά  του  Ημερολόγιο μιας καμαριέρας, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Λουί Μπουνιουέλ. 



Λιβελλογράφος που έκανε τους πάντες να τρέμουν, αλλά και νεωτεριστής μυθιστοριογράφος, έγραψε θεατρικά έργα κλασικά και μοντέρνα μαζί. Λογοτεχνικά ανορθόδοξος, πέρα από κατηγοριοποιήσεις, περιφρονούσε σχολές και θεωρίες και έσβηνε μέσα σε όλα τα λογοτεχνικά είδη τη ριζική του αποστροφή προς οτιδήποτε θεσμικό. 
Βίαια ατομικιστής και αναρχικός, ενσάρκωνε τον κριτικό, δυνητικά ανατρεπτικό διανοούμενο.

Η Απεργία των ψηφοφόρων είναι ένα χρονικό αναρχικής έμπνευσης που δημοσιεύτηκε στις 28 Νοεμβρίου 1888 στην εφημερίδα Le Figaro. 

Για τον Μιρμπώ, η καθολική ψηφοφορία και η προσφυγή στις εκλογές δεν είναι τίποτε άλλο από μια απάτη στημένη από τους κυρίαρχους, για να αποκτούν φτηνά τη συναίνεση αυτών τους οποίους καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται. Καλεί λοιπόν τους ψηφοφόρους να απεργήσουν στις κάλπες και να φερθούν όχι σαν αγελαία πρόβατα αλλά ως πολίτες πνευματικά διαυγείς.

Στα δύο κείμενα που περιλαμβάνονται εδώ, ο Μιρμπώ πραγματεύεται το θέμα της εξουσίας, όχι μόνο για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται στο άτομο, αλλά επίσης, και κυρίως, για τον τρόπο που την εσωτερικεύουν και την ενστερνίζονται οι ίδιοι οι κυβερνώμενοι.


[ από http://www.culturenow.gr/]

[  Σχετικό .. "Δεν ψηφίζω"  ε δ ώ  ]