Πέμπτη 5 Μαρτίου 2026

Οι γάτες των φορτηγών





Οἱ ναυτικοὶ στὰ φορτηγὰ πάντα μία γάτα τρέφουν,
ποὺ τὴν λατρεύουνε, χωρὶς νὰ ξέρουν τὸ γιατί,
κι αὐτή, σὰν ἀπ᾿ τὴν βάρδια τους σχολᾶνε κουρασμένοι,
περήφανη στὰ πόδια τους θὰ τρέξει νὰ τριφτεῖ.

Τὰ βράδια, ὅταν ἡ θάλασσα χτυπάει τὶς λαμαρίνες,
καὶ πολεμάει μὲ δύναμη νὰ σπάσει τὰ καρφιά,
μέσα στῆς πλώρης τὴ βαριὰ σιγή, ποὺ βασανίζει,
εἶναι γι᾿ αὐτοὺς σὰ μία γλυκιὰ γυναίκεια συντροφιά.

Εἶναι περήφανη κι ὀκνή, καθὼς ὅλες οἱ γάτες,
κι εἶναι τὰ γκρίζα μάτια της γιομάτα ἠλεκτρισμὸ
κι ὅπως χαϊδεύουν ἁπαλὰ τὴ ράχη της, νομίζεις
πὼς ἀναλύεται σ᾿ ἕνα ἀργὸ καὶ ἡδονικὸ σπασμό.

Στὸ ρεμβασμὸ καὶ στὸ θυμὸ μὲ τὴ γυναίκα μοιάζει
κι οἱ ναῦτες περισσότερο τὴν ἀγαποῦν γι᾿ αὐτὸ
κι ὅταν ἀργὰ καὶ ράθυμα στὰ μάτια τοὺς κοιτάζει,
θαρρεῖς ἕναν παράξενο πὼς φέρνει πυρετό.

Τῆς ἔχουν πάντα στὸ λαιμὸ μία μπακιρένια γύρα,
γιὰ τοῦ σιδέρου τὴν κακὴν ἀρρώστια φυλαχτό,
χωρὶς ὅμως, ἀλίμονο, ποτὲ νὰ κατορθώνουν
νὰ τὴν φυλάξουν ἀπ᾿ τὸ μαῦρο θάνατο μ᾿ αὐτό.

Γιατὶ εἶναι τ᾿ ἄγρια μάτια της ὑγρὰ κι ἠλεκτρισμένα
κι ἔτσι ἄθελα τὸ σίδερο τὸ μαῦρο τὸ τραβᾶ,
κι οὐρλιάζοντας τρελαίνεται σ᾿ ἕνα σημεῖο κοιτώνας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινὰ στοὺς ναῦτες καὶ βουβά.

Λίγο πρὶν ἀπ᾿ τὸν θάνατον, ἀπὸ τοὺς ναῦτες ἕνας,
-αὐτὸς ὁπού ῾δε πράματα στὴ ζήση του φρικτὰ-
χαϊδεύοντας τὴν μία στιγμὴ στὰ μάτια τὴν κοιτάζει
κι ὕστερα μὲς στὴν θάλασσα τὴν ἄγρια τὴν πετᾶ.

Καὶ τότε οἱ ναῦτες ποὺ πολὺ σπάνια λυγάει ἡ καρδιά τους,
πᾶνε στὴν πλώρη νὰ κρυφτοῦν μὲ τὴν καρδιὰ σφιχτή,
γεμάτη μία παράξενη πικρία ποὺ ὅλο δαγκώνει,
σὰν ὅταν χάνουνε θερμή, γυναίκα ἀγαπητή....


Νίκος Καββαδίας 
από τη συλλογή  " Μαραμπού"  1933

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα





Το Νερό, μαθαίνεται απ’ τη δίψα.
Η Στεριά – απ’ το αρμένισμα στα Πέλαγα.
Η Έκσταση – απ’ την οδύνη –
Η Ειρήνη, απ’ των πολέμων της το χρονικό –
Η Αγάπη, απ’ του τάφου το ανάγλυφο –
Τα Πουλιά, απ’ το χιόνι.


μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς, εκδ. Το Ροδακιό

Η Καρδιά Του Πεθαμένου





Στ' αλήθεια, είμαι νευρικός! Πολύ, τρομαχτικά νευρικός, ήμουν πάντα κι είμαι! Αλλά για ποιο λόγο υποστηρίζετε πως είμαι τρελός, ε; Η αρρώστια μου έχει οξύνει έτσι πολύ τη λογική και τα νεύρα μου, καθόλου μα καθόλου δεν τα κατάστρεψε κι ούτε που τα χαλάρωσε καν. Και πάνω από όλα, πιο έντονη και οξύτερη έγινε η αίσθηση της ακοής μου. Ακούω το κάθε τι που υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, σε γη και ουρανό. Ακούω ένα σωρό διαολεμένα πράγματα.
Πως, λοιπόν, είμαι τότε τρελός; Ακούω, ναι ακούω! Και τώρα θέλω να προσέξετε πόσο ήρεμα θα σας διηγηθώ ολόκληρη τούτη την ιστορία.

Είναι αδύνατο να πω με ποιον τρόπο, στην αρχή, τούτη η ιδέα χώθηκε στο μυαλό μου, μα από τη στιγμή που τη συνειδητοποίησα με καταδιώκει μέρα νύχτα. Δεν υπάρχει καμιά αιτία, φανερή, που λέμε. Κι ούτε πάθος κανένα. Τον αγαπούσα το γέρο. Ποτέ δεν μου κανε κακό. Ποτέ δεν με έβρισε. Κι ούτε που επιθύμησα το χρυσάφι του. Το ένα του μάτι έμοιαζε σαν του γερακιού - ένα ανοιχτόχρωμο, γαλάζιο μάτι, με μια μεμβράνη από πάνω του. Όποτε κι αν έπεφτε πάνω μου αυτό το μάτι, το αίμα μου πάγωνε, κι έτσι, σταδιακά - πολύ προοδευτικά - έβαλα στο μυαλό μου να σκοτώσω κείνο το γέρο, για να ξεφορτωθώ μια για πάντα το μάτι του.

Τώρα, να πως έχουν τα πράγματα.
Με φανταζόσαστε τρελό. Μα οι τρελοί δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Ενώ εμένα, θά πρεπε να δείτε. Ω, ναι, θα πρεπε να βλέπατε πόσο συνετά προχώρησα στο σχέδιό μου, με πόση προσοχή, με τι προβλεπτικότητα, με πόση προσποίηση έκανα όλη τη δουλειά! Ποτέ δεν ήμουν πιο ευγενικός με το γέρο όσο μέσα σε εκείνη την εβδομάδα πριν τον σκοτώσω. Και κάθε βράδυ, γύρω στα μεσάνυχτα, γύριζα το πόμολο της πόρτας του και την άνοιγα - ω πολύ απαλά! Και τότε, όταν το άνοιγμα ήταν αρκετό για να χωρέσει μέσα το κεφάλι μου, περνούσα από εκεί ένα φανάρι, με τα φύλλα του καλά κλειστά, - ω, πάρα πολύ προσεχτικά τα είχα κλεισμένα τα φύλλα του έτσι που να μην βγαίνει η παραμικρή αχτίδα από φως' και τότε πέρναγα και το κεφάλι μου. Α, μα θα γελούσατε πάρα πολύ αν βλέπατε με τι πονηριά, τάκανα όλα αυτά! Προχωρούσε το κεφάλι μου αργά, πολύ, πολύ αργά, έτσι που να μην ταράξω διόλου τον ύπνο του γέρου. Και μούπαιρνε μια ολόκληρη ώρα τούτη η δουλειά, μέχρι που να βάλω ολόκληρο το κεφάλι μου μέσα από το άνοιγμα της πόρτας και να μπορέσω να τον δω εκεί πέρα που ήταν ξαπλωμένος, στο κρεβάτι του.

Χα! Θα μπορούσε ποτέ ένας τρελός να φερθεί με τόση σύνεση; ε; Και τότε, όταν ολόκληρο το κεφάλι μου ήταν μέσα στο δωμάτιο, έστρεφα το φύλλο που έκλεινε το φως του φαναριού προσεχτικά - ω, τόσο προσεχτικά (για να μην ακουστεί κανένα τρίξιμο) - το έστρεφα τόσο δα, ίσα - ίσα για να πέσει μια μικρή αχτίδα φως πάνω στο γερακίσιο μάτι. Κι όλο τούτο να γίνεται για εφτά ατελείωτες νύχτες - κάθε νύχτα ακριβώς τα μεσάνυχτα - μα πάντα έβρισκα εκείνο το μάτι κλειστό' κι έτσι μου ήταν αδύνατο να κάνω δουλειά μου' γιατί δεν ήταν ο γέρος που με είχε φέρει σε αυτή την κατάσταση, μα το Κακό Μάτι του. Κάθε πρωί, όταν η μέρα χάραζε, έμπαινα θαρραλέα στην κάμαρη και του μιλούσα με πολύ κουράγιο, φωνάζοντάς τον με το όνομά του και ρωτώντας τον πως είχε περάσει τη νύχτα του. Γιατί, καθώς καταλαβαίνετε, ήταν ένα πολύ αγαθό γεροντάκι, πραγματικά, για να υποπτευθεί πως κάθε νύχτα, ακριβώς στις δώδεκα, εγώ στεκόμουν και τον κοίταζα, καθώς κοιμόταν.

Την όγδοη βραδιά, ήμουν πολύ περισσότερο, προσεχτικός από όσο συνήθως ανοίγοντας την πόρτα. Ο λεπτοδείχτης του ρολογιού θα κινιόταν πολύ πιο γρήγορα από όσο εγώ. Ποτέ άλλοτε, πριν από κείνη τη νύχτα, δεν ένιωσα σε τόση έκταση τις ίδιες τις δυνάμεις μου - πέρα από τη ίδια την οξύτητα του νου μου. Μόλις που μπόρεσα να συγκρατήσω τα θριαμβευτικά συναισθήματα που με πλημμύριζαν. Μα σκέφτομαι πως εγώ ήμουν αυτός εκεί πέρα που άνοιγα την πόρτα, σιγά - σιγά, λίγο - λίγο, κι ο άλλος ούτε που να ονειρεύεται τις απόκρυφες πράξεις ή σκέψεις μου! Γέλασα από μέσα μου, σχεδόν, με τούτη την ιδέα' κι ίσως μάλιστα να με άκουσε' γιατί κουνήθηκε στο κρεβάτι του ξαφνικά, σα να τρόμαξε. Τώρα εσείς θα σκεφτείτε πως τραβήχτηκα πίσω - μα όχι. Το δωμάτιό του ήταν μαύρο σαν την πίσσα, βαθύ σκοτάδι βασίλευε εκεί μέσα (γιατί τα παντζούρια ήταν κλειστά από το φόβο κάποιου κλέφτη), έτσι που ήξερα ότι δε μπορούσε να δει το άνοιγμα της πόρτας, κι εξακολούθησα να τη σπρώχνω, σταθερά, όλο και πιο σταθερά.

Είχα βάλει όλο μου το κεφάλι μέσα και ήμουν έτοιμος να ανοίξω το φανάρι, όταν το μεγάλο μου δάχτυλο χτύπησε πάνω στο τενεκεδένιο φύλλο του φαναριού κι έκανε θόρυβο, κι ο γέρος τινάχτηκε στο κρεβάτι του, φωνάζοντας:
-"Ποιος είναι";
Απόμεινα ολότελα ακίνητος και δεν είπα τίποτα. Για μια ολόκληρη ώρα δεν κουνούσα ούτε μούσκουλο του κορμιού μου, και στο μεταξύ δεν τον άκουγα να ξαπλώνει πάλι. Καθόταν κι εκείνος στο κρεβάτι τεντωμένος κι έβαζε αυτί' ακριβώς όπως είχα κάνει εγώ, τη μια νύχτα πίσω από την άλλη, ακούγοντας το θάνατο να κοιτάζει από τον τοίχο. Την ίδια στιγμή άκουσα ένα ελαφρό βογκητό, κι ήξερα πως το βογκητό του θανάσιμου τρόμου. Δεν ήταν κανένα βογκητό πόνου, ή από θλίψη - α, όχι! Ήταν ο βαθύς πνιγμένος ήχος που βγαίνει από τα έγκατα της ψυχής, όταν ο φόβος την πλημμυρίσει. Τον ήξερα καλά αυτό τον ήχο. Πολλές νύχτες., ακριβώς τα μεσάνυχτα, όταν όλος ο κόσμος κοιμόταν, έβγαινε μέσα από τα βάθη μου, μουνταίνοντας με την τρομαχτική του ηχώ τους τρόμους που με βασάνιζαν. Είπα πως τόξερα καλά αυτό.

Ήξερα πως ένιωθε ο γέρος και τον λυπόμουν, παρόλο που στην καρδιά μου γελούσα. Ήξερα πως καθόταν εκεί πέρα άγρυπνος, από την πρώτη στιγμή που ακούστηκε ο ανάλαφρος ήχος, από τη στιγμή που στριφογύρισε στο κρεβάτι του. Οι φόβοι του από τότε όλο και μεγάλωναν. Προσπαθούσε να τους φανταστεί άπραγους, αλλά δεν το μπορούσε. Θάλεγε στον εαυτό του: «Δεν είναι τίποτα άλλο έξω από τον αέρα στην καμινάδα - θάναι κανένα ποντίκι που πέρασε το πάτωμα», ή «θάναι κάποιος γρύλος που τετέρισε μόνο μια φορά». Ναι, προσπαθούσε να παρηγορηθεί με αυτούς τους συλλογισμούς, μα τάβρισκε όλα τα μάταια. Όλα μάταια, γιατί ο θάνατος, προσεγγίζοντας τον, είχε βαδίσει αγέρωχα με τη μαύρη του σκιά και τύλιξει το θύμα. Κι ήταν αυτή η πένθιμη επίδραση της ακατανόητης σκιάς που τον βοήθησε να νιώσει, παρόλο που ούτε είδε, ούτε άκουσε, την παρουσία του κεφαλιού μου μέσα στο δωμάτιο.
Αφού περίμενα αρκετή ώρα, πολύ υπομονετικά, δίχως να τον ακούω να ξαπλώνει αποφάσισα να ανοίξω λίγο, πάρα πολύ λίγο, μια χαραμάδα μόνο το φανάρι μου. Έτσι το άνοιξα - δε μπορείτε όμως να φανταστείτε πόσο αθόρυβα και κρυφά - ώσπου τελικά μια μόνο θαμπή αχτίδα, σαν τον ιστό μιας αράχνης, να πεταχτεί από το άνοιγμα και να πέσει πάνω στο γερακίσιο μάτι. Ήταν ανοιχτό -ορθάνοιχτο- και θύμωσα πάρα πολύ κοιτάζοντάς το. Το είδα ολότελα καθαρά -ένα θολό γαλάζιο, με κάποιο τρομερό και απαίσιο πέπλο γύρω του, που με έκανε να παγώσω ως το μεδούλι των κοκάλων μου, αλλά δε μπορούσα να δω τίποτα άλλο από το πρόσωπο ή το άτομο του γέρου: γιατί είχα κατευθύνει την αχτίδα, σαν από ένστικτο, πάνω σε αυτό το καταραμένο σημείο.

Και τώρα -δεν σας το είπα ότι το λάθος σχετικά με την τρέλα είναι αυτή η υπερευαισθησία των αισθήσεων;- τώρα, λέω, έφτασε ως τα αφτιά μου ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίξουμε με ένα βαμβακερό ύφασμα. Ήξερα πολύ καλά κι αυτόν τον ήχο. Ήταν ο χτύπος της καρδιάς του γέρου. Κάτι τέτοιο έκανε το θυμό του μεγαλύτερο, καθώς το χτύπημα του τυμπάνου ερεθίζει τη μαχητικότητα του στρατιώτη. Μα ωστόσο, ακόμη κι έτσι συγκρατήθηκα κι εξακολουθούσα να μένω ακίνητος. Μόλις που ανάσαινα. Κράτησα ακίνητο και το φανάρι. Δοκίμασα να δω πόσο σταθερά μπορούσα να κρατήσω την αχτίδα πάνω στο μάτι. Στο μεταξύ, ο διαβολεμένος χτύπος της καρδιάς δυνάμωνε. Γινόταν πιο γρήγορος, όλο πιο γρήγορος, πιο βαθύς, όλο βαθύτερος, την κάθε στιγμή. Ο τρόμος του γέρου έπρεπε νάναι στο αποκορύφωμά του! Ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, σας λέω, όλο και πιο βαθύς, την κάθε στιγμή! -με προσέξατε καλά;

Σας το είπα, νομίζω πως είμαι νευρικός: ναι, αυτό είμαι. Και τώρα, τούτη τη νεκρή ώρα της νύχτας, μέσα στην τρομακτική σιωπή του σπιτιού, αυτός ο τόσο παράξενος θόρυβος μου δημιούργησε έναν τρόμο που δεν μπορούσα πια να τον ελέγξω. Παρόλα αυτά, για μερικά λεπτά ακόμη, συγκρατήθηκα κι έμεινα ακίνητος. Αλλά ο χτύπος γινόταν βαθύτερος, ολοένα και περισσότερο! Νόμιζα πως η καρδιά του πήγαινε να σπάσει. Και τότε, μια καινούρια αγωνία με έπιασε -ο ήχος θα μπορούσε να ακουστεί από τη γειτονιά! Η ώρα του γέρου είχε έρθει! Με μια πνιγμένη κραυγή, άνοιξα ολότελα το φανάρι και όρμησα μέσα στο δωμάτιο. Εκείνος στρίγκλισε μια -μόνο φορά. Σε μια στιγμή τον έσυρα στο πάτωμα και σώριασα το βαρύ κρεβάτι από πάνω του. Μετά χαμογέλασα, χαρούμενα γιατί το κατόρθωμά μου είχεν ολοκληρωθεί. Αλλά για πολλά λεπτά της ώρας, η καρδιά εξακολουθούσε να χτυπά, με ένα πνιγμένο θόρυβο. Τούτη τη φορά όμως δεν εξοργίστηκα' δεν μπορούσε να ακουστεί μέσα από τον τοίχο. Τράβηξα πάλι το κρεβάτι πέρα κι εξέτασα το πτώμα. Ναι, ήταν πτώμα, ολότελα πεθαμένος. Έβαλα το χέρι μου πάνω στην καρδιά του και το κράτησα εκεί για μερικά λεπτά. Δεν ακουγόταν τίποτα, κανένας παλμός. Ήταν ολότελα νεκρός. Το μάτι δε θα με τρόμαζε πια.

Αν ακόμη εξακολουθείτε να με θεωρείτε τρελό, δε θα το κάνετε αυτό για πολύ, αν σας περιγράψω τις σοφές προφυλάξεις που πήρα για να κρύψω το πτώμα. Η νύχτα χλόμιαζε κιόλας κι εγώ εργαζόμουν βιαστικά, μα αθόρυβα. Πρώτα από όλα τεμάχισα το πτώμα. Έκοψα το κεφάλι και τα χέρια και τα πόδια. Ύστερα έβγαλα τρεις σανίδες από το πάτωμα της κάμαρης και τα τοποθέτησα όλα ανάμεσα στο δοκάρια. Μετά ξανάβαλα τις σανίδες στη θέση τους τόσο έξυπνα, τόσο πονηρά που κανένα ανθρώπινο μάτι -ακόμα και το δικό του- δε θα μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα το ύποπτο. Δεν είχα τίποτα να πλύνω -καμιά κηλίδα, κανενός είδους- καμιά σταγόνα αίμα πουθενά. Είχα πάρει όλες τις προφυλάξεις μου πάνω σε αυτό. Μια σκάφη τα είχε μαζέψει όλα... Χα - χα!
Όταν όλες αυτές οι εργασίες τελείωσαν, ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί -κι ακόμα σκοτάδι, σαν μεσάνυχτα. Καθώς το ρολόι σήμανε την ώρα ακούστηκε κι ένας χτύπος στην εξώπορτα. Κατέβηκα να ανοίξω με ανάλαφρη καρδιά, γιατί τι είχα πια τώρα να φοβηθώ; Να που μπήκαν μέσα τρεις άντρες και μου συστήθηκαν από μόνοι τους, με πολύ εγκαρδιότητα, σαν αστυνομικοί. Μια στριγκλιά που ακούστηκε από κάποιο γείτονα μέσα στη νύχτα: η υποψία πως κάτι είχε συμβεί' πληροφορίες έφτασαν στο αστυνομικό τμήμα και τότε αυτοί (οι αστυνομικοί) στάλθηκαν να κάνουν μια έρευνα επιτόπου. Χαμογέλασα -γιατί τι θα μπορούσα να φοβηθώ. Παρακάλεσα τους κυρίους να καθίσουν.
-"Η κραυγή", είπα, "ήτανε δική μου, μέσα στ' όνειρό μου. Ο γέρος", δήλωσα, "έλειπε στην επαρχία". Έδειξα στους κυρίους όλο το σπίτι. Και τους παρακάλεσα να ψάξουν -να ψάξουν μάλιστα καλά. Τους οδήγησα στο τέλος και στο δωμάτιο του. Τους έδειξα τους θησαυρούς του, σίγουρος κι ατάραχος. Πάνω στον ενθουσιασμό και στην εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, τους έφερα εκεί καρέκλες και τους πρότεινα να καθίσουν εκεί, να ξεκουραστούν, ενώ εγώ, μες στην άγρια τόλμη του τέλειου θριάμβου μου, έβαλα τη δική μου καρέκλα στο ίδιο ακριβώς σημείο που κάτω του αναπαυόταν το πτώμα του θύματός μου.

Οι αστυνομικοί ήταν ικανοποιημένοι. Ο τρόπος μου τους είχε πείσει. Εγώ πάλι ήμουν απόλυτα ήρεμος. Κάθισαν κι ενώ τους απαντούσα χαρούμενα, άρχισα να χλομιάζω και να θέλω να φύγουν αμέσως. Το κεφάλι μου πονούσε, κι αισθανόμουν ένα βουητό στ' αφτιά: όμως εκείνοι εξακολουθούσαν να κάθονται και να φλυαρούν. Το βουητό έγινε όλο και πιο ξεκάθαρο. Εξακολουθούσε, ναι, όλο και πιο φανερό... 'Αρχισα να μιλώ πιο δυνατά για να ξεφορτωθώ αυτό το συναίσθημα, μα τούτο συνεχιζόταν και γινόταν οριστικό και μόνιμο -ώσπου, τελικά, ανακάλυψα πως ο ήχος δεν ήταν μέσα στ' αφτιά μου.

Χωρίς αμφιβολία είχα χλωμιάσει πάρα πολύ, μα εξακολουθούσα να μιλώ όλο και πιο ελεύθερα και με υψωμένο τόνο φωνής. Ωστόσο ο θόρυβος μεγάλωνε - και τι μπορούσα να κάνω πια ε; Ήταν ένας βαθύς, θαμπός, γρήγορος ήχος, όπως κάνει το ρολόι όταν το τυλίγουμε σε βαμβακερό ύφασμα. 'Ανοιξα το στόμα μου να πάρω ανάσα -κι όμως οι αστυνομικοί δεν άκουγαν τίποτα. Μίλησα πιο γρήγορα, πιο εκνευρισμένα αλλά ο θόρυβος όλο και δυνάμωνε. Ω Θεέ μου, τι μπορούσα να κάνω; 'Αφριζα, μάνιαζα, βλαστημούσα! 'Αρπαξα τη καρέκλα που πάνω της καθόμουν και τη χτύπησα στις σανίδες, μα ο θόρυβος εξακολουθούσε πάντα κι όλο δυνάμωνε. Γινόταν όλο και πιο βαθύς... βαθύτερος... βαθύτερος! Και πάντα οι αστυνομικοί φλυαρούσαν καλοδιάθετα και χαμογελούσαν. Ήταν δυνατόν να μην ακούν; Παντοδύναμε Θεέ! Όχι, όχι! 'Ακουγαν, υποψιάζονταν, ήξεραν! Μόνο που κορόιδευαν, έπαιζαν με τον τρόμο μου! Αυτό σκέφτηκα τότε, κι αυτό σκέφτομαι τώρα. Αλλά το κάθε τι άλλο ήταν καλύτερο από τούτη την αγωνία! Το κάθε τι θα μπορούσα να το ανεχτώ, έξω από τη χλεύη! Μου ήταν αδύνατο να υποφέρω άλλο αυτά τα υποκριτικά χαμόγελα! Ένιωθα πως έπρεπε να ουρλιάξω ή να πεθάνω! Και τώρα πάλι! 'Ακου! Όλο και βαθύτερος... βαθύτερος... βαθύτερος!...

-"Γουρούνια!", ούρλιαξα, "μη προσποιείστε άλλο πια!
Παραδέχομαι πως εγώ τo 'κανα! Βγάλτε αυτές τις σανίδες!... Εδώ, εδώ!... Εδώ χτυπά αυτή η απαίσια καρδιά του"!
_______________________


Εντγαρ Άλαν Πόε
The Tell-Tale Heart (1842)
Μτφρ.: Δ. Κωστελένος

Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Το μάτι το αχόρταγο




Μια φορά κι έναν καιρό,
ζούσε ένας ψαράς πολύ φτωχός.
Μια μέρα, εκεί που ψάρευε, έπιασε
με τ' αγκίστρι του ένα πράμα τόσο δα,
που μήτε για ψαράκι φαινόταν
μήτε για κοχυλάκι.

Μια και δυο,
το παίρνει και το πάει στο βασιλιά,
κι εκείνος, γεμάτος περιέργεια,
βάζει αμέσως να του το ζυγιάσουν
με χρυσάφι.
Μα ούτε το χρυσάφι του
ούτε όλοι οι θησαυροί του
μπόρεσαν να κουνήσουν κείνο δα
το πραματάκι απ' τη θέση του.

Τότε ο βασιλιάς έστειλε και φώναξαν
όλους τους σοφούς,
αλλά κι αυτοί δε μπόρεσαν
να λύσουν το μυστήριο.

Μονάχα ένας ξένος,
περαστικός από τα μέρη τους,
αφού το ξέτασε καλά καλά,
γύρεψε και του φέραν λίγο χώμα.
Πήρε το πραματάκι,
το 'βαλε στη ζυγαριά,
έριξε από πάνω του το χώμα,
και λέει στο βασιλιά:
''Ρίξε κι εσύ λίγο χρυσάφι
από το άλλο μέρος.''
Δεν πρόλαβε να ρίξει το χρυσάφι,
κι αμέσως έγειρε η ζυγαριά.
Όλοι θαυμάσανε,
μα πιο πολύ ο βασιλιάς
και ζήτησε απ' τον ξένο την εξήγηση.

Και κείνος του πε:
''Τούτο το πραματάκι, βασιλιά μου,
είναι μάτι.
Κι όσο είναι
πάνω απ' το χώμα και βλέπει,
με τίποτα δε λέει να χορτάσει..''


Ντίνος Χριστιανόπουλος  



..............................................................................
Από το βιβλίο:
Ντίνος Χριστιανόπουλος
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
ΣΠΟΥΔΕΣ ΛΑΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ
ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟ ΑΧΟΡΤΑΓΟ
Διασκευή από θρακιώτικο παραμύθι

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

Θολούρα






Σηκώθηκε και τους ετοίμασε τέλεια το πρωινό
με μαθηματικές κινήσεις.

Τους χαιρέτησε: Στο καλό σας αγαπάω μην αργήσετε
απ’ το σοφά γυαλισμένο κεφαλόσκαλο.

Τίναξε το χαλί έπλυνε φλυτζάνια και τασάκια
μιλώντας μόνη της.

Έβαλε το φαΐ στην κατσαρόλα κι άλλαξε το νερό
στα βάζα.

Ένιωσε έξυπνη στο μανάβικο
χαμογέλασε συγκαταβατικά στην κομμώτρια
αλλοτριώθηκε στην αποθήκη καλλυντικών
κι αγόρασε Εκδόσεις Κύτταρο τη «ΣΥΝΕΙΔΗΔΗ ΤΗΣ
ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΟΝ ΑΝΔΡΙΚΟ ΚΟΣΜΟ».

Έστρωσε το τραπέζι την ώρα
που χτύπαγε το κουδούνι
όμορφη έξυπνη κι ενημερωμένη στα κοινά.

Το παιδί κοιμήθηκε
κι ο άντρας την ακούμπησε από πίσω.
Αυτή χαχάνισε όπως είχε δει σ’ ένα διαφημιστικό
και του’πε με χοντρή σεξουαλική φωνή: Έλα

Την πήδηξε τέλειωσε και ξεράθηκε.

Η γυναίκα σηκώθηκε με προσοχή για να μην τον
ξυπνήσει
έπλυνε τα πιάτα μιλώντας μόνη της
άνοιξε το παράθυρο να φύγει η τσικνίλα.

Έκανε τσιγάρο άνοιξε το βιβλίο και διάβασε:
«…μόνο όταν οι γυναίκες απαιτήσουν ενεργητικά
θα υπάρξει ελπίδα γι’ αλλαγή»

Και πιο κάτω:
ΝΑΙ, ΑΛΛΑ ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ, ΧΡΥΣΗ ΜΟΥ
ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ ΣΗΜΕΡΑ;

Σηκώθηκε με προσοχή
πήρε το καλώδιο της ψήστρας
το ’σφιξε καλά στο λαιμό του άντρα της
κι έγραψε κάτω από την ερώτηση
του φεμινιστικού κινήματος: 
ΕΠΝΙΞΑ ΕΝΑΝ.

ΎΣΤΕΡΑ πήρε το 100 και μέχρι να ’ρθουν
κοίταξε το ωροσκόπιό της στη ΓΥΝΑΙΚΑ.



Κατερίνα Γώγου 
από τη συλλογή «Τρία Κλικ Αριστερά» (1978).


Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Η εποχή του Λυκόφωτος




Οι καταστροφείς ήρθαν από την έρημο. Η Παλμύρα πρέπει να τους περίμενε:  Για χρόνια ομάδες επιδρομέων αποτελούμενες από γενειοφόρους μαυροφορεμένους ζηλωτές, οπλισμένους κυρίως με πέτρες, μεταλλικά ραβδιά και μια χαλύβδινη αίσθηση αρετής, τρομοκρατούσαν τις ανατολικές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Οι επιθέσεις τους ήταν πρωτόγονες, βάναυσες και εξαιρετικά αποτελεσματικές. Οι άντρες αυτοί κινούνταν σε αγέλες - αργότερα σε πλήθη που έφταναν μέχρι και τα πεντακόσια άτομα- κι απ΄όπου περνούσαν, προκαλούσαν απόλυτη καταστροφή. Στόχος τους ήταν οι ναοί κι οι επιθέσεις τους ήταν αστραπιαίες. Τεράστιες πέτρινες κολώνες που στέκονταν όρθιες για αιώνες κατέρρεαν μέσα σε ένα απόγευμα. Αγάλματα που έστεκαν στο βάθρο τους για μισή χιλιετία, έμεναν με τα πρόσωπα ακρωτηριασμένα μέσα σε μερικά λεπτά. Ναοί που είχαν υπάρξει μάρτυρες της ανόδου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρεαν μέσα σε μια μέρα. 

Οι πράξεις αυτές ήταν βίαιες, αλλά δεν συνοδεύονταν από κάποια ευσέβεια. Οι ζηλωτές γελούσαν ασυγκράτητα καθώς τσάκιζαν τα "σατανικά"   "ειδωλολατρικά"  αγάλματα. οι πιστοί ξεσπούσαν σε γιουχαϊσματα καθώς γκρέμιζαν ναούς, ξήλωναν στέγες και κατέστρεφαν τάφους.  Άρχισαν να εμφανίζονται ύμνοι που απαθανάτιζαν τις ένδοξες αυτές στιγμές.  "Τα αισχρά αυτά πράγματα" έψελναν περήφανοι οι προσκυνητές. οι "δαίμονες και τα είδωλα [...] ο καλός Σωτήρας μας όλα τα ποδοπάτησε"   (1)
Ο φανατισμός σπανίως παράγει καλή ποίηση.

Σε αυτή την ατμόσφαιρα, ο ναός της Αθηνάς  στην Παλμύρα αποτελούσε προφανή στόχο. Το όμορφο κτίσμα ήταν ένας απροκάλυπτος ύμνος σε όλα όσα απεχθάνονταν οι πιστοί: ένας μνημειώδης ψόγος στο μονοθεϊσμό.  Αν δάβαινες τις πύλες του, τα μάτια σου χρειάζονταν μερικές στιγμές για να συνηθίσουν το δροσερό μισοσκόταδο στο εσωτερικό του μετά τη λαμπρότητα του εκτυφλωτικού ήλιου της Συρίας. Καθώς θα προσαρμόζονταν, μπορεί να παρατηρούσες ότι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τη μυρωδιά των θυμιαμάτων, ή ίσως ότι το λιγοστό φως που υπήρχε προερχόταν από μερικά σκόρπια λυχνάρια αφημένα από τους πιστούς. Αν σήκωνες το βλέμμα, θα έβλεπες στην τρεμουλιαστή λάμψη τους την ίδια την Αθηνά. 

Το όμορφο, περήφανο προφίλ του αγάλματος μπορεί να βρισκόταν  μακριά από την πατρίδα της Αθηνάς, την Αθήνα, αλλά ήταν απολύτως αναγνωρίσιμο, με την ίσια ελληνική του μύτη, το διάφανο μαρμάρινο δέρμα και το πλούσιο, ελαφρά δύσθυμο στόμα. Το μέγεθος του αγάλματος  -πολύ ψηλότερο από οποιονδήποτε άνθρωπο- μπορεί επίσης να εντυπωσίαζε. Αν και πιθανότατα πιο αξιοθαύμαστο από τις διαστάσεις του αγάλματος ήταν το μέγεθος των αυτοκρατορικών υποδομών και φιλοδοξιών, που είχαν φέρει ως εδώ αυτό το αντικείμενο. Το άγαλμα ήταν αντανάκλαση άλλων μορφών που βρίσκονταν στην αθηναϊκή Ακρόπολη, πάνω από χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά. αυτή η συγκεκριμένη εκδοχή είχε κατασκευαστεί σε ένα εργαστήριο εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Παλμύρα, για να μεταφερθεί στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία και κόστος ως εδώ, προκειμένου να δημιουργηθεί μια μικρή νησίδα ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στους αμμόλοφους της συριακής ερήμου.

Το πρόσεξαν άραγε, αυτό οι καταστροφείς καθώς έμπαιναν; Τους εντυπωσίασε, έστω και φευγαλέα, η επιτήδευση μιας αυτοκρατορίας που μπορούσε να εξορύξει το μάρμαρο, να κατασκευάσει το γλυπτό κι ύστερα να το μεταφέρει σε τόσο μεγάλες αποστάσεις;  Θαύμασαν έστω και για μια στιγμή την τέχνη που μπορούσε να κατασκευάσει από μάρμαρο ένα στόμα τόσο τρυφερό στην όψη, ώστε θα μπορούσες να το φιλήσεις;  Θαύμασαν έστω και για ένα δευτερόλεπτο την ομορφιά του;

Μάλλον όχι. Γιατί, όταν οι άντρες μπήκαν στο ναό, πήραν ένα όπλο και με ένα συντριπτικό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού αποκεφάλισαν τη θεά. Το κεφάλι του αγάλματος έπεσε στο δάπεδο, η μύτη έσπασε και τα άλλοτε λεία μάγουλα βούλιαξαν. Τα μάτια της Αθηνάς, άθικτα, κοιτούσαν τώρα από ένα πρόσωπο παραμορφωμένο.
Ο αποκεφαλισμός δεν ήταν αρκετός. Ακολούθησαν κι άλλα χτυπήματα που αφαίρεσαν την κορυφή του κεφαλιού, έβγαλαν την περικεφαλαία από το κεφάλι της θεάς και την έκαναν κομμάτια. Το άγαλμα έπεσε από το βάθρο και τα μπράτσα και οι ώμοι του αποκόπηκαν. Το σώμα έμεινε πεσμένο μπρούμυτα στη σκόνη.  ο βωμός που βρισκόταν δίπλα κόπηκε από τη βάση του.

Μόνο τότε οι άνθρωποι αυτοί - οι χριστιανοί αυτοί - ένιωσαν ότι το έργο τους είχε ολοκληρωθεί. Χάθηκαν ξανά στην έρημο. Πίσω τους, ο ναός έμεινε σιωπηλός.  Οι αναθηματικοί λύχνοι, χωρίς κανέναν να τους συντηρεί, έσβησαν. Στο δάπεδο το κεφάλι της Αθηνάς άρχισε να σκεπάζεται αργά από την άμμο της συριακής ερήμου.

Ο "θρίαμβος"  του χριστιανισμού είχε αρχίσει 



Catherine Nixey 
από το βιβλίο της 
"Η εποχή του λυκόφωτος - Η καταστροφή του κλασικού κόσμου από τον χριστιανισμό" 
εκδ Αλεξάνδρεια






(1) ύμνος κοπτών προσκυνητών 














Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2025

Η πλώρη μας




Ήταν η πλώρη μας καθώς των φορτηγών οι πλώρες.
Γιομάτη πράγματα παλιά, που εμύριζαν βαριά,
μ’ ένα τραπέζι ξύλινο στη μέση, λερωμένο
και σκαλισμένο σε πολλές μεριές με το σουγιά.


Είχε δεξιά κι αριστερά, απάνω το ‘να στ’ άλλο,
τα ξύλινα κρεβάτια μας στα πλάγια κολλητά,
που έμοιαζαν, μέσα στο θαμπόν, ανάλαφρο σκοτάδι,
φέρετρα που ξεχάστηκαν και μείναν ανοιχτά.

Σε μια γωνιά το αρμάρι μας, απ’ έξω στολισμένο
με ζωγραφιές χρωματιστές από περιοδικό
ή γαλλικές φωτογραφίες αισχρές, που παρασταίνουν
το αμάρτημα της ηδονής το προπατορικό.

Πάντα βασίλευε σιγή θανατερή εκεί μέσα
και περπατούσαμε όλοι μας στις μύτες των ποδιών,
κι ήταν στιγμές που νόμιζες πως άκουες να χτυπούνε
σαν το ρολόι, μες στη σιγή, οι χτύποι των καρδιών.
Κι έκοβε μόνο τη σιγήν ο χτύπος της καμπάνας
που απάνου στο καμπούνι, αργά, χτυπούσε των ωρών
το πέρασμα, μ’ ένα βαρύ μα λυπημένον ήχο,
που πνίγονταν μες στη βοή του αγέρα ή των νεκρών.

Τις Κυριακές, σαν είχανε δουλειά μονάχα οι βάρδιες,
σ' αυτήν εμαζευόμαστε και ανάβαμε φωτιά
κι ή αισχρές, σιγά, για τις γυναίκες λέγαμε ιστορίες
ή το φαΐ μας παίζαμε με πείσμα στα χαρτιά.

Στην πλώρη αυτή κατάστρεψα τον ήρεμον εαυτό μου
και σκότωσα την τρυφερή παιδιάτικη ψυχή.
Όμως ποτέ δε μ’ άφησε το επίμονο όνειρό μου
και πάντα η θάλασσα πολλά μου λέει, όταν αχεί.


Νίκος Καββαδίας
Ποιητική συλλογή: "Μαραμπού " 1933