Κυριακή 7 Οκτωβρίου 2012

το κοράκι


Nevermore . . . 





Δώδεκα έδειχνεν η ώρα, μεσονύχτι, όπως και τώρα
Κι ήμουν βυθισμένος ώρα σε βιβλία αλλοτινά,
όταν μέσα από ένα θάμπος ύπνου να μου εφάνη, σάμπως
Κάποιος έξω από την πόρτα να χτυπούσε σιγανά.
Επισκέπτης, είπα, θά’ ναι και χτυπάει σιγανά
Τούτο θά ‘ναι μοναχά.

Α, θυμάμαι, έπεφτε χιόνι και του κρύου Δεκέμβρη οι τόνοι
Σκούζαν μες στο παραγώνι και στοιχειώναν στη φωτιά.
Η νυχτιά με στενοχώρα κι άδικα έψαχνα τόση ώρα
Νά’ βρω τη γλυκειά Λεωνόρα μες τ’ αρχαία μου χαρτιά.
Τη Λεωνόρα που οι αγγέλοι της κρατάνε συντροφιά
Και δική μας ποτέ πια.




Κάθε θρόισμα στο μετάξι της κουρτίνας είχε αλλάξει
Κι έρχονταν να με ταράξει ο άγριος φόβος που τρυπά .
Κι έλεγα , για να πάρω θάρρος και να διώξω αυτό το βάρος :
- Επισκέπτης , δίχως άλλο , θάναι τούτος που χτυπά ,
Κάποιος νυχτοπαρωρίτης , που για νάμπει μου χτυπά
Τούτο θάναι μοναχά.

Ξάφνου ως νάντριωσε η ψυχή μου και παρά την ταραχή μου
- Κύριε , φώναξα , ή κυρία , συγχωρέστε με , έστω αργά
Στα χαρτιά μου ήμουν σκυμένος κι ίσως μισοκοιμισμένος
Δε σας άκουσα ωρισμένως να χτυπάτε έτσι σιγά .
Με τα λόγια τούτα ανοίγω τα πορτόφυλλα γοργά .
΄Εξω η νύχτα μοναχά.







Το σκοτάδι αυτό τρυπώντας έμεινα εκειδά απορώντας
Κάθε τόσο ανασκιρτώντας μέσα σ’ όνειρα αλγεινά .
Κράτησε ησυχία για ώρα κι άξαφνα απ’ τα βάθη τώρα,
Μια φωνή να λέει Λεωνόρα σα ν’ ακούστηκε βραχνά .
Εγώ φώναξα «Λεωνόρα» και τη φέρνει η ηχώ ξανά,
΄Ετσι θάναι μοναχά.

Μπήκα στο δωμάτιο πάλι , μ’ άνω κάτω το κεφάλι ,
Μα μέσα απ’ αυτή τη ζάλη , δυνατήν ακούω χτυπιά .
- Α , στο παραθύρι θάναι, λέω ευθύς, και με ζητάνε ,
Ας ιδώ τώρα ποιος νάναι, φτάνει το μυστήριο πια,
Η καρδια μου δεν αντέχει, φτάνει το μυστήριο πια
Θάναι ο αγέρας μοναχά.





Τότε τα παντζούρια ανοίγω , όμως μια κραυγή μου πνίγω
Καθώς βλέπω ένα κοράκι μες στο δώμα να περνά .
Η ευγένεια δεν το νοιάζει κι ούτε που με λογαριάζει ,
Μα γαντζώνει στο περβάζι της εσώπορτας στερνά .
Μα γαντζώνει και κουρνιάζει στη μαρμάρινη Αθηνά
Και κυττάζει μοναχά.

Πως ανάπνευσα στ’ αλήθεια και γελώντας απ’ τα στήθεια ,
Λέω , από παλιά συνήθεια , στ’ όρνιο με τη κρύα ματιά :
- Κι αν σου κόψαν το λοφίο κι αν σ’ αφήκαν έτσι αστείο
Μαυροπούλι άλλοτε θείο , που πλανιέσαι στη νυχτιά,
ποιό είναι τάχα τ’ όνομά σου μες την άραχνη νυχτιά;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !




Θάμασα πολύ μου ακόμα τόρνιο , που είχε ανθρώπου στόμα ,
Μα τα λόγια του όλο σκώμα δε μου μάθανε πολλά .
Γιατί αλήθεια , είναι σπουδαίο και περίεργο και μοιραίο ,
Αν μια νύχτα , σας το λέω , δείτε κάπου εκεί ψηλά
Κουρνιασμένο ένα κοράκι στην Παλλάδα, να μιλά
Και να λέει : Ποτέ πιά !

Τ ‘ όνομά του θα μου κράζει , σκέφτηκα , μα τι με νοιάζει ,
΄Ισως πάλι να νυστάζει και τα λόγια του ξεχνά .
΄Ομως τούτο ούτε σαλεύει κι είναι ως κάτι να γυρεύει
Και του κρίνουμαι : – Περσεύει κι άλλος τόπος εδωνά ,
Την αυγή θα φύγεις πάλι σαν ελπίδα που περνά .
Και μου λέει : Ποτέ πια !

Τρόμαξα στ’ αλήθεια μου , όντας , μου δευτέρωσε μιλώντας ,
- Δίχως άλλο , είπα σκιρτώντας , τούτο ξέρει μοναχά .
Κάποιος πρώην κύριός του , θάκλαψε πολύ , ο καϋμός του
΄Ισως νάγινε δικός του και για τούτο αγκομαχά
Και του απόμεινε στη σκέψη κι είναι σα να ξεψυχά
Λέγοντάς μου : – Ποτέ πια !

Και τη θλίψη μου ξεχνώντας έστρεψα σ’ αυτό γελώντας
Την καρέκλα μου τραβώντας στο κοράκι αντικρυνά .
Μα στο κάθισμά μου απάνω , χίλιες τόσες σκέψεις κάνω
Και στο νου μου τώρα βάνω για ποιό λόγο αληθινά
Σα μιαν επωδή μακάβρια να μου λέει όλο ξανά
Το κοράκι : Ποτέ πια !

Γρίφος θάναι ή αίνιγμά του κι ίσως μήνυμα θανάτου
Και κυττώντας τη ματιά του που μου τρύπαε την καρδιά ,
Γέρνω ωραία μου το κεφάλι , στο δικό της προσκεφάλι ,
Όπου αντιφεγγούσε πάλι , σαν και τότε μια βραδυά ,
Με το βιολετί βελούδο, σαν και τότε μια βραδυά
Και που δε θ’ αγγίξει πια 


Ξάφνου ως νάνοιωσα μου εφάνη γύρω μου άκρατο λιβάνι
Και πλημμύρα να μου φτάνει σύννεφο η θεία του καπνιά .
- ΄Αθλιε , φώναξα , στοχάσου , που ο Θεός στέλνει κοντά σου .
Αγγέλους να σου σταλάσουν νηπενθές για λησμονιά ,
Πιέστο , ω , πιέστο , τη Λεωνόρα να ξεχάσεις μ’ απονιά ,
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Α , προφήτη , κράζω ,ωιμένα , κι αν του δαίμονα είσαι γέννα
Κι αν ο Πειρασμός σε μένα , σ’ έστειλε απ ‘ τη γης βαθειά ,
Κι αν σε τόπο ρημαγμένο σ’ έχει ρίξει απελπισμένο
Σ ‘ ένα σπίτι στοιχειωμένο με σκιές και με ξωθιά ,
Θάβρω στη Γαλαάδ , ω πες μου , θάβρω εκεί παρηγοριά ;
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

- Α , προφήτη , ανήλιαγο όρνιο κι αν πουλί σαι κι αν δαιμόνιο
Απ’ το σκότος σου το αιώνιο κι απ ‘ την κρύα σου συννεφιά.
Πες μου , στης Εδέμ τα δάση , θάβρει ο νους μου ν’ αγκαλιάσει
Μια παρθένα πούχει αγιάσει κι έχει αγγέλους συντροφιά ,
Μιαν ολόλαμπρη παρθένα , πούχει αγγέλους συντροφιά ;
Και μου λέει : Ποτέ πιά !

Φύγε στ’ άγριά τα σου μέρη , όρνιο ή φάντασμα , ποιος ξέρει
Αν αυτό που σ’ έχει φέρει δεν σε καταπιεί ξανά .
Κι ούτε ένα μικρό φτερό σου να μη μείνει εδώ δικό σου ,
Φώναξα , και το φευγιό σου να χαθεί στα σκοτεινά .
Πάρε και το κρώξιμό σου πέρα από την Αθηνά .
Και μου λέει : – Ποτέ πια !

Κι από τότε εκεί δεμένο , το κοράκι , καθισμένο
Μένει πάντα κουρνιασμένο στη μαρμάρινη θεά .
Κι η ματιά του όπως κυττάζει , με ματιά δαιμόνιου μοιάζει
Κι η νυχτιά που το σκεπάζει του στοιχειώνει τη σκιά .
Α , η ψυχή μου , δε θα φύγει μια στιγμή απ’ αυτή τη σκιά .
Δε θα φύγει ποτέ πια !


'Εντγκαρ 'Αλαν Πόε
στην πιο ατμοσφαιρική μετάφραση που έχω διαβάσει .. 
από τον Γ.Β. Ιωαννίδη




και   το πρωτότυπο  .. 
[First published in 1845]
horizontal space
Once upon a midnight dreary, while I pondered weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore,
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
`'Tis some visitor,' I muttered, `tapping at my chamber door -
Only this, and nothing more.'

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow; - vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow - sorrow for the lost Lenore -
For the rare and radiant maiden whom the angels named Lenore -
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me - filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating
`'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door -
Some late visitor entreating entrance at my chamber door; -
This it is, and nothing more,'

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
`Sir,' said I, `or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you' - here I opened wide the door; -
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortal ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the darkness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, `Lenore!'
This I whispered, and an echo murmured back the word, `Lenore!'
Merely this and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
`Surely,' said I, `surely that is something at my window lattice;
Let me see then, what thereat is, and this mystery explore -
Let my heart be still a moment and this mystery explore; -
'Tis the wind and nothing more!'

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door -
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door -
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
`Though thy crest be shorn and shaven, thou,' I said, `art sure no craven.
Ghastly grim and ancient raven wandering from the nightly shore -
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning - little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blessed with seeing bird above his chamber door -
Bird or beast above the sculptured bust above his chamber door,
With such name as `Nevermore.'

But the raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only,
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered - not a feather then he fluttered -
Till I scarcely more than muttered `Other friends have flown before -
On the morrow he will leave me, as my hopes have flown before.'
Then the bird said, `Nevermore.'

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
`Doubtless,' said I, `what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore -
Till the dirges of his hope that melancholy burden bore
Of "Never-nevermore."'

But the raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore -
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt, and ominous bird of yore
Meant in croaking `Nevermore.'

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er,
She shall press, ah, nevermore!

Then, methought, the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
`Wretch,' I cried, `thy God hath lent thee - by these angels he has sent thee
Respite - respite and nepenthe from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe, and forget this lost Lenore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil! -
Whether tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted -
On this home by horror haunted - tell me truly, I implore -
Is there - is there balm in Gilead? - tell me - tell me, I implore!'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Prophet!' said I, `thing of evil! - prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us - by that God we both adore -
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the angels named Lenore -
Clasp a rare and radiant maiden, whom the angels named Lenore?'
Quoth the raven, `Nevermore.'

`Be that word our sign of parting, bird or fiend!' I shrieked upstarting -
`Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken! - quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!'
Quoth the raven, `Nevermore.'




And the raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted - nevermore!
   

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Γιατί η ελληνική; - PEDRO OLALLA


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
“Γιατί να διδασκόμαστε Αρχαία Ελληνικά στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης;
Πολλαπλή χρησιμότητα ή ξεπερασμένη προγονολατρία;”
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών
7 Απριλίου 2011
__________________________________________________________________
Γιατί η ελληνική;

Απαντήσεις ενός ξενόγλωσσου ομιλητή
PEDRO OLALLA
Συγγραφέας, Ελληνιστής, Πρεσβευτής του Ελληνισμού


Ως ξένος, ως ελληνομαθής και ως μέτοικος, με τιμά ιδιαίτερα αυτή η πρόσκληση να
συνεισφέρω με λίγα λόγια σε τούτο τον όμορφο φόρο τιμής στην ελληνική γλώσσα·
αυτή η πρόσκληση να αναδείξω με τα βιωματικά επιχειρήματά μου τη σημασία της
ελληνικής γλώσσας και της ανθρωπιστικής στάσης ζωής στις μέρες μας, και αυτή η
πρόσκληση  να έρθω αρωγός  —δυστυχώς για μια ακόμα  φορά— στην υπεράσπιση
του αυτονόητου. 
Αλλά  είναι γεγονός ότι και το αυτονόητο χρειάζεται πολύ συχνά
υπεράσπιση: 
ας μην ξεχνάμε ότι οι πιο προοδευτικές ιδέες δεν κινδυνεύουν τόσο
πολύ όταν η υπεράσπισή τους είναι επικίνδυνη όσο όταν αυτή γίνεται πληκτική.

Αφετηρία λοιπόν για τον προβληματισμό μου είναι μια απλή ερώτηση: 
τι σημαίνουν σήμερα τα ελληνικά για έναν ξενόγλωσσο; 
Νομίζω ότι, καταρχάς,  οι απαντήσεις εξαρτούνται από τον ίδιο τον ξενόγλωσσο. 
Αφενός, μετά από μια μακρά και ακόμα πρόσφατη ιστορία γεμάτη πολέμους, δοκιμασίες και εξορίες, —σχεδόν ξαφνικά και παρά την λεγόμενη «κρίση»— η Ελλάδα έχει γίνει για πολλούς ξένους ένας τόπος αναζήτησης ελπίδας· και συνεπώς η γλώσσα της, ένας δρόμος για να βρουν μερικοί
άνθρωποι  μια  θέση  σε  μια  νέα  κοινωνία,  για  να  έχουν  πρόσβαση  σε  εύλογες
προσδοκίες, που τους τις αρνιούνται στη γενέτειρά τους, και για να προσβλέπουν
σε μια καλύτερη ζωή. Αυτή η αλλαγή από πατρίδα ξενιτιάς σε γη της επαγγελίας —
αλλαγή, που παρατηρώντας  τις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ξυπόλυτους
και λιμασμένους παππούδες, μοιάζει με θαύμα— είναι ο τελευταίος ελιγμός στη
διαδρομή αυτής της υπερχιλιετούς κοινωνίας, που διέσχισε τους αιώνες με μόνο
στοιχείο συνοχής ίσως τη γλώσσα της, μια γλώσσα που σήμερα μοιράζει μέλλον στα
θύματα της αδικίας  δίπλα  στις  άλλες  γλώσσες  της  δύσης. Όλοι αυτοί οι νέοι
ομιλητές της ελληνικής και κυρίως οι άμεσοι απόγονοί τους, που θα είναι «γέννημα
θρέμμα» ελληνόφωνοι,  θα  αποτελέσουν έναν καθόλου αμελητέο παράγοντα στην
εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας στο άμεσο μέλλον.

Αφετέρου όμως, οι περισσότεροι ξένοι της γηραιάς Ευρώπης βλέπουν την ελληνική
γλώσσα με τελείως διαφορετικά μάτια. 
Για αυτούς, υπήρχε πάντα ένα λείψανο· ένα σεβάσμιο λείψανο μεν, αλλά στο κάτω-κάτω ένα πηγάδι από όπου αντλείται μονάχα παρελθόν. Η μελέτη της αποτελεί κομμάτι της  ακαδημαϊκής  προσέγγισής τους σε αυτόν τον κοινό τόπο αναφοράς, σε αυτή την  αιωρούμενη Ελλάδα που πλανιέται πάνω από τα κεφάλια όλων  των δυτικών  λαών  επηρεάζοντας την κοσμοθεωρία
τους. 
Ωστόσο, τα σχολεία και τα πανεπιστήμιά μας μάς δίδαξαν την ελληνική —και
συνεχίζουν να τη διδάσκουν αν και όλο και λιγότερο— αδιαφορώντας για την
ιστορική  της  εξέλιξη  και  για  τη  σχέση  της  με  το  παρόν,  αποτείνοντας  μεν  έναν
ευλαβή φόρο τιμής στην κλασσική της περίοδο αλλά αγνοώντας  δε  —ακόμα και
περιφρονώντας ίσως— τις φυσικές της δυνατότητες ως μέσο επικοινωνίας. 
Μονάχα τα τελευταία χρόνια, αρχίζει να αφυπνίζεται δειλά ένα ενδιαφέρον για τη σύγχρονη
γλώσσα,  όχι  όμως  χωρίς  την  μαχητική  επιφύλαξη  εκείνων  που
αυτοανακηρύσσονται ιεροί υπερασπιστές της αρχαίας.
Ωστόσο, πέρα από αυτό το απατηλό δίλημμα μεταξύ νέας και αρχαίας, πέρα από
την  ξένοιαστη χρήση  της ελληνικής  ως  απλού εργαλείου επικοινωνίας ή από την
εσωστρεφή καλλιέργεια του αξιοσέβαστου κήπου των κλασικών συγγραφέων,
υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα μπορεί να προσφέρει αποκλειστικά σε έναν
δυτικό ξένο, κολασμένο από τις χάρες της κουλτούρας και ελεύθερο από
επιφυλάξεις και προκαταλήψεις: μια ατελείωτη περιπέτεια της διανόησης. 
Για όσο διάστημα έχω αφιερώσει στην εκμάθηση αυτής της γλώσσας, για όσον καιρό έχω
δουλέψει  ως  μεταφραστής  ή  ως  καθηγητής  μετάφρασης,  για  όσο  χρόνο  έχω
αφοσιωθεί στη δουλειά του λεξικογράφου  και του ιστορικού, για όσα χρόνια έχω
διατρέξει την Ελλάδα ακολουθώντας τα χνάρια των  αρχαίων μύθων ή για όσο
χρόνο γράφω και δημοσιεύω τα έργα μου στα ελληνικά, η  σχέση  μου  με  την
ελληνική γλώσσα  υπήρχε πάντοτε  αυτή  της  σαγήνης.  Και  σε  αυτή  θα  ήθελα  να
αναφερθώ τώρα, διότι πιστεύω ότι λίγα πράγματα μας ενώνουν με πιο ακλόνητο
τρόπο από το να μοιραζόμαστε κάποια συγκίνηση ικανή να μας σαγηνεύσει.

Υπάρχει κάτι που η ελληνική γλώσσα προσφέρει ως αποκλειστικό προνόμιο: η
εγγύτητα  των δομών και  των λέξεων της στην πρώτη ύλη της σκέψης μας.  Γιατί
«σκέφτομαι» δεν σημαίνει παρά συσχετίζω έναν  κόσμο εικόνων, αισθήσεων και
λέξεων, συνδυάζω απεριόριστα μια απέραντη συλλογή μικρών κομματιών που
εκπληκτικά φέρουν τυπωμένη τη σφραγίδα του ελληνικού πνεύματος.
Παιδί, στη γενέτειρά μου, στις απότομες ακτές της Αστούριας, γνώρισα ένα σκεύος
αλιείας που οι ψαράδες ονόμαζαν  «palangre».  Πολύ αργότερα,  σε τούτες τις φθαρμένες συλλαβές, αναγνώρισα την αρχαία  ελληνική  λέξη  «πολυάγκιστρον». Η
λέξη «αγκίστρι» με οδηγεί στην «αγκύλη», στην «άγκυρα», στον «αγκώνα», λέξεις
με  τις  οποίες  ζω  και  που  μοιράζονται  μια  κοινή  έννοια  με  την  «καμπύλη»,  με  το
«κλείσιμο», με την  «αγκαλιά».  
Η  ζωή  σε  επαφή  με  την  ελληνική  οξυγονώνει  τη συνείδηση των μηχανισμών της αντίληψής μας, μας αποκαλύπτει ότι η σκέψη είναι μια απέραντη και υποβλητική διαδικασία μεταφοράς, και ότι ο τρόπος που σκεπτόμαστε εδώ και αιώνες —κομμάτι πλέον του DNA μας και κεκτημένη ταχύτητα
στην ιστορική μας εξέλιξη— είναι βαθειά καθορισμένος από την επίδραση της
ελληνικής γλώσσας. 
Ποια σχέση υφίσταται άραγε ανάμεσα στην «αγκαλιά» και στην
«ανάγκη»; ή ανάμεσα στην  «άγκυρα» και στην  «ανάγκη», ανάμεσα σε αυτό που
κρατάει και σε αυτό που είναι κατ’ εξοχήν ασυγκράτητο;  Αυτές  οι καθημερινές
λέξεις μπορούν να  μας  ταξιδέψουν, παράδειγμα, έως τον Μακρόβιο, που
ισχυρίζεται ότι η ανάγκη αναπαριστάται από τον κόμβο και ο έρωτας από το φιλί· ή
έως την κοσμοθεωρία  των ορφικών, για τους οποίους η Ανάγκη  ήταν αυτή η
δύναμη-αγκαλιά-κόμβος, που δεσπόζει στα πάντα…
Η τριβή με την ελληνική γλώσσα φέρει σε επαφή την αμεσότητα του παρόντος με το
υποβλητικό φορτίο του παρελθόντος, δημιουργώντας πάντα μια τονωτική καύση.
Μας εκπαιδεύει στην προσπάθεια, στην ακρίβεια και στην οξυδέρκεια.  Μας  ωθεί
συνέχεια στην ανίχνευση και, συνεπώς, μας φέρνει συνέχεια απέναντι στο εύρημα.
Τοποθετεί τη φευγαλέα ατομική συνείδησή μας μέσα στις μακρές κινήσεις της
ύπαρξης του ανθρώπου ως σκεπτόμενου όντος. Έτσι, μέρα με τη μέρα, αφήνομαι
να παρασυρθώ από λέξεις όπως  «εστιατόριο»,  «σύμπτωση» ή  «έντομο»,
απολαμβάνοντας ως ξένος ένα ατελείωτο ταξίδι στον εαυτό μου. Μια περιπέτεια
που δεν θα μπορούσε να γίνει σε βάθος στα Ισπανικά, στα Αγγλικά ή στα Ρωσικά.
Θα μπορούσε κάποιος να την επιχειρήσει ίσως στα Λατινικά, αλλά τα Λατινικά δεν
τα μιλάνε πλέον στην αγορά.

Η ελληνική γλώσσα ζει στον λόγο των σημερινών ομιλητών της, αλλά ζει και στο
υποσυνείδητο και στο βάθος του λόγου των ομιλητών των περισσοτέρων δυτικών
γλωσσών.  Ζει  στο  λεξιλόγιο,  στις  έννοιες,  στις  δομές,  στην  ορολογία,  στην
οργάνωση της σκέψης, στις εκφάνσεις της πολιτιστικής παράδοσης… Είναι ζωντανή
γιατί, κατά βάθος, όλοι οι δυτικοί μιλάμε μια ασυνείδητη ελληνική.
Η ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα γλώσσα της αφηρημένης σκέψης, η μητέρα
γλώσσα όλων των φωνητικών μας αλφάβητων, η πρώτη lingua franca, η πρώτη σε
λογοτεχνική παράδοση και επιρροή, η πιο παλαιά από τις ζωντανές σε προφορική
και  γραπτή  παράδοση,  η  γλώσσα  με  την  πρώτη  γραμματική  και  τον  πρώτο μεταγλωσσικό συλλογισμό,  η  γλώσσα  στην  οποία  πρωταναπτύχθηκαν  γραπτώς  η
λογοτεχνία, η ιστορία, η πολιτική, οι νόμοι και η επιστήμη. 
Και αν πρέπει να κρίνουμε από την τεράστια επιρροή που έχει ασκήσει και ασκεί πάνω στις
υπόλοιπες, η ελληνική γλώσσα είναι, υπό αυτήν την έννοια, η πρώτη γλώσσα στον
κόσμο. Αυτή είναι μια ακλόνητη αλήθεια που καθορίζει τον παγκόσμιο πολιτισμό.

Σκεπτόμενος σήμερα το μέλλον της ελληνικής, ειλικρινά το βλέπω αρκετά
υποσχόμενο στον κόλπο μιας όλο και πιο γραμματισμένης παγκόσμιας κοινωνίας.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα βήματα μπροστά είναι εύκολα ή ότι θα γίνουν από
μόνα τους χωρίς να συναντήσουν αντίσταση.  Νομίζω ότι η ελληνική, για να
εξασφαλίσει την επιβίωσή της, καλείται να  αξιοποιήσει προπαντός την
ιδιαιτερότητά της.

Για αυτόν το σκοπό, υπάρχουν κάποιες προκλήσεις που μου φαίνονται κρίσιμες. 
Η πρώτη  είναι  η  ίδια  η  γνωριμία  των  ομιλητών  με  τη  γλώσσα,  η  απόκτηση  της
γλωσσικής συνείδησης από τους ίδιους τους ομιλητές και η καλλιέργεια της αγάπης
προς τη γλώσσα.  
Είναι γνωστό ότι ο άνθρωπος φροντίζει και εκτιμά εκείνο που
αγαπά, και ότι αγαπά μόνο  εκείνο που γνωρίζει. Ευτυχώς, αυτή η αγάπη για τη
γλώσσα  δεν  υπήρξε  ποτέ  κάτι  το  ξένο  για  τους  έλληνες·  ακόμα  και  το  λεγόμενο
γλωσσικό ζήτημα, αυτός ο  ιδιόμορφος εμφύλιος πόλεμος, έχει βοηθήσει  με τον
τρόπο του  στη γλωσσική συνείδηση και στην αυτογνωσία των Ελλήνων. Όμως,
συνυφασμένη με αυτή την αναγκαία αγάπη για τη γλώσσα, είναι και μια ίσως πιο
δύσκολη πρόκληση που θεωρώ καίριας σημασίας για την επιβίωση της ελληνικής: η
ιστορική υπέρβαση του ιδεατού τρίγωνου γλώσσα-έθνος-κράτος.
Είναι γεγονός ότι, σε καιρούς χαλεπούς, η ελληνική γλώσσα προσέδωσε στους
ομιλητές της μια  εθνική συνοχή και ότι συνέβαλε  αποφασιστικά στη διαμόρφωση
μιας ταυτότητας την ώρα  της διεκδίκησης και της οικοδόμησης του νέου κράτους.
Αλλά είναι επίσης γεγονός  ότι τα μεγαλύτερα επιτεύγματά της  τα κατάφερε η
ελληνική σε πιο ευνοϊκούς καιρούς ως γλώσσα πολυσύνθετων πληθυσμών, ακόμα
και ως γλώσσα πολυεθνικών  κοινοτήτων.  Η ελληνική έδωσε τους καλύτερους
καρπούς της ούσα η κοινή γλώσσα όλων των ελληνικών φυλών, η κοινή γλώσσα
της ελληνιστικής οικουμένης, η πρώτη κοινή γλώσσα της χριστιανικής οικουμένης
και η γλώσσα αναφοράς της ουμανιστικής οικουμένης.
Σήμερα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν περίπου 6.000 γλώσσες, πάνω από
10.000 έθνη και μόνο καμία διακοσαριά κράτη, που μάλιστα τείνουν προς την
ένταξη σε διεθνείς δομές και υφίστανται την επίδραση της παγκοσμιοποίησης. Άρα, όλα τα κράτη είναι ή θα γίνουν πολύ-πολιτισμικά, και, συνεπώς, η πρόκληση των
ημερών μας είναι να δημιουργήσουμε αισθήματα αλληλεγγύης μεταξύ ανθρώπων
πολιτισμικά ετερογενών.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν χωράει πια το τρίγωνο  γλώσσα-έθνος-κράτος, και η
ελληνική γλώσσα πρέπει να βρει τον δρόμο της όχι μόνο ως γλώσσα του ελληνικού
λαού, αλλά ως γλώσσα και τροφός μητέρα του δυτικού  και του ουμανιστικού
πολιτισμού. 
Εκεί να βρει συμμάχους για τη διαιώνισή της και  να ταχθεί μαζί τους
υπέρ ενός ανυπέρθετου χρέους: την «παγκοσμιοποίηση» του Ανθρωπισμού.
Αυτό που ονομάζουμε Ανθρωπισμό δεν είναι μόνο μια κληρονομιά, είναι προπαντός
μία στάση ζωής: μια στάση άρρηκτα συνδεδεμένη με  την ελληνική γλώσσα και  το
ελληνικό πνεύμα από τους πανάρχαιους χρόνους όπου ο Όμηρος άρχισε την
αναζήτηση του πανανθρώπινου στοιχείου. Μια στάση όχι βέβαια αποκλειστικά
ελληνική, που μάλιστα προδόθηκε επανειλημμένως από τους ίδιους τους Έλληνες,
αλλά και που αναμφίβολα επινοήθηκε, καλλιεργήθηκε, υποστηρίχτηκε και
ανακτήθηκε, ξανά και ξανά κατά τον ρου της ιστορίας, ανατρέχοντας κυρίως στο
ελληνικό στοιχείο.
Αυτή η στάση εμπιστοσύνης στον άνθρωπο, στην ικανότητα και στη συνείδησή του
για  να  επιλέγει  ελεύθερα  το  καλό,  είναι  η  δύναμη  που  γέννησε  την  ηθική  και
υπερασπίζεται έως σήμερα τη σκέψη.  Και χωρίς σκέψη και ηθική δεν υπάρχει
πρόοδος αλλά υποταγή και χάος. Αρμόζει λοιπόν στον Ανθρωπισμό να καλλιεργήσει
την ηθική όχι ως δογματική επιβολή αξιών —όποιες κι αν είναι αυτές— αλλά ως
κριτική και υπεύθυνη άσκηση της ελευθερίας· να μας μυήσει και να μας εκπαιδεύσει
σε μιαν άσκηση σκέψης που να μας οδηγεί να βρούμε λόγους για να προτιμήσουμε
μια συμπεριφορά από μιαν άλλη και να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι οι
λόγοι αυτοί δεν είναι κάτι το υπερβατικό, αλλά το έμφυτο στον άνθρωπο.
Αυτή η στάση δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ την προσπάθεια να χτίσει έναν κόσμο
απαλλαγμένο από το δόγμα, ο οποίος να υπάγεται στην αμφισβήτηση, στην ηθική,
στην αισθητική, στη δικαιοσύνη και στην ελευθερία. Και όσοι την καλλιέργησαν,
δεν υπερασπίστηκαν μονάχα όσα πίστευαν  ότι υπερασπίζονταν στον καιρό τους,
αλλά και την ελευθερία και την αξιοπρέπεια κι άλλων αγέννητων ακόμη, τη
μελλοντική τους δυνατότητα να γνωρίσουν έναν κόσμο διαφορετικό και μια
πραγματικότητα άλλη από το διεστραμμένο προϊόν της καταπίεσης και του
ψεύδους.  Όπως  είναι  επόμενο,  τούτη  ήταν  ανέκαθεν  η  στάση  των  ολίγων:  μια
πράξη αντίστασης σε ένα αντίξοο και βάρβαρο περιβάλλον. 
Ωστόσο, κάθε φορά που έλαμπε στο πέρασμα του χρόνου εν μέσω της αυθαιρεσίας, του σκοταδισμού και των κατώτερων ορμών του ανθρώπινου είδους, η ανθρωπότητα έκανε ένα βήμα
προς  τη  σύνεση,  προς  το  μέτρο,  προς  την  αξιοπρέπεια  του  ανθρώπου  πέρα  από
συμφέροντα και πιστεύω.
Αυτή η ουμανιστική στάση οφείλει πολλά στην  ελληνική γλώσσα, αλλά αληθεύει
επίσης ότι η ελληνική γλώσσα και η εικόνα της Ελλάδας απέναντι στον εαυτό της
και  στον κόσμο οφείλουν πολλά σε αυτήν την ουμανιστική στάση. Ασφαλώς, δεν
είναι βέβαιο πως αυτή η κοπιαστική στάση θα θριαμβεύσει τελικά επί της
αυθαιρεσίας και της βαρβαρότητας. Είναι όμως απολύτως βέβαιο πως η αυθαιρεσία
και η βαρβαρότητα θα θριαμβεύσουν με μεγαλύτερη δυσκολία ανάμεσα σε όσους
υιοθετούν τούτη τη στάση, παρά ανάμεσα σε όσους την αγνοούν ή την
περιφρονούν. Για αυτό και κάθε προσπάθεια αξίζει τον κόπο.

Κάποιες φορές, περπατώντας ανάμεσα στις ελιές και στα ερείπια αυτής της χώρας,
αναρωτήθηκα τι θα έμενε από τον πολιτισμό μας αν έσβηνε από αυτόν το ελληνικό
στοιχείο,  πώς θα ήμασταν αν στερούμασταν όχι μόνο αυτό το απέραντο
κληροδότημα αλλά και τούτη τη γενναία ώθηση, που πάντοτε κινούσε το
ενδιαφέρον προς τον άνθρωπο. 
Και τότε αντικρίζω ένα απέραντο κενό. 

Τα ερείπια μάς κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, μας κάνουν να συνειδητοποιούμε πόσο
εύθραυστος είναι ο πολιτισμός, μας υπενθυμίζουν ότι οι κατακτήσεις του είναι
εφήμερες, ότι πρέπει να τις υπερασπιζόμαστε κάθε μέρα που ξημερώνει, και ότι ο
μόνος εφικτός και άξιος του ονόματός του πολιτισμός είναι εκείνος που ενώνει τους
ανθρώπους ενάντια στη βαρβαρότητα. 
Αυτό το μάθημα μάς έχει αφήσει το ελληνικό πνεύμα,  μαζί  με  την  πρόκληση  να  μην  είμαστε  μόνο κληρονόμοι αλλά και συνεχιστές, να μην κάνουμε μόνο νοσταλγικούς περιπάτους στα χνάρια των αρχαίων αλλά να  μοχθούμε στην δημιουργική αναζήτηση των ίδιων αξιών που οι
καλύτεροι από εκείνους έψαχναν.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η ελληνική δεν είναι μια ακόμα γλώσσα, δεν είναι
απλώς μια γλώσσα. 
Και είναι μάλιστα αυτή η πολύτιμη ιδιαιτερότητα ό,τι εμπνέει στους σώφρονες την υπεράσπισή της.  Αν  τη  χάναμε,  ξέρουμε  τι  θα  χάναμε. 
Η ερώτηση είναι τώρα: τι θα κερδίζαμε; 
Θα μπορούσε η προοπτική του ενδεχόμενου κέρδους να δικαιολογήσει και να αντισταθμίσει την απώλεια; 
Εν ονόματι τίνος θα θάψουμε τον ελληνισμό;

Ευχαριστώ πολύ.

Πηγή : http://pedroolalla.com




Ο Pedro Olalla González de la Vega (Οβιέδο, Ισπανία 1966) 
είναι συγγραφέας, ελληνιστής, καθηγητής φιλόλογος, μεταφραστής, φωτογράφος και κινηματογραφιστής, και σε αυτούς τους τομείς συνεργάζεται τακτικά με εκδοτικούς οίκους, πανεπιστήμια και πολιτιστικούς φορείς από διάφορες χώρες του κόσμου. 
Εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια, διατηρεί μια έντονη σχέση με την Ελλάδα και το 1994 μετοίκησε στην Αθήνα με σκοπό να ασχοληθεί με την έρευνα, τη δημιουργία και τη διδασκαλία. Η κύρια απασχόλησή του είναι η συγγραφή: 27 πρωτότυπα έργα λογοτεχνικού και πολιτιστικού περιεχομένου (βιβλία, σενάρια, οπτικοακουστικό υλικό) σε διάφορες γλώσσες, καθώς και μια μακρά σειρά από δημοσιογραφικά άρθρα και μεταφράσεις Ελλήνων και Ισπανών συγγραφέων. Δίδαξε νέα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Οβιέδο και, στην Ελλάδα πλέον, διατέλεσε για χρόνια διευθυντής του Πολιτιστικού Δελτίου της Ισπανικής Πρεσβείας, αρχισυντάκτης του δίγλωσσου μηνιαίου περιοδικού “El Sol de Atenas” και καθηγητής στο «Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας» του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Από το 1994 έως σήμερα, εργάζεται ως καθηγητής στο Instituto Cervantes της Αθήνας και στη Βουλή των Ελλήνων. Ως φωτογράφος έχει πραγματοποιήσει εκδόσεις, οπτικοακουστικές παραγωγές, ντοκιμαντέρ και περισσότερες από σαράντα ατομικές εκθέσεις σε διάφορες χώρες. Ως λεξικογράφος, είναι συγγραφέας του «Νέου Ελληνο-Ισπανικού Λεξικού» (εκδ. Texto), για το οποίο δούλεψε για χρόνια με υποτροφία του Ιδρύματος «Α. Γ. Λεβέντη». Ως ερευνητής και φωτογράφος, έχει συνεργαστεί με εξειδικευμένους εκδοτικούς οίκους όπως National Geographic, Thames & Hudson, Altaïr, Planeta, Road Editions, κ.α. καθώς και με διάφορα τηλεοπτικά κανάλια και εταιρείες παραγωγής.

Στα τελευταία του έργα συγκαταλέγονται ο «Μυθολογικός Άτλας της Ελλάδας» –πόνημα που χορηγήθηκε από το Ίδρυμα Ωνάσης και βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών, και για το οποίο έχει διανύσει πάνω από εκατό χιλιάδες χιλιόμετρα στην Ελλάδα ακολουθώντας τα ίχνη των αρχαίων μύθων–, η τηλεοπτική σειρά ντοκιμαντέρ «Οι τόποι των μύθων» –μια παραγωγή της Ελληνικής Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης (ΕΤ1) για το Ειδικό Πρόγραμμα των Ολυμπιακών Αγώνων Αθήνα 2004–, η ταινία ντοκιμαντέρ «Νυμφαίο της Μίεζας: Ο κήπος του Αριστοτέλη» –μια περιήγηση στον χώρο όπου ο φιλόσοφος δίδασκε τον νεαρό Αλέξανδρο–, το βιβλίο «Ευδαίμων Αρκαδία» –ένα μεγάλο νοερό ταξίδι στο δυτικό πολιτισμό ιχνηλατώντας το αρκαδικό στοιχείο–, το τελευταίο του βιβλίο «Ελλάδος Ελάσσων Ιστορία» -μια ιστορική και λογοτεχνική ματιά στη διαμόρφωση και την επιβίωση της ουμανιστικής στάσης- και το τελευταίο οπτικοακουστικό του έργο, η ταινία "Με τον Καλλιγιάννη", υποψήφια στο "Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Τεκμηρίωσης" της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Τα τελευταία χρόνια δημοσιεύει τακτικά σε ξένες εφημερίδες άρθρα για την κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, τα οποία συγκαταλέγονται στο Blog αυτού του ιστότοπου. 

Για τη δουλειά του στο χώρο της μελέτης και της προώθησης του ελληνικού πολιτισμού, αναγορεύτηκε Πρεσβευτή του Ελληνισμού από το ελληνικό κράτος, Associate Member του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του Harvard University, Επίτιμος Δημότης Κλείτορος Αρκαδίας και υπήρξε προσκεκλημένος ομιλητής από πλήθος φορέων και ΜΜΕ στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αιγαίου, Θράκης, College Year in Athens, Onassis Foundation New York, Fulbright Foundation, Universidad Autónoma de México, Διεθνές Πανεπιστήμιο Menéndez Pelayo, Πρεσβεία της Ελλάδος στη Σουηδία, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, Εθνικό Κέντρο Βιβλίου κ.α.) Επίσης υπήρξε ιδρυτικό μέλος και διευθυντής της International Society for Arcadia και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Υποτρόφων του Ιδρύματος Α. Σ. Ωνάσης.

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012



 "Ο εθνικισμός αποβλακώνει"  Φερνάντο Σαβατέρ



«Ενας διανοούμενος πρέπει να διευκολύνει τον στοχασμό, τα σλόγκαν δεν τον διευκολύνουν. Ο διανοούμενος οφείλει να εκφράζεται με σαφήνεια, να προσφέρει επιχειρήματα και όχι να πετάει συνθήματα. Πάντα πίστευα ότι πρέπει να φερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν έξυπνοι προκειμένου να γίνουν». 

«Δεν δηλώνω άθεος διότι το “άθεος” ακούγεται σαν θρησκευόμενος. Όταν, για παράδειγμα, δεν πιστεύεις στους Αρειανούς δεν θεωρείσαι αντιαρειανός. Δεν μπορείς να ορίζεσαι σε σχέση με κάτι που δεν υπάρχει». 

Άνθρωπος που δεν φοβάται να προκαλέσει, δηλώνει ότι «όλες οι κουλτούρες δεν είναι εξίσου σεβαστές». Πιο σεβαστές θεωρεί εκείνες στις οποίες μπορούν να συνυπάρξουν διαφορετικές απόψεις, μορφές ηθικής και τρόποι συμπεριφοράς. «Οι πολιτισμοί που σέβονται ό,τι ξεφεύγει από τη νόρμα είναι ανώτεροι. Εκείνοι που επιβάλουν ομοιομορφία, την ηγεμονία ορισμένων ιδεών στις οποίες όλοι πρέπει να υποτάσσονται είναι κατώτεροι»λέει. «Οι κουλτούρες που απαγορεύουν πολλά είναι χειρότερες από εκείνες που δεν απαγορεύουν τίποτε. Παράδειγμα η ισπανική απαγορεύει τις ταυρομαχίες, την μπούρκα, το κάπνισμα...». 

Εχω επισκεφθεί τη χώρα σας έξι-επτά φορές. Πιστεύω ότι η οικονομική κρίση έπληξε άσχημα την Ελλάδα, την Ισπανία και τα άλλα μεσογειακά κράτη επειδή διαθέτουν ένα είδος εργαζομένων που ανακυκλώνεται δύσκολα, λόγω του ότι έχουν χαμηλή επαγγελματική κατάρτιση. Αντίθετα οι χώρες που προσφέρουν καλύτερη παιδεία και επαγγελματική κατάρτιση έχουν τη δυνατότητα να ανακυκλώσουν ευκολότερα τους εργαζομένους τους, οι οποίοι μπορεί να χάνουν τη δουλειά τους, αλλά είναι διαθέσιμοι για άλλη. Φοβάμαι ότι οι χώρες μας, η Ελλάδα και η Ισπανία, διαθέτουν ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό με χαμηλή κατάρτιση διότι δεν είχαν δώσει αρκετή σημασία σε όλα αυτά έως σήμερα. Είναι χώρες που έτειναν- πώς να το πούμε;- προς την “περιπέτεια”, τον “τυχοδιωκτισμό”, τα προσωρινά μέτρα. Σε περιπτώσεις κρίσης γίνεται εμφανές ότι όλα αυτά είναι θέμα κακής πολιτικής»

«Υπάρχουν πιο ανώδυνοι εθνικισμοί, όπως εκείνος του ποδοσφαίρου. Ολοι μας υποστηρίζουμε την ομάδα της χώρας μας. Όταν όμως ο εθνικισμός μετατρέπεται σε πολιτικό δόγμα, τα πράγματα σοβαρεύουν» λέει.

Γιατί υποστηρίζετε ότι ο εθνικισμός αποβλακώνει; τον ρωτάμε. «Τον περασμένο αιώνα προκάλεσε δύο παγκόσμιους πολέμους στην Ευρώπη. Εγώ ανήκω σε εκείνους που θεωρούν ότι ο πόλεμος δεν αποτελεί προϊόν εξυπνάδας».

Ο Σαβατέρ δεν θέλει να ακούει για απαγορεύσεις, σε βαθμό που τοποθετείται υπέρ της μπούρκας στη δημόσια συζήτηση για το αν πρέπει να απαγορευτεί στους δρόμους της Ισπανίας. «Αν η μπούρκα επιβάλλεται από τον πατέρα ή τον σύζυγο, τότε πρέπει να στραφούμε εναντίον του καταπιεστικού πατέρα ή συζύγου και όχι εναντίον της μπούρκας. Το ίδιο ισχύει για τους άνδρες που επιβάλλουν στη γυναίκα τους να φοράει μίνι, τακούνια και να έχει μεγάλο ντεκολτέ. Αν μια γυναίκα είναι καταπιεσμένη, πρέπει να την ελευθερώσουμε από την καταπίεση, όχι να της επιβάλουμε νέες απαγορεύσεις. Αν όμως μια γυναίκα επιθυμεί να φορέσει μπούρκα, το να της δώσει διαταγές το κράτος είναι τόσο άσχημο σαν να της έδινε ο άνδρας της».

Στην ερώτησή μας αν έχει δοκιμάσει να περπατήσει ή να φάει φορώντας μπούρκα, απαντά: «Μου φαίνεται φρικτό, αλλά εξίσου φρικτό μου φαίνεται το να περπατήσω με τακούνια» . 

Πηγή :  http://www.tovima.gr/world/article/?aid=355329


Ο Φερνάντο Σαβατέρ γεννήθηκε στο Σαν Σεμπαστιάν  το 1947 
 Ειδικός στον Νίτσε και θαυμαστής του Σπινόζα, θεωρεί εαυτόν 
«φιλόσοφο της παρέας, σε αντιδιαστολή με τον θεωρητικό Φιλόσοφο με κεφαλαίο Φ». 

Φυλακίστηκε από τη δικτατορία του Φράνκο και στη συνέχεια έζησε εξόριστος στη Γαλλία. Εως πριν από δύο χρόνια, όταν συνταξιοδοτήθηκε, κατείχε την έδρα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κομπλουτένσε της Μαδρίτης. Πολυγραφότατος, έχει συγγράψει περισσότερα από 80 δοκίμια και μυθιστορήματα. Αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα «Εl Ρais» από την εποχή της ίδρυσής της. Εχει λάβει πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Ζαχάροφ το 2000 για τη δράση του στην οργάνωση «Βasta Υa!» εναντίον της τρομοκρατίας της ΕΤΑ. 
Είναι δραστήριο μέλος του κόμματος «Ενωση, Πρόοδος και Δημοκρατία» που διασπάστηκε από θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς στοχαστές.  
Έχει γράψει φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και πολιτικά δοκίμια, αφηγήματα και θεατρικά έργα. Το βιβλίο του ''Μιλώντας στο γιο μου για την Ηθική και την Ελευθερία'' έχει μεταφραστεί με μεγάλη επιτυχία σε περισσότερες από 20 γλώσσες

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

αόρατη, ανώνυμη ..









κοριτσάκι
που δεν ξέρω τ΄όνομά σου,
με την περιποιημένη γαλλική κοτσίδα που με περισσή φροντίδα χτένισε η μαμά σου,
με τα πράσινα σοσόνια ασορτί με το μπουφανάκι σου,
τα λυμένα κορδόνια των παπουτσιών σου,
και τις σφιγμένες σου γροθιές που δεν κράτησαν δυοσμαρίνια μικρή Μαρίνα των Βράχων του κόσμου της φρίκης, της προσφυγιάς και της απανθρωπιάς,
είδες με τα κλειστά σου μάτια τους βυθούς του Ανθρωποφάγου Αιγαίου,
κράτα τα κλειστά και ονειρέψου λεύτερη και παίξε με τον μικρό Ιρανό που πνίγηκε κι αυτός στον Έβρο, σου ψιθυρίζω την ιστορία του στ΄αυτί
και σου υπόσχομαι να αγωνιστώ με τίμημα τη δική μου ζωή να μην αλυχτίσουν πάνω στο νεκρό σου σώμα ξανά τα Τέρατα.
καληνύχτα


Σοφία Λαμπίκη  07,09,2012
Η πηγή και των δύο κειμένων ,  εδώ  




-----             -------            ----------             --------           ---------                 -------    

Έκανε κρύο, πολύ κρύο..
Χειρότερα απ΄το κρύο που έκανε όταν χιόνιζε στα βορεινά της πατρίδας της.
΄Ετρεχε…
Άκουγε πίσω της σκυλιά να αλυχτάνε και δεν ήξερε αν ήταν σκυλιά των Τούρκων στρατιωτών ή των τελευταίων χωριατόσπιτων που είδε από μακριά φωτισμένα.
Μόνο έτρεχε και κρύωνε
Και τραβούσε απ΄το χέρι το γιό της, αμούστακο παιδάκι που το ξεσήκωσε στο δρόμο να το γλυτώσει.
Πού νάναι ο άντρας της; σκεφτόταν
Χαμένος 3 μήνες τώρα. Να ζεί;
Έτρεχε μες το σκοτάδι .Το κρύο τη νύσταζε κι έλεγε από μέσα της στίχους απ΄το Σαχναμέ του Φερντοσί που είχε μάθει παιδί για να κρατιέται ξύπνια.
Ο μικρός δεν έκλαιγε πια. Είχε σταματήσει. Τον πρώτο καιρό έκλαιγε συνέχεια, ήθελε το σπίτι του, το γάτο του, τους φίλους του.
Πώς να εξηγήσεις σ΄ένα παιδί ότι πρέπει να τα αφήσεις πίσω όλα για να γλυτώσεις τη ζωή σου; Ότι πρέπει να πας χιλιόμετρα μακριά, παράνομος, σε μια Βόρεια πατρίδα, ξένη, σε συγγενείς μακρινούς για να γλυτώσεις;
Πλήρωσε όλη την περιουσία της στον Τούρκο που την πέρασε απ΄τα σύνορα και την έφερε εδώ σ΄άλλα σύνορα για να τα περάσει κι αυτά και νάβρει μπρος της άλλα , καινούργια.
Βρωμιάρηδες Αραβες τους φώναζαν στο δρόμο, Ιρανοί είμαστε έλεγε η γυναίκα, Πέρσες με ιστορία χιλιάδες χρόνια, πολιτισμό και κοιμισμένους βασιλιάδες στην έρημο.
Σκουπίδια και βρωμιάρηδες είστε τους λέγανε. Πρόσφυγες, λαθραίοι, κλέφτες κι εγκληματίες.
Έμαθε να σωπαίνει και να προχωρά. Και να τραβά το δρόμο της και το γιό της μαζί, αμίλητη.
Κρύο που κάνει, σκέφτηκε. Εδώ μπροστά πρέπει να είναι το ποτάμι που της είπε ο Τούρκος. Απέναντι έβλεπε μακριά σπίτια, φωτισμένα, έχουν γιορτή οι Έλληνες της είχε πει, εύκολα θα περάσεις απόψε , κανείς δεν θα φυλάει το ποτάμι.
Μόνο απ΄το ποτάμι περνούσανε πια, φυλάγανε γύρω - γύρω Ευρωπαίοι αστυφυλάκοι.
Μόνο απ΄το νερό.
Ενοιωσε το έδαφος να χαμηλώνει , κι άκουσε τη βουή του ποταμού.
Μαύρο και κρύο. Από μέσα έπρεπε να περάσει κι αυτή και το παιδί. ’Ετσι της είπε ο Τούρκος. Απέναντι θα περίμενε ένας Έλληνας να την πάει παρακάτω.
Αν πέρναγε το ποτάμι..
Κουκούλωσε το μικρό. Τον φίλησε. Τον έπιασε απ΄το χέρι και βούτηξαν στα αφώτιστα νερά. Δεν είχε φεγγάρι, καλή νύχτα για πέρασμα.
Το κρύο νερό τους μαχαίρωσε .Ένα μικρό βογκητό και κλάμα βγήκε απ τα χείλια του παιδιού.
Αμίλητοι κι οι δυό άρχισαν να κολυμπούν στο πουθενά.
Άκουσε κάτι σκυλιά μακριά αλλά δεν ήξερε αν ακούγονταν από κει που φύγανε ή από κει που πηγαίνανε.
Πάγωνε, δεν ένιωθε τα χέρια της , αν κράταγε το παιδί δεν καταλάβαινε. Το φώναξε ,δεν πήρε απάντηση.
Το νερό την παράσερνε και πάγωνε. Βούλιαζε.
Ένιωσε κάτω απ τα πόδια της την άμμο του ποταμού. Κάπου θα είχε χάσει τα παπούτσια της.

Ένιωσε κάτω απ΄τα πόδια της την άμμο. Ζεστή, καφτή. Γελούσε. Ήταν νέα, κορίτσι πράμα και μύριζε τα τριαντάφυλλα της πατριδας της του Ισφαχάν.
Οι φίλες της την φώναζαν να πάει να παίξουν.
Γέλασε ξανά.
Είχε φτάσει στο σπίτι πια.

σοφία λαμπίκη 27-12-2011

«Με τη ζωή τους πλήρωσαν την προσπάθεια να διασχίσουν κολυμπώντας τον ποταμό Έβρο, για να περάσουν από την Τουρκία στη χώρα μας ένα 12χρονο αγόρι, με τη μητέρα του. Το πτώμα του αγοριού βρέθηκε δίπλα στην παγωμένη σορό της 59χρονης μητέρας του, στις όχθες του ποταμού Έβρου στην περιοχή Φερών, ενώ από τα έγγραφα που βρέθηκαν στα ρούχα τους προκύπτει ότι είναι Ιρανικής καταγωγής.»Από τον Τύπο

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Η νόσος ως μεταφορά. Η αμφιλεγόμενη θεωρία του αμφιλεγόμενου δόκτορα Ρίκε Γκέερτ Χάμερ.



Ο γιατρός Ρίκε Γκέερτ Χάμερ (Ryke Geerd Hamer) υπήρξε για πολλά χρόνια διευθυντής σε μια γερμανική κλινική. Η προνομιούχος θέση του, του επέτρεψε να συναντήσει πολλούς καρκινοπαθείς. Χάρις στις περιστάσεις, στην τύχη και στην λεπτομερή παρατήρηση, ο Χάμερ ανακάλυψε τους θεμελιώδεις νόμους που εξηγούν το μηχανισμό της εμφάνισης όλων των καρκίνων και όλων των ασθενειών. Όπως λέει, η ασθένεια είναι η τέλεια λύση που βρίσκει ο εγκέφαλος - αυτή είναι η νέα ιατρική.

Στην περίπτωση αυτού του γιατρού, μπορούμε πραγματικά να μιλήσουμε για νόμους, αφού οι επαληθεύσεις που έγιναν από τον ίδιο και από άλλους ερευνητές και θεραπευτές έδειξαν ότι όλοι ισχύουν στις 100% των περιπτώσεων, πράγμα το οποίο δεν είχε ποτέ συμβεί έως τότε στην ιστορία της ιατρικής. Ο ατσαλένιος νόμος του καρκίνου που διατυπώθηκε από τον Ρίκε Γκέερτ Χάμερ είναι ο εξής:


«Όλοι οι καρκίνοι προκαλούνται και ενεργοποιούνται από έντονες και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις που τις βιώνουμε χωρίς να τις εκφράζουμε. Η φύση της εσωτερικής σύγκρουσης καθορίζει την περιοχή του εγκεφάλου που θα πληγεί και το όργανο στο οποίο θα εντοπισθεί η ασθένεια.»

Παρατήρησε λοιπόν ότι οι ασθενείς που είχαν καρκίνο των οστών, για παράδειγμα, είχαν όλοι βιώσει κάποιο σοκ, κάποιο στρες, κάποια έντονη και βίαιη (αιφνίδια) εσωτερική σύγκρουση κατά την οποία αισθάνθηκαν υποτιμημένοι. Επιπροσθέτως, παρατήρησε ότι σε όλους τους ασθενείς που είχαν προσβληθεί από τον ίδιο καρκίνο, είχε εμφανισθεί ένα σημάδι στην ίδια συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου τους. Έτσι, ανακάλυψε ότι σε κάθε τύπο στρες αντιστοιχούσε η ίδια συγκεκριμένη περιοχή του εγκεφάλου και το ίδιο συγκεκριμένο όργανο, πάντα το ίδιο.
Ο καρκίνος των οστών αντιστοιχεί στην εσωτερική σύγκρουση της υποτίμησης.
Ο καρκίνος των πνευμόνων στον έντονο φόβο του θανάτου.
Ο καρκίνος του αριστερού στήθους σε μια γυναίκα δεξιόχειρα, στη έντονη εσωτερική σύγκρουση σε σχέση με ένα παιδί (πραγματικό, εικονικό, φανταστικό ή συμβολικό).
Ο καρκίνος του δεξιού στήθους σε μια δεξιόχειρα γυναίκα αντιστοιχεί σε εσωτερική σύγκρουση γενικά με τον σύντροφο (σε μια γυναίκα αριστερόχειρα, οι αντιστοιχίες αντιστρέφονται).
Ο καρκίνος του προστάτη αντιστοιχεί στη σεξουαλική εσωτερική σύγκρουση (πραγματική ή συμβολική) σε σχέση με τα παιδιά ή τους απογόνους (ή την ικανότητα δημιουργίας).
Και ούτω καθεξής, για όλους τους καρκίνους.
Αυτός ο νόμος έχει επιβεβαιωθεί εδώ και σχεδόν 20 χρόνια από εκατοντάδες θεραπευτές (εκπαιδευμένους από τον Χάμερ ή τους διαδόχους του), σε δεκάδες χιλιάδες ασθενείς, χωρίς εξαίρεση. Αυτό που είναι εντυπωσιακό σε αυτήν την ανακάλυψη, είναι ότι ο μηχανισμός: «σύγκρουση - εγκέφαλος – όργανο» λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Όσο, δηλαδή, η εσωτερική σύγκρουση είναι ενεργή, η περιοχή του εγκεφάλου που δραστηριοποιείται δίνει διαταγή στη βιολογική διαδικασία να παραγάγει καρκινικά κύτταρα στο όργανο που διαλέχτηκε για να εκφράσει την ανισορροπία. Αντιθέτως, όταν το άτομο λύσει την εσωτερική του σύγκρουση (με οποιονδήποτε τρόπο και αν το κάνει αυτό) και βάλει τέλος στο έντονο στρες του, η ίδια περιοχή του εγκεφάλου αντιστρέφει το πρόγραμμα και δίνει αμέσως διαταγή στη βιολογική διαδικασία, να σταματήσει την παραγωγή καρκινικών κυττάρων και να καταστρέψει τον όγκο που έχει δημιουργηθεί στο όργανο ...

Έτσι σήμερα, αρκετές χιλιάδες ιατρικοί φάκελοι θεραπειών έχουν σχηματιστεί και συγκεντρωθεί από τον γιατρό Χάμερ και τους διαδόχους του. Μέσα σε αυτούς τους φακέλους, απαριθμούνται πολλές αποθεραπείες τις οποίες η επίσημη ιατρική χαρακτηρίζει ως « αυθόρμητες, ανεξήγητες ή αξιοθαύμαστες»:

Ανιχνεύσεις (με σκάνερ), αναλύσεις αίματος, ακτινογραφίες, υποβολές εκθέσεων που έγιναν σε νοσοκομεία, αποδεικνύουν ότι ασθενείς έχουν θεραπευθεί εντελώς από καρκίνους, λευχαιμίες, σκληρύνσεις κατά πλάκας, μυοπάθειες, διάφορες εκφυλιστικές ασθένειες, κωφώσεις, σοβαρές διαταραχές της όρασης, ψωριάσεις, αλλεργίες, κ.λπ.

Κατά τη διάρκεια μιας από τις αναρίθμητες δίκες εναντίον του γιατρού Χάμερστις οποίες ενάγων ήταν ο ιατρικός σύλλογος, ο δικηγόρος του Χάμερ είχε ζητήσει από το δικαστήριο να συγκρίνει το ποσοστό, σε εθνική κλίμακα, όσων επέζησαν από καρκίνο, με το ποσοστό όσων επέζησαν από καρκίνο ανάμεσα στους ασθενείς του πελάτη του (λαμβάνοντας υπόψη ότι μερικοί από αυτούς είχαν απευθυνθεί σ’ αυτόν, μερικές φορές στο τελευταίο τους στάδιο). Αυτή η σύγκριση παρουσίασε: 95% επιβίωση για περισσότερα από 5 χρόνια για τον Χάμερ, απέναντι στο 30% κατά μέσο όρο, σε εθνική κλίμακα στη Γερμανία.

Η ασθένεια, είναι η τέλεια λύση που βρίσκει ο εγκέφαλος στο πρόβλημα των «εσωτερικών συγκρούσεων». Εάν σταματούσα εδώ την παρουσίασή, θα σας άφηνα πιθανώς αμήχανους και με πολλές αμφιβολίες. Εάν δεν καταλάβουμε σε τι πραγματικά χρησιμεύει η ασθένεια, από βιολογική άποψη, οι θεραπείες μπορεί να φανούν... μαγικές.

Για να το καταλάβουμε αυτό, ο γιατρός Χάμερ έδωσε πρώτα-πρώτα ένα παράδειγμα παρμένο από την ζωική βιολογία: αυτό μιας αλεπούς που βρέθηκε σε κατάσταση μεγάλου στρες σχετικά με την επιβίωσή της. Ας φανταστούμε ότι μια αλεπού δεν έχει καταφέρει να πιάσει την παραμικρή λεία εδώ και τρεις μέρες. Βρίσκεται σε κατάσταση μεγάλου στρες σχετικά με την σωματική της επιβίωση, όταν επιτέλους, καταφέρνει να αιχμαλωτίσει ένα μικρό κουνέλι που περνάει από εκεί. Τη στιγμή που ετοιμάζεται να το δαγκώσει, να το ξεσκίσει, να το φάει, η αλεπού ακούει έναν από τους χειρότερους εχθρούς της να πλησιάζει: τον κυνηγό. Και τώρα η αλεπού μας βρίσκεται σε τρομερό δίλημμα, ανάμεσα σε δύο απειλές : εάν φάει το γεύμα της, για να ικανοποιήσει την ανάγκη της για τροφή, κινδυνεύει να σκοτωθεί με την κοιλιά γεμάτη, εάν το σκάσει, αφήνοντας τη λεία της, κινδυνεύει ίσως να πεθάνει της πείνας λίγο αργότερα. Για να βγει από αυτό το δίλημμα, αποφασίζει να καταπιεί ολόκληρο το πόδι του κουνελιού και να φύγει μακριά. Εκείνη την στιγμή, ένας άλλος κίνδυνος απειλεί την αλεπού : κινδυνεύει να πεθάνει από απόφραξη εντέρου, επειδή αυτό το ολόκληρο πόδι δεν μπορεί ούτε να ξανανεβεί από το στομάχι, ούτε να συνεχίσει τη διαδρομή του μέσα στο έντερο.

Βρισκόμαστε, λέει ο Χάμερ, μπροστά σε μια έντονη και βίαιη εσωτερική σύγκρουση που σχετίζεται με την ανάγκη να χωνευτεί κάτι. Για να λύσει αυτό το πρόβλημα, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί την τέλεια λύση που θα εξασφαλίσει την επιβίωση του ατόμου : ενεργοποιεί ένα πρόγραμμα παραγωγής πεπτικών υπερκυττάρων στα τοιχώματα του στομαχιού.

Στόχος: η χώνεψη του ποδιού που έχει σφηνώσει στο στομάχι, να γίνει πέντε φορές πιο γρήγορα και πέντε φορές καλύτερα. Όσο ο στόχος δεν επιτυγχάνεται, ο εγκέφαλος συνεχίζει να διατάζει την παραγωγή αυτών των πεπτικών υπερκυττάρων που έχουν σαφώς ανώτερες επιδόσεις από τα κανονικά. Αλλά μόλις το πόδι χωνευθεί εντελώς, μια διαδικασία βιοανάδρασης ενημερώνει τον εγκέφαλο ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί.

Στη στιγμή ο εγκέφαλος βάζει τέλος στο πρόγραμμα της παραγωγής και δίνει διαταγή να εξαλειφθούν αυτά τα υπερκύτταρα, που θα απέβαιναν επικίνδυνα εάν παρέμεναν στο στομάχι. Μερικές ημέρες αργότερα, εάν ναρκώσουμε την αλεπού και εξετάσουμε τα τοιχώματα του στομαχιού της, θα μπορέσουμε να παρατηρήσουμε ουλές, μάρτυρες της πρόσφατης εξάλειψης των υπερκυττάρων.

Συμπέρασμα:

Χάρη σε αυτόν τον προγραμματισμό,τον εγγεγραμμένο στη βιολογική διαδικασία εδώ και εκατομμύρια χρόνια, ο εγκέφαλος της αλεπούς διάλεξε την καλύτερη ανάμεσα σε όλες τις λύσεις, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την επιβίωσή της. Το μόνο που δεν σας είπα ακόμη, είναι ότι αυτά τα υπερκύτταρα είναι αυτό που κοινώς αποκαλούμε, καρκινικά κύτταρα του στομαχιού! Έτσι, σύμφωνα με τους Χάμερ και Σαμπά, βάσει επαληθεύσεων που έγιναν στο εργαστήριο, αυτό που αποκαλούμε καρκινικό κύτταρο έχει τις ίδιες λειτουργίες με ένα κανονικό κύτταρο, αλλά με πολλαπλάσιες επιδόσεις.

Ένα καρκινικό κύτταρο στομαχιού χωνεύει πολύ πιο γρήγορα και δυνατά από ένα κανονικό κύτταρο. Ένα καρκινικό κύτταρο παγκρέατος παράγει πολύ περισσότερη ινσουλίνη, ένα καρκινικό κύτταρο του στήθους παράγει πολύ περισσότερο γάλα, ένα καρκινικό κύτταρο πνεύμονα έχει πολύ μεγαλύτερη ικανότητα ανταλλαγής οξυγόνου αίματος, ένα καρκινικό κύτταρο νεφρού φιλτράρει σαφώς περισσότερο, κ.λπ.. Ας σημειώσουμε, ότι ο γιατρός Κλωντ Σαμπά (Claude Sabbah) γενίκευσε τις ανακαλύψεις του Χάμερ αποδεικνύοντας ότι όλες οι ασθένειες, όποιες και αν είναι αυτές (από την πιο καλοήθη ως την πιο σοβαρή), είναι αποτέλεσμα κάποιου σοκ ή στρες που το βιώσαμε χωρίς να το εκφράσουμε, και ενεργοποιούνται από τον εγκέφαλο, ως η τέλεια λύση για την εξασφάλιση της επιβίωσης. Γιατί πεθαίνουμε από τις ασθένειές μας;

Τότε, θα μου πείτε, εάν οι ασθένειες είναι οι τέλειες λύσεις που είναι γραμμένες στη βιολογική διαδικασία για να εξασφαλίσουν την επιβίωσή μας, γιατί πεθαίνουμε από καρκίνο ή άλλες ασθένειες; Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να καταλάβουμε, με ποιο τρόπο επεξεργάζεται ο εγκέφαλός μας τις πληροφορίες που φτάνουν σ’ αυτόν.

Δηλαδή πρέπει να γνωρίζουμε, ότι ο εγκέφαλος δεν κάνει καμία διάκριση ανάμεσα σε μια πραγματική και μια φανταστική, εικονική ή συμβολική πληροφορία. Για να το αποδείξουμε, ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα · - Εάν ξαφνικά βρεθείτε όρθιος στο χείλος της χωρίς παραπέτο στέγης ενός 20όροφου κτιρίου, ο εγκέφαλός σας θα ερμηνεύσει αυτήν την κατάσταση ως πραγματικό κίνδυνο: θα ενεργοποιήσει μια σειρά φυσιολογικών αντιδράσεων και ανακλαστικών συμπεριφοράς (άνοδος του ποσοστού της αδρεναλίνης, επιτάχυνση του καρδιακού παλμού, άγχος, ίλιγγος, κ.λπ.). Εδώ, έχει επεξεργαστεί μια πραγματική πληροφορία ·

- Εάν, διαβάζοντας το παραπάνω παράδειγμα, φανταστήκατε τον εαυτό σας σ’ αυτή τη θέση, πιθανώς ο εγκέφαλός σας να ενεργοποίησε τις ίδιες αντιδράσεις. Εντούτοις, δεν βρισκόσαστε πραγματικά σε κίνδυνο, αφού ήσασταν καθισμένος και διαβάζατε. Ο εγκέφαλός σας όμως επεξεργάστηκε μια φανταστική πληροφορία, σαν να ήταν πραγματική ·

Εάν, τώρα, κατά τη διάρκεια ηλεκτρονικού παιχνιδιού ή κάποιας κινηματογραφικής προβολής, το σενάριο σάς προβάλει στο χείλος μιας στέγης, με το κενό από κάτω, σκηνή τραβηγμένη από την οπτική γωνία του ήρωα, και εάν είστε αρκετά βυθισμένος, συνεπαρμένος μέσα στην εικόνα, ο εγκέφαλός θα αντιδράσει και πάλι με το ίδιο τρόπο.

Εδώ, θα έχει επεξεργαστεί μια εικονική πληροφορία σα να ήταν πραγματική · - Και τέλος, εάν σας ανακοινώσουν ξαφνικά ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζεστε κήρυξε πτώχευση, τη στιγμή που εσείς έχετε μόλις πάρει ένα μεγάλο δάνειο από την τράπεζα, θα αισθανθείτε ίσως τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια σας. Ο εγκέφαλος θα ενεργοποιήσει και πάλι τις ίδιες αντιδράσεις, παρόλο που ή άβυσσος που έχετε μπροστά σας, δεν είναι παρά συμβολική. Έτσι, θα έχει επεξεργαστεί μια συμβολική πληροφορία σα να ήταν πραγματική. Εάν κατανοήσετε αυτό το παράδειγμα, θα καταλάβετε εύκολα ότι ό,τι λέμε, ό,τι σκεφτόμαστε εκλαμβάνεται από τον εγκέφαλό μας ως πραγματική πληροφορία, την οποία έχει υποχρέωση να επεξεργαστεί, ως υπερυπολογιστής.

Έτσι εάν, μιλώντας για ένα φίλο, πείτε: "αυτό δεν θα του συγχωρήσω ποτέ,δεν θα μπορέσω ποτέ να το χωνέψω ", και αυτή η φράση πραγματικά αντανακλά αυτό που έντονα αισθάνεστε, τότε ο εγκέφαλός σας θα λάβει αυτήν την συμβολική πληροφορία και θα την επεξεργαστεί σα να ήταν πραγματική. Εάν η σύγκρουση που βιώνετε στη σχέση σας με το άλλο άτομο είναι πολύ έντονη και δεν καταφέρνετε να εκφράσετε όλη τη δυσαρέσκεια που αισθάνεστε, είναι πολύ πιθανό ο εγκέφαλος να ξεκινήσει πρόγραμμα παραγωγής πεπτικών υπερκυττάρων (δηλαδή καρκινικών κυττάρων) για να χωνέψει αυτό που δεν μπορείτε να χωνέψετε…

Η διαφορά με την περίπτωση του ποδιού που σφήνωσε στο στομάχι της αλεπούς, είναι ότι εάν δεν συμφιλιωθείτε με τον φίλο σας, εάν παραμείνετε στις θέσεις σας, εάν δεν τον συγχωρέσετε, δεν θα μπορέσετε πράγματι ποτέ να χωνέψετε αυτό που σας έκανε. Κατά συνέπεια ο εγκέφαλός σας θα συνεχίζει να λαμβάνει το μήνυμα ότι κάτι δεν έχει ακόμη χωνευθεί. Και υπάκουα, θα συνεχίζει το πρόγραμμα της παραγωγής καρκινικών κυττάρων. Μαντεύετε τη συνέχεια : αργά ή γρήγορα, εξαιτίας της ανώμαλα υπερβολικής ικανότητας πέψης, θα αρχίσετε να αισθάνεστε πόνους, οι τροφές δεν θα χωνεύονται σωστά. Θα σας γίνει τότε διάγνωση καρκίνου του στομάχου, που οι γιατροί θα προσπαθήσουν να εξαφανίσουν με τα διάφορα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους. Αλλά αρχίζετε να μαντεύετε αυτό που υπάρχει κίνδυνος να επακολουθήσει.

Ακόμα και αν σας έκαναν ολική αφαίρεση στομάχου, ο εγκέφαλός σας θα συνέχιζε να δίνει την εντολή για την παραγωγή καρκινικών κυττάρων στην περιοχή του σώματος όπου βρισκόταν το στομάχι. Κάποιους μήνες αργότερα, οι γιατροί θα ανακάλυπταν αυτό που θα ονόμαζαν υποτροπή ή μετάσταση, ενώ αυτό δεν θα ήταν παρά η συνέχιση του προγράμματος που είχε ξεκινήσει ο εγκέφαλός σας, βασιζόμενος σε μια συμβολική πληροφορία σχετικά με την σύγκρουση που βιώσατε με κάποιο φίλο. Για να πάμε ακόμη μακρύτερα, εάν σοκαριστείτε από την απαισιόδοξη διάγνωση του καρκινολόγου σας και αισθανθείτε μεγάλο φόβο θανάτου, ο εγκέφαλός σας θα αρχίσει καινούργιο πρόγραμμα παραγωγής υπερκυττάρων ,στον πνεύμονα, που αργότερα θα χαρακτηριστεί από τους γιατρούς καρκίνος του πνεύμονα. Και ούτω καθεξής, μέχρις ότου επέλθει ο θάνατος. Πώς να προλάβουμε τις ασθένειες και πώς να τις θεραπεύσουμε ; Στο τελευταίο μου βιβλίο «Η γλώσσα της θεραπείας» έχω περιγράψει λεπτομερώς τις διαδικασίες που, ξεκινώντας από έντονα ψυχικά σοκ ή μεγάλο στρες, καθορίζουν και προκαλούν τις σωματικές ασθένειές μας.

Στα πλαίσια αυτού του άρθρου μου φαίνεται άχρηστο να προχωρήσω βαθύτερα, αφού η ίδια λογική ισχύει για όλες τις ασθένειες, ανεξάρτητα από τον βαθμό έντασης και σοβαρότητάς τους. Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε από όλα αυτά είναι, ότι από τη μια, ο εγκέφαλος δε σφάλει ποτέ και από την άλλη, ότι αυτός είναι που ενεργοποιεί όλες τις «ασθένειες» έτσι ώστε να εγγυηθεί στο άτομο τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης. Είναι φανερό ότι το ενδιαφέρον μιας τέτοιας θεώρησης είναι τεράστιο. Πράγματι, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιατρικής, καμιά πάθηση, καμιά ανισορροπία μας δεν οφείλεται στην τύχη.

Όλα εκδηλώνονται σύμφωνα με τους αμετάβλητους νόμους της Βιολογίας των Ζωντανών Όντων, όπως λέει ο γιατρός Κλωντ Σαμπά. Αυτό σημαίνει συγκεκριμένα, ότι εάν μάθετε τους νόμους της Νέας Ιατρικής του Ρίκε Γκέερτ Χάμερ ή της Ολιστικής Βιολογίας του Κλωντ Σαμπά, που είναι αμετάβλητοι όσο και οι νόμοι της φυσικής ή της χημείας, θα μπορείτε όχι μόνο να καταλάβετε από πού προέρχονται όλες οι ασθένειές σας, αλλά κυρίως θα μπορείτε να τις προλαμβάνετε και να τις θεραπεύετε.

Πώς ; Μαθαίνοντας τις βασικές αρχές της επικοινωνίας τις οποίες κάθε άνθρωπος θα έπρεπε να κατέχει : το να εκφράζει τις ανάγκες και τα συναισθήματά του, να τολμά να αντιπαρατίθεται στους άλλους (με σεβασμό βέβαια), να αναγνωρίζει και να δέχεται την πραγματικότητα όπως αυτή είναι, οι πράξεις του να είναι προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα, να τελειώνει τις όποιες συναισθηματικές εκκρεμότητες έχει με τους άλλους, να συγχωρεί. Ας πάρουμε αυτές τις αρχές μία μία, για να εξετάσουμε με ποιο τρόπο μπορούν να μας κάνουν να αποφύγουμε τις ασθένειες ή να μας θεραπεύσουν... - να εκφράζουμε τις ανάγκες μας :

πολλές απογοητεύσεις, πολλές καταστάσεις στρες προέρχονται από το γεγονός ότι αφενός, λίγοι είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν συνειδητά τις αληθινές ανάγκες τους και αφετέρου, ακόμη πιο σπάνιοι είναι εκείνοι που έχουν την ικανότητα να τις εκφράσουν με κατάλληλο τρόπο. Συνεπώς, συσσωρεύουμε μίση και μνησικακίες, μένουμε μπλοκαρισμένοι σε αδιέξοδα. Αισθανόμαστε βέβαια ότι κάτι δεν μας ταιριάζει, αλλά δεν γνωρίζουμε πώς να ξεφύγουμε. Μας συμβαίνουν συχνά απαράδεκτα πράγματα. Εντούτοις τα δεχόμαστε, επειδή δεν γνωρίζουμε ούτε καν τα όριά μας, σχετικά με το τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε, τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε.

Το να ξαναμάθουμε να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας και τα όριά μας για όσα δεν θέλουμε πια, το να είμαστε ικανοί να τα εκφράσουμε στους συνομιλητές μας, χωρίς να φοβόμαστε τις συνέπειες, αυτό είναι ένας από τους τρόπους που μπορεί να προλάβουν ή να θεραπεύσουν τις ασθένειες που προκαλούνται από τις ανθρώπινες εσωτερικές συγκρούσεις και τις απογοητεύσεις. - να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας : Το συναίσθημα μοιάζει με το σύμπτωμα.

Είναι ο δείκτης του βαθμού ικανοποίησης ή μη ικανοποίησης των αναγκών μας. Μια ανάγκη μας ματαιώνεται· εμφανίζεται ένα δυσάρεστο συναίσθημα (θυμός, θλίψη, φόβος, κ.λπ.). Μια ανάγκη μας ικανοποιείται· ένα ευχάριστο συναίσθημα θα εκδηλωθεί (χαρά, ευχαρίστηση, κ.λπ.). Δυστυχώς, η παιδεία μας μας έχει διδάξει, να αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματά μας όπως η ιατρική αντιμετωπίζει τα συμπτώματα : να τα αρνούμαστε, να τα απορρίπτουμε, να τα εξαφανίζουμε.

Με αυτό τον τρόπο στερούμαστε τα καλύτερα σημάδια, που έχουμε στη διάθεσή μας για να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι είναι καλό για μας και τι δεν είναι. Αυτή η άγνοιά μας μάς οδηγεί στην απογοήτευση, αφού μην έχοντας πια τους φωτεινούς δείκτες στον πίνακα ελέγχου, δεν ειδοποιούμαστε καν ότι μια ή περισσότερες ανάγκες μας ματαιώνονται.

Σ’ αυτό το σημείο ο εγκέφαλος παίρνει αναγκαστικά τα ηνία, για να εγγράψει στη βιολογική διαδικασία των οργάνων τις ίδιες πληροφορίες που μας είχαν δώσει τα συναισθήματα [θυμηθείτε : στο παράδειγμα με το αυτοκίνητο, εάν οι φωτεινοί δείκτες του πίνακα ελέγχου (τα συναισθήματα) δεν λειτουργούν πια ή δεν ληφθούν υπόψη, η βλάβη θα εκδηλωθεί στα όργανα της μηχανής (στα όργανα του σώματος)].

Το να ξαναμάθουμε λοιπόν να ακούμε τα συναισθήματά μας, να τα αναγνωρίζουμε και να τα δεχόμαστε, να τα ευχαριστούμε μάλιστα που επαγρυπνούν για μας, είναι ένας πρώτος σταθμός για να αποφεύγουμε τις καταστρεπτικές εσωτερικές συγκρούσεις και το στρες. Εάν, επιπλέον, μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας με τρόπο κατάλληλο, υπεύθυνα, χωρίς να αποδίδουμε στους άλλους την ευθύνη, θα μπορέσουμε πολύ γρήγορα να ξαναβρούμε την ισορροπία μας. - να τολμούμε τις αντιπαραθέσεις, με σεβασμό στους άλλους:

Πόσες φορές, σε δύσκολες, τεταμένες, δυσάρεστες καταστάσεις, δεν συνέβηνα μη τολμήσουμε να πούμε τα πράγματα στον άλλο, με σεβασμό, αλλά και σταθερά, με θάρρος ; Πόσες φορές δεν κατάπιαμε τα λόγια μας από φόβο μην προκαλέσουμε σύγκρουση ; Φοβόμαστε συχνά να πούμε δυσάρεστα πράγματα, επειδή πιστεύουμε ότι είναι προτιμότερο να διατηρούμε την ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους. Όμως αυτή η ειρήνη είναι απατηλή, αφού μέσα μας μπορεί να γεννιέται ένα ισχυρό βίαιο συναίσθημα. Σημειώστε ότι ακόμη και ο υπολογισμός είναι λανθασμένος : θέλοντας να αποφύγουμε τη σύγκρουση, δεν λέμε αυτό που θα έπρεπε να ειπωθεί.

Όμως, μην λέγοντας τίποτα, αυξάνουμε την αίσθηση απογοήτευσης και μνησικακίας μέσα μας, μέχρι που η κατάσταση γίνεται αφόρητη. Τότε, είτε ξεσπάμε βίαια πάνω στον άλλο, οπότε συμβαίνει αυτή η σύγκρουση και η ρήξη που ακριβώς θέλαμε να αποφύγουμε, είτε καταπίνουμε τα συναισθήματά μας για άλλη μια φορά, και τότε συμβαίνει ο καρκίνος ή η οξεία ασθένεια, που μας καλεί να εξετάσουμε προσεχτικά την ανισορροπία που έχουμε δημιουργήσει ...

Το να τολμάμε την σύγκρουση, είναι το να μάθουμε να μιλάμε για τα πράγματα που μας ενοχλούν, ήρεμα, χωρίς υπεκφυγές. Το να μάθουμε να εκφράζουμε με ειλικρίνεια το τι μας συμβαίνει, είναι ο καλύτερος τρόπος για να φροντίζουμε τις σχέσεις μας με τους άλλους. - να αναγνωρίζουμε και να δεχόμαστε την πραγματικότητα όπως αυτή είναι : συχνά έχω παρατηρήσει, ότι πολλές ασθένειες ξεκινάνε όταν αρνούμαστε να δούμε μια κατάσταση, όταν της αντιστεκόμαστε, όταν δεν δεχόμαστε αυτό που μας συμβαίνει. Έτσι, μπορεί να μπούμε σε καταστάσεις εσωτερικής σύγκρουσης, αντίστασης, αυτοϋποτίμησης, απώλειας της ταυτότητας ή του χώρου κυριαρχίας μας.

Και όσο περισσότερο μαχόμαστε την πραγματικότητα, τόσο περισσότερο ενισχύουμε την επιρροή της και τη δύναμή της πάνω μας, μέχρις ότου εξαντληθούμε. Χωρίς να είμαστε καθόλου μοιρολάτρες (το θέμα δεν είναι να είμαστε ανθρώπινα ράκη που δέχονται τα πάντα χωρίς αντίδραση, αντιθέτως), το να δεχόμαστε την πραγματικότητα είναι το να τολμάμε να την κοιτάμε κατάματα, αντικειμενικά, χωρίς να κρίνουμε. Είναι επίσης το να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε τα γεγονότα, θεωρώντας τα ούτε καλά, ούτε κακά : η συμβουλή μου είναι, να θεωρούμε μάλλον ό,τι μας συμβαίνει σαν ευκαιρίες που μας προσφέρονται για να μάθουμε κάτι καινούργιο. - οι πράξεις μας να είναι προσαρμοσμένες στην πραγματικότητα :

Ο Γιούνγκ επέμενε πολύ σε αυτό το σημείο. Πράγματι, δεν υπάρχει θεραπεία εάν δεν δράσουμε πραγματικά. Συχνά, μένουμε εγκλωβισμένοι στις εσωτερικές συγκρούσεις μας και τα στρες, επειδή δεν τολμάμε να δράσουμε. Ή ακόμα χειρότερα : επειδή νομίζουμε ότι αρκεί να συνειδητοποιήσουμε την αιτία του καρκίνου μας για να θεραπευθούμε. Λάθος.

Όσοι πίστεψαν πως είναι έτσι, έχουν πεθάνει. Η δράση είναι ο μόνος τρόπος να δώσουμε στον εγκέφαλο την πληροφορία ότι η συγκρουσιακή κατάσταση τελείωσε. Ειδάλλως, το είδαμε παραπάνω, η ενεργοποίηση της ασθένειας δεν θα σταματήσει ποτέ. - να τελειώνουμε τις όποιες συναισθηματικές εκκρεμότητες έχουμε με τους άλλους: αυτή η έννοια εκφράστηκε για πρώτη φορά από την Ελίζαμπεθ Κίμπλερ Ρος (Kübler-Ross), την ελβετίδα γιατρό που μετανάστευσε στις Η.Π.Α, από όπου ξεκίνησε η εφαρμογή της φροντίδας για την ανακούφιση των βαριά ασθενών, που σήμερα είναι διαδεδομένη σε ολόκληρο τον κόσμο.

Έλεγε, ότι πολλοί ασθενείς, στο τέλος της ζωής τους, αισθανόντουσαν την απόλυτη ανάγκη να συμφιλιωθούν με αυτούς με τους οποίους είχαν έρθει σε ρήξη. Παρατήρησε χιλιάδες φορές, ότι μόλις αυτές οι εκκρεμείς υποθέσεις έκλειναν, οι ασθενείς πέθαιναν την ίδια νύχτα, νηφάλιοι και γαληνεμένοι. Νομίζω ότι δεν χρειάζεται να περιμένουμε το τέλος της ζωής μας, στο τελευταίο στάδιο μιας μακράς και επίπονης ασθένειας για να το κάνουμε αυτό.

Από προσωπική εμπειρία ξέρω, ότι κλείνοντας ταχτικά τις εκκρεμείς υποθέσεις μου, με βοηθάει να διατηρώ την ισορροπία μου και να μην δημιουργώ άχρηστες και επιζήμιες πηγές άγχους. - να συγχωρούμε : τέλος, τελευταίο αλλά εξίσου σημαντικό, να συγχωρούμε. Όχι, να συγχωρήσουμε τον άλλο για το κακό που μπορεί να μας έχει κάνει, αλλά να συγχωρήσουμε τον εαυτό μας για τον πόνο που δεχτήκαμε να ζήσουμε τόσο καιρό, μέχρις ότου χαλαρώσουμε, μέχρις ότου εκφράσουμε στον άλλο τις ανάγκες και τα συναισθήματά μας, μέχρις ότου τολμήσουμε την αντιπαράθεση, μέχρις ότου, επιτέλους, αναγνωρίσουμε και δεχτούμε την πραγματικότητα, μέχρις ότου κλείσουμε τις εκκρεμότητές μας.

Όσο και αν μας εκπλήσσει, υπεύθυνοι για τα σοκ, τις εσωτερικές συγκρούσεις, το στρες μας, δεν είναι ποτέ οι άλλοι, ούτε τα γεγονότα. Ο τρόπος που δεχτήκαμε το γεγονός, ο τρόπος που το αντιληφθήκαμε, το ερμηνεύσαμε, το φιλτράραμε, αυτός είναι πάντα που γεννάει τον πόνο μας ή την χαρά μας. Δηλαδή, τελικά, με πολλή αγάπη, χιούμορ και ταπεινότητα, θα πρέπει να ευχαριστήσουμε τον εαυτό μας για την ηλιθιότητά μας και να μας συγχωρήσουμε για το κακό που μας κάναμε.

Συμπεράσματα:

Στο τέλος αυτού του άρθρου, θέλω να βγάλω μερικά σύντομα συμπεράσματα. Πρώτα πρώτα, δεν υπήρξε στόχος μου να σας πείσω ότι οι πεποιθήσεις σας σχετικά με την υγεία και την ασθένεια είναι λανθασμένες. Ξέρω πολύ καλά ότι θα χρειαζόταν να παραθέσω πολύ περισσότερα, για να σας κάνω να αλλάξετε απόψεις. Στόχος μου ήταν να σας προτείνω μια θεώρηση του πώς θα είναι πιθανώς στο μέλλον η κατανόηση της ασθένειας και της θεραπείας. Εάν κάποια από αυτές τις ιδέες βρήκε απήχηση μέσα σας, σας προσκαλώ να εμβαθύνετε την έρευνά σας, να ενημερωθείτε, να διαβάσετε τα βιβλία που αρχίζουν τώρα να βγαίνουν σχετικά με το θέμα ... Και κυρίως, να πειραματιστείτε μόνοι σας με τον εαυτό σας. Έπειτα, αυτή η θεώρηση μας κομίζει ένα εξαιρετικά καλό νέο: η ασθένεια δεν είναι μοιραία, δεν συμβαίνει ποτέ τυχαία. Που θέλει να πει, ότι αλλάζοντας τις συνήθειες συμπεριφοράς μας, τους τρόπους σκέψης μας, τη συναισθηματική ζωή μας, μπορούμε να εξαλείψουμε οριστικά την επήρεια των ασθενειών πάνω μας. Επιπλέον, ακόμα και αν κάπου-κάπου αρρωσταίνουμε, δεν θα εξαρτόμαστε πια από τους θεραπευτές που βρίσκονται σε θέση εξουσίας σε σχέση με μας. Ξαναβρίσκουμε, επιτέλους, την αυτονομία μας, την ελευθερία μας, την αυτοκυριαρχία μας.

Και τέλος, ως ασθενείς και ως πολίτες, έχουμε όλοι το καθήκον να ενημερώνουμε τον περίγυρό μας, όσο περισσότερο μπορούμε, γύρω από αυτές τις νέες έρευνες, έτσι ώστε η τρέλα που έχει καταλάβει την ιατρική, πολιτική και οικονομική εξουσία σε σχέση με κάθε τι το εναλλακτικό, να γελοιοποιηθεί, να αποδειχθεί ακατάλληλη, ξεπερασμένη. Όταν βλέπω τις διώξεις τις οποίες υφίστανται πολλοί θεραπευτές που έχουν επιλέξει να υπηρετήσουν πραγματικά την υγεία και τον ασθενή (και επομένως να μην υπηρετούν πια τα συμφέροντα των μεγάλων φαρμακευτικών ομίλων), γνωρίζω ότι αυτή η νέα μορφή ιεράς εξέτασης δεν θα σταματήσει παρά μόνο όταν θα είμαστε αρκετοί για να πούμε ευθέως στους κλασσικούς γιατρούς μας, αυτό που πραγματικά μας θεράπευσε. Αλλιώς, η ασθένεια θα παραμείνει για πολύ ακόμη στα χέρια αυτών που έχουν πάρει την εξουσία πάνω στη ζωή μας και το σώμα μας.

Έχουμε τον κόσμο που μας αξίζει. Θα έχουμε τον κόσμο που δικαιούμαστε; Αυτό θα εξαρτηθεί από μας."