Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί


"Αυτοί οι τύποι, οι μικροαστοί, δεν σκέφτονται ποτέ τους να αυτοκτονήσουν, γιατί η ζωή τους ανήκει στο Θεό, αλλά στην ουσία, επειδή δεν αποφασίζουν ούτε για τη ζωή τους, ούτε για το θάνατό τους. Είναι αμνήμονες εκεί που τους συμφέρει, αλλά οραματιζόμενοι το μέλλον δεν ζουν ποτέ ένα παρόν της προκοπής. Κάνουν μακροπρόθεσμα όνειρα που, κατά κανόνα, τα προφταίνει ο θάνατος.
Χτίζουν ντουβάρια. Αγοράζουν οικοπεδάκια. 


Δεν ψάχνουν τσάντες, γιατί σπάνια ερωτεύονται  
και όπως όλοι οι βλάκες, ποτέ δεν νιώθουν ανίσχυροι. 
Τρέμουν τις υποχρεώσεις, αλλά τελικά παντρεύονται μια υπομονετικιά, αφού την πρήξαν επί χρόνια τόσο, που δεν θέλει πια ούτε να τους χέσει. Κάνουν δύο μόγγολα, γιατί "ένα ίσον κανένα". Ή τρία αν τα δύο πρώτα είναι κορίτσια.
Και βέβαια, τους αρέσουνε πολύ οι βιζιτούδες, τις οποίες πάντα ρωτάνε μετά το πήδημα: "Πώς ξέπεσες έτσι;" 


Όχι, δεν έχουν αρκουδάκι οι μικροαστοί. Μόνο σκουπίδια. Σε τρόφιμα, σε ιδέες, σε τρόπο ζωής, σε πράξεις.
Την ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά την Αδελφότητα που βρήκε την πεμπτουσία της στο πρόσωπο του προέδρου. Τρέμει μην πιαστεί κορόιδο και πάντα πιάνεται. Υπεκφεύγει. Στρεψοδικεί. Αναβάλλει. Υποκρίνεται. 

Ζητάει τα πάντα και δεν δίνει τίποτα. 
Παριστάνει τη Δίκαιη. 
Αρνείται τα τεστ πατρότητας για να γλιτώσει τη Διατροφή και πάντα είναι από κοντά ένας μειλίχιος και τίμιος επαρχιακός δικηγοράκος, πρόθυμος να σπιλώσει την άπορη κακομοίρα. 

Ο Μικροαστός δεν θέλει μπλεξίματα. 

Γι' αυτό δεν μπορεί να είναι ποτέ επαναστάτης, άρα παλικάρι.
Δεν είναι αντιπαθής σαν υπέρμετρος, είναι σιχαμένος σαν πλαγιοδρόμος. Νομίζει πως είναι διπλωμάτης και πως λύνει γόρδιους δεσμούς, στην ουσία όμως ξεμπερδεύει μόνο τον εαυτό του και τρελαίνει όλο τον κόσμο γύρω του. 



Κανείς δεν είναι πιο επικίνδυνος από αυτά τα ήσυχα, μειλίχια ανθρωπάκια, τους μικροαστούς..."



Μαλβίνα Κάραλη
Απόσπασμα από το άρθρο ''Βλέπει τσόντα ο Πρόεδρος;'' 
(Περιοδικό 01, 1995)


-

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Το σεσημασμένο φιλί

Δε θυμάμαι αν φεύγοντας μου έδωσες
το σεσημασμένο φιλί.
Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής
αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας
θα επιστρέψω εξολοκλήρου

αυτό ναι, το θυμάμαι καλά
κεντήθηκε με καυτή βελόνα
τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου.




Ξέρεις τι είναι προδοσία;
Η ανάγκη φυγής που κυριεύει
κάθε σώμα
καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση
όπως είναι η στάση της πίστης
η στάση της αγάπης
μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο
με μόνη θέα νύχτα μέρα
καρφωτή στα μάτια
την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της.


Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής
ο αντζέντης της προδοσίας;
Το προδοτικό φιλί.
Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της
της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια
με την αθανασία
εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν
οι οθόνες των αιώνων

γιατί αυτό το φιλί
είναι που διεγείρει
την καταπιεσμένη αγριότητα
προσηλυτίζει το αίμα
στη θρησκεία του θανάτου
εκείνο είναι που
κόβει την ανάσα των θρήνων


κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου
είναι γιατί θυμάμαι
ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή
την πόρτα της προδοσίας
αλλά το προδοτικό φιλί της
δεν μου το έδωσες.

Γράψε μου σε παρακαλώ
τη διεύθυνσή του. 






Κική Δημουλά  

[ πίνακες  Έλλης Γρίβα ]


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2014

Το κράτος; Τι είναι αυτό ;


Το κράτος; Τι είναι αυτό ; Ε, λοιπόν, τώρα ανοίξτε τ’ αυτιά σας, γιατί θα σας μιλήσω για τον θάνατο των λαών.

Το κράτος είναι το πιο ψυχρό απ’ όλα τα ψυχρά κτήνη. Ακόμη και το ψέμα του είναι ψυχρό, κι αυτό το ψέμα σταλάζει από τα χείλη του:
«Εγώ το κράτος, είμαι ο λαός».
Αυτό είναι Ψέμα ! Ήταν οι δημιουργοί που έφτιαξαν τους λαούς και κρέμασαν πάνω τους την πίστη και την αγάπη: έτσι υπηρέτησαν τη ζωή.

Αυτοί όμως που στήνουν παγίδες στους πολλούς και τις λένε κράτος είναι οι χαλαστές: κρεμούν ένα σπαθί κι εκατοντάδες πόθους πάνω τους.

Εκεί όπου υπάρχει ακόμη λαός, υπάρχουν οι άνθρωποι που δεν καταλαβαίνουν το κράτος, και το μισούν σαν το κακό μάτι και την αμαρτία ενάντια στα έθιμα και στον νόμο.

Σας προσφέρω αυτό το σημάδι: ο κάθε λαός μιλά τη δική του γλώσσα του Καλού και του Kακού: 

ο γείτονάς του δεν καταλαβαίνει αυτή τη γλώσσα. Ε
πινόησε τη γλώσσα αυτή για τον εαυτό του μέσ’ από τα έθιμα και τους νόμους.

Αλλά το κράτος λέει ψέματα σ’ όλες τις γλώσσες του Καλού και του Κακού· και με το κάθε τι που λέει, λέει ψέματα -και με το κάθε τι που κάνει, κλέβει.
Το κάθε τι πάνω του είναι επίπλαστο· δαγκώνει με κλεμμένα δόντια. Ακόμη κι η κοιλιά του είναι ψεύτικια.
ΤΟ μπέρδεμα της γλώσσας του Καλού και του Κακού -αυτό το γνώρισμα σας προσφέρω, σαν το σημάδι του κράτους.


Αποκαλώ κράτος εκεί όπου όλοι, καλοί και κακοί, πίνουν δηλητήριο: το κράτος εκεί όπου όλοι αργά αυτοκτονούν κι αυτό το λένε ζωή.

Κοιτάξτε μοναχά αυτούς τους παραπανίσιους ανθρώπους! Κλέβουν για λογαριασμό τους τα έργα των εφευρετών και τους θησαυρούς της σοφίας: αποκαλούν την κλοπή τους πολιτισμό -κι όλα γίνονται αρρώστια και κακομοιριά.

Κοιτάξτε μοναχά όλους αυτούς τους περισσευούμενους ανθρώπους! Είναι όλοι τους άρρωστοι, ξερνούν τη χολή τους κι αυτό το λένε εφημερίδα. Καταβροχθίζουν ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να χωνέψουν ούτε τον ίδιο τον εαυτό τους.

Κοιτάξτε μοναχά αυτούς τους περισσευούμενους ανθρώπους! Αποκτούν πλούτη και γίνονται φτωχότεροι μ’ αυτά! Ποθούν εξουσία κι ιδιαίτερα τον μοχλό της εξουσίας, που είναι το πολύ χρήμα -αυτοί οι ανίκανοι άνθρωποι!

Κοιτάξτε πώς σκαρφαλώνουν αυτοί οι ευλύγιστοι πίθηκοι! Σκαρφαλώνουν ο ένας πάνω στον άλλο, κι έτσι βουλιάζουν στη λάσπη και στην άβυσσο.

Όλοι τους παλεύουν να φτάσουν τον θρόνο: είναι μια τρέλα που τους κατέχει, λες κι η ευτυχία κάθεται ποτέ πάνω σε θρόνο! Συχνά βρωμιάρηδες καθίζουν στον θρόνο, και συχνά ο θρόνος καθίζει πάνω στις βρωμιές το ίδιο!

Η γη έχει ακόμη ελεύθερο τόπο για τις μεγάλες ψυχές. Πολλά μέρη -όπου η μυρωδιά της ήρεμης θάλασσας απλώνεται πάνωθέ τους- είν’ ακόμη ελεύθερα για τους μοναχικούς και τα μοναχικά ζευγάρια.

Μια λεύτερη ζωή εξακολουθεί ακόμη να υπάρχει για τις μεγάλες ψυχές. Στ’ αλήθεια, αυτός που κατέχει λίγα, πολύ λιγότερο κατέχεται, ας είναι ευλογημένη έτσι τούτη η σεμνή μας φτώχεια!

Μόνο εκεί όπου το κράτος παύει να υπάρχει, μπορεί ν’ αρχίσει ο άνθρωπος που δεν είναι περισσευούμενος: μπορεί ν’ αρχίσει το τραγούδι του απαραίτητου ανθρώπου, η μοναδική κι αναντικατάστατη μελωδία.

Εκεί όπου το κράτος παύει , κοιτάξτε εκεί, αδελφοί μου. 

Δεν τα βλέπετε; το ουράνιο τόξο και τις γέφυρες του Υπεράνθρωπου;

___

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, εκδ. Γνώση.


Κανείς ποτέ δε με ρώτησε τι σημαίνει για μένα, τον πρώτο αμοραλιστή της ιστορίας, το όνομα «Ζαρατούστρα», παρόλο που κανονικά θα ’πρεπε, αφού είναι διαμετρικά αντίθετο απ’ αυτό που σηματοδοτεί η μοναδική και ανεπανάληπτη ιστορική παρουσία αυτού του Πέρση. 
Ο Ζαρατούστρα ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι η κινητήρια δύναμη ολόκληρης της ανθρωπότητας είναι η πάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Η αναγόρευση της ηθικής σε μεταφυσική οντότητα, και συγκεκριμένα σε δύναμη, αίτιο και αυτοσκοπό είναι δικό του έργο.
 [...] 
Είχε την αποκλειστική ευθύνη γι’ αυτό το ολέθριο σφάλμα, την εφεύρεση της ηθικής. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι ο πρώτος που θα το αναγνωρίσει
[...]
Το δόγμα του, και μόνο αυτό, θεωρεί ότι ύψιστη αρετή είναι η ειλικρίνεια, βρίσκεται στον αντίποδα της δειλίας του «ιδεαλιστή», που το βάζει στα πόδια μπροστά στην πραγματικότητα 

[...]
Είμαι σαφής; Το ξεπέρασμα της ηθικής από τον ίδιο της τον εαυτό, με όπλο την ειλικρίνεια, το ξεπέρασμα του ηθικολόγου από τον ίδιο του τον εαυτό, με μεταλλαγή στο αντίθετό του -δηλαδή σ’ εμένα- αυτό εννοώ κάθε φορά που προφέρω το όνομα Ζαρατούστρα». 


Φρίντριχ Νίτσε







Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε 

(15 Οκτωβρίου 1844-25 Αυγούστου 1900) ήταν Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής και φιλόλογος. Θεωρείται ένας από τους πρώτους υπαρξιστές φιλόσοφους. 
Έγραψε δοκίμια πάνω στη θρησκεία, στην ηθική, στον πολιτισμό, στη φιλοσοφία, στις επιστήμες. Ο Νίτσε υπήρξε ιδεολόγος της ελευθερίας και πολέμιος του ολοκληρωτισμού και του σωβινισμού. Το έργο του επηρέασε μια ολόκληρη σειρά σύγχρονων διανοητών και καλλιτεχνών. Αν και ήταν επικριτής των εθνικιστικών και αντισημιτικών τάσεων, το τάδε έφη Ζαρατούστρας χρησιμοποιήθηκε από τον Χίτλερ για να οικοδομήσει τη θεωρία του εθνικοσοσιαλισμού. Έτσι, αν και ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε χρησιμοποιήθηκε παραποιημένα ως πρότυπο για την Άρεια Φυλή του Χίτλερ, στην πραγματικότητα είναι η αναζήτηση του να γίνουμε πιο ανθρώπινοι, όχι απάνθρωποι.

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2014

Η καρδιά του Ντάνκο [ και το πανέμορφο animation ''Adagio'' ]


«Τον πιο παλιό καιρό ζούσε εδώ μία κοινότητα Ανθρώπων. 
Γύρω απ’τις τρεις μεριές του οικισμού, ήταν το Μαύρο Δάσος. Και από την τέταρτη, η απέραντη στέπα. Γιa πολύ καιρό ο ήλιος έλαμπε και ο ουρανός ήταν γαλάζιος, και έτσι οι Άνθρωποι ήταν γενναίοι και ευτυχισμένοι.  Μα κάποια μέρα, ήρθανε απ’την στέπα άλλοι Άνθρωποι, πιό νέοι, πιό βάρβαροι, πιό δυνατοί και έδιωξαν τους πρώτους, βαθιά μέσα στο Μαύρο Δάσος.
Έλη τους περικύκλωσαν και βάλτοι και το σκοτάδι ήτανε πυκνό. Άρχισαν να πεθαίνουν, ο ένας μετά τον άλλο, απ’τα κουνούπια και τον μολυσμένο αέρα. Τότε, γυναίκες και παιδιά, αρχίσανε τους θρήνους και όλοι μαζί καθήσαν να σκεφτούν σαν τι θα κάνουν.

-Δυό δρόμοι ανοίγονται γιά μας. Ο ένας, προς τα πίσω. Μα εκεί, βρίσκονται οι δυνατοί εχθροί μας. Ο άλλος μπροστά, πέρα απ’τα Μαύρα Δάση, εκεί που τα μεγάλα δέντρα, με τα πανίσχυρα κλωνιά τους αγκαλιάζονται κι οι κόμποι απ’τις γυμνές τους ρίζες βυθίζονται βαθιά, στη λιπαρή τη λάσπη.
Και το σκοτάδι ήταν πυκνό και τα μεγάλα δέντρα –δέντρα πέτρινα- στεκόντουσαν βουβά και ακίνητα, μέσα στο μαύρο θάμπος και πιό σφιχτά πλησίαζαν τόνα το άλλο, τριγύρω στους Ανθρώπους. Μα εκείνοι είχαν συνηθίσει την απλωσιά της στέπας και πιό πολύ τους στένευε το Δάσος, παρά θηλιά κρεμάλας στο λαιμό τους.
Και η Ώρα χτύπησε Έντεκα.
Και όμως, κάποτε ήταν δυνατοί και θα μπορούσαν να νικήσουν. Μα τώρα, κάτω απ’τα πυκνά κλαδιά, χάθηκε η ψυχή και –ίσως- το σώμα. Και οι θρήνοι γέννησαν την Φρίκη. Και οι Μάνες κλαίγανε τους πεθαμένους. Και οι ζωντανοί αλυσοδέθηκαν από τον Φόβο. Λόγια δειλίας άρχισαν να ακούγονται μέσα στο Δάσος. Και ήθελαν στους εχθρούς να παν και γονατίζοντας να τους προσφέρουνε τη λευτεριά τους.
Και είπε ο Ντάνκο:
-Σύντροφοι, δεν κυλάει η πέτρα με την σκέψη μόνο. Όποιος δεν κάνει τίποτε, δεν του συμβαίνει τίποτε. Γιατί να σπαταλιέται η δύναμή μας στον καημό; Πάμε στο Δάσος και ας το περάσουμε ως πέρα. Σίγουρα θάχει κάποιο τέλος. Όλα στον Κόσμο έχουν ένα τέλος. Εμπρός λοιπόν!
-Οδήγησέ μας, με μια φωνή είπανε όλοι.

Και ξεκινήσαν.
Και σε κάθε βήμα, ο Βάλτος –άπληστο σάπιο στόμα- καταβρόχθιζε Ανθρώπους. 
Σα φίδια απλωθήκανε παντού οι ρίζες και κάθε βήμα το πληρώνανε με αίμα. Περπάτησαν πολύ καιρό και όλο πυκνώναν τα σκοτάδια. Κουράστηκαν και άρχισαν να γκρινιάζουν για τον Ντάνκο και έλεγαν πως, άδικα, νέος και άπειρος τους έσυρε εδώ κάτω –κι ας είχαν όλοι τους συμφωνήσει. Και κάποτε, στο Δάσος μπόρα ξέσπασε. Και έγινε το σκοτάδι πιο μαύρο και απ’της Κόλασης τις νύχτες. Μα ο Ντάνκο περπατούσε πάντα εμπρός. Και τα κλαδιά των δέντρων τους κυκλώσανε. Και κεραυνοί σκίζανε τον αιθέρα. Όλο δυνάμεις και πιό λίγες τους απόμεναν. Μα εκείνος περπατάει πάντα μπρος –«ένας αυτός, και ζει γιά χίλιους». Τσάκισαν και έχασαν το θάρρος τους και ρίξανε το φταίξιμο στον Ντάνκο.
-«Σας οδηγώ εγώ», μας είπες!
-Σας οδήγησα. Μα εσείς; Σέρνεστε όλο πιο πολύ στη λάσπη, μπουσουλώντας με τα τέσσερα, σα ζώα.
Σκοτείνιασαν τα μάτια τους και φάνηκε μέσα σ’αυτά η λάμψη του θανάτου.
«Κοίτα τους», μονολόγησε, «πριν όλοι φίλοι, τώρα όλοι τους θηρία» και λάμψανε τα μάτια του σαν φάροι. Και βλέποντάς το αυτό, σκέφτηκαν πως τρελάθηκε και πως, γιαυτό -έτσι ζωηρά- φλογίστηκε η ματιά του και φυλάχτηκαν.
Και σαν κοπάδι λύκων –που θήραμα μυρίστηκε- μαζεύτηκαν, γιατί περίμεναν πως θα ριχτεί πάνω τους πρώτος. Και άρχισε να στενεύει γύρω του ο κλοιός.
 Και αυτός κατάλαβε τη σκέψη τους και η σκέψη γένησε στην φλογερή καρδιά του το παράπονο. 
Και όλο το Δάσος άρχισε να ψέλνει το μαύρο, πένθιμο τραγούδι του. 
Και ο κεραυνός βροντάει και η βροχή πέφτει ασταμάτητα.

-«Αν δεν καώ εγώ –αν δεν καείς εσύ- πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως;» 
φώναξε, κι απ’τη Βροντή πιό δυνατά.
Και έσκισε με τα χέρια του το στήθος του και έβγαλε από μέσα την καρδιά του και την κρατάει ψηλά, απ’τα κεφάλια πάνω των Ανθρώπων.
Αναλαμπάδιασε η Καρδιά –σαν ήλιος- και το σκοτάδι διαλύθηκε μέσα στο φως. Και οι Άνθρωποι –κατάπληκτοι- μαρμάρωσαν.
-Εμπρός, φωνάζει ο Ντάνκο και ρίχνεται μπροστά, στην πρωτινή του θέση, ψηλά κρατώντας την Φλεγόμενη Καρδιά του -που φώτιζε την Μοίρα των Ανθρώπων.

Τον ακολούθησαν σαν μαγεμένοι. 
Το Δάσος αντιβούησε έκπληκτο, μα η βοή του πνίγηκε στον Ήχο των Χρωμάτων. Και τώρα πέθαιναν, μα πέθαιναν δίχως παράπονα και παρακάλια. Έτρεχαν γρήγορα μπροστά, με γεναιότητα, το Φως του Φάρου ακολουθώντας –την Καρδιά του. Και ο Ντάνκο πάντα προχωρούσε προς τα εμπρός και η Φλόγα της Καρδιάς του όλο φούντωνε και φούντωνε. Και τέλειωσε το Δάσος. Και έμεινε πίσω τους, βουβό. Και στα λιβάδια πέρα, στη μεγάλη στέπα σαν ξεμύτισαν, λούστηκαν ξαφνικά από ηλιόφως και καθαρό αέρα ξεπλυμένο απ’την βροχή. Και έλαμψε ο ήλιος και πέρα, το ποτάμι, σαν φιδίσιο σώμα αντιφέγγισε. Σουρούπωνε. Κατά το λιόγερμα, άρχισε να φαντάζει κόκκινο –σαν αίμα- το ποτάμι. Και εκείνος, χαμογέλασε περήφανα.

Και έγινε η Ώρα, Δώδεκα.

Στο χώμα πέφτει και η Μάνα Γη προστάζει, και λουλούδια τον αγκάλιασαν. 
Και δεν τον πρόσεξε κανείς πούπεσε κάτω. 
Και μόνο η γεναία του Καρδιά ακόμα άναβε. 
Και ένας, την πρόσεξε. 
Και –φοβισμένος- με το πόδι του την πάτησε. 
Και η Φλογερή Καρδιά του Ντάνκο, χάθηκε γιά πάντα.»    




Το Adagio "(2000), είναι μια αριστουργηματική δεκάλεπτη ταινία κινουμένων σχεδίων που δημιουργήθηκε από τον Garry Bardin πάνω στο θέμα του Ντάνκο .
Χρησιμοποιήσε την τεχνική αναδιπλωμένου χαρτιού γνωστή επίσης ως τεχνική origami , γιατί αισθάνθηκε ότι η ιδέα του" Adagio "και η οπτικοποιησή της απαιτεί το χαρτί ως το ιδανικό υλικό. Χρειάστηκαν εννέα μήνες για να γίνει το "Adagio".
Η μουσική που ακούγεται είναι το Adagio σε G minor









Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Το Αύριο ποτέ δεν σταματά. Κι έχει το όνομα του παιδιού σου...



Kύριε Δικαστά
μην αφήσετε έναν νέο άνθρωπο
να πεθάνει
μέσα στη φυλακή
γιατί αρνήθηκε την στείρα πραγματικότητά σας,
ονειρεύτηκε την ελευθερία.

Πάρτε εμένα,
ένα εξιλαστήριο θύμα δεν θέλετε έτσι κι αλλιώς;

Στα κλουβιά σας κλεισμένοι
τηλεβιώνετε την ενυδριακή ονείρωξη του θερμοκηπίου
παρατηρώντας τον βιασμό της μάνας γης
υποδυόμενοι την ανθρώπινη φιλευσπλαχνία
κροκοδειλίζετε στις εργατικές δολοφονίες
ψηφοθηρίζετε στο μέλλον των παιδιών μας
νομοσχεδιάζετε την δημόσια λογική της μίζας.

Γι αυτό σας λέω κύριε Εισαγγελέα
πάρτε εμένα, πάρτε μας όλους στην κοινωνία φυλακή σας
αυτό δεν ευαγγελίζεστε;

Γι αυτό δεν πατρονάρετε την τραπεζοτοκογλυφία;
την υστερία αγοράς διαμερισματοανθρωποκλουβιών;
τον εθισμό εθνοδιαδικτυακής ψυχοσωματικής βίας;
την παιδοφιλία της χρηματιστηριακής παιδείας;

Πάρτε εμένα κύριε Δικαστά
πάρτε όλους μας μέσα, είμαστε πολλοί
θα χρειαστείτε κι άλλες φυλακές
πιο μεγάλες από τα εμπορικά κέντρα
τις δασωμένες κομματόσκυλες μεζονέτες
έχουμε πολύ μεγάλα όνειρα ελευθερίας
γιατί είμαστε επικίνδυνοι εραστές της ζωής
πυροδοτούμε τις εκρηκτικές καρδιές μας
κάθε μέρα, νύχτα, κάθε στιγμή
στροβιλιζόμαστε στην ηδονή των φλεγόμενων ματιών
που καθρεπτίζονται στις σπασμένες βιτρίνες της υπερμάρκετεπιβίωσης
παρατηρούμενοι από την ανέραστη ψυχορομποτική
καμεροκοινωνία της εκλογοαπατούμενης ηδονοβλεψίας σας.

Γι αυτό σου λέω κυρ Δικαστά μου
πάρε εμένα, πάρε τους φίλους μου
το ανήλικο παιδί μου
είναι επικίνδυνο σου λέω
Αμφισβητεί
Αρνείται
Απειθαρχεί
Έχει οράματα και ιδανικά
Θα μολύνει το γιο σου, τη κόρη σου
Με τον πιο ανελέητο ιό
Καταστροφής προαιώνιου θεοκρατούμενου συστήματος,
έχει παιδικά αγνά αισθήματα
είναι ικανός να σπείρει
σε μια στείρα μπατσοκρατική μήτρα
χιλιάδες οπλισμένους αγκάθινους αγριανθούς
με ελευθερία σκέψης...

Γι αυτό σου λέω κυρ Δικαστά μου
Πάρε μας όλους μέσα
στη ζεστή ιδρυματική προνοιακή ταξική ασφάλειά σου
Στο μεγάλο συρματοπλεγμένο στρατόπεδο
της τσιμεντένιας ανεξαρτοάρχουσας
ηθικοπλαστικής καρδιάς σου.

Κάνε το εθνικό καθήκον σου...
Πάρε μας όλους μέσα
Εψές Μιχάλη, Αλέξη
Σήμερα μας λένε ΟΛΟΥΣ ΝΙΚΟ
Το Αύριο ποτέ δεν σταματά
Κι έχει το όνομα του παιδιού σου...
Ποτέ δεν ξέρεις...




Γιώργος Τσίγκος 
(και ηχητικά )




David Alfaro Siqueiros, Πορτρέτο Tης Aστικής Tάξης (1939)


 

 



«Κυρίες και κύριοι σκεφτείτε,
τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας
μπροστά στην ίδρυσή της
και τι η δολοφονία ενός ανθρώπου
μπροστά στην πρόσληψή του;»
 
(Μπέρτολτ Μπρεχτ, Η Όπερα Της Πεντάρας)



- Γύρω στις 9 μ.μ της έκτης Δεκεμβρίου 2008, ο αστυνομικός Επαμεινώνδας Κορκονέας πυροβολεί και σκοτώνει, δια "ασήμαντον αφορμή", τον δεκαπεντάχρονο Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο στην συμβολή των οδών Τζαβέλλα και Μεσολογγίου. Μαζί με τον Γρηγορόπουλο βρίσκεται ο συμμαθητής και στενός φίλος του Νίκος Ρωμανός, επίσης δεκαπέντε χρονών τότε. 

Σύμφωνα με την μητέρα του Ρωμανού, ο Γρηγορόπουλος πέθανε στα χέρια του. Ο Ρωμανός απαθανιτίζεται ανάμεσα σ' αυτούς που σηκώνουν το φέρετρο του Γρηγορόπουλου και προσέρχεται στη δίκη του Κορκονέα, ξεκάθαρα οργισμένος. Για την μητέρα του Ρωμανού, "από εκεί ξεκίνησαν όλα"
Ο πατριός του δηλώνει: "Ο Νίκος Ρωμανός, μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου, δεν είχε καμία σχέση με το παιδί που γνωρίζαμε έως τότε. Ήρθε μια φορά στην Αμφισσα, χωρίς να καταθέσει. Στο δικαστήριο τον διακατείχε θυμός, ήταν σε μεγάλη σύγχυση και νευρικότητα. Είχε μέσα του οργή και φόβο". Είναι η πρώτη φορά που ο Ν. Ρωμανός εκτίθεται στην ασύμμετρη προς την "πρόκληση" κρατική βία, με ψυχικά αποτελέσματα που δεν είναι δυνατό να εκτιμηθούν, ούτε καν από ειδικούς στις τραυματικές εμπειρίες.


- Την Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013, ο Νίκος Ρωμανός, δηλωμένος πλέον αναρχικός, συλλαμβάνεται, μαζί με τρία άλλα άτομα, για απόπειρα ένοπλης ληστείας στην Αγροτική Τράπεζα και στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο του Βελβεντού Κοζάνης. Από την επιστολή των ίδιων των τεσσάρων από τον Κορυδαλλό, όπου κρατούνταν, διαφαίνεται ότι η ληστεία ήταν ερασιτεχνικά σχεδιασμένη σε βαθμό σχεδόν κωμικό: "Κατά τη διάρκεια της διαφυγής μας, μία σειρά από ατυχή γεγονότα και λανθασμένους χειρισμούς, οδήγησαν στην έκθεση τόσο του οχήματος μας, όσο και στην κατεύθυνσή μας στην αστυνομία. Λόγω του αστυνομικού κλοιού που σχηματίστηκε αυτόματα, ο σύντροφος που οδηγούσε το διαμορφωμένο εξωτερικά σαν ασθενοφόρο βαν, αναζητούσε διεξόδους διαφυγής για την ομάδα που έκανε τις ληστείες. Στην προσπάθειά του αυτή, έκανε το λάθος να περάσει τρεις φορές από όχημα των μπάτσων, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ύποπτος. Ακολούθησε καταδίωξη και μετά, λόγω άγνοιας της περιοχής στην οποία κατέληξε, έφτασε σε τέσσερα αδιέξοδα στους χωματόδρομους των ορυχείων, με αποτέλεσμα στο τελευταίο να περικυκλωθεί και να μην έχει πια κανένα ουσιαστικό περιθώριο διαφυγής."

- Κωμική όμως δεν είναι η αντιμετώπιση και των τεσσάρων από την ΕΛ.ΑΣ, που τους σπάζει κυριολεκτικά στο ξύλο, και ενώ δεν έχει τραυματιστεί κανείς από τις πράξεις τους, ούτε έχει απειληθεί η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα κανενός. Η ΕΛ.ΑΣ μάλιστα δημοσιοποιεί τιςφωτογραφίες τους, με εμφανή τη χρήση photoshop για να αποκρυφθεί το εύρος της σωματικής κακοποίησης στην οποία τους έχει υποβάλλει, για μια ακόμα φορά "καθ' υπερβολήν" προς το αδίκημα (ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης ΝίκοςΔένδιας δικαιολογεί το photoshop ως απόπειρα να κρατηθούν τα πρόσωπα των "υπερεγκληματιών" αναγνωρίσιμα). Είναι η δεύτερη φορά που ο Νίκος Ρωμανός αντιμετωπίζει την συντριπτικά ασύμμετρη βία του αστικού κράτους, αυτή τη φορά στο δικό του σώμα.

- Τον Νοέμβριο του 2013, ξεκινά η δίκη έξι κατηγορουμένων για την απόπειρα ένοπλης ληστείας στο Βελβεντό. Το βούλευμα του κατηγορητηρίου αποφαίνεται ότι από16 χρονών, ο Νίκος Ρωμανός είναι ενταγμένος στην τρομοκρατική οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς (ΣΠΦ).

- Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο νέος υπουργόςΔικαιοσύνης Χαράλαμπος Αθανασίου επισκέπτεται τις Φυλακές Αυλώνα για να βραβεύσει, μεταξύ άλλων, τον Νίκο Ρωμανό για την επιτυχία του, ως κρατούμενου, στις πανελλαδικές εξετάσεις. Ο Ρωμανός αρνείται το βραβείο, ύψους 500 ευρώ.

- Τον Οκτώβριο του 2014, το δικαστήριο που δικάζει τους έξι συνολικά κατηγορούμενους για την απόπειρα ληστείας του 2013, αποφαίνεται ότι κανένας τους δεν βαρύνεται με συμμετοχή στην ΣΠΦ, κάνοντας αποδεκτή την εισαγγελική πρόταση να τους δικάσει για ποινικό αδίκημα και όχι σύμφωνα με τον αντιτρομοκρατικό νόμο. Καταδικάζονται όμως στην ανώτατη δυνατή ποινή για το αδίκημα και χωρίς την αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού, παρά την εισαγγελική εισήγηση για αναγνώριση ελαφρυντικών.
Ο εισαγγελέας έδρας Νίκος Πεπόνης είχε σημειώσει στην αγόρευσή του: "Πρώτη φορά βλέπω ληστεία που να αφήνουν τους ομήρους ελεύθερους, κατά δε την καταδίωξη, ενώ είχαν το επάνω χέρι διαθέτοντας βαρύ οπλισμό, ούτε πυροβόλησαν τους αστυνομικούς που τους καταδίωκαν ούτε χρησιμοποίησαν τον όμηρο σαν ασπίδα για να διαφύγουν..."

Ο Νίκος Ρωμανός καταδικάζεται σε κάθειρξη 15 ετών και 11 μηνών, καθώς απορρίπτεται επίσης και το ελαφρυντικό της"μετεφηβικής ηλικίας" του.

- Τον Νοέμβριο του 2014, ο Νίκος Ρωμανόςξεκινάει απεργία πείνας, με αίτημα να του επιτραπεί να παρακολουθήσει μαθήματαστη σχολή στην οποία πέτυχε (γεγονός για το οποίο υπήρχε η απόφαση να βραβευτεί), αλλά στην οποία, μετά την ανεξήγητα εύκολη απόδραση του Χριστόδουλου Ξηρού (ο οποίος, σε αντίθεση με τον Ρωμανό, βαρύνεται για σωρεία ανθρωποκτονιών), του απαγορεύτηκε η πρόσβαση από τις σωφρονιστικές αρχές.

- Χθες, 28 Νοεμβρίου 2014, κατά την 19η μέρα της απεργίας πείνας του, αναφέρθηκε ότι η εισαγγελεία εξέδωσε διαταγή αναγκαστικής σίτισής του, κάτι που σύμφωνα με την Παγκόσμια Ιατρική Ένωση αποτελεί μορφή βασανιστηρίου και δεοντολογικά κολάσιμη, εφόσον συμμετέχουνγιατροί, πρακτική.

- Σήμερα, ο 21 ετών Νίκος Ρωμανός διανύει την εικοστή μέρα απεργίας πείνας, και έχουν εκφραστεί ήδη σοβαρές ανησυχίες για τη ζωή του, καθώς οι καρδιακοί του σφυγμοί έχουν φτάσει στους 170 το λεπτό, σύμφωνα με τον δικηγόρο του, και κινδυνεύει πλέον άμεσα με καρδιακή ανακοπή. Πριν κατέλθει σε απεργία πείνας, ο Ρωμανός κατονόμασε τους άμεσους υπεύθυνους του τυχόν θανάτου του ως εξής:

"Υπεύθυνο για κάθε μέρα απεργίας πείνας, και ό,τι συμβεί από εδώ και μπρος, είναι το συμβούλιο της φυλακής που αποτελείται από τον εισαγγελέα Νικόλαο Ποιμενίδη, τη διευθύντρια Χαραλαμπία Κουτσομιχάλη, καθώς και την κοινωνική λειτουργό."

Συνοψίζοντας

- ο Νίκος Ρωμανός βαρύνεται με την συμμετοχή σε δύο αποτυχημένες ληστείες τράπεζας, ενώ έχει καταγραφεί ότι, μαζί με τους συγκρατουμένους του, απέφυγαν κάθε χρήση σωματικής βίας εναντίον ομήρων και αστυνομικών, αν και είχαν τα περιθώρια να την ασκήσουν, και συνεπώς ότι κανείς άνθρωπος δεν τραυματίστηκε ή σκοτώθηκε (ούτε κινδύνευσε έμπρακτα η σωματική του ακεραιότητα) εξαιτίας της πράξης του, η οποία, στο μεταξύ, ουδεμία βλάβη στο λαϊκό συμφέρον δεν περικλείει, καθώς οι τράπεζες δεν αποτελούν λαϊκή ιδιοκτησία αλλά μέσο καταπίεσης και εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων και όπλο των δυναστών τους.

- το κράτος της Ελληνικής δημοκρατίας βαρύνεται με

α. την εν ψυχρώ δολοφονία του στενού φίλου του Νίκου Ρωμανού, Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, από αστυνομικό του, μπροστά στα μάτια του πρώτου και ενώ και οι δύο ήταν ανήλικα παιδιά.

β. την ψυχική κακοποίηση του ανήλικου Νίκου Ρωμανού, που υπέστη χωρίς αμφιβολία τραυματικό σοκ

γ. την βαριά κακοποίηση, πέντε χρόνια μετά, του Νίκου Ρωμανού από την ΕΛ.ΑΣ χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος για αυτή

δ. τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων αυτής της βαριάς κακοποίησης ως "τρόπαιο" κρατικής "επιτυχίας"

ε. την σκληρότατη καταδίκη του χωρίς αναγνώριση κανενός ελαφρυντικού, παρά την πρόδηλη παρουσία σοβαρών ελαφρυντικών, περιλαμβανομένης της στάσης απέναντι στην ανθρώπινη ζωή, το νεαρό της ηλικίας, την απουσία πρότερου ποινικού μητρώου και τη σημασία για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας της τραυματικής εμπειρίας αναίτιας κρατικής βίας του 2008

στ. Την παραβίαση του ανθρώπινου δικαιώματός του ως κρατουμένου να λαμβάνει άδεια από την φυλακή για να παρακολουθεί πανεπιστημιακά μαθήματα

ζ. Τον εξαναγκασμό του, ως συνέπεια, σε μια δυνητικά θανατηφόρα απεργία πείνας

ι. Την παραβίαση της βασικής ιατρικής δεοντολογίας παγκόσμια και την εντολή χρήσης του βασανιστηρίου της αναγκαστικής σίτισης σε βάρος του.

Με όρους αστικού δικαίου, συνεπώς, με όρους "κράτους δικαίου" από τον 18ο αιώνα και μετά, το κράτος της Ελληνικής Δημοκρατίας είναι ένοχο:

- Συντριπτικής ασυμμετρίας στην άσκηση βίας κατά προσώπων

- Βάρβαρης και κτηνώδους αντιμετώπισης ποινικών κρατουμένων, χωρίς την τήρηση ούτε των προσχημάτων του διεθνούς δικαίου

- Ανοιχτού ρεβανισμού και τρομοκρατίας των θυμάτων της δικής του πρότερης τρομοκρατίας σε βάρος αθώων.

Η τιμωρία των στελεχών και μηχανισμών αυτού του κράτους για τα κατά συρροή εγκλήματά τους επαφίεται κατά την κρίση μου στον επαναστατικό λαό και την επαναστατική δικαιοσύνη της λαϊκής εξουσίας, και αποτελεί υψηλή ηθική υποχρέωσή της. Το ίδιο, συνεπώς, και η διατήρηση της μνήμης αυτών των εγκλημάτων έως ότου είναι υλικά εφικτή η απόδωση τιμωρίας στους ενόχους των.




Η επιλογή του πίνακα και το κείμενο , από τη Μποτίλια στον Άνεμο

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

«Μετανάστες»


Λαθεμένο μού φαινόταν πάντα τ' όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες».
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους.

Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. 
Ούτε και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. 

Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα 'ναι, 

μα εξορία.

Έτσι, απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ' ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, 

τίποτα ν' απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ' απ' όσα έγιναν, 

τίποτα δε συχωράμε.

Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! 

Ακούμε ίσαμ' εδώ τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ' τα στρατόπεδά τους.
Εμείς οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. 

Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.


Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.


 



Μπέρτολτ Μπρεχτ - Ποιήματα,
[ σε μτφρ. Μάριου Πλωρίτη,  εκδ Θεμέλιο ]

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Σκέψεις μέσα από τα δεσμά της αιχμαλωσίας...


Με τελικό προορισμό τους εσωτερικούς μας δαίμονες..

Κάτοικος στη χώρα του παγωμένου χρόνου εδώ και ένα χρόνο σχεδόν, ο πάγος έχει εξαπλωθεί πλέον και στο σώμα μου. Μονότονη καθημερινότητα επαναλαμβανόμενες κινήσεις, γενική ακινησία.
Εδώ τα σύνορα έχουν μεταμορφωθεί σε σιδερένιες πόρτες και τοίχους.
Περπάτημα το προαύλιο, σαράντα βήματα πάνω-κάτω τριανταπέντε βήματα δεξιά-αριστερά. Μετά τοίχος. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω, δεξιά-αριστερά, δεξιά-αριστερά. Με τον καιρό αρχίζεις να αποστηθίζεις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες από τα πέτρινα σύνορα που σε εμποδίζουν να κάνεις το τεσσαρακοστό πρώτο σου βήμα, το πού βρίσκονται τα διάφορα ορνιθοσκαλίσματα, πού είναι το κάθε εξόγκωμα. Σκέφτομαι ότι είναι λογικό αφού κάθε μέρα τα συναντάω αμέτρητες φορές μπροστά μου

Το ρολόι που κρύβω μέσα στο σώμα μου, έχει παγώσει κι αυτό.
Κι ας γνωρίζω ότι ο χρόνος της ζωής μου κυλάει αντίστροφα προβληματίζομαι, οι μαθηματικοί υπολογισμοί της φυλακής για την παραμονή μου εδώ, μου φέρνουν αηδία. 3/5 υφ’ όρων απόλυση, 1/3 της ποινής σκαστό για άδεια, έχεις να βγάλεις τόση φυλακή με τόσα μεροκάματα, τόση χωρίς αυτά.
Πάντα σιχαινόμουνα τα μαθηματικά που καθορίζουν τη ζωή μου. Αν είχα κάποια κλίση προς τα εκεί μάλλον ποτέ δεν θα επέλεγα μία τέτοια ζωή. Μία απλή εξίσωση από τους γραφειοκράτες της επαναστατικής λογιστικής θα με είχε πείσει. Αναρχία + αντάρτικο πόλης= παρανομία= θάνατος ή φυλακή, θα μου έλεγαν και τώρα θα πίστευαν ότι έχουν δικαιωθεί. Τον κακό τους τον καιρό θα τους έλεγα και τότε και τώρα. Η ανθρώπινη ζωή δεν χωράει σε κλάσματα και εξισώσεις. Και το πάθος για ελευθερία δεν στοιχειώνεται από κανένα φάντασμα της συνθηκολόγησης. Απλό σαν τις μαθηματικές εξισώσεις της ήττας που τόσο απεχθάνομαι.

Ας γυρίσουμε όμως πίσω σε εκείνο το εσωτερικό ρολόι. Όσο ήμουν στην παρανομία, το εσωτερικό μου ρολόι είχε πάει στον ωρολογοποιό, ο οποίος το έστειλε στην ψυχιατική κλινική. Όταν τον ρώτησα γιατί, μου είπε πως εκεί πηγαίνουν όλα τα ρολόγια που κατοικούν στα σώματα εκείνων που πολεμούν την μοίρα του αιώνιου σκλάβου. Επίσημη διάγνωση ήταν ότι κουρδίστηκε από ανώμαλα χέρια.
Όμως εκείνο αψήφισε τις προσταγές και τις επικλήσεις για επιστροφή στην ομαλότητα της χειρουργικά υπολογισμένης ασυδοσίας. Έτσι, μία όμορφη νύχτα με φεγγάρι έκανε το άλμα προς την ελευθερία και δραπέτευσε από τον λευκό θάλαμο του ψυχιατρείου. Το ξανασυνάντησα σε ένα συνωμοτικό ραντεβού, όπου ο καθένας μας είχε πάρει τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης. Μία ειλικρινής κουβέντα, όμορφες υποσχέσεις και μία μεγάλη απόφαση.
Ποτέ ξανά δούλοι, ποτέ ξανά με χαμηλωμένα βλέμματα, ποτέ ξανά μόνοι.
Για πάντα στην απέντι όχθη, για πάντα εξεγερμένοι και βέβηλοι, για πάντα στο μονοπάτι των ελεύθερων ανθρώπων.
Για πάντα, μ’ ακούς;

Μισώ εκείνους που έχουν τη διαστροφή να απαιτούν υποταγή. Γι’ αυτούς τα σκυμμένα κεφάλια και η σιωπή είναι κάτι σαν ιεροτελεστία όπου ο αφέντης χρήζει τον δούλο του, άξιο να τον υπηρετεί.
Μισώ επίσης και την λογική των δούλων που αισθάνονται ότι η υποταγή είναι μία μορφή εξιλέωσης στα βάσανά τους. Ξέρω πως ελάχιστοι είναι αυτοί που θα διαφύγουν απ’ αυτόν τον λαβύρινθο. Σκέφτομαι πως υπάρχουν χιλιάδες σελίδες ιστορίας, όπου επαναστάτες προσπαθούν να χαράξουν δρομολόγια διαφυγής, να υποδείξουν τον μίτο της Αριάδνης. Καταλήγω πως μάλλον είναι ανούσιο γιατί αυτοί που διαφεύγουν, δεν έχουν ακολουθήσει καμία πεπατημένη, απλά ακούν τους χτύπους της καρδιάς τους.

Παίρνω μία βαθιά ανάσα για να επιστρέψω στη φυλακή. Εδώ το ρολόι μου έχει παγώσει για τα καλά. Μπορώ να πω, πως έχει αποπροσανατολιστεί πλήρως και τα σημεία αναφοράς έχουν χαθεί μαζί με τις όποιες ελπίδες για κάτι αξιόλογο.
Ακόμα και έτσι όμως έχω βρει τον τρόπο, έστω και προσωρινά, να σπάω τον πάγο και να το ακούω έστω για λίγα λεπτά της ώρας. Είναι η στιγμή που βγαίνω στο προαύλιο και φοράω τα ακουστικά για να ακούσω μουσική.
Εκεί κρύβεται το μυστικό που το θέτει σε κίνηση, τα σχέδιά μου ξεδιπλώνονται μπροστά στα μάτια μου, εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα χορεύουν στον ρυθμό της μουσικής. Θα αρκεστώ να περιγράψω το περιεχόμενό τους μονολεκτικά. Εκδίκηση. Ξέρω πως δεν μπορούν να με κρατήσουν εδώ μέσα για πάντα. Ξέρω επίσης πως πολλοί θα είχαν κάνει τις ίδιες σκέψεις με μένα και μετά αρκέστηκαν σε μία διαρκή αναβολή. Δεν ανησυχώ, εξάλλου κάθε μας βήμα είναι και μία μικρή προσβολή στις στατιστικές των θεωρητικών της ζωής.

Ορκίζομαι στον εαυτό μου πως κάθε απειλή, θα γίνει πράξη, θα πληρώσουν, θα πληρώσουν, θα πληρώσουν. Για την οργανωμένη παράνοια που μας προσφέρουν, για κάθε μέρα αιχμαλωσίας, για κάθε σωφρονιστική προσβολή του ατόμου μας, για κάθε χρόνο φυλακής που θα μας ρίξουν, για κάθε καλημέρα που είπαμε στους ανθρώπους που αγαπάμε μέσα από ένα γαμημένο καρτοτηλέφωνο, για κάθε καληνύχτα που ειπώθηκε με τρεμάμενη φωνή με φόντο τον ήλιο να δύει ανάμεσα στα βουνά, πίσω από τα συρματοπλέγματα. Και όταν έρθει εκείνη η ώρα εγώ θα γελάω, όταν ο τρόμος επισκεφθεί απρόσκλητα τα σπίτια τους. Θα γελάω και κανείς δεν θα με εμποδίσει γι’ αυτό.
Το μίσος μέσα μου φουντώνει μέρα με τη μέρα, γίνεται πυρκαγιά και κρύβεται στα σωθικά μου. Για μία στιγμή ονειρεύομαι πως γίνομαι δράκος και κάθομαι στην ψηλότερη κορυφή του βουνού που φαίνεται απ’ το προαύλιο. Λίγο πριν την έφοδο αυτό το παράλογο τέρας αποφασίζει να φερθεί λογικά, σαν αναρχικός βομβιστής που προειδοποιεί για την έκρηξη της οργής του, παίρνει μονάχα τους φίλους του πάνω στα φτερά του και τους τοποθετεί και αυτούς στη κορυφή.
Δεν πρέπει να χάσετε αυτήν την παράσταση, τους λέει.
Αμέσως ανοίγει τα φτερά του, στέκεται πάνω απ’ τη φυλακή και εξαπολύει την φωτιά που τόσο καιρό έκαιγε μέσα του, πάνω στο σάπιο οικοδόμημα, στους θλιβερούς του κατοίκους και στους «τίμιους» εργαζόμενούς του. Έπειτα επιστρέφει στην πιο ψηλή κορυφή που είχει αφήσει τους φίλους του και παρακολουθεί τη φωτιά που ως πιστός του σύμμαχος, ολοκληρώνει το έργο της.
Τα δελτία των οκτώ μίλησαν για ένα τραγικό απολογισμό και για τυφλή βία.
Άπαντες έτρεξαν να ανταγωνιστούν στον διαγωνισμό της πιο απερίφραστης καταδίκης.
Όμως υπήρχαν και εξαίρεσεις. Ήταν εκείνοι που έχουν νιώσει στο πετσί τους τον βρυχηθμό του αργού θανάτου, την καταστολή των ανθρώπινων αισθήσεων, τον εφιάλτη της παρατεταμένης αιχμαλωσίας να τους συνοδεύει κάθε μέρα. Ήταν αυτοί που το πρωί ξύπνησαν με ένα τεράστιο χαμόγελο. Και από κάθε γωνιά του κόσμου εκατοντάδες φωνές επανέλαβαν ταυτόχρονα.
ΦΩΤΙΑ ΣΤΙΣ ΦΥΛΑΚΕΣ

«Αν ήμουν άνεμος θα γινόμουν καταιγίδα, αν ήμουν φωτιά θα έκαιγα τον κόσμο, αν ήμουν νερό θα γινόμουν ορμητικός χείμαρρος για να τον πνίξω, αν ήμουν θεός θα τον έστελνα στην κόλαση, αν ήμουν Χριστός θα αποκεφάλιζα όλους τους χριστιανούς, αν ήμουν συναίσθημα θα πλημμύριζα τους ανθρώπους με οργή, αν ήμουν όπλο θα εκπυρσοκροτούσα εναντίον των εχθρών μου, αν ήμουν όνειρο θα γινόμουν εφιάλτης, αν ήμουν ελπίδα να έκαιγα μέσα στις ψυχές των εξεγερμένων σαν πύρινο οδόφραγμα.»
Προς το παρόν, θα αρκεστώ στο να στείλω όλη μου την αγάπη σε εκείνους που οπλίζονται με όνειρα για να πολεμήσουν τον πολιτισμό της εξουσίας. Με την προτροπή να αποδράσουν μαζί με το ρολόι τους από τον κόσμο της τάξης και να περάσουν στην επίθεση εναντίον των καταπιεστών μας, με όλα τα μέσα.
Τώρα και για πάντα! Επίθεση στην κοινωνική μηχανή! Ζήτω η Αναρχία!

Νίκος Ρωμανός

 [ α σ φ υ ξ ί α     γ ι α     μ ι α     α ν ά σ α      ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς      ]    

Φυλακές Αυλώνας
Νοέμβριος 2013