Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

"Ζητεῖται Ἐλπίς"




Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.
Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.
Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.
Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.
Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.
«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.
Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.
Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. 
Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:
ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.
ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...
Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.
Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...
Πέρασε τὸ χέρι του στὰ μαλλιά του. Σκούπισε τὸν ἱδρώτα στὸ μέτωπό του· εἶχε ἱδρώσει, κι ὅμως δὲν ἔκανε ζέστη.
Ὁ πόλεμος, ἡ βόμβα ὑδρογόνου, οἱ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»... Τὸ πανόραμα τῆς ζωῆς!
Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...
Σουρούπωνε. Μερικὰ φῶτα εἶχαν ἀνάψει κιόλας στὰ μαγαζιὰ ἀντίκρυ. Στὸ καφενεῖο δὲν εἴχανε ἀνάψει ἀκόμα τὰ φῶτα. Τοῦ ἄρεσε ἔτσι τὸ ἡμίφως.
Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...
Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.
Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.
Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.
Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε,...
Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...
Κάποτε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, εἶχε ἐλπίσει στὸν κομμουνισμό. Μὰ εἶχε διαψευσθεῖ κι ἐκεῖ. Τώρα δὲν εἶχε ἐλπίδα σὲ καμιὰ ἰδεολογία!
Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.
Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...
Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε.
Πῆρε ἕνα πακέτο.
Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα.
Θυμήθηκε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἤτανε παιδὶ ἀκόμα, εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ μιὰ θεία του, ξαδέρφη τῆς μητέρας του. Τὴν εἴχανε σπίτι τους. Ἦρθε ὁ γιατρός· βγαίνοντας ἀπὸ τὸ δωμάτιο τῆς ἄρρωστης, εἶπε μὲ ἐπίσημο ὕφος:
Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!
Ἔτσι κι αὐτός, τώρα, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ λέει:
- Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!
Τοῦ φάνηκε φοβερὸ ποὺ ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα. Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς οἱ ἄλλοι στὸ καφενεῖο τὸν κοιτάζανε κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ δρόμο σκέφτονταν καὶ ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αὐτὸς ἐκεῖ δὲν ἔχει ἐλπίδα!» Σὰ νὰ ἦταν ἔγκλημα αὐτό. Σὰ νὰ εἶχε ἕνα σημάδι πάνω του ποὺ τὸ μαρτυροῦσε. Σὰ νὰ ἤτανε γυμνὸς ἀνάμεσα σὲ ντυμένους.
Σκέφτηκε τὰ διηγήματα ποὺ εἶχε γράψει, δίνοντας ἔτσι μιὰ διέξοδο στὴν ἀγωνία του. Ἄγγιζε θέματα τοῦ καιροῦ μας: τὸν πόλεμο, τὴν κοινωνικὴ δυστυχία... Ὡστόσο, δὲν τὸ ἀποφάσιζε νὰ τὰ ἐκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε τὴν ἐτικέτα ποὺ θὰ τοῦ δίνανε σίγουρα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὄχι, ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλει. Στὸ διάολο ἡ ἐτικέτα! Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τίποτε ἄλλο. Οὔτε ἀριστερὸς οὔτε δεξιός. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐλπίσει ἄλλοτε, καὶ τώρα δὲν ἔχει ἐλπίδα, καὶ ποὺ νιώθει χρέος του νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Βέβαια, ἄλλοι θἄχουν ἐλπίδα, σκέφτηκε. Δὲν μπορεῖ παρὰ νἄάχουν.
Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...
Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς
Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.


" Ζητεῖται Ἐλπίς"

Ἀντώνης Σαμαράκης 

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

"Δεν ψηφίζω"




Το παρακάτω μανιφέστο γράφτηκε και δημοσιεύτηκε από τον αναρχικό συνδικαλιστή Σταύρο Κουχτσόγλους στην επαναστατική συνδικαλιστική εφημερίδα «Άμυνα» (του Ηρακλή Αποστολίδη), με αφορμή τις αστικές εθνικές εκλογές του 1920. 

Ο Σταύρος Κουχτσόγλους είναι μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελλαδικού και διεθνούς αναρχικού κινήματος. Δραστηριοποιήθηκε στο εργατικό κίνημα κυρίως στις πόλεις της Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας, της Αθήνας και του Βόλου. Στην Αλεξάνδρεια συσχετίστηκε με το γνωστό Ιταλό αναρχικό Ερρίκο Μαλατέστα. Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το βιβλίο για το αναρχικό κίνημα στην Ελλάδα των εκδόσεων «Ούτε Θεός–Ούτε Αφέντης»


Παρήλθεν ήδη αιώνας αφ’ ότου οι αστοί εφεύρων το μέσον της ψήφου, δια να καταπνίγουν δι’ αυτού τους πόθους του λαού, και να τον κρατούν στην αθλιότητα, τούτου, επί τόσα έτη να κάμουν να πιστέψη ότι αυτός – ο πεινασμένος, ο κουρελιάρης, ο άθλιος – είνε ο Κυρίαρχος, αυτοί δε οι υπηρέται του. Και επί 120 έτη τώρα πίστευα κ’ εγώ ο εργάτης – βιομήχανος ή αγρότης – το ψεύδος των αυτό ως αλήθειαν την κοροιδίαν τους αυτήν ως σοβαρότητα. Και ετυραννήθην παντοιοτρόπως, και εβασανίσθην επί γενεάς γενεών δια να φέρω «τους καλυτέρους» εις τα πράγματα, όπως με υπηρετήσουν, και οι εκλεκτοί μου αυτοί υπηρέται, ερχόμενοι στα πράγματα, πρώτον μέλημα είχαν πάντοτε πως να με βυθίσουν περισσότερον μέσα στο βούρκο της αθλιότητος, απολαμβάνοντες εκ της δυστυχίας μου και ζώντες εκ του θανάτου μου.

Αρκεί πλέον ως εδώ. Παύω πλέον του να έχω τον τίτλον του Κυριάρχου με υπηρέτας. Δεν θέλω κανενός την υπηρεσίαν, διότι απεφάσισα να υπηρετήσω ο ίδιος τον εαυτόν μου. Δι’ ο αποφασίζω και λέγω.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι ενόησα πλέον ότι όλοι – Μοναρχικοί, Συνταγματικοί, Δημοκράται, Σοσιαλισταί κλπ – είνε ψεύτες, και ότι όλοι αυτοί, θέλοντες να εργασθούν, προσφέρονται προθύμως να με υπηρετήσουν δήθεν, πράγματι δε να απολαύσουν αυτοί εκ των στερήσεών μου και να ζήσουν ευτυχείς αυτοί καθ’ όλην των την ζωήν εις βάρος μου, αναγκάζοντες εμένα να εργάζομαι διά να διατάσσουν αυτοί και να καρπούνται αυτοί.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι δεν θέλω πλέον να εκλέγω με τα χέρια μου τους τυράννους μου, επικυρώνων ούτω κάθε τετραετίαν δια της εφευρέσεώς των – της ψήφου – το επαχθές αυτό κοινωνικόν Συμβόλαιον, το οποίον με συγκρατεί μέσα στην απόγνωσιν, στον μαρασμόν και στον θάνατον.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι δεν θέλω πλέον να τρέχω κάθε 4ετίαν, σα σκύλος να εκλέξω δια της κάλπης, εγώ ο ίδιος τους τυράννους που θα λάβουν ενεργόν μέρος εις την λειτουργίαν του συστήματος αυτού, δια να κατασυντρίψουν τους αδυνάτους εάν ζητήσουν λίγο ψωμί στην πείνα τους, πληρώνων, εγώ, αυτούς διά το αποτρόπαιόν των έργον με χρήμα, με προνόμοια, με τιμάς.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι έπαυσα να περιμένω πλέον την σωτηρίαν μου από το θαύμα της ψήφου μου. Πέρασε η εποχή των θαυμάτων, των μάγων, των αγίων, των πνευματιστών, της ψήφου. Σπάζω το κομβολόγιον αυτό των θαυμάτων και αναλαμβάνω την πρωτοβουλίαν μου, οργανούμενος οικονομικώς και μακράν από την πολιτικήν σαπίλαν των επιτηδείων, ως ενοήσας πλέον ότι η χειραφέτησίς μου θα συντελεσθή τότε μόνον και θα επιδοθώ ο ίδιος πλέον – δια της οργανώσεώς μου – εις την αποκατάστασιν της θέσεώς μου.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι θέλω την εξαφάνισιν πλέον του αισχρού τούτου εμπορίου όπου, οι άνθρωποι αναγκάζονται να πουλούν τα χέρια τους, την ικανότητά τους, τας γνώσεις των, τα κρέατά τους, τας θυγατέρας των, τους υιούς των, τας οικογενείας των, τας φιλίας των, και να τους εκμεταλλεύωνται οι τραπεζίται, οι έμποροι, οι βιομήχανοι, οι μεσίται, η θρησκεία, η γραφειοκρατία, το κράτος, και να εκμεταλλεύεται ο ιατρός τον άρρωστο, ο παπάς τον πεθαμμένο και να τρέχουν όλοι σα στραβοί στον κατήφορο του εξευτελισμού των, προσέχοντες μόνον στο χρήμα, στην φιλοδοξία και στην απόλαυσι του κτηνώδους των εγωισμού.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι θέλω την εξαφάνισιν πλέον αυτού του αγοράζοντος και πωλούντος την χαμοζωήν του, συρφετού που απαρτίζει την σημαρινήν Κοινωνίαν, και την αναδημιουργίαν μιάς νέας και ελευθέρας κοινωνίας δια των οργανώσεών μου, εντός των οποίων και μόνον το άτομον θα εύρη πλήρη την ελευθερία και την αξιοπρέπειάν του.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι εκατάλαβα πλέον ότι αυτοί που παίρνουν μια ετικέττα Ελευθεροφρόνων, Φιλελευθέρων, Σοσιαλιστών κλπ. και κολλούν σαν ψείρες απάνου στην ψώρα μου με την υπόσχεσιν ότι θα την θεραπεύσουν, δεν κάμνουν τίποτε άλλο παρά να αυξάνουν την φαγούρα της, ανοίγοντες βαθύτερα τις πληγές της, να με κρατούν σε μια ελεεινοτάτη κατάστασι από την οποίαν δεν θα απαλλαχθώ παρά μόνον την ημέραν που θα τις πετάξω για πάντα από πάνω μου και θα περιορισθώ προς θαραπείαν μου εις το σανατόριον της οργανώσεώς μου.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι είδα πλέον ότι δι’ αυτού του μέσου διέρχομαι όλην μου την ζωήν στον πισινό του βωδιού μου οργώνοντας την γη, με ένα τίτλο Κυριάρχου, ενώ αυτοί που με παρουσιάζονται ως Εθνικόφρονες, Φιλελεύθεροι, Σοσιαλισταί κλπ. Δια να με υπηρετήσουν δήθεν, απολαμβάνουν όλας τας φυσικάς καλλονάς, ακούουν μουσική αυτοί, την στιγμήν που εγώ ακούω... του βωδιού μου, λούζονται με μυρωδικά αυτοί, την στιγμήν που καθαρίζω εγώ κοπριές, κραιπαλούν αυτοί, την στιγμήν που εγώ μισοπεθαμμένος, βρέχω το ξεροκόμματό μου για να το φάγω.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι ξύπνησα πλέον απ’ τον λήθαργον στον οποίον μ’ εβύθισαν όλοι αυτοί οι τσαρλατάνοι και είδα ότι η φύσις επροίκισε και εμένα όπως κι’ αυτούς με μυαλό για να το αναπτύξω όσο μπορώΧ με μάτια δια να βλέπω ό,τι ωραίο μ’ αρέσειΧ με αυτιά δια να ακούω όσους ήχους με ευχαριστούνΧ με όσφρησιν δια να μυρίζω ό,τι ευωδιά προτιμώΧ με γεύσι δια να δοκιμάζω ό,τι ουσία με γουστάρειΧ με δόντια, στόμαχον δια να μασσώ και να στέλνω στον στόμαχόν μου όσην ανάγκην έχει τροφήςΧ με πόδια δια να τα διευθύνω και να περπατώ όσο θέλω και με χέρια δια να εργάζωμαι σύμφωνα με την ανάγκην που θα μου παρουσιάζεται προς ικανοποίησιν των ανωτέρω ορέξεών μου.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι όλα αυτά τα όργανα με τα οποία με επροίκισε η φύσις, δια του μέσου αυτού της ψήφου, μου τα καθυπέταξαν οι κατεργαρέοι, και καμμιά κίνησις πλέον δεν μου μένει ελευθέρα. Όλαι μου οι ανάγκαι των ματιών μου, του μυαλού μου, των αυτιών μου, της μύτης μου, των δοντιών μου, του στομάχου μου, των ποδιών μου και των χεριών μου, εξαρτώνται από το «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των Εθνικοφρόνων, των Φιλελευθέρων, των Σοσιαλιστών και λοιπών βαγαπόντηδων, οι οποίοι προσφέρονται ως υπηρέται δήθεν εμού του Κυριάρχου και με κοροϊδεύουν.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι είνε επάναγκες πλέον να βάλω διά των οργανώσεών μου κάθε κατεργάρη στη θέσι του καταργώ το «Αποφασίζομεν και διατάσσομεν» είτε από τον Γούναρην προσφέρεται, είτε από τον Βενιζέλον, είτε από τον Μπριάν, είτε από τον Λένιν. Να «αποφασίζετε και να διατάσσετε» τα τομάρια σας μόνον του λοιπού, διότι ο φυσικός και αληθής νόμος αυτό λέγειΧ κάθε άτομον «να αποφασίζη και να διατάσση» τον εαυτόν του μόνον σύμφωνα με τας ανάγκας του, καθώς και κάθε οργάνωσις σύμφωνα με τας ανάγκας των μελών αυτής.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι η ιστορία με εδίδαξε ότι η Πειθαρχία και η Υπακοή εις το «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» των άλλων, εμπερικλείουν μέσα των όλην την κακομοιριά μου, την στέρισιν και τον θάνατον όχι μόνον τον ειδικόν μου αλλά και της συζύγου μου και των τέκνων μου, κ’ εκείνων που γεννήθηκαν κ’ εκείνων που θα έχουν το ατύχημα να γεννηθούν, κατερημώνουσαι ούτω ολοκλήρους οικογενείας και ολόκληρα έθνη, προς απόλαυσιν μερικών φιλοδόξων ανοήτων, βαρβάρων αρχομανών, κτηνανθρώπων.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι αντελήφθην καλώς πλέον ότι ένας φυσικός νόμος υπάρχει το Πειθαρχείν και Υπακούειν προς ικανοποίησιν των αναγκών του οργανισμού μου, αι οποίαι ανάγκαι θα γίνουν βεβαίως αισθηταί και από τα λοιπά μέλη της οργανώσεώς μου και θα εκπληρωθούν δι’ αυτής και μόνης.

ΔΕΝ ΨΗΦΙΖΩ

Διότι θέλω να ζήσω ελεύθερος πλέον και την ελευθερία μου αυτήν είνε αδύνατον να μου την δώσουν οι οποιοιδήποτε επιτήδειοι καιροσκόποι δια του «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» δι’ αυτό «αποφασίζω και διατάσσω» κ’ εγώ τον εαυτό μου, ίνα οργανούμενος μακράν από κάθε φαυλότητα, επιβάλω προς αυτούς την ελευθερίαν, διά των οργανώσεών μου. Έχω δε την πεποίθησιν, ότι, εάν, ούτω σκεπτόμενος, κάθε εργάτης λάβη την ιδίαν απόφασιν με μένα, εντός ολίγου χρονικού διαστήματος θα δοκιμάσουμε τα καλά αποτελέσματα των ελευθέρων και απηλλαγμένων από κάθε πολιτικήν σαπίλαν οργανώσεών μας.



Δημοσιεύτηκε στην επαναστατική συνδικαλιστική εφημερίδα «Άμυνα» του Ηρ. Αποστολίδη, με αφορμή τις εκλογές του 1920. 

Αναδημοσιεύθηκε στο Νο 10 – Μάης 2007 – του δελτίου «Μαύρα Γράμματα» της ΟΑΕ.

Πηγή : http://www.anarkismo.net/

Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

το κοράκι


Nevermore . . . 





Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.




Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.







Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.





Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !




Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια 


Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


'Εντγκαρ 'Αλαν Πόε
στην πιο ατμοσφαιρική μετάφραση που έχω διαβάσει .. 
από τον Γ.Β. Ιωαννίδη




και   το πρωτότυπο  .. 
[First published in 1845]
horizontal space
Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'




And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!
   

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Γιατί η ελληνική; - PEDRO OLALLA


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
“Γιατί να διδασκόμαστε Αρχαία Ελληνικά στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης;
Πολλαπλή χρησιμότητα ή ξεπερασμένη προγονολατρία;”
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών
7 Απριλίου 2011
__________________________________________________________________
Γιατί η ελληνική;

Απαντήσεις ενός ξενόγλωσσου ομιλητή
PEDRO OLALLA
Συγγραφέας, Ελληνιστής, Πρεσβευτής του Ελληνισμού


Ως ξένος, ως ελληνομαθής και ως μέτοικος, με τιμά ιδιαίτερα αυτή η πρόσκληση να
συνεισφέρω με λίγα λόγια σε τούτο τον όμορφο φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα·
αυτή η πρόσκληση να αναδείξω με τα βιωματικά επιχειρήματά μου τη σημασία της
ελληνικής γλώσσας και της ανθρωπιστικής στάσης ζωής στις μέρες μας, και αυτή η
πρόσκληση  να έρθω αρωγός  —δυστυχώς για μια ακόμα  φορά— στην υπεράσπιση
του αυτονόητου. 
Αλλά  είναι γεγονός ότι και το αυτονόητο χρειάζεται πολύ συχνά
υπεράσπιση: 
ας μην ξεχνάμε ότι οι πιο προοδευτικές ιδέες δεν κινδυνεύουν τόσο
πολύ όταν η υπεράσπισή τους είναι επικίνδυνη όσο όταν αυτή γίνεται πληκτική.

Αφετηρία λοιπόν για τον προβληματισμό μου είναι μια απλή ερώτηση: 
τι σημαίνουν σήμερα τα ελληνικά για έναν ξενόγλωσσο; 
Νομίζω ότι, καταρχάς,  οι απαντήσεις εξαρτούνται από τον ίδιο τον ξενόγλωσσο. 
Αφενός, μετά από μια μακρά και ακόμα πρόσφατη ιστορία γεμάτη πολέμους, δοκιμασίες και εξορίες, —σχεδόν ξαφνικά και παρά την λεγόμενη «κρίση»— η Ελλάδα έχει γίνει για πολλούς ξένους ένας τόπος αναζήτησης ελπίδας· και συνεπώς η γλώσσα της, ένας δρόμος για να βρουν μερικοί
άνθρωποι  μια  θέση  σε  μια  νέα  κοινωνία,  για  να  έχουν  πρόσβαση  σε  εύλογες
προσδοκίες, που τους τις αρνιούνται στη γενέτειρά τους, και για να προσβλέπουν
σε μια καλύτερη ζωή. Αυτή η αλλαγή από πατρίδα ξενιτιάς σε γη της επαγγελίας —
αλλαγή, που παρατηρώντας  τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ξυπόλυτους
και λιμασμένους παππούδες, μοιάζει με θαύμα— είναι ο τελευταίος ελιγμός στη
διαδρομή αυτής της υπερχιλιετούς κοινωνίας, που διέσχισε τους αιώνες με μόνο
στοιχείο συνοχής ίσως τη γλώσσα της, μια γλώσσα που σήμερα μοιράζει μέλλον στα
θύματα της αδικίας  δίπλα  στις  άλλες  γλώσσες  της  δύσης. Όλοι αυτοί οι νέοι
ομιλητές της ελληνικής και κυρίως οι άμεσοι απόγονοί τους, που θα είναι «γέννημα
θρέμμα» ελληνόφωνοι,  θα  αποτελέσουν έναν καθόλου αμελητέο παράγοντα στην
εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στο άμεσο μέλλον.

Αφετέρου όμως, οι περισσότεροι ξένοι της γηραιάς Ευρώπης βλέπουν την ελληνική
γλώσσα με τελείως διαφορετικά μάτια. 
Για αυτούς, υπήρχε πάντα ένα λείψανο· ένα σεβάσμιο λείψανο μεν, αλλά στο κάτω-κάτω ένα πηγάδι από όπου αντλείται μονάχα παρελθόν. Η μελέτη της αποτελεί κομμάτι της  ακαδημαϊκής  προσέγγισής τους σε αυτόν τον κοινό τόπο αναφοράς, σε αυτή την  αιωρούμενη Ελλάδα που πλανιέται πάνω από τα κεφάλια όλων  των δυτικών  λαών  επηρεάζοντας την κοσμοθεωρία
τους. 
Ωστόσο, τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας μάς δίδαξαν την ελληνική —και
συνεχίζουν να τη διδάσκουν αν και όλο και λιγότερο— αδιαφορώντας για την
ιστορική  της  εξέλιξη  και  για  τη  σχέση  της  με  το  παρόν,  αποτείνοντας  μεν  έναν
ευλαβή φόρο τιμής στην κλασσική της περίοδο αλλά αγνοώντας  δε  —ακόμα και
περιφρονώντας ίσως— τις φυσικές της δυνατότητες ως μέσο επικοινωνίας. 
Μονάχα τα τελευταία χρόνια, αρχίζει να αφυπνίζεται δειλά ένα ενδιαφέρον για τη σύγχρονη
γλώσσα,  όχι  όμως  χωρίς  την  μαχητική  επιφύλαξη  εκείνων  που
αυτοανακηρύσσονται ιεροί υπερασπιστές της αρχαίας.
Ωστόσο, πέρα από αυτό το απατηλό δίλημμα μεταξύ νέας και αρχαίας, πέρα από
την  ξένοιαστη χρήση  της ελληνικής  ως  απλού εργαλείου επικοινωνίας ή από την
εσωστρεφή καλλιέργεια του αξιοσέβαστου κήπου των κλασικών συγγραφέων,
υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα μπορεί να προσφέρει αποκλειστικά σε έναν
δυτικό ξένο, κολασμένο από τις χάρες της κουλτούρας και ελεύθερο από
επιφυλάξεις και προκαταλήψεις: μια ατελείωτη περιπέτεια της διανόησης. 
Για όσο διάστημα έχω αφιερώσει στην εκμάθηση αυτής της γλώσσας, για όσον καιρό έχω
δουλέψει  ως  μεταφραστής  ή  ως  καθηγητής  μετάφρασης,  για  όσο  χρόνο  έχω
αφοσιωθεί στη δουλειά του λεξικογράφου  και του ιστορικού, για όσα χρόνια έχω
διατρέξει την Ελλάδα ακολουθώντας τα χνάρια των  αρχαίων μύθων ή για όσο
χρόνο γράφω και δημοσιεύω τα έργα μου στα ελληνικά, η  σχέση  μου  με  την
ελληνική γλώσσα  υπήρχε πάντοτε  αυτή  της  σαγήνης.  Και  σε  αυτή  θα  ήθελα  να
αναφερθώ τώρα, διότι πιστεύω ότι λίγα πράγματα μας ενώνουν με πιο ακλόνητο
τρόπο από το να μοιραζόμαστε κάποια συγκίνηση ικανή να μας σαγηνεύσει.

Υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα προσφέρει ως αποκλειστικό προνόμιο: η
εγγύτητα  των δομών και  των λέξεων της στην πρώτη ύλη της σκέψης μας.  Γιατί
«σκέφτομαι» δεν σημαίνει παρά συσχετίζω έναν  κόσμο εικόνων, αισθήσεων και
λέξεων, συνδυάζω απεριόριστα μια απέραντη συλλογή μικρών κομματιών που
εκπληκτικά φέρουν τυπωμένη τη σφραγίδα του ελληνικού πνεύματος.
Παιδί, στη γενέτειρά μου, στις απότομες ακτές της Αστούριας, γνώρισα ένα σκεύος
αλιείας που οι ψαράδες ονόμαζαν  «palangre».  Πολύ αργότερα,  σε τούτες τις φθαρμένες συλλαβές, αναγνώρισα την αρχαία  ελληνική  λέξη  «πολυάγκιστρον». Η
λέξη «αγκίστρι» με οδηγεί στην «αγκύλη», στην «άγκυρα», στον «αγκώνα», λέξεις
με  τις  οποίες  ζω  και  που  μοιράζονται  μια  κοινή  έννοια  με  την  «καμπύλη»,  με  το
«κλείσιμο», με την  «αγκαλιά».  
Η  ζωή  σε  επαφή  με  την  ελληνική  οξυγονώνει  τη συνείδηση των μηχανισμών της αντίληψής μας, μας αποκαλύπτει ότι η σκέψη είναι μια απέραντη και υποβλητική διαδικασία μεταφοράς, και ότι ο τρόπος που σκεπτόμαστε εδώ και αιώνες —κομμάτι πλέον του DNA μας και κεκτημένη ταχύτητα
στην ιστορική μας εξέλιξη— είναι βαθειά καθορισμένος από την επίδραση της
ελληνικής γλώσσας. 
Ποια σχέση υφίσταται άραγε ανάμεσα στην «αγκαλιά» και στην
«ανάγκη»; ή ανάμεσα στην  «άγκυρα» και στην  «ανάγκη», ανάμεσα σε αυτό που
κρατάει και σε αυτό που είναι κατ’ εξοχήν ασυγκράτητο;  Αυτές  οι καθημερινές
λέξεις μπορούν να  μας  ταξιδέψουν, παράδειγμα, έως τον Μακρόβιο, που
ισχυρίζεται ότι η ανάγκη αναπαριστάται από τον κόμβο και ο έρωτας από το φιλί· ή
έως την κοσμοθεωρία  των ορφικών, για τους οποίους η Ανάγκη  ήταν αυτή η
δύναμη-αγκαλιά-κόμβος, που δεσπόζει στα πάντα…
Η τριβή με την ελληνική γλώσσα φέρει σε επαφή την αμεσότητα του παρόντος με το
υποβλητικό φορτίο του παρελθόντος, δημιουργώντας πάντα μια τονωτική καύση.
Μας εκπαιδεύει στην προσπάθεια, στην ακρίβεια και στην οξυδέρκεια.  Μας  ωθεί
συνέχεια στην ανίχνευση και, συνεπώς, μας φέρνει συνέχεια απέναντι στο εύρημα.
Τοποθετεί τη φευγαλέα ατομική συνείδησή μας μέσα στις μακρές κινήσεις της
ύπαρξης του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Έτσι, μέρα με τη μέρα, αφήνομαι
να παρασυρθώ από λέξεις όπως  «εστιατόριο»,  «σύμπτωση» ή  «έντομο»,
απολαμβάνοντας ως ξένος ένα ατελείωτο ταξίδι στον εαυτό μου. Μια περιπέτεια
που δεν θα μπορούσε να γίνει σε βάθος στα Ισπανικά, στα Αγγλικά ή στα Ρωσικά.
Θα μπορούσε κάποιος να την επιχειρήσει ίσως στα Λατινικά, αλλά τα Λατινικά δεν
τα μιλάνε πλέον στην αγορά.

Η ελληνική γλώσσα ζει στον λόγο των σημερινών ομιλητών της, αλλά ζει και στο
υποσυνείδητο και στο βάθος του λόγου των ομιλητών των περισσοτέρων δυτικών
γλωσσών.  Ζει  στο  λεξιλόγιο,  στις  έννοιες,  στις  δομές,  στην  ορολογία,  στην
οργάνωση της σκέψης, στις εκφάνσεις της πολιτιστικής παράδοσης… Είναι ζωντανή
γιατί, κατά βάθος, όλοι οι δυτικοί μιλάμε μια ασυνείδητη ελληνική.
Η ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα γλώσσα της αφηρημένης σκέψης, η μητέρα
γλώσσα όλων των φωνητικών μας αλφάβητων, η πρώτη lingua franca, η πρώτη σε
λογοτεχνική παράδοση και επιρροή, η πιο παλαιά από τις ζωντανές σε προφορική
και  γραπτή  παράδοση,  η  γλώσσα  με  την  πρώτη  γραμματική  και  τον  πρώτο μεταγλωσσικό συλλογισμό,  η  γλώσσα  στην  οποία  πρωταναπτύχθηκαν  γραπτώς  η
λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική, οι νόμοι και η επιστήμη. 
Και αν πρέπει να κρίνουμε από την τεράστια επιρροή που έχει ασκήσει και ασκεί πάνω στις
υπόλοιπες, η ελληνική γλώσσα είναι, υπό αυτήν την έννοια, η πρώτη γλώσσα στον
κόσμο. Αυτή είναι μια ακλόνητη αλήθεια που καθορίζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Σκεπτόμενος σήμερα το μέλλον της ελληνικής, ειλικρινά το βλέπω αρκετά
υποσχόμενο στον κόλπο μιας όλο και πιο γραμματισμένης παγκόσμιας κοινωνίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βήματα μπροστά είναι εύκολα ή ότι θα γίνουν από
μόνα τους χωρίς να συναντήσουν αντίσταση.  Νομίζω ότι η ελληνική, για να
εξασφαλίσει την επιβίωσή της, καλείται να  αξιοποιήσει προπαντός την
ιδιαιτερότητά της.

Για αυτόν το σκοπό, υπάρχουν κάποιες προκλήσεις που μου φαίνονται κρίσιμες. 
Η πρώτη  είναι  η  ίδια  η  γνωριμία  των  ομιλητών  με  τη  γλώσσα,  η  απόκτηση  της
γλωσσικής συνείδησης από τους ίδιους τους ομιλητές και η καλλιέργεια της αγάπης
προς τη γλώσσα.  
Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος φροντίζει και εκτιμά εκείνο που
αγαπά, και ότι αγαπά μόνο  εκείνο που γνωρίζει. Ευτυχώς, αυτή η αγάπη για τη
γλώσσα  δεν  υπήρξε  ποτέ  κάτι  το  ξένο  για  τους  έλληνες·  ακόμα  και  το  λεγόμενο
γλωσσικό ζήτημα, αυτός ο  ιδιόμορφος εμφύλιος πόλεμος, έχει βοηθήσει  με τον
τρόπο του  στη γλωσσική συνείδηση και στην αυτογνωσία των Ελλήνων. Όμως,
συνυφασμένη με αυτή την αναγκαία αγάπη για τη γλώσσα, είναι και μια ίσως πιο
δύσκολη πρόκληση που θεωρώ καίριας σημασίας για την επιβίωση της ελληνικής: η
ιστορική υπέρβαση του ιδεατού τρίγωνου γλώσσα-έθνος-κράτος.
Είναι γεγονός ότι, σε καιρούς χαλεπούς, η ελληνική γλώσσα προσέδωσε στους
ομιλητές της μια  εθνική συνοχή και ότι συνέβαλε  αποφασιστικά στη διαμόρφωση
μιας ταυτότητας την ώρα  της διεκδίκησης και της οικοδόμησης του νέου κράτους.
Αλλά είναι επίσης γεγονός  ότι τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της  τα κατάφερε η
ελληνική σε πιο ευνοϊκούς καιρούς ως γλώσσα πολυσύνθετων πληθυσμών, ακόμα
και ως γλώσσα πολυεθνικών  κοινοτήτων.  Η ελληνική έδωσε τους καλύτερους
καρπούς της ούσα η κοινή γλώσσα όλων των ελληνικών φυλών, η κοινή γλώσσα
της ελληνιστικής οικουμένης, η πρώτη κοινή γλώσσα της χριστιανικής οικουμένης
και η γλώσσα αναφοράς της ουμανιστικής οικουμένης.
Σήμερα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν περίπου 6.000 γλώσσες, πάνω από
10.000 έθνη και μόνο καμία διακοσαριά κράτη, που μάλιστα τείνουν προς την
ένταξη σε διεθνείς δομές και υφίστανται την επίδραση της παγκοσμιοποίησης. Άρα, όλα τα κράτη είναι ή θα γίνουν πολύ-πολιτισμικά, και, συνεπώς, η πρόκληση των
ημερών μας είναι να δημιουργήσουμε αισθήματα αλληλεγγύης μεταξύ ανθρώπων
πολιτισμικά ετερογενών.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν χωράει πια το τρίγωνο  γλώσσα-έθνος-κράτος, και η
ελληνική γλώσσα πρέπει να βρει τον δρόμο της όχι μόνο ως γλώσσα του ελληνικού
λαού, αλλά ως γλώσσα και τροφός μητέρα του δυτικού  και του ουμανιστικού
πολιτισμού. 
Εκεί να βρει συμμάχους για τη διαιώνισή της και  να ταχθεί μαζί τους
υπέρ ενός ανυπέρθετου χρέους: την «παγκοσμιοποίηση» του Ανθρωπισμού.
Αυτό που ονομάζουμε Ανθρωπισμό δεν είναι μόνο μια κληρονομιά, είναι προπαντός
μία στάση ζωής: μια στάση άρρηκτα συνδεδεμένη με  την ελληνική γλώσσα και  το
ελληνικό πνεύμα από τους πανάρχαιους χρόνους όπου ο Όμηρος άρχισε την
αναζήτηση του πανανθρώπινου στοιχείου. Μια στάση όχι βέβαια αποκλειστικά
ελληνική, που μάλιστα προδόθηκε επανειλημμένως από τους ίδιους τους Έλληνες,
αλλά και που αναμφίβολα επινοήθηκε, καλλιεργήθηκε, υποστηρίχτηκε και
ανακτήθηκε, ξανά και ξανά κατά τον ρου της ιστορίας, ανατρέχοντας κυρίως στο
ελληνικό στοιχείο.
Αυτή η στάση εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, στην ικανότητα και στη συνείδησή του
για  να  επιλέγει  ελεύθερα  το  καλό,  είναι  η  δύναμη  που  γέννησε  την  ηθική  και
υπερασπίζεται έως σήμερα τη σκέψη.  Και χωρίς σκέψη και ηθική δεν υπάρχει
πρόοδος αλλά υποταγή και χάος. Αρμόζει λοιπόν στον Ανθρωπισμό να καλλιεργήσει
την ηθική όχι ως δογματική επιβολή αξιών —όποιες κι αν είναι αυτές— αλλά ως
κριτική και υπεύθυνη άσκηση της ελευθερίας· να μας μυήσει και να μας εκπαιδεύσει
σε μιαν άσκηση σκέψης που να μας οδηγεί να βρούμε λόγους για να προτιμήσουμε
μια συμπεριφορά από μιαν άλλη και να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι
λόγοι αυτοί δεν είναι κάτι το υπερβατικό, αλλά το έμφυτο στον άνθρωπο.
Αυτή η στάση δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια να χτίσει έναν κόσμο
απαλλαγμένο από το δόγμα, ο οποίος να υπάγεται στην αμφισβήτηση, στην ηθική,
στην αισθητική, στη δικαιοσύνη και στην ελευθερία. Και όσοι την καλλιέργησαν,
δεν υπερασπίστηκαν μονάχα όσα πίστευαν  ότι υπερασπίζονταν στον καιρό τους,
αλλά και την ελευθερία και την αξιοπρέπεια κι άλλων αγέννητων ακόμη, τη
μελλοντική τους δυνατότητα να γνωρίσουν έναν κόσμο διαφορετικό και μια
πραγματικότητα άλλη από το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του
ψεύδους.  Όπως  είναι  επόμενο,  τούτη  ήταν  ανέκαθεν  η  στάση  των  ολίγων:  μια
πράξη αντίστασης σε ένα αντίξοο και βάρβαρο περιβάλλον. 
Ωστόσο, κάθε φορά που έλαμπε στο πέρασμα του χρόνου εν μέσω της αυθαιρεσίας, του σκοταδισμού και των κατώτερων ορμών του ανθρώπινου είδους, η ανθρωπότητα έκανε ένα βήμα
προς  τη  σύνεση,  προς  το  μέτρο,  προς  την  αξιοπρέπεια  του  ανθρώπου  πέρα  από
συμφέροντα και πιστεύω.
Αυτή η ουμανιστική στάση οφείλει πολλά στην  ελληνική γλώσσα, αλλά αληθεύει
επίσης ότι η ελληνική γλώσσα και η εικόνα της Ελλάδας απέναντι στον εαυτό της
και  στον κόσμο οφείλουν πολλά σε αυτήν την ουμανιστική στάση. Ασφαλώς, δεν
είναι βέβαιο πως αυτή η κοπιαστική στάση θα θριαμβεύσει τελικά επί της
αυθαιρεσίας και της βαρβαρότητας. Είναι όμως απολύτως βέβαιο πως η αυθαιρεσία
και η βαρβαρότητα θα θριαμβεύσουν με μεγαλύτερη δυσκολία ανάμεσα σε όσους
υιοθετούν τούτη τη στάση, παρά ανάμεσα σε όσους την αγνοούν ή την
περιφρονούν. Για αυτό και κάθε προσπάθεια αξίζει τον κόπο.

Κάποιες φορές, περπατώντας ανάμεσα στις ελιές και στα ερείπια αυτής της χώρας,
αναρωτήθηκα τι θα έμενε από τον πολιτισμό μας αν έσβηνε από αυτόν το ελληνικό
στοιχείο,  πώς θα ήμασταν αν στερούμασταν όχι μόνο αυτό το απέραντο
κληροδότημα αλλά και τούτη τη γενναία ώθηση, που πάντοτε κινούσε το
ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο. 
Και τότε αντικρίζω ένα απέραντο κενό. 

Τα ερείπια μάς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, μας κάνουν να συνειδητοποιούμε πόσο
εύθραυστος είναι ο πολιτισμός, μας υπενθυμίζουν ότι οι κατακτήσεις του είναι
εφήμερες, ότι πρέπει να τις υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει, και ότι ο
μόνος εφικτός και άξιος του ονόματός του πολιτισμός είναι εκείνος που ενώνει τους
ανθρώπους ενάντια στη βαρβαρότητα. 
Αυτό το μάθημα μάς έχει αφήσει το ελληνικό πνεύμα,  μαζί  με  την  πρόκληση  να  μην  είμαστε  μόνο κληρονόμοι αλλά και συνεχιστές, να μην κάνουμε μόνο νοσταλγικούς περιπάτους στα χνάρια των αρχαίων αλλά να  μοχθούμε στην δημιουργική αναζήτηση των ίδιων αξιών που οι
καλύτεροι από εκείνους έψαχναν.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ελληνική δεν είναι μια ακόμα γλώσσα, δεν είναι
απλώς μια γλώσσα. 
Και είναι μάλιστα αυτή η πολύτιμη ιδιαιτερότητα ό,τι εμπνέει στους σώφρονες την υπεράσπισή της.  Αν  τη  χάναμε,  ξέρουμε  τι  θα  χάναμε. 
Η ερώτηση είναι τώρα: τι θα κερδίζαμε; 
Θα μπορούσε η προοπτική του ενδεχόμενου κέρδους να δικαιολογήσει και να αντισταθμίσει την απώλεια; 
Εν ονόματι τίνος θα θάψουμε τον ελληνισμό;

Ευχαριστώ πολύ.

Πηγή : http://pedroolalla.com




Ο Pedro Olalla González de la Vega (Οβιέδο, Ισπανία 1966) 
είναι συγγραφέας, ελληνιστής, καθηγητής φιλόλογος, μεταφραστής, φωτογράφος και κινηματογραφιστής, και σε αυτούς τους τομείς συνεργάζεται τακτικά με εκδοτικούς οίκους, πανεπιστήμια και πολιτιστικούς φορείς από διάφορες χώρες του κόσμου. 
Εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια, διατηρεί μια έντονη σχέση με την Ελλάδα και το 1994 μετοίκησε στην Αθήνα με σκοπό να ασχοληθεί με την έρευνα, τη δημιουργία και τη διδασκαλία. Η κύρια απασχόλησή του είναι η συγγραφή: 27 πρωτότυπα έργα λογοτεχνικού και πολιτιστικού περιεχομένου (βιβλία, σενάρια, οπτικοακουστικό υλικό) σε διάφορες γλώσσες, καθώς και μια μακρά σειρά από δημοσιογραφικά άρθρα και μεταφράσεις Ελλήνων και Ισπανών συγγραφέων. Δίδαξε νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο και, στην Ελλάδα πλέον, διατέλεσε για χρόνια διευθυντής του Πολιτιστικού Δελτίου της Ισπανικής Πρεσβείας, αρχισυντάκτης του δίγλωσσου μηνιαίου περιοδικού “El Sol de Atenas” και καθηγητής στο «Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας» του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1994 έως σήμερα, εργάζεται ως καθηγητής στο Instituto Cervantes της Αθήνας και στη Βουλή των Ελλήνων. Ως φωτογράφος έχει πραγματοποιήσει εκδόσεις, οπτικοακουστικές παραγωγές, ντοκιμαντέρ και περισσότερες από σαράντα ατομικές εκθέσεις σε διάφορες χώρες. Ως λεξικογράφος, είναι συγγραφέας του «Νέου Ελληνο-Ισπανικού Λεξικού» (εκδ. Texto), για το οποίο δούλεψε για χρόνια με υποτροφία του Ιδρύματος «Α. Γ. Λεβέντη». Ως ερευνητής και φωτογράφος, έχει συνεργαστεί με εξειδικευμένους εκδοτικούς οίκους όπως National Geographic, Thames & Hudson, Altaïr, Planeta, Road Editions, κ.α. καθώς και με διάφορα τηλεοπτικά κανάλια και εταιρείες παραγωγής.

Στα τελευταία του έργα συγκαταλέγονται ο «Μυθολογικός Άτλας της Ελλάδας» –πόνημα που χορηγήθηκε από το Ίδρυμα Ωνάσης και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, και για το οποίο έχει διανύσει πάνω από εκατό χιλιάδες χιλιόμετρα στην Ελλάδα ακολουθώντας τα ίχνη των αρχαίων μύθων–, η τηλεοπτική σειρά ντοκιμαντέρ «Οι τόποι των μύθων» –μια παραγωγή της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (ΕΤ1) για το Ειδικό Πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004–, η ταινία ντοκιμαντέρ «Νυμφαίο της Μίεζας: Ο κήπος του Αριστοτέλη» –μια περιήγηση στον χώρο όπου ο φιλόσοφος δίδασκε τον νεαρό Αλέξανδρο–, το βιβλίο «Ευδαίμων Αρκαδία» –ένα μεγάλο νοερό ταξίδι στο δυτικό πολιτισμό ιχνηλατώντας το αρκαδικό στοιχείο–, το τελευταίο του βιβλίο «Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία» -μια ιστορική και λογοτεχνική ματιά στη διαμόρφωση και την επιβίωση της ουμανιστικής στάσης- και το τελευταίο οπτικοακουστικό του έργο, η ταινία "Με τον Καλλιγιάννη", υποψήφια στο "Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Τεκμηρίωσης" της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύει τακτικά σε ξένες εφημερίδες άρθρα για την κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, τα οποία συγκαταλέγονται στο Blog αυτού του ιστότοπου. 

Για τη δουλειά του στο χώρο της μελέτης και της προώθησης του ελληνικού πολιτισμού, αναγορεύτηκε Πρεσβευτή του Ελληνισμού από το ελληνικό κράτος, Associate Member του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Harvard University, Επίτιμος Δημότης Κλείτορος Αρκαδίας και υπήρξε προσκεκλημένος ομιλητής από πλήθος φορέων και ΜΜΕ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αιγαίου, Θράκης, College Year in Athens, Onassis Foundation New York, Fulbright Foundation, Universidad Autónoma de México, Διεθνές Πανεπιστήμιο Menéndez Pelayo, Πρεσβεία της Ελλάδος στη Σουηδία, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου κ.α.) Επίσης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και διευθυντής της International Society for Arcadia και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Υποτρόφων του Ιδρύματος Α. Σ. Ωνάσης.