Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Η πόλη των γάτων [ 1Q84 ]


[...]


Μόλις το τρένο άφησε πίσω του το σταθμό του Τόκιο, ο Τένγκο έβγαλε το βιβλιαράκι από την τσέπη του και άρχισε να διαβάζει μιαν ανθολογία ταξιδιωτικών διηγημάτων. Ένα αναφερόταν σε κάποιο νεαρό που είχε φτάσει σε μια πολιτεία όπου είχαν κάνει κατάληψη οι γάτες. Ήταν ένα φανταστικό διήγημα με τίτλο Η Πόλη των γάτων, έργο ενός άγνωστου σε εκείνον Γερμανού συγγραφέα και το εισαγωγικό σημείωμα έλεγε πως το είχε γράψει την εποχή του μεσοπολέμου.


Ο νεαρός ταξίδευε μόνος του, με μια ταξιδιωτική τσάντα. Δεν είχε κάποιο συγκεκριμένο προορισμό στο μυαλό του. Έπαιρνε το τρένο και κατέβαινε σε όποια στάση του κινούσε το ενδιαφέρον. Νοίκιαζε το δωμάτιο, έβλεπε τα αξιοθέατα, έμενε όσο ήθελε και μόλις βαριόταν, ξανάπαιρνε το τρένο. Έτσι περνούσε πάντα τις διακοπές του.
Κάποτε είδε από το παράθυρο του τρένου ένα όμορφο ποτάμι. Η κοίτη του φιδογύριζε στις παρυφές των χαμηλών λόφων και κάτω εκεί υπήρχε μια ήσυχη και συμπαθητική πόλη σε μια παλιά πέτρινη γέφυρα που ένωνε τις δύο όχθες. Βρήκε το σκηνικό ενδιαφέρον. Θα έχουν και νόστιμα ποταμίσια ψάρια να δοκιμάσω, σκέφτηκε ο νεαρός και μόλις το τρένο σταμάτησε στο σταθμό, κατέβηκε με την τσάντα του. Κανείς άλλος δεν κατέβηκε μαζί του. Το τρένο τον άφησε και αναχώρησε αμέσως.

Στο σταθμό δεν υπήρχε κανένας υπάλληλος. Ίσως να μην είχε πολλή κίνηση. Ο νεαρός πέρασε τη γέφυρα και περπάτησε μέχρι την πόλη. Γύρω επικρατούσε μεγάλη ησυχία. Κανείς στους δρόμους. Όλα τα ρολά των καταστημάτων κατεβασμένα. Ψυχή στα δημοτικά γραφεία. Στο μοναδικό ξενοδοχείο δε βρήκε κανέναν στην υποδοχή. Χτύπησε το κουδούνι. Δεν εμφανίστηκε κανείς, σαν μία ακατοίκητη χώρα. 'Η μήπως όλοι οι κάτοικοι είχαν πέσει για τον μεσημεριανό τους ύπνο; Όμως η ώρα ήταν 10:30 το πρωί. Πολύ νωρίς για σιέστα. Πιθανόν οι κάτοικοι να είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Όπως και να 'χε πάντως, το επόμενο τρένο θα ερχόταν την άλλη μέρα το πρωί - οπότε, έπρεπε να διανυκτερεύσει εκεί. Αποφάσισε να περιπλανηθεί στην πόλη για να περάσει την ώρα του



Τελικά, είχε έρθει σε μια γατούπολη. Μόλις έπεσε ο ήλιος, ένα κοπάδι γάτες διαφόρων ειδών και χρωμάτων ήρθε στην πόλη περνώντας από την γέφυρα. Πιο μεγαλόσωμες από τις κοινές, αλλά γάτες πάντως. Ο νεαρός ξαφνιάστηκε που τις είδε. Έφυγε τρέχοντας για το κέντρο της πόλης και σκαρφάλωσε στο καμπαναριό για να κρυφτεί. Οι γάτες, λες κι έκαναν κινήσεις ρουτίνας, άνοιξαν τα ρολά των καταστημάτων, κάθισαν στα δημοτικά γραφεία και άρχισαν να δουλεύουν. Έπειτα από λίγη ώρα, άλλο ένα κοπάδι γάτες έφτασε στην πόλη από τη γέφυρα. Αυτές πήγαν στα μαγαζιά και ψώνισαν, πήγαν στα δημοτικά γραφεία να διεκπεραιώσουν τις υποθέσεις τους κι έφαγαν στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Κάθισαν στα ταβερνεία, ήπιαν μπύρα και τραγούδησαν χαρούμενα
γατοτράγουδα. Ένας γάτος μάλιστα έπαιζε ακορντεόν, ενώ διάφοροι άλλοι χόρευαν στο ρυθμό. Καθώς οι γάτες βλέπουν καλά τη νύχτα, δε χρειάζονταν σχεδόν καθόλου φως. Όμως εκείνη τη νύχτα το ολόγιομο φεγγάρι έλουζε τα πάντα με το φως του κι έτσι ο νεαρός μπόρεσε να τα δει όλα με κάθε λεπτομέρεια από το καμπαναριό. Όταν πια κόντευε να χαράξει οι γάτες έκλεισαν τα μαγαζιά τους, τελείωσαν τις δουλειές τους, τα μάζεψαν και ξεχύθηκαν προς τη γέφυρα για να γυρίσουν εκεί απ' όπου είχαν έρθει.


Giuseppe Gerbino

Το πρωί που οι γάτες είχαν φύγει και η πόλη ερήμωσε, ο νεαρός κατέβηκε από την κρυψώνα του, βρήκε ένα κρεβάτι στο ξενοδοχείο και έπεσε να κοιμηθεί. Όταν πείνασε, πήγε στην κουζίνα του ξενοδοχείου κι έφαγε το ψωμί και τα ψάρια που είχαν περισσέψει από την προηγουμένη. Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει, ξανανέβηκε στο καμπαναριό να κρυφτεί και παρατηρούσε τις γάτες ως την άλλη μέρα τα ξημερώματα. Τα τρένα σταματούσαν στο σταθμό πριν από το μεσημέρι και πριν από το βράδυ. Αν έπαιρνε το πρωινό τρένο, μπορούσε να συνεχίσει το ταξίδι του - αν έπαιρνε το απογευματινό, θα επέστρεφε εκεί από όπου ξεκίνησε. Πάντως, δεν είδε κανέναν επιβάτη να κατεβαίνει ή να ανεβαίνει από το τρένο, μολονότι σταματούσαν κανονικά και αναχωρούσαν ύστερα από ένα λεπτό. Θα μπορούσε να πάρει το τρένο αν ήθελε και να αφήσει πίσω του τη στοιχειωμένη Πόλη των γάτων, αλλά δεν το έκανε. Ήταν νέος και περίεργος, γεμάτος φιλοδοξίες και όρεξη για περιπέτεια. Ήθελε να δει την παράξενη Πόλη των γάτων από κάθε άποψη. Επιθυμούσε να μάθει πότε και πώς ιδρύθηκε, πώς είχε οργανωθεί, τι έκαναν οι γάτες εκεί. Πρέπει να ήταν ο μόνος που είχε δει με τα μάτια του ένα παρόμοιο σκηνικό. 
Το βράδυ της τρίτης μέρας, άκουσε μια φασαρία κάτω στην πλατεία, γύρω από το καμπαναριό. «Εμένα, πάντως, μου μυρίζει άνθρωπος», έλεγε ένας γάτος. «Τώρα που μου το λες, κάτι παράξενο μου μυρίζει και μένα εδώ και λίγες μέρες», πρόσθεσε ένας άλλος και βάλθηκε να οσφραίνεται το χώρο με ζαρωμένη τη μουσούδα του. «Κι εμένα το ίδιο», μπήκε στο χορό ένας τρίτος. «Πολύ παράξενο», έκανε κάποιος άλλος. «Αφού δεν έρχονται άνθρωποι εδώ». Στο μεταξύ, οι άλλοι συνέχιζαν: «Α, έτσι όπως το λες! Δεν έρχονται βέβαια άνθρωποι στην Πόλη των γάτων. Ό,τι και να λέτε, εμένα σίγουρα μου μυρίζει άνθρωπος".
Οι γάτες έφτιαξαν ομάδες περιφρούρησης κι έψαξαν την πόλη σπιθαμή προς σπιθαμή. Άμα θέλουν, οσφραίνονται και το παραμικρό. Δεν άργησαν λοιπόν να ανακαλύψουν πως η μυρωδιά ερχόταν από το καμπαναριό. Ο νεαρός άκουγε τις μαλακές πατούσες τους να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Τώρα τα παίζω όλα για όλα, σκέφτηκε. Πίστευε πως η ανθρώπινη μυρωδιά είχε ερεθίσει τις γάτες, τις είχε εξοργίσει. Είχαν μεγάλα και κοφτερά νύχια και άσπρους σουβλερούς κυνόδοντες. Και στη Πόλη δεν υπήρχε άνθρωπος ούτε για δείγμα. Ο νεαρός δεν ήξερε τι τον περίμενε αν τον ανακάλυπταν, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν θα τον άφηναν εύκολα από την πόλη τώρα που ήξερε τα μυστικά τους.
Τρεις γάτες ανέβηκαν στο καμπαναριό και βάλθηκαν να οσφραίνονται τον αέρα ολόγυρα. «Παράξενο», είπε η μία κουνώντας τα μουστάκια τους, «μυρίζω άνθρωπο, αλλά δε βλέπω κανέναν εδώ». «Όντως περίεργο», συμφώνησε η δεύτερη γάτα. «Όμως πραγματικά κανείς δεν είναι εδώ. Πάμε αλλού να ψάξουμε». «Πάντως, εγώ δεν καταλαβαίνω τι γίνεται». Αυτά έλεγαν οι γάτες καθώς έφευγαν με το κεφάλι γερμένο λοξά από την απορία. Ο ήχος των ποδιών τους όπως κατέβαιναν χάθηκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Ο νεαρός αναστέναξε με ανακούφιση, αλλά κι αυτός δεν καταλάβαινε τι είχε γίνει. Δεν μπορεί να μην τον είχαν δει, αφού είχαν έρθει κυριολεκτικά μύτη με μύτη σε έναν τόσο στενό χώρο. Και όμως οι γάτες για κάποιο λόγο φαίνεται πως δεν τον είδαν. Πέρασε το χέρι του μπροστά από τα μάτια του. Ορίστε, το βλέπω καθαρά. Δεν είναι διαφανές. Μυστήριο. Πάντως, αύριο πρωί θα πάω στο σταθμό και θα πάρω το τρένο να φύγω από την πόλη. Είναι πολύ επικίνδυνο να μείνω κι άλλο. 

Μην προκαλέσω και την καλή μου τύχη

.


Την επομένη όμως το τρένο δε σταμάτησε στο σταθμό. Το είδε να περνάει μπροστά από τα μάτια του και να φεύγει, χωρίς να κόβει ταχύτητα. Το ίδιο έγινε και με το απογευματινό τρένο. Είδε το μηχανοδηγό που καθόταν στη θέση του. Είδε και τα πρόσωπα των επιβατών από τα παράθυρα. Το τρένο όμως δεν έδειξε κανένα σημάδι πως θα σταματούσε, σαν να μην έβλεπαν ούτε τον νεαρό που περίμενε ούτε και τον σταθμό. Ο ήλιος άρχισε να πέφτει. Όπου να 'ναι θα έρχονταν οι γάτες. Τότε κατάλαβε πως είχε χαθεί οριστικά. 

Δεν είναι η Πόλη των γάτων εδώ, συνειδητοποίησε τελικά. Ήταν ο τόπος όπου του έμελλε να χαθεί αμετάκλητα. Ένα μέρος που είχε σταματήσει ειδικά γι αυτόν, ένα μέρος που δεν ανήκε στον κόσμο του. Και το τρένο που θα τον πήγαινε στον προηγούμενο κόσμο δε θα σταματούσε πια σε κείνο το σταθμό στον αιώνα των άπαντα.


Διάβασε το διήγημα δύο φορές. Η φράση «ο τόπος όπου του έμελλε να χαθεί» του είχε τραβήξει την προσοχή. Έκλεισε το βιβλίο και άφησε τα μάτια του να πλανηθούν στο πληκτικό βιομηχανικό τοπίο της παραλίας. Έβλεπε τη φλόγα ενός διυλιστηρίου πετρελαίου, της τεράστιες δεξαμενές αερίου, τις εξίσου τεράστιες και κοντόχοντρες καμινάδες σαν κανόνια μακράς βολής, τη γραμμή των τρακτέρ και των βυτιοφόρων που ταξίδευαν στο δρόμο. Εκείνες εκ διαμέτρου αντίθετες από την Πόλη των γάτων, που όμως είχαν το δικό τους φανταστικό υπόστρωμα, κι αυτό έκανε τη ζωή της πόλης να φαίνεται πως υποβασταζόταν από έναν κάτω κόσμο.



Λίγο αργότερα ο Τένγκο έκλεισε τα μάτια του και φαντάστηκε την Κιόκο Γιασούντα κλεισμένη στο δικό της «χαμένο κόσμο». Εκεί όπου τα τρένα δε σταματούν, όπου δεν υπάρχουν τηλέφωνα, ούτε ταχυδρομεία. Εκεί όπου τη μέρα βασιλεύει μόνο η απόλυτη μοναξιά, ενώ με το σκοτάδι της νύχτας έρχονται οι γάτες να αναλάβουν το ανελέητο κυνηγητό. Σε μία κατά τα φαινόμενα αδιάκοπα κυκλική επανάληψη. Ο Τένγκο αποκοιμήθηκε χωρίς να το καταλάβει. Όχι για πολλή ώρα αλλά πολύ βαθιά. Όταν ξύπνησε, ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα. Το τρένο, μες στην καρδιά του καλοκαιριού, ακολουθούσε την ακτογραμμή του Μινάμι Μπόσο.."




Haruki Murakami [ 1Q84 ]



Παρασκευή 16 Μαΐου 2014

Η απεργία των ψηφοφόρων



"Τα πρόβατα οδηγούνται στο σφαγείο. Είναι σιωπηλά και δεν ελπίζουν τίποτα. Τουλάχιστον όμως δεν ψηφίζουν τον σφαγέα τους ή τον αστό που θα τα καταβροχθίσει. 

Πιο ζώο από τα ζώα, πιο πρόβατο από τα πρόβατα, ο ψηφοφόρος εκλέγει τον σφαγέα του και επιλέγει τον αστό του. 
Έκανε τις επαναστάσεις για να κατακτήσει αυτό το δικαίωμα".

[...]

"Είναι καλό να ονειρεύεσαι. Τα όνειρα καταπραΰνουν την οδύνη. 

Αλλά να αποκλείσεις τον άνθρωπο από τα όνειρά σου. Όπου άνθρωπος, εκεί και πόνος και μίσος και φόνος. 
Κυρίως, να θυμάσαι ότι ο άνθρωπος που ζητιανεύει τις ψήφους είναι από το γεγονός αυτό και μόνο ένας άνθρωπος ανέντιμος, διότι, σε αντάλλαγμα της εξουσίας και του πλούτου που απέκτησε χάρη σ’ εσένα, σου υπόσχεται ένα σωρό θαυμάσια πράγματα, τα οποία δεν θα στα δώσει, και δεν είναι άλλωστε μέσα στις δυνατότητές του να στα δώσει. 
Ο άνδρας που εξυψώνεις δεν εκπροσωπεί ούτε την εξαθλίωσή σου ούτε τις επιδιώξεις σου ούτε τίποτα. Εκπροσωπεί μόνο τα δικά του πάθη και τα δικά του συμφέροντα, τα οποία είναι αντίθετα από τα δικά σου".

από το βιβλίο του Οκτάβ Μιρμπώ
"Η απεργία των ψηφοφόρων"

[ εκδ. ΑΓΡΑ,  μτφρ. Αν. Στάικος ]

"Η απεργία των ψηφοφόρων"  (La Greve des electeurs)   δημοσιεύτηκε στις 28 Νοεμβρίου 1888, στην εφημερίδα  Le Figaro     







Ο Οκτάβ Μιρμπώ (1848-1917) ήταν συγγραφέας, κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος. Είναι γνωστός στις μέρες μας κυρίως για το μυθιστόρημά  του  Ημερολόγιο μιας καμαριέρας, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Λουί Μπουνιουέλ. 



Λιβελλογράφος που έκανε τους πάντες να τρέμουν, αλλά και νεωτεριστής μυθιστοριογράφος, έγραψε θεατρικά έργα κλασικά και μοντέρνα μαζί. Λογοτεχνικά ανορθόδοξος, πέρα από κατηγοριοποιήσεις, περιφρονούσε σχολές και θεωρίες και έσβηνε μέσα σε όλα τα λογοτεχνικά είδη τη ριζική του αποστροφή προς οτιδήποτε θεσμικό. 
Βίαια ατομικιστής και αναρχικός, ενσάρκωνε τον κριτικό, δυνητικά ανατρεπτικό διανοούμενο.

Η Απεργία των ψηφοφόρων είναι ένα χρονικό αναρχικής έμπνευσης που δημοσιεύτηκε στις 28 Νοεμβρίου 1888 στην εφημερίδα Le Figaro

Για τον Μιρμπώ, η καθολική ψηφοφορία και η προσφυγή στις εκλογές δεν είναι τίποτε άλλο από μια απάτη στημένη από τους κυρίαρχους, για να αποκτούν φτηνά τη συναίνεση αυτών τους οποίους καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται. Καλεί λοιπόν τους ψηφοφόρους να απεργήσουν στις κάλπες και να φερθούν όχι σαν αγελαία πρόβατα αλλά ως πολίτες πνευματικά διαυγείς.

Στα δύο κείμενα που περιλαμβάνονται εδώ, ο Μιρμπώ πραγματεύεται το θέμα της εξουσίας, όχι μόνο για τον τρόπο με τον οποίο ασκείται στο άτομο, αλλά επίσης, και κυρίως, για τον τρόπο που την εσωτερικεύουν και την ενστερνίζονται οι ίδιοι οι κυβερνώμενοι.


[ από http://www.culturenow.gr/]

[  Σχετικό .. "Δεν ψηφίζω"  ε δ ώ  ]

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Η επιστήμονας που κατανόησε και απενοχοποίησε τον θάνατο (Ν)




Η διαπρεπής ψυχίατρος Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος


Η επιστήμονας που κατανόησε και απενοχοποίησε τον θάνατο

Η γυναίκα που αποφάσισε να συνοδεύσει τον ετοιμοθάνατο ασθενή στα τελευταία του στάδια, βοηθώντας τον να αποδεχτεί το οριστικό του τέλος, έμελλε να καθελκύσει στον ψυχολογικό στίβο ένα μοντέλο για τη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων του πένθους, αλλάζοντας δραστικά το τρόπο που έβλεπε τόσο η επιστημονική κοινότητα όσο και η κοινωνία τον θάνατο.

Ο άνθρωπος που πεθαίνει πενθεί για τη ζωή του, προσπαθώντας να κρατηθεί με νύχια και με δόντια απ' ό,τι μπορεί να βρει, αγωνιώντας και αγκομαχώντας. Η Κιούμπλερ-Ρος έβαλε σκοπό να το αλλάξει αυτό, ανακουφίζοντας την υπαρξιακή αγωνία και φέρνοντας τον ασθενή σε κατάσταση αποδοχής.

Το μνημειώδες βιβλίο της του 1969 «On Death and Dying» θα δονούσε συθέμελα τα οικοδομήματα της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας, ρίχνοντας το βάρος σε έναν τομέα που φαινόταν να έχει αγνοηθεί καθοριστικά: την πορεία μέχρι τον θάνατο. 

Το περίφημο μοντέλο της των 5 σταδίων από τα οποία διέρχεται ο ψυχισμός του ετοιμοθάνατου (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή) θα γινόταν έκτοτε σταθερή αναφορά των επαγγελματιών της Υγείας στην προσπάθειά τους να να προσεγγίσουν το πένθος, τη θλίψη, την απώλεια, την τραγωδία και την τραυματική εμπειρία. 

Ο θάνατος δεν θα ήταν ποτέ πια ο ίδιος...



Πρώτα χρόνια



Η Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ γεννιέται στις 8 Ιουλίου 1926 στη Ζυρίχη της Ελβετίας ως τρίδυμη. Λίγο έλειψε να χαθεί στη γέννα, καθώς το μωρό ζύγιζε μόλις 1 κιλό, οι προσπάθειες των γιατρών ωστόσο θα την κρατούσαν στη ζωή. 


Η Ελίζαμπεθ ανακάλυψε την κλίση της στην ιατρική από μικρή ηλικία, συνάντησε ωστόσο τη σθεναρή αντίσταση του πατέρα της στην απόφασή της να γίνει γιατρός. Σε ηλικία 16 ετών, ο πατέρας τής δίνει τελεσίγραφο: ή θα εργαζόταν ως γραμματέας στην οικογενειακή επιχείρηση ή θα γινόταν μαία. 



Αψηφώντας τις οικογενειακές επιταγές, η έφηβη Ελίζαμπεθ εγκαταλείπει το σπίτι της και περιπλανιέται, κάνοντας μια σειρά από δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει. Είναι βέβαια και τα ζοφερά χρόνια του Β' Παγκοσμίου, με την ίδια να προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες της σε νοσοκομεία και προσφυγικούς καταυλισμούς. Μετά τον πόλεμο, βρίσκεται και πάλι εθελοντικά σε κοινότητες που μαστίστηκαν από τις εχθροπραξίες, βοηθώντας όπως μπορούσε τους πληγέντες. 


Σε επίσκεψή της μάλιστα στο πολωνικό στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαϊντάνεκ, επηρεάζεται από την εικόνα των εκατοντάδων πεταλούδων που είχαν σκαλίσει οι όμηροι στους τοίχους. Τα στερνά αυτά έργα τέχνης των μελλοθάνατων εγγράφονται στη μνήμη της και επηρεάζουν τη σκέψη της για τη ζωή και τον θάνατο. 


Σπουδές ιατρικής

Το 1951, αποφασισμένη να ακολουθήσει την κλίση της, επιστρέφει στη Ζυρίχη και γράφεται στην Ιατρική Σχολή του πανεπιστημίου της πόλης. Στα φοιτητικά έδρανα γνωρίζει τον Αμερικανό Εμάνιουελ Ρόμπερτ Ρος, επίσης σπουδαστή ιατρικής, με τον οποίο ερωτεύονται παράφορα. 




Τοειδύλλιο καταλήγει σε γάμο το 1958, τον επόμενο χρόνο της αποφοίτησής τους, με το ζευγάρι να αποφασίζει τελικά να εγκατασταθεί στην Αμερική. Φτάνοντας στη Νέα Υόρκη, γίνονται αμφότεροι δεκτοί στο κοινοτικό νοσοκομείο του Γκλεν Κόουβ. Η Ελίζαμπεθ αποφασίζει κατόπιν να πάρει ειδικότητα στην ψυχιατρική και γίνεται τελικά ψυχίατρος στο πολιτειακό νοσοκομείο του Μανχάταν. 





Συμβολή στην ψυχολογία

Το 1962, η Κιούμπλερ-Ρος και ο άντρας της μετακομίζουν στο Ντένβερ για να διδάξει η Ελίζαμπεθ στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Κολοράντο. Η ψυχολογική στήριξη των ετοιμοθάνατων ασθενών την έχει απασχολήσει ήδη από νεαρή ηλικία, με την ίδια να ενοχλείται όταν διαπιστώνει ότι στο πρόγραμμα σπουδών της ιατρικής σχολής απουσιάζει εκκωφαντικά οποιοδήποτε μάθημα ή έστω αναφορά στον θάνατο.

Αντικαθιστώντας μάλιστα συνάδελφο καθηγητή, η Κιούμπλερ-Ρος φέρνει στην τάξη ένα 16χρονο κορίτσι που πέθαινε από λευχαιμία, ζητώντας από τους φοιτητές να τη ρωτήσουν ό,τι θέλουν. Οι σπουδαστές περιορίστηκαν φυσικά σε ερωτήσεις για τη σωματική της κατάσταση και την εξέλιξη της νόσου, παραλείποντας εντελώς τον παράγοντα «άνθρωπος». Ταραγμένη η κοπέλα, ξεσπά σε κλάματα και αρχίζει να μιλά για τα θέματα που την απασχολούσαν, όπως το γεγονός ότι δεν θα έφτανε ποτέ στην ενηλικίωση ή θα έχανε τον σχολικό χορό της αποφοίτησης κ.λπ. Η Κιούμπλερ-Ρος συνειδητοποίησε ότι η απουσία στην ιατρική εκπαίδευση ακαδημαϊκών θεμάτων που άπτονται του θανάτου ήταν εγκληματική.

Μετακομίζοντας στο Σικάγο το 1965 για τα νέα διδακτικά της καθήκοντα στο πανεπιστήμιο της πολιτείας, σχηματίζει ένα μικρό γκρουπ από φοιτητές θεολογίας για να συζητηθούν εκτενέστερα τα θέματα που αφορούν στον θάνατο. Σύντομα ο μικρός κύκλος σπουδαστών θα μετατραπεί σε σειρά σεμιναρίων με εκατοντάδες συμμετοχές, στα οποία παρουσιάζονται ζωντανές συνεντεύξεις με ετοιμοθάνατους και πάσχοντες από ανίατες ασθένειες. 


Ο εκτεταμένος κύκλος συνεντεύξεων και η ερευνητική της δουλειά θα κατέληγαν στο περίφημο πλέον δοκίμιό της «On Death and Dying» του 1969, στο οποίο και περιγράφει το μοντέλο της για τη θλίψη, που αναγνωρίζει 5 στάδια από τα οποία περνάει ο άνθρωπος για να αποδεχτεί τελικά τον θάνατο (ή την απώλεια): άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή. Η καθέλκυση στον επιστημονικό στίβο των 5 αυτών φάσεων θα έφερνε τα πάνω-κάτω στην ψυχολογία, με σφοδρότατες κριτικές και δριμείες ενστάσεις, αν και αργότερα η θεωρία της Κιούμπλερ-Ρος θα γινόταν ευρύτερα αποδεκτή και θα ανανέωνε καθοριστικά μια σειρά από κλάδους. 
Το περιοδικό Life φιλοξενεί άρθρο για το μοντέλο της Κιούμπλερ-Ρος τον Νοέμβριο του 1969,
κάνοντάς τη ιδιαίτερα γνωστή και εκτός επιστημονικού κόσμου. Η υποδοχή της θεωρίας της και οι συζητήσεις που ξεσήκωνε επηρέασαν σαφώς την απόφαση της ψυχιάτρου να επικεντρώσει έκτοτε την καριέρα της στη στήριξη των ανθρώπων που έπασχαν από ανίατες ασθένειες αλλά και τις οικογένειές τους. 

Από την άλλη βέβαια, ο ξεσηκωμός του επιστημονικού κατεστημένου ενάντια στη θεωρητική της εργασία θα άφηνε το στίγμα του στην καριέρα της. Αηδιασμένη από την υποδοχή και τις αντιδράσεις, εγκαταλείπει την ακαδημαϊκή καριέρα και δεν επιστρέφει ποτέ πια στην πανεπιστημιακή έδρα: ιδιωτεύει σε αυτό που η ίδια αποκαλεί «το μεγαλύτερο μυστήριο της επιστήμης», τον θάνατο...


Γραπτά και κοινωνικό έργο

Στη διάρκεια της καριέρας της, η Κιούμπλερ-Ρος έγραψε περισσότερα από 20 δοκίμια για τον θάνατο και τον τρόπο διαπραγμάτευσής του, φωτίζοντας μια πτυχή της ιατρικής και ψυχολογικής πειθαρχίας που παρέμενε εν πολλοίς στο περιθώριο. Η ίδια ταξίδεψε ακούραστα στα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας το μήνυμα της ανακουφιστικής φροντίδας σε ασθενείς τελικού σταδίου, μέσω σεμιναρίων και workshop.


Με τα χρήματα που αποκόμισε από τα βιβλία και τα σεμινάριά της, χρηματοδότησε την ανέγερση του Shanti Nilaya, του εκπαιδευτικού κέντρου που ίδρυσε στην Καλιφόρνια το 1977. Την ίδια εποχή, ιδρύει το περίφημο Elisabeth Kübler-Ross Center, το οποίο στα μέσα της δεκαετίας του '80 θα μετεγκατασταθεί στο κτήμα της στη Βιρτζίνια. 



Η σημαντικότερη συμβολή της είναι βέβαια η ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου περίθαλψης ασθενών, του hospice: πρόκειται για ξενώνες φροντίδας ασθενών τελικού σταδίου, με το βάρος να ρίχνεται στην ψυχολογική στήριξη και την προσπάθεια αποδοχής εκ μέρους του ετοιμοθάνατου του οριστικού του τέλους.



Η Κιούμπλερ-Ρος θα είναι μάλιστα από τους πρώτους που θα δουλέψουν εκτεταμένα με τους ασθενείς του AIDS κατά το πρώτο κύμα εκδήλωσης της επιδημίας. Προσπάθησε να λειτουργήσει ακόμα και hospice για τη φροντίδα των ασθενών του ΗIV, συνάντησε ωστόσο δριμεία αντίθεση από το στίγμα που ενείχε η νόσος... 


Θάνατος και κληρονομιά



Για κάποιον που ασχολήθηκε τόσο εκτενώς με τον θάνατο, η μετάβαση της Κιούμπλερ-Ρος από τη ζωή στον θάνατο δεν θα είναι καθόλου εύκολη. Η ίδια αποσύρεται στην Αριζόνα το 1995 έπειτα από μια σειρά εγκεφαλικών που την αφήνουν παράλυτη και καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι. «Είμαι σαν αεροπλάνο που έφυγε από τη φυσούνα αλλά δεν απογειώθηκε ποτέ», θα δηλώσει στην εφημερίδα Los Angeles Times, για να συνεχίσει: «προτιμώ είτε να επιστρέψω στη θύρα είτε να πετάξω ψηλά».


Το 2002, η Κιούμπλερ-Ρος μετακομίζει σε hospice, όπου και πεθαίνει δύο χρόνια αργότερα, στις 24 Αυγούστου 2004, από φυσικά αίτια, περιβαλλόμενη από τα δύο παιδιά της, τα δύο εγγόνια της και τους αναρίθμητους οικείους της. Λίγο πριν από τον θάνατό της μάλιστα, πρόλαβε να ολοκληρώσει το τελευταίο της σύγγραμμα για το πένθος («On Grief and Grieving»), που θα κυκλοφορούσε το 2005, κοινή εργασία με τον David Kessler. 


Η κληρονομιά της Κιούμπλερ-Ρος δεν θα πέθαινε ωστόσο μαζί της. Η ψυχίατρος που άνοιξε τον δημόσιο διάλογο για τον θάνατο και τη συνοδεία του ασθενούς στο τελικό στάδιο της νόσου του, προωθώντας ενεργά την αποτελεσματικότερη ψυχολογική θεραπεία του ετοιμοθάνατου, άφησε έργο που θα επηρέαζε τόσο την επιστημονική κοινότητα όσο και το παγκόσμιο υγειονομικό σύστημα...


 Πηγή

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

"Είσαι αναρχικός-ή;..."





Πιθανώς να έχεις ήδη ακούσει ένα-δυο πράγματα για τους αναρχικούς και τι υποτίθεται ότι πιστεύουν. Το πιθανότερο είναι πως ό,τι έχεις ακούσει είναι ανοησίες. 
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι οι αναρχικοί είναι υποστηρικτές της βίας, του χάους και της καταστροφής ή ότι είναι τρελαμένοι μηδενιστές, που απλά θέλουν να τινάξουν τα πάντα στον αέρα. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. 
Οι αναρχικοί είναι απλά άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα ανθρώπινα όντα είναι ικανά να συμπεριφέρονται με εύλογο τρόπο χωρίς να τους το επιβάλλουν. 
Είναι μια πολύ απλή σκέψη. Μα είναι μία σκέψη που οι πλούσιοι και δυνατοί έβρισκαν πάντοτε πολύ επικίνδυνη. Στην πιο απλή μορφή τους τα αναρχικά «πιστεύω» καταλήγουν σε δύο βασικές υποθέσεις. 
Η πρώτη είναι ότι τα ανθρώπινα όντα είναι, υπό κανονικές συνθήκες, όσο λογικά και αξιοπρεπή τους επιτρέπεται να είναι, και μπορούν να οργανώνουν τον εαυτό τους αλλά και τις κοινότητές τους, χωρίς να χρειάζεται να τους πουν το πώς. 
Η δεύτερη είναι ότι η εξουσία διαφθείρει. Περισσότερο απ’ όλα, ο αναρχισμός σημαίνει απλά το να έχεις το κουράγιο να παίρνεις τις αρχές της κοινής ευπρέπειας, με τις οποίες όλοι ζούμε, και να τις ακολουθείς μέσα από τα λογικά συμπεράσματά τους. Όσο παράξενο και αν φαίνεται, στα πιο σημαντικά πράγματα είσαι ήδη αναρχικός-ή, απλά δεν το συνειδητοποιείς. 


Ας αρχίσουμε, παίρνοντας μερικά παραδείγματα από την καθημερινή ζωή. 



1. Αν υπάρχει μια ουρά για να ανέβεις σε ένα λεωφορείο με πολύ κόσμο, περιμένεις τη σειρά σου και αποφεύγεις να ανοίξεις δρόμο με τον αγκώνα σου, ακόμα και όταν δεν υπάρχει τριγύρω αστυνομία; Αν απάντησες «ναι», τότε είσαι συνηθισμένος να συμπεριφέρεσαι σαν αναρχικός-η! 


Η πιο βασική αναρχική ιδέα είναι η αυτο-οργάνωση: η θεωρία ότι τα ανθρώπινα όντα δε χρειάζονται να απειλούνται με διώξεις για να είναι ικανά να φτάσουν σε λογική κατανόηση το ένα με το άλλο ή να συμπεριφερθούν μεταξύ τους με αξιοπρέπεια και σεβασμό. Όλοι πιστεύουν ότι είναι ικανοί να συμπεριφέρονται λογικά από μόνοι τους. Αν σκέφτονται ότι οι νόμοι και η αστυνομία είναι απαραίτητα είναι γιατί νομίζουν ότι όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι δεν είναι ικανοί να συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Αλλά αν το καλοσκεφτείς, ακριβώς έτσι δε σκέφτονται και όλοι αυτοί οι άνθρωποι για εσένα; Οι αναρχικοί υποστηρίζουν πως όλη η αντικοινωνική συμπεριφορά -που μας κάνει να νομίζουμε ότι είναι απαραίτητο να έχουμε στρατούς, αστυνομία, φυλακές και κυβερνήσεις να ελέγχουν τη ζωή μας- στην πραγματικότητα βασίζεται στις συστημικές ανισότητες και την αδικία που οι στρατοί, η αστυνομία, οι φυλακές και οι κυβερνήσεις κάνουν δυνατές. Όλα είναι ένας φαύλος κύκλος. Αν οι άνθρωποι συνηθίζουν να τους συμπεριφέρονται σαν η γνώμη τους να μην έχει σημασία, πολύ πιθανώς να θυμώσουν, να γίνουν κυνικοί, ακόμα και βίαιοι -που φυσικά κάνει ευκολότερο γι’ αυτούς που βρίσκονται στην εξουσία να λένε πως η γνώμη τους δε μετράει. Μόλις καταλάβουν ότι οι γνώμες τους πραγματικά έχουν την ίδια σημασία όπως και όλων των υπολοίπων, έχουν την τάση να γίνονται αξιοθαύμαστα κατανοητικοί. 
Εν συντομία: Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι είναι η ίδια η εξουσία και τα αποτελέσματά της που κάνουν τους ανθρώπους ανόητους και ανεύθυνους. 


2. Είσαι μέλος μιας λέσχης ή αθλητικής ομάδας, μιας οποιασδήποτε συλλογικότητας, όπου οι αποφάσεις δεν επιβάλλονται από έναν αρχηγό, αλλά παίρνονται στη βάση της γενικής συναίνεσης; Αν η απάντηση σου είναι «ναι», τότε ανήκεις σε έναν οργανισμό που λειτουργεί με αναρχικές αρχές. 

Μια άλλη αναρχική αρχή είναι η εθελοντική ένωση. Πρόκειται απλά για την εφαρμογή δημοκρατικών αρχών στην καθημερινή ζωή. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι αναρχικοί πιστεύουν πως θα πρέπει να είναι δυνατό να υπάρχει μια κοινωνία στην οποία τα πάντα θα οργανώνονται σύμφωνα με αυτό το πλαίσιο -όλες οι ομάδες βασισμένες στην ελεύθερη συναίνεση των μελών τους- και γι’ αυτό, όλες οι «από τα πάνω προς τα κάτω» δομές στρατιωτικού τύπου, όπως οι στρατοί, οι γραφειοκρατίες ή οι μεγάλες εταιρείες, που βασίζονται σε ιεραρχίες, δε θα είναι πλέον απαραίτητες. 
Ίσως δεν πιστεύεις ότι αυτό θα είναι δυνατό. Ίσως και να το πιστεύεις. 
Όμως, κάθε φορά που φτάνεις σε συμφωνία μέσω της συναίνεσης παρά μέσω των απειλών, κάθε φορά που έρχεσαι σε μια εθελοντική ρύθμιση με ένα άλλο πρόσωπο, φτάνεις στην κατανόηση ή φτάνεις σε συμβιβασμό παίρνοντας υπόψη την κατάσταση του άλλου προσώπου εν προκειμένω ή τις ανάγκες του, είσαι αναρχικός -ακόμα και αν δεν το καταλαβαίνεις. 
Ο αναρχισμός είναι απλά ο τρόπος που οι άνθρωποι δρουν όταν είναι ελεύθεροι να πράξουν όπως επιλέξουν, και όταν έχουν να κάνουν με άλλους που είναι εξίσου ελεύθεροι -και γι’ αυτό έχουν συνείδηση της ευθύνης, που αυτό συνεπάγεται, απέναντι στους άλλους. Αυτό οδηγεί σε ένα άλλο κρίσιμο σημείο: 
Ενώ οι άνθρωποι μπορούν να είναι λογικοί και διακριτικοί όταν έχουν να κάνουν με ίσους, η ανθρώπινη φύση είναι τέτοια που δε γίνεται να τους εμπιστευτούμε όταν τους δίνεται η εξουσία πάνω σε άλλους. Δώσε σε κάποιον τέτοια εξουσία. Αναπόφευκτα σχεδόν θα τη καταχραστεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. 


3. Πιστεύεις ότι οι περισσότεροι πολιτικοί είναι εγωιστές, επηρμένα γουρούνια που δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για το δημόσιο συμφέρον; Πιστεύεις ότι ζούμε σε ένα οικονομικό σύστημα που είναι ηλίθιο και άδικο; Αν απάντησες «ναι», τότε προσυπογράφεις την αναρχική κριτική στη κοινωνία του σήμερα -τουλάχιστον στο ευρύτερο πλαίσιό της. 


Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι η εξουσία διαφθείρει, και ότι αυτοί που περνούν όλη τους τη ζωή αναζητώντας την εξουσία είναι οι τελευταίοι που θα πρέπει να την έχουν. 

Οι αναρχικοί πιστεύουν ότι το παρόν οικονομικό σύστημα είναι πιο πιθανό να ανταμείψει τους ανθρώπους για την εγωιστική και αδίστακτη συμπεριφορά τους, παρά για την αξιοπρέπεια και την τρυφερότητα τους ως ανθρώπινα όντα. 
Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται έτσι. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δε σκέφτονται πως μπορεί να γίνει κάτι γι’ αυτό ή τέλος πάντων -και αυτό είναι κάτι στο οποίο οι πιστοί υπηρέτες των δυνατών είναι σχεδόν σίγουρο ότι επιμένουν- οτιδήποτε που δε θα καταλήξει να κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. 
Αλλά τι γίνεται αν αυτό δεν είναι αλήθεια; Και υπάρχει πραγματικά οποιοσδήποτε λόγος να το πιστεύεις αυτό; Στην πραγματικότητα, όταν τις περνάς από τεστ, οι περισσότερες προβλέψεις για το τι θα συμβεί χωρίς κυβερνήσεις ή καπιταλισμό αποδεικνύονται εξολοκλήρου αναληθείς. Για χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς κυβερνήσεις. Σε πολλά μέρη του κόσμου οι άνθρωποι ζουν έξω από τον έλεγχο των κυβερνήσεων, σήμερα. Βέβαια, σε μια πολύπλοκη, αστική, τεχνολογική κοινωνία όλο αυτό θα ήταν πιο περίπλοκο: αλλά η τεχνολογία μπορεί επίσης να διευκολύνει την επίλυση όλων αυτών των προβλημάτων. Για την ακρίβεια, δεν έχουμε ξεκινήσει καν να σκεφτόμαστε πώς θα ήταν οι ζωές μας αν η τεχνολογία ανταποκρίνονταν αληθινά στις ανθρώπινες ανάγκες. Πόσες ώρες θα έπρεπε να δουλεύουμε αλήθεια ώστε να διατηρούμε μια λειτουργική κοινωνία -αν ξεφορτωνόμασταν δηλαδή όλα τα άχρηστα ή καταστροφικά επαγγέλματα, όπως διαφημιστές, δικηγόροι, ανθρωποφύλακες, οικονομικοί αναλυτές, ειδικοί δημοσίων σχέσεων, γραφειοκράτες και πολιτικοί, και στρέφαμε τα καλύτερα επιστημονικά μυαλά μακριά από τους διαστημικούς εξοπλισμούς ή τα συστήματα των χρηματαγορών, ώστε να μηχανοποιήσουν τις επικίνδυνες ή ενοχλητικές εργασίες όπως η εξόρυξη μεταλλευμάτων ή ο καθαρισμός της τουαλέτας, και να διανείμουν την υπόλοιπη εργασία σε όλους ισότιμα; Πέντε ώρες την ημέρα; Τρεις; Δύο; 
Κανείς δεν ξέρει γιατί ποτέ κανένας δεν κάνει αυτού του είδους τις ερωτήσεις. 
Για τους αναρχικούς, αυτές είναι οι ερωτήσεις που θα έπρεπε να κάνουμε. 


4. Πιστεύεις πραγματικά αυτά που λες στα παιδιά σου (ή έλεγαν σε εσένα οι γονείς σου); «Δεν έχει σημασία ποιος το ξεκίνησε». «Δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό». «Κάνε στους άλλους ό,τι θα ήθελες να κάνουν και οι άλλοι για εσένα». «Καθάρισε την ακαταστασία σου». «Μην είσαι κακός με τους ανθρώπους επειδή είναι διαφορετικοί». 
Ίσως θα έπρεπε να αποφασίσουμε αν λέμε ψέματα στα παιδιά μας όταν τους μιλάμε για το κακό και το καλό ή αν είμαστε πρόθυμοι να πάρουμε στα σοβαρά τις παραινέσεις μας. Διότι, αν ακολουθήσετε αυτές τις ηθικές αρχές μέχρι τα λογικά συμπεράσματά τους, καταλήγετε στον αναρχισμό. 

Πάρτε για παράδειγμα την αρχή «δύο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό». 
Αν πραγματικά το έπαιρνες στα σοβαρά, αυτό από μόνο του θα τίναζε στον αέρα ολόκληρη τη βάση για τον πόλεμο και το σύστημα ποινικού δικαίου. Το ίδιο ισχύει και για το μοίρασμα: πάντα λέμε στα παιδιά ότι πρέπει να μάθουν να μοιράζονται, να αλληλοκατανοούν τις ανάγκες τους, να βοηθούν το ένα το άλλο. Μετά βγαίνουμε έξω στον πραγματικό κόσμο, όπου υποθέτουμε ότι όλοι είναι εκ του φυσικού τους εγωιστές και ανταγωνιστικοί. Αλλά όπως θα σημείωνε ένα αναρχικός, στην πραγματικότητα ό,τι λέμε στα παιδιά μας είναι σωστό. Σχεδόν οποιοδήποτε μεγάλο επίτευγμα που άξιζε το κόπο στην ανθρώπινη ιστορία, κάθε ανακάλυψη ή κατόρθωμα που βελτίωσε τις ζωές μας, βασίστηκε στη συνεργασία και την αλληλοβοήθεια. Ακόμα και τώρα, οι περισσότεροι από εμάς ξοδεύουμε περισσότερα για τις οικογένειες και τους φίλους μας παρά για τους εαυτούς μας. 
Ενώ, πιθανόν, πάντα θα υπάρχουν ανταγωνιστικοί άνθρωποι στο κόσμο, δεν υπάρχει κανένας λόγος η κοινωνία να πρέπει να βασίζεται στην ενθάρρυνση τέτοιων συμπεριφορών, πόσο μάλλον κάνοντας τους ανθρώπους να ανταγωνίζονται για τις βασικές ανάγκες της ζωής. Αυτό υπηρετεί μόνο τα συμφέροντα των ανθρώπων στην εξουσία, που μας θέλουν να ζούμε μέσα στο φόβο τους ενός για τον άλλο. Γι’ αυτό οι αναρχικοί καλούν για μια κοινωνία βασισμένη όχι μόνο στην ελεύθερη ένωση, αλλά και στην αλληλοβοήθεια. Είναι γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν πιστεύοντας στην αναρχική ηθική και σταδιακά έχουν να κατανοήσουν ότι ο κόσμος των ενηλίκων δε λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Γι’ αυτό και τόσα πολλά γίνονται επαναστατικά ή αποξενωμένα, ακόμα και αυτοκτονικά ως έφηβοι, και τελικά, παραιτημένα ως ενήλικες. Η μόνη τους παρηγοριά, συχνά, είναι η δυνατότητα να μεγαλώσουν οι ίδιοι παιδιά και να υποκρίνονται ότι ο κόσμος είναι δίκαιος. 
Αν όμως μπορούσαμε να ξεκινήσουμε πραγματικά να χτίζουμε έναν κόσμο που, έστω στο ελάχιστο, θα ήταν βασισμένος σε δίκαιες αρχές; Δε θα ήταν αυτό το μεγαλύτερο δώρο που θα μπορούσε να δώσει κανείς στα παιδιά του;

5. Πιστεύεις ότι τα ανθρώπινα όντα είναι θεμελιωδώς διεφθαρμένα και κακά ή ότι συγκεκριμένα είδη ανθρώπων (γυναίκες, άνθρωποι διαφορετικού χρώματος, λαϊκοί άνθρωποι που δεν είναι πλούσιοι ή δεν έχουν ανώτερη εκπαίδευση) είναι υποδεέστερα δείγματα, προορισμένα να κυβερνώνται από ανώτερους από αυτούς; Αν απάντησες «ναι», ε λοιπόν, δεν είσαι τελικά αναρχικός. Αλλά αν απάντησες «όχι», τότε, κατά πάσα πιθανότητα προσυπογράφεις το 90% των αναρχικών αρχών, και πιθανόν, σε μεγάλο βαθμό να ζεις τη ζωή σου σύμφωνα με αυτές. 


Κάθε φορά που συμπεριφέρεσαι σε έναν άλλο άνθρωπο με κατανόηση και σεβασμό, είσαι αναρχικός. Κάθε φορά που επιλύεις τις διαφορές σου με άλλους ερχόμενος σε λογικό συμβιβασμό, ακούγοντας τι έχει να πει ο καθένας, παρά να αφήνεις ένα άτομο να αποφασίζει για όλους τους άλλους, είσαι αναρχικός. 
Κάθε φορά που έχεις την ευκαιρία να επιβάλλεις με τη δύναμη σε κάποιον να κάνει κάτι, αλλά αποφασίζεις να απευθύνεσαι στη λογική του, είσαι αναρχικός.Το ίδιο ισχύει κάθε φορά που μοιράζεσαι κάτι με ένα φίλο ή αποφασίζεις ποιος θα πλύνει τα πιάτα ή κάνεις οτιδήποτε έχοντας την προσοχή σου στραμμένη στη δικαιοσύνη. 
Τώρα, μπορεί να διαφωνήσεις με όλα αυτά. Ότι είναι ωραία και καλά ως ένας τρόπος για μικρές ομάδες ανθρώπων να συνεννοηθούν μεταξύ τους, αλλά η διαχείριση μιας πόλης ή μιας χώρας είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Και φυσικά υπάρχει κάτι σε αυτό. Ακόμα και αν αποκεντροποιήσεις την κοινωνία και βάλεις όσο περισσότερη δύναμη είναι δυνατή στα χέρια μικρών κοινοτήτων, θα υπάρχουν ακόμα πολλά πράγματα που θα χρειάζονται συντονισμό -από τη λειτουργία των σιδηροδρόμων μέχρι τις αποφάσεις για το ποια κατεύθυνση θα πρέπει να πάρει η ιατρική έρευνα. Αλλά μόνο και μόνο επειδή κάτι είναι περίπλοκο, δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει τρόπος να το κάνεις δημοκρατικά. Απλά θα είναι περίπλοκο. Για την ακρίβεια, οι αναρχικοί έχουν ένα σωρό διαφορετικές ιδέες και οράματα για την αυτο-διεύθυνση μιας περίπλοκης κοινωνίας. Το να τα εξηγήσω θα έπαιρνε πολύ περισσότερο από το μέγεθος και τις προθέσεις ενός μικρού εισαγωγικού κειμένου σαν και αυτό. Αρκεί να πούμε, πρώτα απ’ όλα, ότι πολλοί άνθρωποι έχουν ξοδέψει πολύ χρόνο επινοώντας μοντέλα για το πώς θα δούλευε μια πραγματικά δημοκρατική και υγιής κοινωνία. Βεβαίως, κανένας αναρχικός δεν ισχυρίζεται ότι έχει το τέλειο σχέδιο. Το τελευταίο πράγμα που θέλουμε είναι να επιβάλλουμε προκατασκευασμένα μοντέλα στην κοινωνία ούτως ή άλλως.
 Η αλήθεια είναι ότι πιθανότατα δε μπορούμε ούτε να φανταστούμε τα μισά από τα προβλήματα που θα προκύψουν στην προσπάθειά μας να δημιουργήσουμε μια δημοκρατική κοινωνία. 
Ακόμα και έτσι, είμαστε πεπεισμένοι ότι -με την ανθρώπινη επινοητικότητα να είναι αυτό που είναι- τέτοια προβλήματα μπορούν πάντα να λυθούν, όσο γίνεται σύμφωνα με το πνεύμα των βασικών αρχών μας, οι οποίες σε τελική ανάλυση είναι οι αρχές της θεμελιώδους ανθρώπινης αξιοπρέπειας».





Ο David Graeber είναι αμερικανός ανθρωπολόγος, συγγραφέας και αναρχικός, με πλούσια ακαδημαϊκή καριέρα. Τα κείμενά του δημοσιεύονται στα μεγαλύτερα έντυπα του δυτικού κόσμου όπως στον Guardian και στους NY Times. Συμμετέχει ενεργά σε πράξεις κοινωνικού και πολιτικού ακτιβισμού. 
Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις εναντίον του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (Νέα Υόρκη, 2002) και στη δημιουργία του κινήματος Occupy Wall Street (2011). Τον συναντήσαμε στην Αθήνα (λίγο πριν από την Κατάληψη της Γουόλ Στριτ) και είχαμε την ευκαιρία να τον ακούσουμε σε ομιλία του στο Πολυτεχνείο και σε μια συνέλευση του Occupy Athens. 
Εδώ αναλύει αναπάντεχα την Αναρχία ως καθημερινή επαναστατική πρακτική. 
Στο κείμενό του αναλύει την αναρχία ως έννοια, ως φιλοσοφία και ως μικρές καθημερινές πράξεις που μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο μέσα από την αυτο-οργάνωση. 
Τη μετάφραση του κειμένου που δημοσιεύεται ολόκληρο στο Anarchist Library, υπογράφει ο RisingGalaxy.

 [Πηγή: www.doctv.gr]


Τετάρτη 30 Απριλίου 2014

Το Ιμάτζικον







Ο Ντάντορ έγειρε πίσω στο ζεστό μετάξι του καναπέ και τεντώθηκε νωχελικά. Ύστερα, άφησε τα μάτια του να περιπλανηθούν στο ψηλό ταβάνι του παλατιού του και μετά να χαμηλώσουνε στην όμορφη ξανθιά που ‘τανε γονατισμένη στα πόδια του. Η ξανθιά τελείωνε τη φροντίδα του άψογου πεντικιούρ του, ενώ η φιλήδονη καστανομάλλα με τους χυτούς γοφούς και τα σαρκώδη ολοκόκκινα χείλη έσκυβε να του ρίξει άλλη μια ρόγα σταφυλιού στο στόμα.

O Nτάντορ περιεργάστηκε τη ξανθιά, που τ’ όνομά της ήτανε Σέσιλι κι αναλογίστηκε τις άλλες υπηρεσίες που του ‘χε προσφέρει στη διάρκεια της νύχτας. Ήτανε καλή… πολύ καλή. Αλλά σήμερα την έβρισκε βαρετή, όπως βαρετή έβρισκε και τη καστανομάλλα -πως τη λέγαν αυτή αλήθεια;- όπως βαρετές έβρισκε και τις χυμώδεις δίδυμες κοκκινομάλλες, όπως…

Ο Ντάντορ χασμουρήθηκε. Μα γιατί, Θεέ μου, ήταν όλες τους τόσον εκνευριστικά ερωτιάρες και τόσο πρόθυμες να του ικανοποιήσουνε το κάθε κέφι και καπρίτσιο;
Θα ‘λεγε κανείς, σκέφτηκε με μια πικρόχολη γκριμάτσα, ότι όλες ήτανε δημιουργήματα της φαντασίας του. Ή μάλλον – και μόνο που δε γέλασε στη σκέψη-, σα να ‘τανε δημιουργήματα της μεγαλύτερης απ’ όλες τις εφευρέσεις του ανθρώπου, του Ιμάτζικον .
-«Ορίστε, δεν είναι ωραία;» έκανε η Σέσιλι και τραβήχτηκε πίσω για να θαυμάσει με καμάρι τη δουλειά της. Ο Ντάντορ ένιωσε γελοίος. Ύστερα, η Σέσιλι τον έκανε να νιώσει ακόμα πιο γελοίος, όταν έσκυψε και φίλησε με τα φλογερά κόκκινα χείλη της το δεξί του πόδι.
 «Ω Ντάντορ! δεν ξέρεις πόσο σε λατρεύω!» του ψιθύρισε.

Εκείνος αντιστάθηκε στον πειρασμό να δώσει μια γερή κλοτσιά με το φρεσκοπεριποιημένο πόδι του, στα ολοστρόγγυλα και προκλητικά της πισινά. Συγκρατήθηκε όμως, γιατί ακόμη και σε κάτι τέτοιες στιγμές, όταν η ζωή με τούτες τις γυναίκες άρχιζε να του φαίνεται εξωπραγματική, προσπαθούσε να ‘ναι όσο μπορούσε πιο ευγενικός μαζί τους. Ακόμα κι όταν η λατρεία κι αγάπη τους απειλούσαν να τον πεθάνουν από βαρεμάρα, προσπαθούσε να ‘ναι καλός κι ευγενικός.
Έτσι, αντί να κλωτσήσει τη Σέσιλι, προτίμησε να χασμουρηθεί. Το αποτέλεσμα ήτανε σχεδόν το ίδιο. Τα γαλανά μάτια της ανοίξανε διάπλατα από φόβο. Ακόμα κι η καστανομάλλα σήκωσε τα πελώρια μάτια της από το σταφύλι που κρατούσε και τα χείλη της αρχίσανε να τρεμουλιάζουν.
-«Δε.. δε σκοπεύεις να μας εγκαταλείψεις, ε;» ψέλλισε μ’ αγωνία η Σέσιλι. Ο Ντάντορ χασμουρήθηκε πάλι και της χάιδεψε αφηρημένα το κεφάλι.
-«Μονάχα για λίγο, αγαπούλα».

-«Ω Ντάντορ!» έσκουξε η καστανομάλλα. «Δε μας αγαπάς»;
-«Ντάντορ μη μας αφήνεις, σε παρακαλώ», έκανε η ξανθιά ικετευτικά. «Θα κάναμε το παν για να σε κάνουμε ευτυχισμένο».
-«Το ξέρω», τη διαβεβαίωσε, στέκοντας όρθιος και τεντώνοντας το κορμί του. «Είστε κι οι δυο πολύ γλυκιές. Αλλά κατά κάποιο τρόπο νιώθω μέσα μου να με τραβά…»
-«Μείνε σε παρακαλώ», τον παρακάλεσε η καστανομάλλα, πέφτοντας στα πόδια του. «Θα κάνουμε ένα ωραίο πάρτι με σαμπάνιες. Θα σου προσφέρουμε ό,τι ποθεί η ψυχή σου. Θα πάμε να φωνάξουμε και τις άλλες κοπέλες… Θα χορέψω για χάρη σου…»
-«Λυπάμαι Δάφνη», την έκοψε, έχοντας θυμηθεί τελικά τ’ όνομά της, «αλλά κορίτσια, αρχίσατε να μου φαίνεστε εξωπραγματικές κι όταν συμβαίνει αυτό, είμαι αναγκασμένος να φύγω».
-«Μα…» -η Σέσιλι έκλαιγε τώρα με τέτοια αναφιλητά που με δυσκολία έβγαζε τις λέξεις, «όταν μας αφήνεις… είναι σχε… σχεδόν… σα να … μας γυρίζεις … το διακόπτη».
Τα λόγια της τον μελαγχολήσανε κάπως, γιατί από μιαν άποψη ήταν αλήθεια. Όταν έφευγε ήτανε σχεδόν σα να τις έσβηνε, γυρίζοντας ένα διακόπτη. Αλλά, αλήθεια ή όχι, δε μπορούσε να κάνει τίποτα, γιατί η έλξη που ένιωθε να τον τραβά σε κείνο τον άλλο κόσμο ήταν ακατανίκητη.
Έριξε μια τελευταία ματιά στην απίστευτη χλιδή του τεράστιου παλατιού του, στην ομορφιά των γυναικών και στον ζεστό ήλιο που χυνόταν μες από τα παράθυρα. Ύστερα από λίγο, όλ’ αυτά είχανε χαθεί…






Το πρώτο πράγμα που άκουσε βγαίνοντας από το Ιμάτζικον, ήτανε το ουρλιαχτό του ανέμου. Το πρώτο πράγμα που ένιωσε ήτανε το φοβερό κρύο.
Το επόμενο που του χτύπησε τ’ αφτιά, ήταν η τραχιά φωνή της γυναίκας του. «Ώστε δέησες επιτέλους να ‘βγεις από δαύτο, αχαΐρευτε;» του φώναξε. «Καιρός ήτανε, χαραμοφάη, μισή μερίδα άντρα!»
Είχε στ’ αλήθεια επιστρέψει στον Νεστρόντ, στη πιο παγωμένη κόλαση που ο άνθρωπος είχε αποικίσει στο σύμπαν. Κατ’ επανάληψη ο Ντάντορ είχε πάρει απόφαση να μη ξαναγυρίσει ποτέ εκεί. Αλλά ξαναγύριζε… πίσω στον Νεστρόντ και στη γυναίκα του, τη Νόνα.

«Αρκετό καιρόν έλειψες, αναίσθητε!» βρυχήθηκε η Νόνα. Ήτανε μια πελώρια κοκαλιάρα, με λιγδιάρικα μαλλιά που κρέμονταν σα μαύροι σπάγκοι. Το πρόσωπό της ήτανε φαρδύ και πλακουτσό, με στενά χείλη και στραβά, κιτρινισμένα δόντια.
Θεέ μου, είναι κακάσχημη, συλλογίστηκε αυτός, κοιτάζοντάς τη. Δίπλα της η Σέσιλι κι οι άλλες, ήτανε Θεές.
-«Και καλά έκανες που γύρισες, γιατί οι παγόλυκοι έχουν αρχίσει να ξεθαρρεύουνε και χρειαζόμαστε παγωμένη τύρφη για τη φωτιά, και…»


Ο Ντάντορ στεκόταν ασάλευτος εκεί, ακούγοντας το ατέλειωτο κατεβατό από τις αγγαρείες που του ‘χε ετοιμάσει η γυναίκα του. Μα, αναρωτήθηκε από μέσα του, γιατί δε φώναζε κάποιον από τους αγαπητικούς της, από τα ορυχεία να τις κάνουν; Ήξερε δίχως να χρειάζεται να του το πούν, πως οι εραστές της μπαινοβγαίνανε συνέχεια εκεί, όταν εκείνος «απουσίαζε». Η Νόνα ήτανε τόσον άπιστη όσο κι ασκημομούρα. Κι εφόσον αναλογούσαν είκοσι άντρες για κάθε γυναίκα σε τούτο τον πλανήτη, της δίνονταν άφθονες ευκαιρίες να τον κερατώνει.
-«…κι ο στάβλος χρειάζεται νέα στέγη», τελείωσε η γυναίκα του. Μη παίρνοντας άμεση απάντηση, κόλλησε απειλητικά το πρόσωπό της στο δικό του. «Μ’ άκουσες τι σου είπα; Αυτές οι δουλειές πρέπει να γίνουν!»
-«Σ’ άκουσα», αναστέναξε καρτερικά ο Ντάντορ.
-«Τότε τι στέκεσαι σα κόπανος; Κάτσε να περιδρομιάσεις το πρωινό σου και μετά τράβα έξω να δουλέψεις».
Το πρωινό ήταν ένα χοντρό, σιτεμένο κομμάτι χοιρινό, όλο ξίγκι κι ένα πιάτο χλιαρός χυλός. Του κάθισε στο λαιμό, αλλά τελικά κατάφερε να το πάει κάτω. Ύστερα φόρεσε τη θερμοφόρμα και τις γούνες του και κίνησε για τη πόρτα.
-«Ξέχασες ζωντόβολο!» του φώναξε η γυναίκα του, παίρνοντας μια προστατευτική μάσκα προσώπου από τα συμπράγκαλα που γεμίζανε το τραπέζι και πετώντας τη προς το μέρος του: «Θες να ξυλιάσει η μύτη σου και να σου πέσει»;


Ο Ντάντορ φόρεσε τη μάσκα του γοργά για να κρύψει την οργή από το πρόσωπό του. Ύστερα άνοιξε τη πόρτα και βγήκε έξω. Ο άνεμος τον χαστούκισε στο πρόσωπο, στέλνοντας ένα χαλάζι από παγοκρύσταλλα στη μάσκα του. Ο Νεστρόντ! Θεέ μου, γιατί στον Νεστρόντ; Ατενίζοντας το παγερό τοπίο, αναλογίστηκε με λαχτάρα τη σχετική ζεστασιά της καλύβας του.
Η σκέψη του πέταξε στον μαύρο θαλαμίσκο του Ιμάτζικον. Στεκόταν στη μόνη λεύτερη γωνιά της καλύβας κι ήταν ο μοναδικός δρόμος διαφυγής πίσω προς…
Αλλά όχι, δε μπορούσε να γυρίσει τόσο σύντομα. Τον περίμεναν τόσες και τόσες δουλειές εδώ. Έτσι με το τσεκούρι στον ώμο, άρχισε να βαδίζει στη παγωμένη ερημιά του αρχαίου βάλτου απ’ όπου προμηθευόντανε τη παγωμένη τύρφη που χρησιμοποιούσαν για καύσιμο.

 Όλο το πρωί, με τον άνεμο να λυσσομανά γύρω του και το φοβερό κρύο να κάνει μαρτύριο τη κάθε του ανάσα, έκοβε και στοίβαζε κομμάτια παγωμένης τύρφης. Κάποια στιγμή, ο ξεπλυμένος κίτρινος ήλιος έσκασε μύτη φευγαλέα πίσω από τα σύννεφα των παγοκρυστάλλων. Ο Ντάντορ κοίταξε κι είδε πως ήτανε σχεδόν πάνω από το κεφάλι του. Καιρός να γυρίσει. Έδεσε μια μεγάλη στοίβα από τις πλάκες της τύρφης, τις ζαλώθηκε στον ώμο και πήρε το δρόμο της επιστροφής, προς τις ελεεινές καλύβες του οικισμού του Νεστρόντ.
Η Νόνα του πέταξε μπροστά του ένα μπολ με νερουλή σούπα κι ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί, αποκαλώντας το γεύμα. Ο Ντάντορ το ‘φαγε αμίλητος και μετά τράβηξε για το πίσω μέρος της καλύβας για να περάσει το απόγευμα σκάβοντας το νέο βόθρο.
Το σκάψιμο έκανε τη πρωινή δουλειά να μοιάζει με κούρα ανάπαυσης. Το χώμα ήτανε παγωμένο σα πέτρα από τη μέρα που ο Νεστρόντ πρωτάρχισε να περιστρέφεται γύρω από τον αδύναμον ήλιο του. Ώσπου να σουρουπώσει, η ράχη, η μέση και τα πόδια του πονούσαν αβάσταχτα. Αν και δεν είχε προχωρήσει ούτε μισό μέτρο, ο ερχομός της νύχτας τον υποχρέωσε να σταματήσει τη δουλειά. Επέστρεψε ξεθεωμένος στη καλύβα με μια μονάχα σκέψη στο μυαλό του… να κοιμηθεί.

Το ουρλιαχτό που τον έκανε να τιναχτεί από τον πρώτο ανήσυχον ύπνο, του φαινόταν να ‘ρχεται από τα βάθη της ίδιας της κόλασης.
-«Τι… τι ήταν αυτό;» μουρμούρισε νυσταγμένα.
-«Οι παγόλυκοι, ηλίθιε! Τι άλλο;» γρύλισε η Νόνα από δίπλα του. «Λιμπίζονται τα ζωντανά μας και προσπαθούν να μπούνε στο στάβλο! ‘Αντε έξω να τους σταματήσεις!»
Ο Ντάντορ σηκώθηκε μουδιασμένος κι άρχισε να ντύνεται, ενώ κι άλλο ένα δαιμονικό ουρλιαχτό έσκισε τη νύχτα απ’ έξω. ‘Απλωσε το χέρι για το ντουφέκι λέιζερ, όταν η Νόνα γκάρισε πάλι.
-«‘Αντε, παρ’ τα πόδια σου! Αυτά τα θηρία μπορούν να κομματιάσουν τους κορμούς στο τοίχο του στάβλου σα να ‘ταν σπιρτόξυλα».
Ο Ντάντορ στάθηκε έξω από τη πόρτα με το φακό στο ‘να χέρι και το τουφέκι στ’ άλλο. Είδε τους παγόλυκους σχεδόν αμέσως. Ήτανε δυο φοβερά εξάποδα τέρατα. Το ένα τους στεκόταν στα τέσσερα πίσω πόδια του και με τα πελώρια σαγόνια του έκοβε κομμάτια ολάκερα από τον τοίχο του στάβλου. Μπορούσε ν’ ακούσει τα τρομαγμένα μουγκανητά των αγελάδων από μέσα.
‘Αρχισε να βαδίζει με δυσκολία στο χιόνι προς το θηρίο. Εκείνο τον άκουσε και γύρισε τα φλογερά κόκκινα μάτια του, προς το μέρος του. Για μια στιγμή συνέχισε να κομματιάζει τα ξύλα του τοίχου, αλλά μετά γύρισε κι όρμησε με μεγάλα σάλτα καταπάνω του. Αιφνιδιασμένος ο Ντάντορ δεν πρόλαβε να πετάξει το φακό και να σηκώσει τ’ όπλο σε θέση βολής. Έτσι αναγκάστηκε να ρίξει από το ύψος της μέσης κι η ακτίνα πέτυχε το τέρας στον ώμο.

Δεν έφτανε τούτο για να το σταματήσει. Ο Ντάντορ παραμέρισε σβέλτα καθώς το πελώριο πλάσμα περνούσε από δίπλα του και μετά του διέλυσε το κεφάλι. Το ακέφαλο κουφάρι γλίστρησε τσουλιστά στο χιόνι σκορπίζοντας αίμα παντού και τότε λίγο έλειψε να χάσει κι ο ίδιος τη ζωή του. Αυτό γιατί για κλάσματα δευτερολέπτου, είχε ξεχάσει πως το πλάσμα είχε και σύντροφο.
Το θυμήθηκε μονάχα όταν το θηρίο τον χτύπησε από πίσω και τον έστειλε να σωριαστεί φαρδύς-πλατύς στην παγωμένη γη. Την άλλη στιγμή το τερατώδες πλάσμα βρισκόταν από πάνω του. Ο Ντάντορ ούρλιαξε νιώθοντας ένα νύχι ν’ αποσπά κομμάτια από τη σάρκα του μηρού του, ενώ τα πελώρια σαγόνια ζύγωσαν προς τον λαιμό του. Ο φακός είχε γλιστρήσει από το χέρι του, αλλά το τουφέκι εξακολουθούσε να κρέμεται με το λουρί από τον ώμο του. Το δάχτυλό του βρήκε τη σκανδάλη και τη τράβηξε με την ισχύ του στο φούλ. Η ακτίνα λέιζερ διάλυσε το ένα πόδι του παγόλυκου από το γλουτό και κάτω και το πλάσμα έπεσε πέρα νεκρό καθώς το ‘βρισκε και μια δεύτερη. Ύστερα ο Ντάντορ ένιωσε το σκοτάδι να τον τυλίγει.



Όταν άνοιξε πάλι τα μάτια του, είδε πως ήτανε ξαπλωμένος στο τραπέζι της καλύβας. Η Νόνα κι ένας άγνωστος σκύβαν από πάνω του.
-«Ωραία τα κατάφερες και πετσοκόφτηκες τούτη τη φορά!» γρύλισε η Νόνα μόλις είδε ν’ ανοίγει τα μάτια του.
-«Το πόδι χρειάζεται ακρωτηριασμό», είπε ο ξένος.
-«Είσαι γιατρός;» ρώτησε ο Ντάντορ με βραχνό ψίθυρο.
-«Ο μοναδικός που θα βρεις από δω ως τον ‘Αλφα Του Κενταύρου» αποκρίθηκε ο άλλος.
-«Ο πόνος είν’ αβάσταχτος… δε μπορείς να μου δώσεις τίποτα για τον πόνο»;
-«Σου ‘δωσα ήδη τη τελευταία μου μορφίνη. Πίσω στη Γη μπορεί να σώζαμε το πόδι σου, αλλά εδώ…» έκανε μιαν αόριστη κίνηση ανημποριάς.

Ο Ντάντορ ένιωθε το σκισμένο πόδι του σα να ‘ταν βουτηγμένο σε λιωμένο σίδερο. Έκανε μορφασμό πόνου και μετά είδε το αχνό χαιρέκακο χαμόγελο στα χείλη της Νόνα, καθώς έλεγε «Δίχως μορφίνη ή άλλο παυσίπονο, το κόψιμο του ποδιού μου θα πονά σα μαρτύριο της κόλασης, ε γιατρέ»;
-«Έχω φέρει ουίσκι στο αμάξι μου», αποκρίθηκε ο γιατρός. «Θα πάω να το φέρω».

Όταν απομακρύνθηκε ο γιατρός, η Νόνα έσκυψε πάνω του και τον κοίταξε στα μάτια:
«Θα βλαστημήσεις την ώρα που γεννήθηκες, κούκλε μου. Θα σε πονέσει όσο με πονούσες κι εσύ κάθε φορά που ‘φευγες και με παράταγες έτσι. Κάθε φορά που χωνόσουνα σε κείνο το μαύρο σου κουτί».
-«Όχι, Νόνα, όχι! Δεν πονούσες! Εσύ δεν…» σκόπευε να πει πως αυτή δεν είχε καν την ικανότητα να πονά. Αλλά συγκρατήθηκε, γιατί δεν ήταν σίγουρος αν αυτό ήταν αλήθεια.
-«Μ’ ένα πόδι μονάχα δε θα μπορείς να φτάσεις από μόνος σου σε κείνο το καταραμένο το μηχάνημα», του είπε μοχθηρά. «Έτσι θα μένεις πάντοτε δω και θα ‘σαι καλός μαζί μου».
-«Νόνα! Όχι! Δεν καταλαβαίνεις!» ο Ντάντορ άρχισε να την ικετεύει, αλλά κείνη την ώρα ξαναγύρισε ο γιατρός μ’ ένα μπουκάλι ουίσκι στη μαύρη τσάντα του.
-«Έλα, ρούφα το γρήγορα», είπε, δίνοντάς του το μπουκάλι. Το ‘πιε σχεδόν μονορούφι. Αλλά το ουίσκι δεν τον βοήθησε και πολύ. Ο γιατρός έκοβε και πριόνιζε. Ο Ντάντορ ήτανε σίγουρος πως το κρανίο του θ’ άνοιγε στα δυο από τα ουρλιαχτά του και μόνο. Ήταν στιγμές που αναρωτιόταν γιατί οι κατάρες του δεν έσπαζαν τα λουριά που τον κρατούσαν ακίνητο ή δεν έκαναν επιτόπου στάχτη και τους δυο βασανιστές του.
-«Νομίζω τελειώσαμε» είπε κάποια στιγμή ο γιατρός, καθώς ο αβάσταχτος πόνος έσυρε πάλι ανελέητα τον Ντάντορ από τα βάθη της λιποθυμίας του. «Μένει μοναχά να καυτηριάσουμε τη πληγή, αλλιώς θα πεθάνει από αιμορραγία. Βλέπεις δεν έχω και τίποτα καλύτερο από τη φωτιά για δαύτο. Έλα να με βοηθήσεις να πυρώσω τούτη τη μασιά, γυναίκα».

Ο Ντάντορ συνήλθε εντελώς προλαβαίνοντας τη ματιά που του ‘ριξε η Νόνα πάνω από τον ώμο της, πριν κοιτάξει με μίσος προς το Ιμάτζικον. Ήτανε σα να το ‘λεγε καθαρά: «Ανήκεις σε μένα τώρα… σε μένα και μόνο. Τέρμα τα ξεπορτίσματα σου με δαύτο».
Δε μπορεί να του το ‘κανε τούτο! Ήταν αδύνατο! Γιατί του συμπεριφερόταν έτσι; αναρωτήθηκε ο Ντάντορ μέσα από τη θολούρα της μορφίνης, του αλκοόλ και του πόνου. Αλλά δε μπορούσε να βρει καμιά απάντηση.

Ενώ η γυναίκα του κι ο γιατρός απομακρύνονταν για να ετοιμάσουν το σίδερο που θα καυτηρίαζαν το απομεινάρι του ποδιού του, το μαύρο, στενόμακρο σα φέρετρο, κουτί του Ιμάτζικον γέμισε τα μάτια και το μυαλό του. Αν ο πόνος δεν ήτανε τόσον αβάσταχτος και πέρα από κάθε λογική, ίσως να μην έβρισκε το κουράγιο να κυλήσει από το τραπέζι στο πάτωμα και ν’ αρχίσει να σέρνεται προς τον μαύρο θαλαμίσκο, αφήνοντας πίσω του μια γραμμήν αίματος. Ο μαύρος θαλαμίσκος… Κατά κάποιο τρόπο το ‘ξερε πως αντιπροσώπευε την ανακούφιση από τον πόνο, μια υπόσχεση ενός έσχατου καταφυγίου.
Κατάφερε να τον φτάσει χωρίς να τον πάρουν είδηση και με μιαν υπέρτατη προσπάθεια, μπόρεσε ν’ ανασηκωθεί αρκετά για να πιέσει τη παλάμη του στο κατάλληλο σημείο. Ο αισθητήρας της συσκευής που ήταν το μοναδικό εμπόδιο ανάμεσα σε τούτο και σε κείνο το άλλο σύμπαν, αναγνώρισε αμέσως τη ταυτότητά του και του άνοιξε.
Περισσότερο νεκρός παρά ζωντανός, ο Ντάντορ σωριάστηκε μέσα στο Ιμάτζικον κι η πόρτα έκλεισε αθόρυβα πίσω του.





-«Ω, Ντάντορ! Ντάντορ καλέ μου!» φώναξε χαρούμενα η Σέσιλι μόλις τον είδε, αγκαλιάζοντάς τον με τα βελούδινα, ζεστά χέρια της.
-«Αγαπούλη, ξαναγύρισες!» του ψιθύρισε χαδιάρικα η Δάφνη.
-«Είμαστε τόσον ευτυχισμένες που σε ξαναβλέπουμε!» γουργούρισε σιγανά κι η κοκκινομάλλα Τέρρι.
-«Είμαστε τόσον ευτυχισμένες που σε ξαναβλέπουμε!» επανάλαβε κι η δίδυμη αδερφή της, η Τζέρρι.
-«Κι εγώ είμαι ο ευτυχέστερος απ’ όλους!» τις διαβεβαίωσε ο Ντάντορ κοιτάζοντας κάτω στο πόδι του… στο εντελώς ανέπαφο και γερό πόδι του. Δεν ένιωθε τον παραμικρό πόνο τώρα. «Δόξα τω Θεώ!» μουρμούρισε «Δόξα τω Θεώ !Ξαναγύρισα!»
Το Ιμάτζικον είχε κάνει καλά τη δουλειά του ! Την είχε κάνει τέλεια, για μιαν ακόμη φορά! Τον είχε μεταφέρει πέρα σ’ ένα κόσμο φαντασίας και μετά τον είχε φέρει πάλι πίσω, στη πραγματικότητα… στην υπέροχη, τη θεσπέσια πραγματικότητα!

Ο Ντάντορ ανακάθισε και κοίταξε ολόγυρα στο ζεστό, θαυμάσιο κόσμο του. Ήταν ο κόσμος της Γης του 22300 μ.Χ., ο κόσμος εκατό χρόνια μετά τον Λοιμό. Η επιδημία του είχε χτυπήσει εκλεκτικά στα αρσενικά γονίδια, μειώνοτας τον αντρικό πληθυσμό σε λίγες χιλάδες άτομα, κάνοντας έτσι τον κάθε άντρα, επίκεντρο λατρείας και πάθους, ενός χαρεμιού γυναικών. Πολλοί απο τους επιζήσαντες άντρες δεν είχαν καταφέρει ν’ αντέξουν το στρες. Μια ζωή όπου ήταν αντικείμενα λατρείας ενός πλήθους γυναικών, μια ζωή όπου τα πάντα ήτανε δικά τους, είχε αποδειχτεί αφόρητη γι’ αυτούς.

Μετά είχε έρθει το Ιμάτζικον, μια εφεύρεση που ‘φτιαχνε όποιο κόσμο επιθυμούσε ο καθένας, έναν κόσμο που φαινόταν απόλυτα πραγματικός. Μερικοί άντρες είχαν χρησιμοποιήσει το Ιμάτζικον για να πλάσουν ακόμα πιο εξωτικούς και θαυμαστούς κόσμους από εκείνον όπου ζούσαν, αλλ’ αυτό ήταν απλώς μια πιο χορταστική μερίδα από το ίδιο φαγητό. Το αποτέλεσμα ήτανε να νιώθουν πιο ανικανοποίητοι από ποτέ.
Ο Ντάτορ όμως είχε φερθεί πολύ φρόνιμα. Με το δικό του Ιμάτζικον είχε δημιουργήσει έναν ολότελα διαφορετικό κόσμο… έναν κόσμο παγωνιάς και τρόμου που λέγεται Νεστρόντ. Ο Ντάντορ είχε συνειδητοποιήσει μια μεγάλη αλήθεια:
Τι αξίζει ο ουρανός δίχως κάτι να τον συγκρίνεις; Δίχως μια γεύση Κόλασης από καιρό σε καιρό , πώς θα μπορούσε κανείς να εκτιμήσει τον Παράδεισο;


Τζωρτζ Χένρυ Σμιθ   (  1922-1996)
Smith Henry George
"In The Imagicon" (1966) 
  σε μτφ  Γιώργου Μπαλάνου
από την Ανθολογία Ε.Φ.  "Ιστορίες από άλλες πραγματικότητες" 

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

«Η τροφή σου να είναι το φάρμακό σου και το φάρμακό σου να είναι η τροφή σου»


Η τροφή που προσλαμβάνουμε μπορεί να είναι είτε το ασφαλέστερο και δραστικότερο φάρμακο είτε ένα αργό δηλητήριο. Ασφαλώς, η τροφή ασκεί την ευεργετική της επίδραση στον οργανισμό πολύ πιο αργά συγκριτικά με τα συμβατικά φάρμακα. Βέβαια, τελικά αποδεικνύεται πολύ πιο αποτελεσματική από αυτά. Η σωστή διατροφή εξουδετερώνει τα αίτια της ασθένειας, ενώ τα συμβατικά φάρμακα απλώς απομακρύνουν τα συμπτώματα.
«Η τροφή σου να είναι το φάρμακό σου και το φάρμακό σου να είναι η τροφή σου», έλεγε ο Ιπποκράτης (460-377 π.Χ.), ο οποίος είχε παρακολουθήσει χιλιάδες ασθενείς και είχε διατηρήσει λεπτομερή αρχεία για πολλούς από αυτούς. Τα αρχεία αποκαλύπτουν ότι η φυσική προσέγγιση που ακολουθούσε παρήγε τόσο επιτυχίες όσο και αποτυχίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις κατέφευγε σε χειρουργικές επεμβάσεις και σε μη τοξικά βότανα. Εντούτοις, αυτό εφαρμοζόταν μόνο σε επείγοντα περιστατικά. Προτού συστήσει οποιαδήποτε θεραπευτική αγωγή, ο Ιπποκράτης πρώτα εξέταζε τη ζωή και την ψυχολογία του ασθενή.
Από εκείνη την εποχή και μέχρι τις μέρες μας, έχουν εμφανιστεί εκατοντάδες δυτικοί θεραπευτές που εφάρμοζαν αφάρμακες αγωγές και είχαν ανάλογα ή και καλύτερα αποτελέσματα από τον Ιπποκράτη. Και στην Ανατολή, ο ονομαστός Κίτρινος Αυτοκράτορας καθώς και πολλοί άλλοι θεραπευτές κατέφευγαν σε φυσικές θεραπείες επί χιλιάδες χρόνια, τουλάχιστον από την πέμπτη προ Χριστού χιλιετηρίδα.
Η χημειοθεραπεία και οι χειρουργικές επεμβάσεις –δηλαδή οι μέθοδοι με τις οποίες ο σύγχρονος άνθρωπος έχει αντικαταστήσει τις φυσικές θεραπείες– είναι ακόμα σε εμβρυϊκό στάδιο. Οι χειρουργικές επεμβάσεις που έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση συνήθων προβλημάτων υγείας ή ακόμα και την πρόληψη, αποτελούν σχετικά καινούρια πρακτική. Εφαρμόζονται εδώ και μερικές δεκαετίες, με αναξιόπιστα ποσοστά επιτυχίας. Παρά την αλματώδη πρόοδο που έχει σημειωθεί στους τομείς των χειρουργικών επεμβάσεων και της χημειοθεραπείας τα τελευταία χρόνια, το προσδόκιμο όριο ζωής στον δυτικό κόσμο έχει αυξηθεί μόλις κατά τέσσερα χρόνια, ενώ τα ποσοστά θνησιμότητας από καρκίνο, καρδιαγγειακά νοσήματα και άλλες εκφυλιστικές παθήσεις έχουν αυξηθεί ανησυχητικά.
Ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) έχει αποσύρει πολλά συνθετικά σκευάσματα εξαιτίας των πολυάριθμων παρενεργειών τους. Η θαλιδομίδη είναι απλώς το πιο διαβόητο από αυτά. Από την άλλη, η πενικιλίνη, η διγοξίνη και η ασπιρίνη αποτελούν παραδείγματα ασφαλών και αποτελεσματικών φαρμάκων, τα οποία προέρχονται από φυσικές πηγές. Μολαταύτα, επειδή ακόμα και αυτά τα φάρμακα περιέχουν μακράν πιο αυξημένη συγκέντρωση της δραστικής ουσίας, συγκριτικά με τα ενεργά συστατικά που ανευρίσκονται στα τρόφιμα ή τα βότανα, δρουν ταχύτερα και μπορεί να προκαλέσουν παρενέργειες. Επίσης, είναι ευκολότερο να γίνει κατάχρησή τους.
Μια από τις βασικότερες παρενέργειες των φαρμάκων είναι η επίδρασή τους στην ανθρώπινη ψυχολογία. Δυστυχώς, η χρήση φαρμάκων ευνοεί την απάθεια και την ανευθυνότητα όσον αφορά τη φροντίδα της προσωπικής υγείας. Πλέον ο άνθρωπος δεν αισθάνεται υπεύθυνος για τις παθήσεις που πλήττουν το σώμα του. Ρίχνουμε όλο το φταίξιμο στα μικρόβια, στον καιρό, στους πολιτικούς ή στην οργή ενός άδικου Θεού – και προκειμένου να γίνουμε καλά, μας συνιστούν μια θαυματουργή θεραπεία με τη μορφή χαπιού. Ο γιατρός σπάνια παροτρύνει τον ασθενή να εξετάσει όλες τις πτυχές της ζωής του προκειμένου να εντοπίσει την πηγή του στρες ή τις διατροφικές συνήθειες που προκάλεσαν τα προβλήματά του.
Θεωρούμε ότι το σώμα μας είναι μια μηχανή, την οποία μπορεί να επισκευάσει μόνο ένας έμπειρος μηχανικός. Προσκομίζουμε το σώμα μας στο νοσοκομείο όπως πηγαίνουμε το αυτοκίνητό μας για επισκευή στο συνεργείο. Είναι, όμως, το σώμα μας μια άψυχη μηχανή που φθείρεται με το χρόνο; Όντως χρειαζόμαστε την παρέμβαση ενός τρίτου προκειμένου να απαλλαγούμε από ένα κρυολόγημα, έναν πονοκέφαλο ή ακόμα και από ένα σοβαρότερο πρόβλημα;

Το σώμα αυτοθεραπεύεται

Όλοι γνωρίζουμε ότι το σώμα πυροδοτεί αμέσως διεργασίες επούλωσης σε περιπτώσεις εκδορών και κοψιμάτων. Και εφόσον λάβουμε τις κατάλληλες προφυλάξεις, έπειτα από λίγες ημέρες δεν υπάρχει ίχνος τραύματος. Άραγε θα μπορούσαμε να επεκτείνουμε αυτή τη φαινομενικά απλή αλλά ουσιαστικά ιδιαίτερα περίπλοκη ανταπόκριση του οργανισμού σε σοβαρότερα προβλήματα όπως η παχυσαρκία, η καρδιοπάθεια, ο διαβήτης ή ο καρκίνος;
Το γεγονός ότι ορισμένοι καρκινοπαθείς δεν θεραπεύονται αποκλειστικά μέσω της διατροφής δεν απαξιώνει ούτε την ύπαρξη μηχανισμών αυτοθεραπείας του οργανισμού ούτε τις φυσικές θεραπείες. Το μόνο που απαξιώνεται είναι η διατροφή που ακολούθησε ο ασθενής. 
Τόσο η πρόληψη όσο και η θεραπεία του καρκίνου μέσω της διατροφής προϋποθέτουν δίαιτα πλούσια σε αντικαρκινικές τροφές και τρόφιμα υψηλής ποιότητας. Προφανώς, δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι η διατροφή που προκαλεί τον καρκίνο, θα τον θεραπεύσει! Και παρά τα χιλιάδες περιστατικά και τα ολοένα αυξανόμενα στοιχεία που επιβεβαιώνουν αυτή την αλήθεια για τη διατροφή, ο δυτικός άνθρωπος εξακολουθεί να μην έχει πίστη στην αυτοθεραπευτική του δύναμη. Κι εσείς ακόμα μπορεί να μην την εμπιστεύεστε. Ωστόσο, γιατί ο ανθρώπινος οργανισμός –η επιτομή της εξέλιξης στη Γη– αυτοθεραπεύεται με λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι τα κουνέλια και οι πάπιες; Μπορείτε να μου βρείτε ένα είδος, εκτός από τον άνθρωπο, που δεν αυτοθεραπεύεται όταν αρρωσταίνει; Πρέπει να θυμόμαστε ότι τα ζώα ακολουθούν ανελλιπώς τα πανίσχυρα ένστικτά τους. Ο πολιτισμός μας έχει καταστείλει τη λιγοστή διαίσθηση και τα ένστικτα που διέθετε κάποτε ο άνθρωπος. Έχουμε απευαισθητοποιηθεί. Αβοήθητοι πλέον, παραδίδουμε το σώμα μας στους «ειδικούς».
Το σώμα μας αυτοθεραπεύεται, εφόσον του δοθεί η δυνατότητα να αναπαυθεί, να ασκηθεί και να λάβει τα ανάλογα θρεπτικά στοιχεία. Κάθε δευτερόλεπτο που είμαστε ζωντανοί, στο εσωτερικό του οργανισμού μας στέλνονται χιλιάδες μηνύματα, προκειμένου να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η ισορροπία του. Αν καπνίζετε ένα πακέτο τσιγάρα την ημέρα, ο οργανισμός θα εκκρίνει μεγάλες ποσότητες βλέννας στους πνεύμονες, προκειμένου να τους προστατέψει από τον καπνό. Δυστυχώς αυτό το έκτακτο μέτρο υπονομεύει τη λειτουργία των πνευμόνων και το σύστημα διαβίβασης του οξυγόνου. Έτσι, ο καπνιστής αργοπεθαίνει.
Σύμφωνα με έρευνα που διεξήγαγαν οι Δρ Lapage και Δρ Midler, η οποία δημοσιεύτηκε στο έγκριτο περιοδικό Cancer Re- search, οι πρωτεϊνικές δίαιτες υπερφορτώνουν με πρωτεΐνη το αίμα και τους ιστούς. Έπειτα, το λεμφικό σύστημα προσπαθεί να αποβάλει το πλεόνασμα. Αν όμως το φορτίο είναι υπέρμετρο για το λεμφικό σύστημα, σχηματίζονται πρωτεϊνικοί όγκοι, οι οποίοι «σφραγίζονται» προκειμένου να προστατευθεί ο υπόλοιπος οργανισμός από το περιεχόμενό τους. Όπως απέδειξε ο νομπελίστας Δρ Otto Warburg, αν η παροχή οξυγόνου μειωθεί έστω και κατά 30%, αυτά τα εγκλωβισμένα κύτταρα μπορεί να γίνουν καρκινικά. Ο Δρ Warburg διαπίστωσε ότι, σε αντίθεση με τα φυσιολογικά κύτταρα, τα κακοήθη κύτταρα δεν χρειάζονται οξυγόνο για να αναπαραχθούν. Κατά μία έννοια, καταναλώνουν άχρηστα μεταβολικά  προϊόντα, αποσοβώντας την τοξίκωση εξαιτίας του πρωτεϊνικού πλεονάσματος. Μολαταύτα, ο οργανισμός απειλείται από ένα ανεξέλεγκτο, ενδεχομένως θανατηφόρο καρκίνωμα.
Επί αιώνες, οι θεραπευτές που εφαρμόζουν αφάρμακες αγωγές βασίζονται εξ ολοκλήρου στις αυτοθεραπευτικές δυνάμεις του οργανισμού. Παρατηρώντας τα ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον –την ενίοτε θαυμαστή ανάρρωσή τους από ατυχήματα, δηλητηρίαση ή λιμό– αυτοί οι θεραπευτές έμαθαν την αξία της νηστείας και της ανάπαυσης. Κάποια ζώα ακολουθούν μια μη αυστηρή νηστεία και ασκούνται εντατικά, ενώ άλλα προτιμούν περισσότερη ανάπαυση και μπόλικη χλόη. Σε όλες τις περιπτώσεις, η θεραπευτική αγωγή των ζώων αποτελείται αποκλειστικά από ανάπαυση, τροφή και άσκηση. Γιατί λοιπόν αυτοί οι παράγοντες να μην μπορούν να αποκαταστήσουν την ανθρώπινη υγεία; Η κοινή λογική, η εμπειρία και οι προσωπικές ιστορίες χιλιάδων ανθρώπων μάς λένε ότι είναι απόλυτα εφικτό. Ας δούμε ένα παράδειγμα αφάρμακης αυτοΐασης.

Η περίπτωση της Ίντι Μέι Ουνσμπέργκερ

Η κυρία Ίντι Μέι Ουνσμπέργκερ και ο σύζυγός της Αρν επισκέφθηκαν το Ιπποκράτειο Ινστιτούτο Υγείας το 1973, επειδή οι συμβατικές αντικαρκινικές θεραπείες δεν τη βοηθούσαν. Είχε μάθει πρόσφατα ότι έπασχε από καρκίνο του μαστού.
 Ένας χειρουργός της είχε πει: «Δεν υπάρχει γνωστή θεραπεία για τον καρκίνο. Δεν είμαστε σε θέση να σου πούμε ότι θα γίνεις καλά. Το μόνο που μπορούμε να σου πούμε είναι ότι έχεις 80% πιθανότητες να ζήσεις ένα χρόνο και μέγιστο προσδόκιμο όριο ζωής τα πέντε έτη». 
Η Ίντι υποβλήθηκε σε μαστεκτομή, κατά την οποία φαινομενικά αφαιρέθηκαν όλοι οι καρκινικοί ιστοί. Ωστόσο, ο καρκίνος εξαπλώθηκε σύντομα και σε άλλα μέρη του σώματος. Απογοητευμένη και μπερδεμένη, η Ίντι και ο σύζυγός της αναζητούσαν βοήθεια από παντού.
 Γνώρισαν μια γυναίκα ονόματι Γουίν Ντέιβις, της οποίας ο γιος είχε πεθάνει από καρκίνο στα είκοσι ένα του χρόνια. Τη συμβούλεψε να σπεύσει αμέσως στη Βοστόνη, προκειμένου να επισκεφθεί το Ιπποκράτειο Ινστιτούτο Υγείας. Της είπε ότι εκεί υπήρχε ένα ενδεχόμενο να διδαχθεί μεθόδους αυτοθεραπείας του καρκίνου. Έπειτα από λίγες ημέρες, το ζεύγος Ουνσμπέργκερ έφυγε αεροπορικώς για τη Βοστόνη.
Όταν τους υποδέχτηκα, ήταν και οι δύο φοβισμένοι. 
Προφανώς είχαν αμφιβολίες για το κατά πόσο είχαν πράξει σωστά. Ωστόσο, έπειτα από δύο εβδομάδες, ο φόβος και οι αμφιβολίες παρήλθαν και η Ίντι κατάλαβε ότι θα έβγαινε νικήτρια από αυτή τη μάχη. Ύστερα από δύο χρόνια σχεδόν απαρέγκλιτης τήρησης της δίαιτας, η Ίντι είχε θεραπευτεί από τον καρκίνο. Αφηγείται την ιστορία της στο βιβλίο How I Conquered Cancer Naturally (Eydie Mae Hunsberger & Chris Loeffler, Harvest House Publishers).
Η ιστορία της Ίντι από μόνη της δεν επαρκεί ως επιστημονική απόδειξη.
 Ωστόσο, η δική της εμπειρία αλλά και τα βιώματα πολλών άλλων ανθρώπων μάς έδειξαν ότι η Δίαιτα του Ιπποκράτη αποτοξινώνει και δυναμώνει τον οργανισμό, ιδίως όταν συνδυάζεται με ανάπαυση και άσκηση. Ένας δυνατός, καθαρός οργανισμός είναι σε θέση να προστατευτεί αποδοτικότερα από τους αναρίθμητους μικροοργανισμούς, το στρες και τους καρκινογόνους παράγοντες στους οποίους είμαστε εκτεθειμένοι σε καθημερινή βάση.
Κλείνουμε αυτό το κεφάλαιο όπως το ανοίξαμε, δηλαδή με έναν αφορισμό του Ιπποκράτη: 
«Η φύση είναι αυτή που θεραπεύει. Ο γιατρός απλώς υποβοηθά το έργο της φύσης».



 Απόσπασμα από το βιβλίο της Ann Wigmore “Η Δίαιτα του Ιπποκράτη με συνταγές υγείας” από τις Εκδόσεις Διόπτρα


Ann Wigmore
Η δρ Ανν Γουίγκμορ ίδρυσε το 1963 στη Βοστόνη των Ηνωμένων Πολιτειών το Ιπποκράτειο Ινστιτούτο Υγείας.
Στο φιλανθρωπικό, μη κερδοσκοπικό Ινστιτούτο της μελέτησε τη θεραπευτική δύναμη των ζωντανών (αμαγείρευτων) τροφών και της χλωροφύλλης από σιταρόχορτο, καθώς και τη σημασία της διατροφής για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής υγείας.
Η δρ Ανν Γουίγκμορ μοιράστηκε τις γνώσεις της με χιλιάδες ανθρώπους που φοίτησαν και θεραπεύτηκαν στο Ινστιτούτο της, αλλά και μέσω των βιβλίων της που πούλησαν περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα παγκοσμίως. Έδωσε διαλέξεις, έκανε σεμινάρια σε περισσότερες από 20 χώρες και δίδαξε σε διάφορα κολέγια μαζί με τον διάσημο καρδιολόγο Paul Dudley White.
To 1971, το ίδρυμα των Βραβείων Νόμπελ και η Ακαδημία Επιστημών της Φινλανδίας τίμησαν τη δρα Ανν Γουίγκμορ με αναγνώριση της δουλειάς της στον τομέα της Νεότητας, συγχαίροντάς την για τις προσπάθειές της στην αναγέννηση των ανθρώπινων κυττάρων και ιστών. Τιμητικές διακρίσεις της απονεμήθηκαν επίσης από την Ολλανδική Ακαδημία Επιστημών και από άλλα ιδρύματα.