Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Τότε ποὺ ὁ Δομίνικος Παναγιωτόπουλος ἀποφάσισε νὰ ζωγραφίσει τὸ Θεό


ργύρης Χιόνης


Ο ζω­γρά­φος Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος, ­ν μι ζω­ ζω­γρά­φι­ζε νε­κρς φύ­σεις, λου­λού­δια σ βά­ζα κι λ­λα τέ­τοι­α, μι μέ­ρα, ­τσι, στ κα­λ κα­θού­με­να, ­πο­φά­σι­σε ν ζω­γρα­φί­σει τ Θε­ό. Κα σ ν μν ­φτα­νε α­τό, ­πο­φά­σι­σε ­πί­σης πς ­,τι ε­χε ζω­γρα­φί­σει μέ­χρι τό­τε ­ταν ­νά­ξιο λό­γου κι ­ξιο ν κα­ε. ­ρι­ξε λοι­πν στ φω­τι ­λες τς νε­κρς φύ­σεις κα τ λου­λού­δια σ βά­ζα κι ­λα τ’ λ­λα σχε­τι­κά, πο ε­χε φτιά­ξει, κα βάλ­θη­κε ν σκέ­φτε­ται πς ν ζω­γρα­φί­σει τ Θε­ό.
Δομ. Θεοτοκόπουλος
"Θέα από το Τολέντο" (λεπτ)
          

  Τ πρό­βλη­μα δν ­ταν δι­ό­λου ­πλό, για­τί Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος ­ταν κα­λς ζω­γρά­φος κα δν το πή­γαι­νε ν φτιά­ξει ­ναν ­σπρο­μάλ­λη γέ­ρο σν τν ϊ Βα­σί­λη κά­τι τέ­τοι­ο.
          
  ­με­νε λοι­πν σι­ω­πη­λός, μέ­ρες ­τέ­λει­ω­τες, μπρο­στ στν κά­τα­σ­πρη, λεί­α ­πι­φά­νεια το στο­κα­ρι­σμέ­νου μου­σα­μά του, μ μι μό­νο σκέ­ψη ν γυ­ρί­ζει μέ­σα στ μυα­λό του: «Πς ε­ναι Θε­ός;»
           

 Ο μέ­ρες ­γι­ναν μή­νας κι μή­νας μ­νες κι Δο­μί­νι­κος δν ­λε­γε ν κου­νή­σει ­π’ τ θέ­ση του, δν ­λε­γε ν βά­λει λ­λη σκέ­ψη στ μυα­λό του.
            Τ φαΐ πο το ‘­φερ­νε μι γρι γει­τό­νισ­σα ­με­νε σχε­δν ­νέγ­γι­χτο. Ο φί­λοι του, κα­φε­νό­βιοι καλ­λι­τέ­χνες, ­πως λ­λω­στε ­ταν κι ­διος κά­πο­τε, τν ­χα­σαν ­π’ τς πα­ρέ­ες τους. ­νας δε­σμός, πο πι­θα­νν ν ­δη­γο­σε στ γά­μο, δι­α­λύ­θη­κε. ­κό­μα κι γρι γει­τό­νισ­σα, πο τν φρόν­τι­ζε, στα­μά­τη­σε στ τέ­λος ν πη­γαι­νο­έρ­χε­ται, για­τί φο­βή­θη­κε πς το ‘­χε στρί­ψει καί, πο­τ δν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται μ’ α­τος τος τρε­λος καλ­λι­τέ­χνες.
            Μι μέ­ρα, ­νας ζη­τιά­νος χτύ­πη­σε τν πόρ­τα του. Μν παίρ­νον­τας ­πάν­τη­ση κα βρί­σκον­τας ξε­κλεί­δω­τα, μπ­κε κι ε­δε τ Δο­μί­νι­κο ν κά­θε­ται, μ τν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρς τν πόρ­τα, ­κί­νη­τος μπρο­στ στ κα­βα­λέ­το του.
            « Θε­ς ν σο δί­νει χρό­νια, πα­λι­κά­ρι μου», ε­πε ζη­τιά­νος, «δ­σε μου μι βο­ή­θεια».
            Στ ­κου­σμα τς λέ­ξης Θε­ός, Δο­μί­νι­κος βγ­κε ­π’ τν ­ε­ρό του λή­θαρ­γο κα στρά­φη­κε πρς τ γέ­ρο.
            «­χεις δε πο­τ τ Θε­ό;» ρώ­τη­σε.
            «Συ­νέ­χεια τν ­χω μ­πρός μου», ­πάν­τη­σε ζη­τιά­νος. «­κό­μα κα τού­τη τ στιγ­μ πού σου μι­λ τν βλέ­πω, για­τί Θε­ς ε­ναι τ πάν­τα».
            «Τ πάν­τα…», ­πα­νέ­λα­βε σν ­χ Δο­μί­νι­κος.
            «Ναί, τ πάν­τα», ξα­νά­πε ζη­τιά­νος. «Ε­ναι μα­χαί­ρι κα ρ­ν κα πυρ­κα­γι κα δά­σος κα ­ρη­μος κα πο­τα­μς κα σύν­νε­φο κα γ κα κό­κα­λα γυ­μν κα γυ­μν κορ­μί… Τ πάν­τα».
            «Ε­σαι ζη­τιά­νος σο­φός;» ρώ­τη­σε, γε­μά­τος θαυ­μα­σμό, Δο­μί­νι­κος.
            «Ε­μαι Θε­ός», ­πο­κρί­θη­κε ζη­τιά­νος.
            Δο­μί­νι­κος πε­τά­χτη­κε τό­τε ­π’ τ θέ­ση του κι ­πε­σε στ γό­να­τα ν προ­σκυ­νή­σει ­κε­νον πο τό­σον και­ρ ­ψα­χνε τ μορ­φή του.
            ζη­τιά­νος γέ­λα­σε κα­λο­συ­νά­τα. «Δν ε­πα Θε­ός», ε­πε, «ε­πα Θε­ός, ­πως Θε­ς ε­σαι κι ­σ κα ο μπο­γι­ς κα τ πι­νέ­λα σου…. Δέ σο ‘­πα ­τι τ πάν­τα ε­ναι Θε­ός; Σή­κω τώ­ρα κα δ­σε μου μι βο­ή­θεια, για­τί ­χω τρες μέ­ρες ν βά­λω Θε­ στ στό­μα μου».
            Δο­μί­νι­κος ­πά­κου­σε κι ζη­τιά­νος ­φυ­γε ε­χα­ρι­στη­μέ­νος.
            ­ταν ξα­νά­μει­νε μό­νος, Δο­μί­νι­κος ρ­χι­σε ν κλαί­ει. Δν ­κλαι­γε ­π ­πελ­πι­σί­α ο­τε ­π χα­ρά, δν κα­τα­λά­βαι­νε κν ­τι ­κλαι­γε. Τ δά­κρυ­α ­νά­βλυ­ζαν μό­να τους ­π’ τ μά­τια του.
            ­π τό­τε, Δο­μί­νι­κος ξα­νάρ­χι­σε νά ζω­γρα­φί­ζει νε­κρς φύ­σεις κα ζων­τα­νς κι ,τι λ­λο το ‘ρ­χό­τα­νε στ νο ν ζω­γρα­φί­σει κα πο­τ δν ξα­νά­κα­ψε τί­πο­τα, για­τί τ πάν­τα ­ταν τώ­ρα Θε­ός.


Αργύρης Χιόνης
από τις


Ιστορίες μις παλις ποχς (Αγόκερος, θήνα, 1981).





ΔομίνικοςΘεοτοκόπουλος
"Ο Άγιος Δομινικος προσευχόμενος"


Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας.. [Κεφ. IV]




Ο γερο-Αντόνιο σκότωσε ένα «λιοντάρι του βουνού» (που μοιάζει πολύ με το αμερικάνικο πούμα) με την παλιά του chimba (3).   Εγώ παλιά τον είχα κοροϊδέψει για το όπλο του.   "Αυτά τα όπλα τα χρησιμοποιούσαν όταν ο Hernan Cortes κατέλαβε το Μεξικό» του είπα. Αυτός αμύνθηκε: «Ναι, αλλά κοίτα τώρα σε ποιανού τα χέρια βρίσκεται».
Τώρα τραβά τα τελευταία κομμάτια κρέ­ας από το δέρμα για να το βυρσοδέψει. Μου δείχνει περή­φανος το δέρμα. Δεν έχει ούτε μια τρύπα. «Ακριβώς στο μάτι» μου κομπάζει. «Είναι ο μόνος τρόπος να μην έχει το δέρμα σημάδια κακομεταχείρισης» προσθέτει. «Και τι θα κάνεις με το δέρμα;» ρωτάω. Ο γερο-Αντόνιο δε μου απα­ντά, συνεχίζει να σκίζει σιωπηλά το δέρμα του λιονταριού με τη ματσέτα του. Κάθομαι στο πλάι του και, αφού γεμίσω την πίπα, κάνω να του στρίψω ένα τσιγάρο. Του το δίνω χωρίς να πω κουβέντα, αυτός το εξετάζει και το ανοίγει. «Σου λείπει πείρα» μου λέει καθώς το ξαναστρίβει.
Καθόμαστε να συμμετάσχουμε μαζί σ’ αυτή την τελετή του καπνίσματος. Ρουφηξιά τη ρουφηξιά, ο γερο-Αντόνιο ξετυλίγει την ιστορία:
«Το λιοντάρι είναι δυνατό, γιατί τα άλλα ζώα είναι αδύ­ναμα. Το λιοντάρι τρώει το κρέας των άλλων, γιατί τα άλ­λα το αφήνουν να τα φάει. Το λιοντάρι δε σκοτώνει με τα νύχια ή με τα δόντια. Το λιοντάρι σκοτώνει κοιτάζοντας. Στην αρχή πλησιάζει σιγά-σιγά... αθόρυβα, γιατί έχει σύν­νεφα στα πόδια που σκοτώνουν το θόρυβο. Κατόπιν πηδά και αναποδογυρίζει το θύμα, μια επίθεση που ποντάρει πε­ ρισσότερο στον αιφνιδιασμό απ’ ό,τι στη δύναμη. Κατόπιν στέκεται και το κοιτάζει. Κοιτάζει τον αιχμά­λωτό του. Έτσι... [ο γερο-Αντόνιο ζαρώνει τα φρύδια και με καρφώνει με τα μαύρα του μάτια]. Το καημένο το ζωάκι που θα πεθάνει, απομένει να κοιτάζει μονάχα, κοιτάζει το λιοντάρι που το κοιτάζει. Το ζωάκι δε βλέπει πια τον ίδιο του τον εαυτό, βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει την εικόνα του στη ματιά του λιονταριού, βλέπει ότι, στα μάτια του λιονταριού, είναι μικρό και αδύναμο. Το ζωάκι ούτε που το σκεφτόταν αν είναι μικρό ή αδύναμο, ήταν βλέ­πεις ένα ζωάκι, ούτε μεγάλο ούτε μικρό, ούτε δυνατό ούτε αδύναμο. Αλλά τώρα βλέπει αυτό που βλέπει το λιοντάρι, βλέπει το φόβο. Και βλέποντας ότι το βλέπουν, το ζωάκι πείθεται, από μόνο του, ότι είναι μικρό και αδύναμο. Και βλέποντας το φόβο του που βλέπει ότι το λιοντάρι το βλέπει, φοβάται. Κι έτσι το ζωάκι δε βλέπει τίποτα πια, παγώνουν τα κόκαλά του, έτσι όπως όταν μας πιάνει η βρο­χή στο βουνό, τη νύχτα, μέσα στο κρύο. Κι έτσι το ζωάκι πα­ραδίνεται έτσι απλά, αφήνεται και το λιοντάρι το καταβρο­χθίζει αλύπητα.
Έτσι σκοτώνει το λιοντάρι. Σκοτώνει κοιτά­ζοντας. Αλλά υπάρχει ένα ζωάκι που δεν κάνει έτσι, που όταν το σταματά το λιοντάρι, δε δίνει σημασία και συνεχίζει σαν να μη συμβαίνει τίποτα, κι αν το λιοντάρι το αρπάξει, αυ­τό απαντά μ’ ένα γρατζούνισμα με τα χεράκια του που είναι μικρά αλλά πονάει το αίμα που βγάζουν. Κι αυτό το ζωάκι δεν αφήνεται στο λιοντάρι, γιατί δε βλέπει ότι το βλέπουν... είναι τυφλό. Τυφλοπόντικες τα λένε αυτά τα ζωάκια».
Φαίνεται πως ο γερο-Αντόνιο σταμάτησε να μιλά. Εγώ δοκιμάζω ένα «Ναι, αλλά...». Ο γερο-Αντόνιο δε μ’ αφήνει να συνεχίσω, συνεχίζει να διηγείται την ιστορία, καθώς στρίβει άλλο ένα τσιγάρο. Το κάνει αργά, γυρνώντας και κοιτάζοντάς με από καιρού εις καιρό για να δει αν τον προ­σέχω.
«Ο τυφλοπόντικας έμεινε τυφλός γιατί, αντί να βλέπει προς τα έξω, βάλθηκε να κοιτάζει την καρδιά, έμεινε να κοιτάζει προς τα μέσα. Και κανείς δεν ξέρει γιατί του μπή­κε στο μυαλό του τυφλοπόντικα να κοιτάζει προς τα μέσα. Και βρίσκεται ο τυφλοπόντικας να κοιτάζει ανόητα την καρδιά κι έτσι, δε νοιάζεται για δυνατούς κι αδύναμους, για μεγάλους ή μικρούς, γιατί η καρδιά είναι η καρδιά και δε με­τριέται όπως μετριούνται τα πράγματα ή τα ζώα. Κι αυτό, το να κοιτάζει προς τα μέσα, μπορούσαν να το κάνουν μο­νάχα οι θεοί κι έτσι οι θεοί τον τιμώρησαν τον τυφλοπόντι­κα και δεν τον άφησαν πια να βλέπει προς τα έξω και επι­πλέον τον καταδίκασαν να ζει και να περπατά κάτω απ’ τη γη. Και γι’ αυτό ο τυφλοπόντικας ζει κάτω από τη γη, γιατί τον τιμώρησαν οι θεοί. Κι ο τυφλοπόντικας δε στενοχωρή­θηκε γιατί συνέχισε να κοιτάζει προς τα μέσα. Και γι’ αυτό ο τυφλοπόντικας δε φοβάται το λιοντάρι. Κι ούτε φοβάται το λιοντάρι ο άνθρωπος που ξέρει να κοιτάζει την καρδιά.  Γιατί ο άνθρωπος που ξέρει να κοιτά την καρδιά δε βλέπει τη δύναμη του λιονταριού, βλέπει τη δύναμη της καρ­διάς του, κι έτσι κοιτάζει το λιοντάρι και το λιοντάρι τον βλέπει που το κοιτάζει ο άνθρωπος, και το λιοντάρι βλέπει πως στα μάτια του ανθρώπου είναι μόνο ένα λιοντάρι και το λιοντάρι βλέπει πως το βλέπουν και φοβάται και το βά­ζει στα πόδια».
«Κι εσείς κοιτάξατε την καρδιά σας για να σκοτώσετε αυτό το λιοντάρι;» διακόπτω. Αυτός απαντά: «Εγώ; Όχι, άνθρωπέ μου, εγώ κοίταξα το σκόπευτρο της καραμπίνας και το μάτι του λιονταριού κι έτσι απλά πυροβόλησα... για την καρδιά, ούτε που το θυμήθηκα...».
Εγώ ξύνω το κεφάλι μου όπως κάνουν, καθώς έμαθα, εδώ, όποτε δεν καταλα­βαίνουν κάτι. Ο γερο-Αντόνιο σηκώνεται αργά, παίρνει το δέρμα, το εξετάζει προσεκτικά. Μετά το τυλίγει και μου το παραδίδει: «Πάρ’ το» μου λέει. «Σ’ το χαρίζω για να μην ξεχάσεις πο­τέ ότι το λιοντάρι και το φόβο τούς σκοτώνεις αν ξέρεις πού να κοιτάξεις...». Ο γερο-Αντόνιο γυρνά και μπαίνει στην καλύβα του. Στη γλώσσα του γερο-Αντόνιο αυτό σημαίνει: «Τέλειωσα πια. Αντίο».
Εγώ έβαλα σε μια πλαστική σα­κούλα το δέρμα του λιονταριού κι έφυγα..



(3). chimba:  κυνηγετικό όπλο με φυτίλι 


προηγούμενο κεφάλαιο                                               επόμενο κεφάλαιο

Subcomandante Marcos   "Ιστορίες του γερο-Αντόνιο"  κεφ. ΙV

[εκδ. Ροές
μεταφρ. Γιώργος Καρατζάς ]


Δευτέρα 16 Μαρτίου 2015

Σχήμα της απουσίας


Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ' τα σπίτια τους,
τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους
την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει
σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί -

Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα
σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή
καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια.

Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι
κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο
και κάθε μέρα μεγαλώνουν μέσα στην καρδιά μας, τόσο
που ο πόνος κάτω απ' τα πλευρά μας, δεν είναι πια απ΄τη στέρηση
μα απ' την αύξηση. Κι αν κάποτε οι γυναίκιες βγάζουν μια κραυγή στον ύπνο τους,
είναι που τα κοιλοπονάνε πάλι.



Κάποτε, μες στο βράδυ της άνοιξης, ένα παιδί σηκώνεται και φεύγει ανεξήγητα
χωρίς κανείς να το μαλώσει'
σηκώνεται αργά, απροειδοποίητα,
εκεί που καθόταν ήσυχα στο χώμα
κι η θέση του στο χώμα μένει ζεστή
και το σχήμα της στάσης του αχνίζει ακόμη στο δροσερόν αέρα
σχηματίζοντας ένα άλλο παιδί από υπόλευκη ζέστα. 

Τότε ολόγυρα μαζεύονται, σα γύρω από μιαν άσπρη φωτιά, τα μικρά πρόβατα
να ζεσταθούνε' και λίγο πιο πέρα
ένα ψηλό, ολομόναχο, άσπρο άλογο
φέγγοντας όλο κάτω απ΄ την αστροφεγγιά
κλαίει με μεγάλα, κατάφωτα δάκρυα, κρατώντας ολόρθο το κεφάλι του.



[...]
Ζει η απουσία λοιπόν, μαζί μας ή και μόνη της, τη ζωή της,
χειρονομεί αδιόρατα, σωπαίνει, φθείρεται, γερνάει
σαν ύπαρξη σωστή, με το βουβό χαμόγελο που ρυτιδώνει λίγο λίγο
το στόμα και τα μάτια, με το χρόνο το δικό μας μετρημένη,
χάνοντας χρώματα, πληθαίνοντας τη σκιά της –
ζει και γερνάει μαζί μας και χάνεται μαζί μας, κι απομένει σε ό,τι αφήνουμε.


Και πρέπει να προσέχουμε την κάθε κίνηση και σκέψη μας και λέξη
γιατί, για ό,τι γίνεται ‘κείνο που λείπει,
φέρουμε τώρα, εμείς μονάχα, ακέρια την ευθύνη.


Γιάννης Ρίτσος, 

«Σχήμα της απουσίας», ΙΙ, Ποιήματα, Τόμος Β’ 
(1941-1958), εκδ. Κέδρος

Michael Tolleson



[...]
Ἕνα μικρό κορίτσι, ἀνύποπτα νυχτώθηκε ἄξαφνα μέσα στὴ λύπη...
 Τί ‘ταν λοιπόν ἡ ζωή;
Κι αὐτός ὁ πόνος; Κ' ἡ κραυγή τούτη;..
 Ἦταν δικά του αὐτά;.. Καὶ περίμεναν πίσω ἀπ’ τὸ γέλοιo του,
 πανέτοιμα κ' ἐπίβουλα;.. Κι αὐτά τ' ἀγαπημένα πρόσωπα, 

 που ἔσκυβαν πάνω του μακρυνά κιόλας;.. 
Ἄνοιξε ἥσυχα λοιπὸν  τὴν πόρτα ἑνὸς ἄστρου, 
μπῆκε μέσα προφυλαχτικά, νὰ μὴν ἀκούσουμε 
 – μὰ ὅλες τὶς νύχτες κείνη ἡ πόρτα ἀνοιχτή  χτυπάει ἀπ’ τὸν ἀγέρα τοῦ μικροῦ λυγμοῦ του...

 Κι οὔτε μπόρεσε  νὰ σηκωθῇ πιὰ νὰ τὴν κλείσῃ, 
οὔτε μποροῦμε – εἶναι μακρυά – νὰ τὴν κλείσουμε...
[...]





Στην τελική σελίδα ο γραφικός σου χαρακτήρας άρχισε να πελαγοδρομεί, 
τα γράμματα σμήνος πουλιών που ρούφηξαν αλκοόλ και μέθυσαν. 
Η τελευταία λέξη εξατμίστηκε στην ομίχλη. 
Κι έτσι ακόμα δεν ξέρω αν τελικά έγραφες έλεος, έλος 
ή απλώς τέλος.

Χλόη Κουτσουμπέλη 





photo:Joanna Rzeznikowska

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015

Ψάχνουμε τη λέξη για να πούμε "παραδίνομαι" ... [ Κεφ. ΙΙΙ ]


Στην επιτροπή συζητάγαμε όλο το απόγευμα. Ψάχνουμε τη λέξη σε ιδίωμα για να πούμε "παραδίνομαι" και δεν τη βρίσκουμε.  Δεν έχει μετάφραση σε tzotzil ούτε σε  tzeltal, κανείς δε θυμάται αυτή τη λέξη να υπάρχει σε tojolabal ή σε chol .

Πάνε ώρες που ψάχνουν συνώνυμα. Έξω βρέχει κι ένα σύννεφο-σύντροφος έρχεται να ξαπλώσει μαζί μας. Ο γερο-Αντόνιο περιμένει να φύγουν όλοι αμίλητοι και να μείνει μονάχα το ταμπούρλο της βροχής πάνω στη σκεπή από λαμαρίνα. Σιωπηλά με πλησιάζει ο γερο-Αντόνιο, βήχοντας από τη φυματίωση, και μου λέει στ΄αυτί:  "Αυτή η λέξη δεν υπάρχει σε γλώσσα πραγματική, γι αυτό οι δικοί μας ποτέ δεν παραδίδονται, καλύτερα να πεθάνουν, γιατί οι νεκροί μας προστάζουν πως οι λέξεις που δε μας πηγαίνουν, δε ζουν" . 

Μετά πηγαίνει προς τη φωτιά για να τρομάξει το φόβο και το κρύο. 
Το διηγούμαι στην Άννα-Μαρία, αυτή με κοιτάζει τρυφερά και μου θυμίζει πως ο γερο-Αντόνιο είναι πια νεκρός... 

Η αβεβαιότητα των τελευταίων ωρών του περασμένου Δεκέμβρη επαναλαμβάνεται.  Κάνει κρύο, οι φρουρές αλλάζουν μ΄ένα σύνθημα που είναι ένα μουρμουρητό. Βροχή και λάσπη σβήνουν τα πάντα, οι άνθρωποι μουρμουρίζουν και το νερό ουρλιάζει. Κάποιος ζητάει ένα τσιγάρο και το αναμμένο σπίρτο φωτίζει το πρόσωπο του συμπολεμιστή που βρίσκεται στη σκοπιά... μια στιγμή μονάχα.. αλλά είναι αρκετό για να δεις ότι χαμογελάει... Κάποιος έρχεται με το πηλίκιο και το τουφέκι να στάζουν νερό.
"Έχει καφέ" ενημερώνει. 
Η Επιτροπή, όπως είναι το έθιμο σ αυτά τα μέρη, κάνει μια ψηφοφορία για να δει αν θα πιουν καφέ ή αν θα συνεχίσουν να ψάχνουν το αντίστοιχο του "παραδίνομαι"  σε πραγματική γλώσσα. 
Παμψηφεί κερδίζει ο καφές . 
ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΔΙΝΕΤΑΙ....

Θα μείνουμε μόνοι ;

προηγούμενο κεφάλαιο                                  επόμενο κεφάλαιο 
 
Subcomandante Marcos   "Ιστορίες του γερο-Αντόνιο"  κεφ. ΙΙΙ

[εκδ. Ροές
μεταφρ. Γιώργος Καρατζάς ]

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Προσωπικό


 Επειδή η ζωή μας
μοιάζει να φυραίνει  
μέρα τη μέρα,
δε θα πει πως η ζωή 

δεν αξίζει τον κόπο.
829013299_3420fa3a9b
Marc Chagall


Επειδή σ' αγάπησα και σ' αγαπώ ακόμη
κι ας μην είναι όπως παλιά,
δε θα πει πως πέθανε η αγάπη,
κουράστηκε ίσως, σαν καθετί που ανασαίνει.

Επειδή περνάς δύσκολες μέρες
σκυμμένη σε χαρτιά και γκρεμούς
που δεν κλείνουν, κι εγώ πηδάω
τις νύχτες επί κοντώ λαχανιάζοντας,
δε θα πει πως δεν έχουμε
μοίρα στον ήλιο,
έχουμε
τη δική μας μοίρα.

Επειδή πότε είσαι άνθρωπος
και πότε πουλί, φέρνεις στο σπίτι μας
ψωμάκια μικρά της αποδημίας
κι ελπίζουνε τα παιδιά μας
σε καλύτερες μέρες.

Επειδή λες όχι και ναι κι ύστερα όχι
και δεν παραιτείσαι,
ντρέπομαι για τα ίσως, τα μπορεί τα δικά μου,
μα δεν αλλάζω, όπως δεν αλλάζεις κι εσύ,
αν αλλάζαμε θα 'μαστε πάλι
δυο άγνωστοι και θ' αρχίζαμε
απ' το άλφα.

Τώρα ξέρουμε πού πονάς
πού σωπαίνω πότε γίνεται παύση,
διακοπή αίματος και κρυώνουν
τα σώματα, ώσπου μυστικό δυναμό
να φορτίσει πάλι τα μέλη
με δύναμη κι έλξη και δέρμα ζεστό.

Επειδή είναι δύσκολο ν' αγαπάς
και δυσκολότερο ν' αγαπάς τον ίδιο άνθρωπο
για καιρό, κάνοντας σχέδια και παιδιά
και καβγάδες, εκδρομές, έρωτα, χρέη
κι αρρώστιες, Χριστούγεννα, Κυριακές
και Δευτέρες, νόστιμα φαγητά
και καμένα, θέλοντας ο καθένας
να 'ναι ο άλλος γεφύρι και δέντρο
και πηγή, κατά τις περιστάσεις
ή και όλα μαζί στην ανάγκη,
δε θα πει πως εγώ δε μπορώ
να γίνω κάτι απ' όλα αυτά ή και όλα μαζί,
κι αν είναι να περάσω
μια ζωή στη σκλαβιά –έτσι κι αλλιώς–
ας είμαι, λέω, σκλάβος της αγάπης.




Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Άνθρωποι από καλαμπόκι .. [ Κεφ. ΙΙ ]


«Όταν ο κόσμος κοιμόταν και δεν ήθελε να ξυπνήσει, οι μεγάλοι θεοί έκαναν την συνέλευσή τους για να αποφασίσουν για τις δουλειές κι έτσι συμφώνησαν να φτιάξουν τον κόσμο και να φτιάξουν τους άντρες και τις γυναίκες. Και ήρθε στη σκέψη των περισσότερων από τους θεούς να φτιάξουν τον κόσμο και τους ανθρώπους και σκέφτηκαν να τους φτιάξουν και να είναι πολύ όμορφοι και να αντέχουν πολύ στο χρόνο και έτσι έφτιαξαν τους πρώτους ανθρώπους από χρυσάφι κι έμειναν ευχαριστημένοι οι θεοί γιατί οι άνθρωποι που έφτιαξαν ήταν λαμπεροί και δυνατοί.
Αλλά τότε οι θεοί κατάλαβαν ότι οι άνθρωποι από χρυσάφι δεν κουνιόντουσαν, έστεκαν πάντα χωρίς να περπατούν ή να δουλεύουν, γιατί ήταν πολύ βαριοί.

Κι έτσι συγκεντρώθηκε η κοινότητα των θεών για να βγάλει απόφαση πως θα λύσουν αυτό το πρόβλημα κι έτσι βγάλαν απόφαση να κάνουν κι άλλους ανθρώπους και τους έκαναν από ξύλο κι αυτοί οι άνθρωποι είχαν το χρώμα του ξύλου και δούλευαν πολύ και πολύ περπατούσαν κι οι θεοί ήταν πάλι ευχαριστημένοι γιατί ο άνθρωπος πια δούλευε και περπατούσε κι ήταν πια έτοιμοι να πάνε να το γιορτάσουν, όταν κατάλαβαν πως οι άνθρωποι από χρυσάφι ανάγκαζαν τους ανθρώπους από ξύλο να τους φορτώνονται στη πλάτη και να δουλεύουν γι’ αυτούς.

Κι έτσι οι θεοί είδαν ότι ήταν λάθος αυτό που έκαναν και έτσι κάθισαν να συμφωνήσουν για να δουν πως θα διορθώσουν την κατάσταση κι έτσι πήραν απόφαση να φτιάξουν ανθρώπους από καλαμπόκι, τους ανθρώπους τους καλούς, τους άντρες και τις γυναίκες τους αληθινούς, και πήγαν να κοιμηθούν κι έμειναν οι άνθρωποι από καλαμπόκι, οι άντρες κι οι γυναίκες οι αληθινοί, να δουν πώς να διορθώσουν τα πράγματα γιατί οι θεοί πήγαν για ύπνο.

Κι οι άνθρωποι από καλαμπόκι μίλησαν την γλώσσα την αληθινή για να βγάλουν απόφαση μεταξύ τους και φύγαν για τα βουνά για να δουν πώς να φτιάξουν έναν καλό δρόμο για όλους τους ανθρώπους».


Μου διηγήθηκε ο γερο-Αντόνιο πως οι άνθρωποι από χρυσάφι ήταν οι πλούσιοι, με το λευκό το δέρμα, κι ότι οι άνθρωποι από ξύλο ήταν οι φτωχοί, με το σκούρο δέρμα, που δουλεύαν για τους πλούσιους και πάντα τους φορτώνονταν κι ότι οι άνθρωποι από χρυσάφι κι οι άνθρωπο από ξύλο περιμένουν την άφιξη των ανθρώπων από καλαμπόκι, οι πρώτοι με φόβο κι οι δεύτεροι μ’ ελπίδα.

Ρώτησα το γερο-Αντόνιο τι χρώμα ήταν το δέρμα των ανθρώπων από καλαμπόκι και μου ‘δειξε διάφορους τύπους καλαμποκιού, με διάφορα χρώματα, και μου ‘πε πως ήταν από όλα τα δέρματα, αλλά κανείς δεν ήξερε καλά, γιατί οι άντρες από καλαμπόκι, οι άντρες κι οι γυναίκες οι αληθινοί, δεν είχαν πρόσωπο…(1)






Πέθανε ο γερο-Αντόνιο. Τον γνώρισα πριν από δέκα χρόνια σε μια κοινότητα βαθιά μέσα στη ζούγκλα. Κάπνιζε όσο κανείς, και ,  όταν τελείωναν τα τσιγάρα, μου ζήταγε καπνό κι έκανε στριφτά. Κοιτούσε την πίπα μου με περιέργεια και , όταν κάποια φορά θέλησα να του τη δανείσω, μου δειξε το στριφτό στο χέρι του, λέγοντάς μου χωρίς λόγια ότι προτιμούσε να καπνίζει με τη δικιά του μέθοδο. Πριν από δύο χρόνια, το 1992, όταν γύρναγα στις κοινότητες κάνοντας συνελεύσεις για να δουμε αν θα άρχιζε ο πόλεμος ή όχι, έφτασα μέχρι το χωριό του γερο-Αντόνιο. Με πρόφτασε ο γιος Αντόνιο και διασχίσαμε λιβάδια και φυτείες καφέ. Όσο η κοινότητα συζητούσε τα του πολέμου, ο γέρο-Αντόνιο με πήρε απ το χέρι και με οδήγησε στο ποτάμι, κάπου εκατό μέτρα παρακάτω απ το κέντρο του χωριού. Ήταν Μάιος και το ποτάμι ήταν πράσινο και με διακριτή κοίτη. Ο γερο-Αντόνιο κάθισε σ έναν κορμό και δεν είπε τίποτα.
Μετά από λίγο μίλησε:
"Το βλέπεις ; Είναι όλα ήσυχα και καθαρά, φαίνεται σα να μη συμβαίνει τίποτε... "

"Χμ..." του είπα, ξέροντας ότι δεν περίμενε ούτε ναι ούτε και όχι.
Κατόπιν μου έδειξε την κορυφή του κοντινότερου βουνού. Τα σύννεφα ξαπλώναν γκρίζα στην κορυφή, και αστραπές έσπαζαν το διάχυτο μπλε των λόφων. Ήταν μια καταιγίδα από τις αληθινές, αλλά φαινόταν τόσο μακρινή και τόσο λίγο απειλητική που ο γερο-Αντόνιο άρχισε να στρίβει ένα τσιγάρο και να ψάχνει μάταια έναν αναπτήρα που δεν είχε, μοναχά για να μου δώσει αρκετό χρόνο να του προσφέρω τον δικό μου.

"Όταν τα πάντα είναι ήσυχα εδώ κάτω, στο βουνό έχει καταιγίδα, οι χείμαρροι αρχίζουν ν αποκτούν δύναμη και κατευθύνονται προς την κοιλάδα" είπε μετά από μία ρουφηξιά .

Στην περίοδο των βροχών το ποτάμι είναι βίαιο, ένα καφέ μαστίγιο, ένας σεισμός έξω απ την κοίτη, είναι όλο δύναμη. Δεν προέρχεται η δύναμή του από τη βροχή που πέφτει στις όχθες του, είναι οι χείμαρροι που κατεβαίνουν απ το βουνό αυτοί που το τρέφουν.
Καταστρέφοντας, το ποτάμι ξαναφτιάχνει τη γη, τα νερά του θα γίνουν καλαμπόκι, φασόλια και ζάχαρη από ζαχαροκάλαμο στα τραπέζια του δάσους


"Έτσι είναι ο αγώνας μας" μου λέει και λέει και στον εαυτό του ο γερο-Αντόνιο.
"Στο βουνό γεννιέται η δύναμη, αλλά δε φαίνεται μέχρι να φτάσει κάτω" Και, απαντώντας στην ερώτησή μου αν πιστεύει ότι είναι πια καιρός να ξεκινήσουμε, προσθέτει : "Είναι πια καιρός το ποτάμι ν΄αλλάξει χρώμα..." 

Ο γερο-Αντόνιο σωπαίνει κι  ανασηκώνεται στηριζόμενος στον ώμο μου. Επιστρέφουμε σιγά σιγά. Μου λέει : " Εσείς είσαστε οι χείμαρροι κι εμείς το ποτάμι... πρέπει να κατεβείτε πια... "

Συνεχίζει η σιωπή και φτάνουμε στην καλύβα όταν πια νυχτώνει. Ο γιος Αντόνιο επιστρέφει σε λίγο με την απόφαση που έλεγε πάνω κάτω :

"Οι άντρες και οι γυναίκες και τα παιδιά συγκεντρώθηκαν στο σχολείο της κοινότητας  για να δουν μες στην καρδιά τους εάν είναι η ώρα να ξεκινήσουμε τον πόλεμο για την ελευθερία, και χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, δηλαδή σε γυναίκες, παιδιά και άντρες για να συζητήσουν, και μετά συγκεντρωθήκαμε άλλη μια φορά στο σχολείο και κατέληξε η σκέψη της πλειοψηφίας ότι πρέπει να ξεκινήσει πια ο πόλεμος γιατί το Μεξικό έχει αρχίσει πια να πουλιέται  στους ξένους και ότι την πείνα την αντέχουμε, αλλά δεν ανεχόμαστε να μην είμαστε πια Μεξικάνοι, και στη συμφωνία κατέληξαν 12 άντρες και 23 γυναίκες και 8 παιδιά που είχαν πια ώριμη κρίση και υπέγραψαν αυτοί που ήξεραν και που δεν έβαζαν πια το αποτύπωμά τους"

Έφυγα τα ξημερώματα, ο γερο-Αντόνιο δε βρισκόταν εκεί. είχε φύγει νωρίς για το ποτάμι. 





Έτυχε να ξαναδώ τον γερο-Αντόνιο πριν κανα δυο μήνες . Δεν είπε τίποτε, όταν με είδε και κάθισα στο πλάι του και, μαζί του, βάλθηκα να βγάζω τους σπόρους απ΄τα καλαμπόκια.  "Φούσκωσε το ποτάμι" μου είπε μετά από λίγο.  "Ναι" του είπα.  

Εξήγησα στο γιο Αντόνιο τα του συμβουλίου και του παρέδωσα τα έγγραφα όπου φαίνονται τα αιτήματά μας κι οι απαντήσεις της κυβέρνησης. Μιλήσαμε για το τι συνέβη στο Ocosingo και, πάλι τα ξημερώματα, ξεκίνησα για να επιστρέψω.  Στην άκρη του δρόμου με περίμενε ο γερο-Αντόνιο, στάθηκα στο πλάι του και κατέβασα το σάκο μου να ψάξω για καπνό να του προσφέρω.  "Όχι τώρα" μου είπε αρνούμενος τη σακούλα που του έδινα.
Μ΄έβγαλε από τη φάλαγγα και μ έφερε στα πόδια μιας ceiba (2).  "
Θυμάσαι τι σου είπα για τους χειμάρρους στο βουνό και το ποτάμι; "
με ρώτησε.
"Ναι" απάντησα με το ίδιο μουρμουρητό που με ρωτούσε.
"Ξέχασα να σου πω κάτι" προσθέτει κοιτάζοντας την άκρη των ξυπόλυτων ποδιών του.  

Απάντησα με σιωπή. 

"Οι χείμαρροι..."  σταματάει από το βήχα που κυριεύει το σώμα, παίρνει μια ανάσα και συνεχίζει:
"Οι χείμαρροι .... όταν κατεβαίνουν... "  Μια νέα κρίση βήχα με κάνει να φωνάξω το γιατρό της φάλαγγας. αυτός απορρίπτει το σύντροφο με τον κόκκινο σταυρό στον ώμο. ο αντάρτης με κοιτάζει και του κάνω νόημα να αποσυρθεί. Ο γερο-Αντόνιο περιμένει ν απομακρυνθεί το σακίδιο με τα γιατρικά και , στο ημίφως, συνεχίζει : "Οι χείμαρροι... όταν κατεβαίνουν.....  πια δεν έχουν επιστροφή... παρά για να μπουν κάτω απ τη γη"
Με αγκαλιάζει γρήγορα και γρήγορα φεύγει. 
Εγώ μένω να κοιτάζω πώς απομακρύνεται η σκιά του, ανάβω την πίπα και φορτώνω το σακίδιο. Καβάλα στο άλογο πια , θυμάμαι τη σκηνή. Δεν ξέρω γιατί, ήταν πολύ σκοτεινά, αλλά ο γερο-Αντόνιο μου φάνηκε πως έκλαιγε ..

Τώρα μου ρχεται το γράμμα του γιου Αντόνιο με την απόφαση του χωριού, με την απάντηση στις προτάσεις της κυβέρνησης.  
Μου λέει ο γιος Αντόνιο πως ο γερο-Αντόνιο σύντομα χειροτέρεψε πολύ, πως δε θέλησε να με ειδοποιήσουν και πως την ίδια νύχτα πέθανε.  Λέει ο γιος Αντόνιο ότι, όταν επέμεναν να με φωνάξουν, ο γερο-Αντόνιο είπε μονάχα: "Όχι, τώρα πια του είπα ό,τι είχα να του πω... Αφήστε τον, τώρα έχει πολλή δουλειά... " 




(1) Αναφορά στους Ζαπατίστας που καλύπτουν τα πρόσωπά τους με κουκούλες 
(2) ιερό δέντρο για τους ινδιάνους. Σε πολλές κοινότητες το φυτεύουν στα όρια της κοινότητας για να τους προστατεύει 



Subcomandante Marcos :    "Ιστορίες του γερο-Αντόνιο"  κεφ. ΙΙ

[εκδ. Ροές
μεταφρ. Γιώργος Καρατζάς ]




εδώ το προηγούμενο κεφάλαιο                                          Εδώ το επόμενο κεφάλαιο