Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Απολογία του Ν Καζαντζάκη (αποσπάσματα)




Η απολογία του Νίκου Καζαντζάκη στην ανακριτική αρχή του Ηρακλείου, που δημοσιεύτηκε τη Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 1925, δεν αποτελεί μόνο ένα έξοχο πολιτικό κείμενο αλλά είναι και δραματικά επίκαιρη σήμερα, την εποχή της κρίσης. Μιας εποχής που η σύγχιση, οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις αλλά και αντιφάσεις στον πολιτικό λόγο κυριαρχούν.

Παρακάτω, παραθέτουμε ένα τμήμα της διάσημης "απολογίας του Καζαντζάκη"






1- Πιστεύω ότι το σύγχρονον αστικόν καθεστώς κατέστη ανίκανον να ρυθμίσει τας συγχρόνους ανάγκας και ανησυχίας του κοινωνικού συνόλου.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΣ.-Στηρίζεται εις την άνισον κατανομήν του πλούτου, εις την ασύστολον εκμετάλλευσιν των εργαζομένων τάξεων υπό αρπακτικής ισχυρώς ωργανωμένης κεφαλαιοκρατίας.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΣ.-Η ολοένα καταρρέουσα ηθική βάσις εις τας σχέσεις μεταξύ των ατόμων, παραλύει οιανδήποτε, εντός του αστικού καθεστώτος, προσπάθειαν όπως στηριχθή επί ηθικών αρχών ατομική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή των ανθρώπων.

ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ.-Η σχεδόν καθολική έλλειψις κάθε ενδιαφέροντος δια τα κοινά, ή σχεδόν αποκλειστική εξυπηρέτησις της αρχούσης τάξεως υπό της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας, εις βάρος της μεγίστης πλειονοψηφίας του λαού, καθιστά ανεπαρκή και επιπολαίαν οιανδήποτε αλλαγήν προσώπων ή θεσμού.

Ταύτα πάντα θεωρώ συμπτώματα της παρακμής μιας τάξεως. Η αστική τάξις απέδωκεν-και εις θαυμαστήν ποσότητα και ποιότητα-ό,τι ηδύνατο εις την σκέψιν, εις την τέχνην, εις την επιστήμην, εις την πράξιν. Επάλαισεν εναντίον της προηγούμενης της Φεουδαλικής ιδεολογίας, ενίκησεν, εδημιούργησεν, εξετέλεσεν τον προορισμόν της-αρχίζει ν’ αποσυντίθεται και να βαίνει εις εξαφάνισιν.

Τοιούτος υπήρξε πάντοτε ο ρυθμός της ιστορίας. Μια τάξις, εκάστοτε εναλάσσουσα-οι βασιλείς, οι ευγενείς, οι αστοί-γεννάται, παλαίει, νικά, δημιουργεί, και εξαφανίζεται. Και άλλη τάξις την διαδέχεται, διαγράφουσα και αυτή, εις την πάροδον των αιώνων, την ιδίαν μοιραίαν τροχιάν.

Ζώμεν, ακλονήτως πιστεύω, το τέλος μιας κοινωνικής τάξεως, της αστικής.

ΙΙ- Ποία τάξις θα την διαδεχθή; Η τάξις των εργαζομένων-είτε εργάται είνε ούτοι, είτε αγρόται, είτε πνευματικοί παραγωγοί.

Η τάξις αύτη διήλθε προς ενός ήδη αιώνος, το πρώτον στάδιον της πορείας της, καθ’ ό προσεπάθει να εξεγείρη τις τας τάξεις των αστών το αίσθημα της φιλανθρωπίας και δικαιοσύνης, υπέρ των πεινώντων και αδικουμένων και ικέτευεν εξ ονόματος υψηλών ηθικών αρχών, να βελτιωθούν οι όροι της ζωής.

Ταχέως όμως σαφώς αντελήφθη ότι η πάλη των τάξεων είνε νόμος ιστορικός, αναπόφευκτος και όπως τα άτομα ούτω και οι λαοί, ούτω και αι κοινωνικαί τάξεις, διατρέχουν μοιραίως τα στάδια της γεννήσεως, της ακμής και της φθοράς.

Ουδεμία τάξις έμενε δια παντός εις την εξουσίαν. Η αστική τάξις θ’ ακολουθήση και αυτή, τον απαράγραπτον φυσιολογικόν νόμον και τότε η τάξις των εργαζομένων μοιραίως θα την διαδεχθή.

Η επίγνωσις αύτη κατέστη η αφετηρία μιας νέας όλως βαθυτέρας, αντιλήψεως των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της τάξεως των εργαζομένων. Αντελήφθη δια πρώτην φοράν ότι χρέος έχει να οργανωθεί, να μορφωθή, να διατυπώση ωρισμένον πρόγραμμα, αφού είνε κεκλημένη, από ιστορικήν ανάγκην αργά ή γρήγορα να διαδεχθή την άρχουσαν σήμερον αστικήν τάξιν.

Τοιουτοτρόπως συγάσσονται, συνειδητά πλέον, αναγκασμέναι από τον ιστορικόν ρυθμόν, τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα.

Τον ρυθμόν τούτον επετάχυνεν απροσδοκήτως ο εκραγείς παγκόσμιος πόλεμος. Ο πόλεμος ούτος μετέβαλε την ψυχικήν ατμόσφαιραν του κόσμου ότι θ’ απήτει γενεά ολόκληρος δια να γίνη καταληπτόν έπειτα από την φοβεράν ταύτην δοκιμασίαν της ανθρωπότητος, αμέσως όχι μόνον γίνεται ιδέα αντιληπτή, αλλά και αγωνίζεται να μετουσιωθή εις πράξιν.

Η ψυχική αύτη μεταπολεμική αγωνία η οξεία συναίσθησις πως είνε ανάγκη πλέον να εξευρεθή μια λύτρωσις από την οικονομικήν αυτήν κοινωνικήν πολιτικήν και πνευματικήν αθλιότητα, αποτελεί σήμερον την Μεγάλην παγκόσμιον Πραγματικότητα.

ΙΙΙ- Απέναντι της Μεγάλης ταύτης παγκοσμίου Πραγματικότητος, έχομεν την Μικράν πραγματικότητα την καθαρώς τοπικήν της Ελλάδος.

Ποία είναι η Ελληνική αύτη πραγματικότης και ποία κατ’ ανάγκην ανακύπτει η σχέσις μεταξύ της Μεγάλης και της Μικράς Πραγματικότητας;

Μόνον εάν σαφώς απαντήσωμεν εις το ερώτημα τούτο θα ημπορέσωμεν ν’ αντιληφθώμεν το σύγχρονον ημών χρέος ως Ελλήνων και ως ανθρώπων.

Εις την Ελλάδα δεν υπάρχει ακόμη εις τόσην οξύτητα και έντασιν όσον εις άλλους βιομηχανικώς ή πνευματικώς περισσότερον προηγουμένας χώρας, η σαφής διαγραφή της πάλης των τάξεων. Εν τούτοις, σήμερον, με τα μέσα της συγκοινωνίας, με τα βιβλία, με τας εφημερίδας, με τας διαλέξεις, με την εργατικήν παγκόσμιον αλληλεγγύην, με την φοβεράν και γονιμωτάτην πείραν του μακροχρονίου πολέμου, μία Ιδέα δεν δύναται να εντοπισθή εις μίαν χώραν, αλλά υπερπηδά ταχύτατα τα σύνορα και διατρέχει όλην την γην.

Δια τούτο, είτε θέλομεν είτε μη, είτε είμεθα ώριμοι είτε μη, η παγκόσμιος αύτη Ιδέα, η οποία εις πολλάς ήδη χώρας ήρχισε να μεταβάλλεται εις τεραστίαν δύναμιν-θα παρασύρη και την Ελλάδα, χωρίς να την περιμένει να ωριμάση Βιομηχανικώς ή πνευματικώς. Η μικρά τοπική πραγματικότης θα παρασυρθή από την Μεγάλην.

Ποίον λοιπόν είναι το χρέος μας; Πιστεύω βαθύτατα ότι το χρέος των δυνάμενων να έχωσιν επίδρασιν εις τον τόπον μας, είτε επί του πεδίου της σκέψεως είτε επί του πεδίου της δράσεως είναι τούτο:

Να προσαρμόσωμεν την μικράν μας Πραγματικότητα εις την
 Μεγάλην. Πώς; Μορφώνοντες, φωτίζοντες τον λαόν, τονώνοντες τας ανωτέρας ηθικάς Αρχάς που απομένουν ακόμη, καταδεικνύοντες όχι μόνον πλέον τα δικαιώματα, αλλά και τας υποχρεώσεις άς έχει μία τάξις ήτις μέλλει ν’ αναλάβη ευθύνας.

Μόνον εάν τοιουτοτρόπως προπαρασκευάσωμεν τον λαόν, θα είμεθα εις θέσιν, όταν θα έλθη η μοιραία κρίσιμος στιγμή, να προσαρμόσωμεν την σημερινήν παγκόσμιον ορμήν προς αναδημιουργίαν με τας ιδιαιτέρας συνθήκας του τόπου μας, με την ειδικήν ψυχολογίαν της ιστορίας και του λαού μας.

Ο αγών, όπως τον αντιλαμβάνωμαι, δεν είναι απλώς οικονομικός. Η οικονομική χειραφέτησις είναι μόνον μέσον προς ψυχικήν και πνευματικήν χειραφέτησιν του ανθρώπου. Δεν ζητούμεν ν’ ανατρέψωμεν την θρησκείαν, την οικογένειαν, την Πατρίδα, αλλά να δώσωμεν ανώτερον, βαθύτερον περιεχόμενον εις την θρησκείαν, εις την οικογένειαν, εις την Πατρίδα.

Ολοι, όσοι πονούμεν τον άνθρωπον, έχομεν χρέος α) να μην ανεχώμεθα πλέον την αδικίαν και την ανηθικότητα της συγχρόνου κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής β) να διασώσωμεν και να τονίσωμεν το δικαίωμα, το οποίον έχει ο λαός να θέλη να βελτιώση την θέσιν του. Και όχι μόνον το δικαίωμα αλλά και την δύναμιν να υψώση το επίπεδον της όλης ζωής του.

Σκοπός μας είναι να δημιουργήσωμεν μίαν ανωτέραν ηθικήν, να φέρωμεν δικαιοσύνην εις τον κόσμον, να δώσωμεν βαθυτέραν έννοιαν εις την αρετήν, εις την τιμήν, εις την ανθρωπότητα.

Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ


(πηγή  :   Εδώ (Insider)

25η ενός Μάρτη



«Σκέφτηκα να σου μιλήσω για τον Καραϊσκάκη, αλλά το μυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.
Σκέφτηκα να σου μιλήσω για το 21, αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ.
Συλλογίστηκα πολύ για να καταλήξω, αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο μακρινό, τόσο ξένο.
Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα, τι να λένε σε σένα; Σε σένα που βιάζεσαι να φύγεις, να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο ...;



Θα σου μιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ, ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σ' αυτό το σχολείο και σε δεκαπέντε μέρες φεύγω γι' αλλού, σε σένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία ή και περισσότερα χρόνια, θα σου μιλήσω σταράτα, για να σου εκφράσω δυο σκέψεις μου:

Οι μαθητές που συνάντησα μέσα στις τάξεις, οι μαθητές που δίδαξα φέτος, στη συντριπτική τους πλειονότητα με σεβάστηκαν, αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του μαθήματος.
Πολλοί όμως από τους υπόλοιπους μαθητές δε με σεβάστηκαν, με προσέβαλαν κατ' επανάληψη. Με έργα, με λόγια, με ύβρεις. Δείχνοντας ένα χαρακτήρα κι ένα ήθος που με σόκαρε, που μ' έβαλε σε μελαγχολικές σκέψεις.

Αυτό το φαινόμενο αποδεικνύει πως κάτι σάπιο υπάρχει σ' αυτό το σχολείο, πως, εκτός του γνωστικού ελλείμματος, το συγκεκριμένο σχολείο χωλαίνει δραματικά και στο ηθικοπλαστικό του έργο, στη διαμόρφωση δηλαδή των μαθητικών ψυχών και πνευμάτων.
Και η ευθύνη γι' αυτή την αποτυχία είναι ευθύνη αποκλειστικά δική μας: των δασκάλων σας και των γονιών σας.
Δεν έχουμε κατορθώσει να σας δείξουμε πως, χωρίς αρχές, η ζωή σας αύριο θα είναι μια κόλαση, πως, χωρίς όνειρα και στόχους, θα χρειαστείτε υποκατάστατα, θα καταφύγετε πιθανόν σ' επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν, θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας, θα σας γεμίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση, θα σας γεράσουν πρόωρα.

Αν όμως θέλετε μια συμβουλή από ένα δάσκαλο, σκεφτείτε το παράδειγμα του Μακρυγιάννη, που έφτασε αγράμματος μέχρι τα πενήντα σχεδόν, για να καταλάβει τότε, πως η μόρφωση, η καλλιέργεια, ήταν το όπλο που έλειπε απ' την προσωπική του θήκη. Και κάθισε με πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο κι έμαθε πέντε κολλυβογράμματα, για να μας πει την ιστορία του βίου του, το παραμύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωμιών.
Αυτό το παράδειγμα είναι για σένα το πιο κατάλληλο, και μπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη ν' ακολουθήσεις το δρόμο που εκείνος έδειξε, το μονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόμο της παιδείας, τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.

Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από το μπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον Αρβανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη. Ήταν κι αυτός αθυρόστομος σαν κι εσάς, αλλά είχε αυτό που από τα' αλβανικά μάθαμε σαν «μπέσα». Ήταν πάνω απ΄ όλα μπεσαλής.
Αυτό θα θελα να έχετε κι εσείς: Υπευθυνότητα, μπέσα, τσίπα. Ν' αναλαμβάνετε τις ευθύνες σας, ν' απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συμφέρον, να μισείτε το ψέμα και την ευθυνοφοβία.

Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του, ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταματελόπουλου, του Νικηταρά.

Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης, συνέβαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του κι έπειτα φυλακίστηκε, για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά, σχεδόν τυφλωμένος, πάμπτωχος κι εγκαταλειμμένος απ' όλους. Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα. Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν ν' απαιτήσει από την κυβέρνηση μια πλούσια σύνταξη, απαντούσε πως η πατρίδα τον αμείβει πολύ καλά, λέγοντας ψέματα, για να ΅ην προσβάλει την πατρίδα του.

Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγμα του Νικηταρά. Αλλά νομίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα. Μπορείτε ν' ακολουθήσετε το δρόμο της αξιοπρέπειας. Να προσπαθήσετε τίμια και με αγωνιστικότητα για σας και για το μέλλον της οικογένειας που αύριο θα κάνετε.

Ξέρω, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι πως σας προτείνω μια διαδρομή ζωής δύσκολη και απαιτητική, όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόμος των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών της εποχής στην οποία μεγαλώνετε.

Όμως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της. Περιμένει απ' αυτούς να σηκώσουν ψηλά
και μ' επιτυχία τη σημαία του αγώνα και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους, σε καλύτερες μέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.

Κι όταν βλέπω την εποχή μας να μαραζώνει χωμένη στην αλλοτρίωση, να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία, να μουχλιάζει απ' το κυνήγι της ευκολίας,

μόνο σε σας ελπίζω, στην ειλικρινή σας διάθεση ν' αγωνιστείτε, ν' αντισταθείτε, να πολεμήσετε, να νικήσετε..

Μη μας απογοητεύσετε».



Αυτά τα λόγια απηύθυνα στους μαθητές μου 
(λέει ο Δάσκαλος), στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών, για την επέτειο της 25ης Μαρτίου: 

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Llorona





Είναι η ιστορία μιας γυναίκας, της Llorona
Είναι μια παλιά ιστορία, τόσο παλιά που τ’ αχνάρια της χάνονται στο χρόνο.
Λένε, πως έφτασε στον καιρό μας από τους ανιστόρητους χρόνους των Αζτέκων.. Λένε πως ήτανε κάποτε μια αλήθεια, μα με τα χρόνια γίνηκε θρύλος, πέρασε στον μύθο..
Κανείς δεν ξέρει πια πού είναι η αλήθεια, πού ο μύθος…

‘Ομως, υπάρχουν υπάρχουν ακόμη άνθρωποι σήμερα, εκεί στην κάποτε παλιά χώρα των Αζτέκων, που λένε πως την είδανε, τη βλέπουνε την Llorona τις νύχτες σα βγαίνει από το ποτάμι που κάποτε η ίδια πνίγηκε δίνοντας τέλος στην ζωή της, ντυμένη στ’ άσπρα φωνάζοντας και θρηνώντας για τα παιδιά της π’ αναζητά πέρα από τον θάνατο, τα παιδιά της που η ίδια είχε σκοτώσει πάνω στην τρέλα της γιατί προδόθηκε από τον άντρα π’ αγάπησε..

Κι έγινε η ιστορία της μύθος, έγινε τραγούδι, ζει ως τις μέρες μας..
Κι έγινε η Μαρία εκείνη , η Llorona του μύθου και του θρύλου

 απόσπασμα φωτογραφίας  από τον πίνακα τοίχου του  φωτογράφου και printmaker Delilah Montoya - La Llorona In Lillith’s Garden (Lillith Wall)

‘Ητανε, λένε, κάποτε, μια πανέμορφη μα φτωχή κοπέλα, η Μαρία. Τόσο ομορφιά είχε που κανείς δε ματάδε.  Άντρας δεν μπορούσε να σταθεί δίπλα της.. γιατί εκείνη πίστευε πως χάριν της ομορφιάς της ήτανε ξεχωριστή. Η περήφανη Μαρία, η ακατάδεχτη.  .”Οταν θα παντρευθώ, έλεγε, θα πάρω τον πιο ωραίο άντρα στον κόσμο”.

Κάποτε, φάνηκε στο χωριό της ένας πανέμορφος άντρας καβάλα στ’ άλογό του.
Ένας ταξιδευτής από τις βόρειες χώρες.  ‘Ητανε γιός ενός πλούσιου κτηματία, πολύ δημοφιλής στις γυναίκες...μα φαινότανε πως δεν μπορούσε να πάρει μια γυναίκα.. 'Ακουσε για την Μαρία, την πανώρια κόρη, την είδε και το βαλε σκοπό να την κατακτήσει…Της έπαιξε σερενάτα μα κείνη δεν έβγαινε ούτε στο παραθύρι της.. Της πρόσφερε ακριβά δώρα, μα κείνη τ’ αρνήθηκε. Πίστευε οτι μ’ αυτά τα τερτίπια θα κέρδιζε την προσοχή του, γιατί πίστεψε ότι αυτός ήτανε ο άντρας για κείνη.

Κι εκείνος, τότε, γοητευμένος από την αντίσταση της Μαρίας, και για να πετύχει το σκοπό του, αποφάσισε να την κάνει γυναίκα του. . Κι εκείνη, τότε ανταποκρίθηκε με πάθος στον έρωτά του, δίνοντας εμπιστοσύνη σ’ εκείνον τον ωραίο άντρα. Παντρευτήκανε, μα κείνος λίγο καιρό μετά, φλέρταρε με άλλες γυναίκες, έβγαινε τα βράδια και ξόδευε τα λεφτά σε διασκεδάσεις και τυχερά παιγνίδια.. Και σαν κάνανε δύο παιδιά, ούτε που κοίταζε την Μαρία. Ηθελε, λεει, να ταξιδέψει πίσω στις χώρες απ όπου είχε έλθει.. Άρχισε να φεύγει για μήνες κάθε φορά. Και σαν επέστρεφε, ήτανε μόνο για τα παιδιά.. όχι για την Μαρία.. Κι εκείνη μαράζωνε και το πρόσωπό της γιόμισε σκιές.. Και σα νάτανε αλλού πολλές φορές.. Της ζήτησε και διαζύγιο να πάρει μια γυναίκα της τάξης του..

Μια μέρα και ενώ η Μαρία ήτανε στο ποτάμι με τα παιδιά, εκείνος εμφανίστηκε με μια άμαξα δίπλα σε μια άλλη γυναίκα πλουσιοντυμένη και κομψή. Σταμάτησε τ’ άλογα και μίλησε στα παιδιά του, μα αγνόησε την Μαρία..κι’ ύστερα έφυγε. Η Μαρία οργίστηκε πολύ και μες στην τρέλα της στιγμής πέταξε τα παιδιά της στο ποτάμι.. Μόλις αντιλήφθηκε τι είχε κάνει, έπεσε μες στο νερό κι άρχισε με αγωνία να τα ψάχνει στο βυθό του ποταμού, μα του κάκου.. Το ρεύμα του ποταμού ταχε σύρει μακρυά και κείνα είχανε χαθεί για πάντα..

Την επόμενη μέρα ένας ταξιδιώτης είπε στους χωριανούς για μια ωραία γυναίκα που κοιτότανε νεκρή στο βυθό του ποταμού.. Ητανε η Μαρία.Την πήρανε, την ντύσανε μ’ ασπρο σάβανο και την θάψανε..

Μα την πρώτη νύχτα εκείνη της ταφής της, ακούσανε ένα κλάμα να φέρνει ο αέρας από το ποτάμι.. Μα δεν ήτανε σύριγμα του ανέμου εκείνο.. Μια γυναίκα ασπροντυμένη, όπως με σάβανο, περπατούσε πάνω κάτω στην όχθη .Εκλαιγε και θρηνούσε και φώναζε “Που είναι τα παιδιά μου;”

Αυτή είναι η ιστορία, η θλιβερή, της Μαρίας της πεντάμορφης.., στην πιο διαδεδομένη εκδοχή της. Μα, πολλοί ακόμη και στις μέρες μας ορκίζονται πως ακόμη την βλέπουνε να βγαίνει τις νύχτες από το ποτάμι ασπροντυμένη και κλαίγοντας μ’απλωμένα τα χέρια να αναζητά τα χαμένα της παιδιά.. Φυλάνε τα δικά τους τα παιδιά, γιατί εκείνη, λένε, στην αγωνία της της για τα παιδιά της. παίρνει μαζί της τα παιδιά των αλλωνών για δικά της..
Κι έχουνε χαθεί, λένε, παιδιά πολλά έτσι.. και άλλα που γλυτώσανε, λένε, πριν τ’ αρπάξει με τα χέρια της και μιλήσανε γιαυτό μετά... Γι αυτό και κεί στο Μεξικό, φτιάξανε τραγούδι, να προστατέψουνε τα παιδιά από το φάντασμα της Llorona.
Την ιστορία της την κάνανε τραγούδι για τους άντρες, να προσέχουνε να μην ξελογιαστούν’ από το τραγούδι της σειρήνας που θέλει να τους καταστρέψει


Αλλοι λέν’ πως από το 1502 στην πόλη Tenochtitlan των Αζτέκων, η Θεά Cihuacoatl ήταν εκείνη που έπαιρνε τις νύχτες την μορφή μιας όμορφης κοπέλλας ντυμένης στ’ άσπρα και θρηνούσε λέγοντας:“Oh hijos mios…ya ha llegado vuestra destruccion. Donde os llevare?” ( Ω παιδιά μου, η καταστροφή σας έφθασε…Που μπορώ να σας πάρω;) πιστεύοντας ότι προφήτευε με αυτόν τον τρόπο την κατάκτηση στο μέλλον του Μεξικού από τους Ισπανούς”
Μιλάν’ για την γέννηση το 1505 ενός κοριτσιού, της Malinche("Malinche" = Η λέξη στα Ισπανικά σημαίνει προδοσία), από οικογένεια ευγενών Αζτέκων στην επαρχία Coatzacoalcos που το 1515 δόθηκε ως σκλάβα στους Μάγιας και που στην συνέχεια γέννησε δύο παιδιά από τον Cortés, το καταχτητή, προδίδοντας τον λαό της.  'Οτι αυτός στην συνέχεια το 1522, αποφάσισε να γυρίσει πίσω στην Ισπανία παίρνοντας μαζί του και τα δύο παιδιά τους, αφήνοντας την έτσι πίσω, και τότε εκείνη, η Malinche διέφυγε την νύχτα με τα μωρά τους. 'Οτι την προφτάσανε οι στρατιώτες του Κορτές στις όχθες της λίμης του Μεξικού και εκεί τότε εκείνη, στην απελπισιά της, σκότωσε τα παιδιά της τρυπώντας τα με στιλέττο στην καρδιά τους και βυθίζοντας τα σώματά τους στο νερό της, οδυρόμενη για κείνα και φωνάζοντας:"Ω, Hijos mios." (Ω, τα παιδιά μου.)
'Οτι από το θάνατο της Malinche το 1531 και μετά ως στις μέρες μας, ακούγεται στις όχθες της λίμνης το κλάμα της και οι γοερές της κραυγές για τα παιδιά της






Ο μύθος της Llorona φέρει ομοιότητες με τον αρχαιοελληνικό μύθο, του μυθικού τέρατος, της Λάμιας. Η Λάμια ήταν μια πανέμορφη ημίθεα που αγαπήθηκε από τον Δία. Μαζί του έκανε παράνομη σχέση και πολλά παιδιά. Όταν όμως η Ήρα το έμαθε, ανάγκασε τον Δία να την χωρίσει και τιμώρησε τη Λάμια σκοτώνοντας όλα τα πιδιά της εκτός από την Σκύλλα, της αφαίρεσε τον ύπνο και την μεταμόρφωσε σε τέρας.
Η Λάμια, επειδή έχασε τα δικά της παιδιά, ζήλευε τις άλλες μανάδες και κατασπάραζε τα παιδιά τους. Έτσι οι άνθρωποι της απέδιδαν τους αιφνίδιους θανάτους των βρεφών και πίστευαν πως αν την έπιαναν και της άνοιγαν την κοιλιά θα απελευθέρωναν από μέσα της όλα τα παιδιά που είχε καταπιεί.
Ο Δίας της χάρισε την ικανότητα να αφαιρεί τα μάτια της και να τα ξαναβάζει στη θέση τους έτσι ώστε να καταφέρει να σωθεί από το μαρτύριο της αϋπνίας που της είχε επιβάλει η Ήρα.


Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

"Δευτέρα Oδύσσεια"



Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
της πρώτης μείζων ίσως. Aλλά φευ
άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων.

Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ,
και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.

Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
του αφοσιωμένου η αγάπη,
η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.

Και ως ακτίνες έδυσαν.

Η δίψα
εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης.
Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
της Εσπερίας τα φαντάσματα.
Η νοσταλγία τον κατέλαβε
των ταξιδίων, και των πρωινών
αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
με τί χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.

Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους, του λαού
του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπαυσιν
του οίκου εβαρύνθη.

Κ’ έφυγεν.

Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους στήλας,—
μακράν παντός Aχαϊκού πελάγους,—
ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.

Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης. 


Κωνσταντίνος Καβάφης 
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993) 




Dante, Ιnferno, Canto ΧΧVΙ

Τennyson, «Ulysses»

"Δευτέρα Oδύσσεια"







Dante, Ιnferno, Canto ΧΧVΙ

Τennyson, «Ulysses»



Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
της πρώτης μείζων ίσως. Aλλά φευ
άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων.

Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ,
και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.

Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
του αφοσιωμένου η αγάπη,
η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.

Και ως ακτίνες έδυσαν.

Η δίψα
εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης.
Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
της Εσπερίας τα φαντάσματα.
Η νοσταλγία τον κατέλαβε
των ταξιδίων, και των πρωινών
αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
με τί χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.

Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
τους παλαιούς του φίλους, του λαού
του αφοσιωμένου την αγάπην,
και την ειρήνην και ανάπαυσιν
του οίκου εβαρύνθη.

Κ’ έφυγεν.


Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους στήλας,—
μακράν παντός Aχαϊκού πελάγους,—
ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
γνωστών πραγμάτων και οικιακών.

Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.


Κωνσταντίνος Καβάφης 

Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2011

Το Σύνταγμα της Hδονής- Πεζά ποιήματα







Mην ομιλείτε περί ενοχής, μη ομιλείτε περί ευθύνης.
Όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας· όταν ριγούν και τρέμουν αι αισθήσεις, άφρων και ασεβής είναι όστις μένει μακράν, όστις δεν ορμά εις την καλήν εκστρατείαν, την βαίνουσαν επί την κατάκτησιν των απολαύσεων και των παθών. 

Όλοι οι νόμοι της ηθικής - κακώς νοημένοι, κακώς εφαρμοζόμενοι - είναι μηδέν και δεν ημπορούν να σταθούν ουδέ στιγμήν, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. 

Mη αφήσης καμίαν σκιεράν αρετήν να σε βαστάξη. 
Mη πιστεύης ότι καμία υποχρέωσις σε δένει. 
Tο χρέος σου είναι να ενδίδης, να ενδίδης πάντοτε εις τας Eπιθυμίας, που είναι τα τελειότατα πλάσματα των τελείων θεών. 
Tο χρέος σου είναι να καταταχθής πιστός στρατιώτης, με απλότητα καρδίας, όταν περνά το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. 
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου και πλανάσαι με θεωρίας δικαιοσύνης, με τας περί αμοιβής προλήψεις της κακώς καμωμένης κοινωνίας. 
Mη λέγης, Tόσον αξίζει ο κόπος μου και τόσον οφείλω να απολαύσω. 
Όπως η ζωή είναι κληρονομία και δεν έκαμες τίποτε δια να την κερδίσης ως αμοιβήν, ούτω κληρονομία πρέπει να είναι και η Hδονή. 
Mη κλείεσαι εν τω οίκω σου· αλλά κράτει τα παράθυρα ανοικτά, ολοάνοικτα, δια να ακούσης τους πρώτους ήχους της διαβάσεως των στρατιωτών, όταν φθάνη το Σύνταγμα της Hδονής με μουσικήν και σημαίας. 
Mη απατηθής από τους βλασφήμους όσοι σε λέγουν ότι η υπηρεσία είναι επικίνδυνος και επίπονος. 
H υπηρεσία της ηδονής είναι χαρά διαρκής. 
Σε εξαντλεί, αλλά σε εξαντλεί με θεσπεσίας μέθας. 

Kαι επί τέλους όταν πέσης εις τον δρόμον, και τότε είναι η τύχη σου ζηλευτή. Όταν περάση η κηδεία σου, αι Mορφαί τας οποίας έπλασαν αι επιθυμίαι σου θα ρίψουν λείρια και ρόδα λευκά επί του φερέτρου σου, θα σε σηκώσουν εις τους ώμους των έφηβοι Θεοί του Oλύμπου, και θα σε θάψουν εις το Kοιμητήριον του Iδεώδους όπου ασπρίζουν τα μαυσωλεία της ποιήσεως.
Κωνσταντίνος Καβάφης 

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Ο μαγικός καθρέφτης



ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ 
(17.1.1860 - 2.7.1904)



Ο μαγικός καθρέφτης (διήγημα)


Μπήκαμε, με τη γυναίκα μου, στο σαλόνι. Μύριζε υγρασία και αποσύνθεση. Μόλις ανάψαμε τα φώτα, εκατομμύρια ποντίκια και αρουραίοι, που δεν είχαν αντικρίσει το φως για εκατό χρόνια τώρα, πήδηξαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Όταν κλείσαμε πίσω μας την πόρτα, δημιουργήθηκε ένα ρεύμα αέρα που ανακίνησε το χαρτομάνι, σωρούς ολόκληρους, στο πάτωμα. Το φως έπεσε πάνω σ' αυτά τα χαρτιά και είδαμε ανάμεσαά τους παλιά έγγραφα και μεσαιωνικές εικονογραφήσεις. Στους πρασινισμένους από την πολυκαιρία τοίχους κρέμονταν τα πορτρέτα των προγόνων. Οι πρόγονοι κοιτούσαν υπεροπτικά, αυστηρά, σαν να ήθελαν να πουν: «Ε, ρε, μαστίγωμα που σου χρειάζεται, φιλαράκο!»

Τα βήματά μας αντηχούσαν σε όλο το σπίτι. Η ηχώ απαντούσε στο βήχα μου, η ίδια αυτή ηχώ που κάποτε απαντούσε στους προγόνους μου...


Ο άνεμος σφύριζε και αγκομαχούσε. Στην καμινάδα ήταν σαν κάποιος να κλαψουρίζει, και στο κλάμα αυτό ξεχώριζες την απόγνωση. Χοντρές σταγόνες βροχής χτυπούσαν πάνω στα σκοτεινά, θολά παράθυρα, κι ο χτύπος αυτός σε βύθιζε σε μελαγχολία.

«Ω, οι πρόγονοι, οι προγονοί μου!» είπα αναστενάζοντας με νόημα. «Αν ήμουνα συγγραφέας, κοιτάζοντας τα πορτρέτα τους θα έγραφα ένα μακροσκελές μυθιστόρημα. Όλοι αυτοί οι γέροντες ήταν κάποτε νέοι κι ο καθένας τους, ή η καθεμιά τους, είχε και από ένα ρομάντζο... και τι ρομάντζο, μάλιστα! Κοίτα, για παράδειγμα, τούτη εδώ τη γριά, την προγιαγιά μου. Αυτή η άσχημη, δύσμορφη γυναίκα έχει τη δική της, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, ιστορία. Βλέπεις», ρώτησα τη γυναίκα μου, «βλέπεις αυτόν τον καθρέφτη που κρέμεται εκεί στην άκρη;»

Της έδειξα προς το μεγάλο καθρέφτη με τη μαυρισμένη ασημένια κορνίζα, που κρεμόταν στη γωνία, δίπλα στο πορτρέτο της προγιαγιάς μου.

«Ο καθρέφτης αυτός διαθέτει μαγικές ιδιότητες. Αυτός σκότωσε την προγιαγιά μου. Για να τον αποκτήσει, πλήρωσε ένα υπέρογκο ποσό και δεν τον αποχωρίστηκε ως το θάνατό της. Κοιταζόταν σ' αυτόν μέρα νύχτα, αδιάκοπα, κοιταζόταν όταν έτρωγε κι όταν έπινε. Πέφτοντας να κοιμηθεί, τον τοποθετούσε δίπλα της στο κρεβάτι και πεθαίνοντας ζήτησε να τον βάλουν μαζί της στον τάφο. Δεν εκπλήρωσαν την επιθυμία της, μόνο και μόνο γιατί ο καθρέφτης δε χωρούσε στο φέρετρο».

«Ήταν κοκέτα;» ρώτησε η γυναίκα μου.

«Ας πούμε. Αλλά, σάμπως δεν υπήρχαν κι άλλοι καθρέφτες, και μάλιστα πιο ωραίοι; Γιατί αγάπησε αυτόν ειδικά τον καθρέφτη, κι όχι οποιονδήποτε άλλο; Απλώς, εδώ, αγαπητή μου, κρύβεται ένα τρομερό μυστικό. Η παράδοση λέει ότι στον καθρέφτη απεικονίζεται ο διάβολος κι ότι η προγιαγιά μου είχε αδυναμία στους δαίμονες. Φυσικά αυτό είναι ανοησία, όμως, αναμφίβολα, ο καθρέφτης με την ασημένια κορνίζα διαθέτει μυστικές δυνάμεις».

Σκούπισα τη σκόνη από πάνω του, κοίταξα και χαχάνισα. Στο χαχανητό μου απάντησε η ηχώ. Ο καθρέφτης ήταν κοίλος και διαστρέβλωνε το πρόσωπό μου: η μύτη μου βρέθηκε στη θέση του αριστερού μάγουλου, ενώ το πιγούνι μου διπλασιαζόταν και έφευγε κάπου στην άκρη.

«Περίεργο γούστο είχε η προγιαγιά μου!» είπα.

Η γυναίκα μου πλησίασε δειλά στον καθρέφτη, κοίταξε, και τότε συνέβη κάτι τρομερό. Χλόμιασε, άρχισε να τρέμει σύγκορμη και έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Το κηροπήγιο της έπεσε από το χέρι, κύλησε στο πάτωμα, και το κερί έσβησε. Μας τύλιξε το σκοτάδι. Την ίδια στιγμή άκουσα να πέφτει κάτι βαρύ: η γυναίκα μου είχε λιποθυμήσει.

Ο άνεμος κλαυθμύριζε ακόμα πιο παραπονιάρικα, ένα γύρο έτρεξαν αρουραίοι, πάνω στα χαρτιά αναδεύτηκαν τα ποντίκια. Οι τρίχες του κεφαλιού μου σηκώθηκαν όρθιες όταν ξεκόλλησε ένα παντζούρι και γκρεμίστηκε κάτω. Από το παράθυρο φάνηκε το φεγγάρι...

Άρπαξα τη γυναίκα μου, τη σήκωσα και τη μετέφερα έξω από τον οίκο των προγόνων μου. Ήρθε στα συγκαλά της μόλις το επόμενο βράδυ.

«Ο καθρέφτης! Δώστε μου τον καθρέφτη!» είπε ανακτώντας τις αισθήσεις της. «Πού είναι ο καθρέφτης;»

Όλη την επόμενη βδομάδα δεν έτρωγε, δεν έπινε, δεν κοιμόταν, μόνο ζητούσε να της φέρουν τον καθρέφτη. Έκλαιγε, τραβούσε τα μαλλιά της κεφαλής της, χτυπιόταν και, τελικά, όταν ο γιατρός δήλωσε ότι μπορεί και να πεθάνει από την εξάντληση κι ότι η κατάστασή της είναι εξαιρετικά επικίνδυνη, κατανικώντας το φόβο μου, κατέβηκα πάλι κάτω και της έφερα τον καθρέφτη της προγιαγιάς. Αντικρίζοντάς τον ξέσπασε σ' ένα άγριο γέλιο όλο ευτυχία, μετά τον άρπαξε, τον φίλησε και βυθίστηκε μέσα του.

Έχουν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια που κοιτάζεται σ' αυτόν, δεν τον αποχωρίζεται ούτε στιγμή.

«Μα, εγώ είμαι αυτή;» μουρμουρίζει και στο πρόσωπό της, μαζί με το κοκκίνισμα απλώνεται ευδαιμονία και ενθουσιασμός. «Ναι, εγώ είμαι! Όλοι ψεύδονται εκτός από αυτόν τον καθρέφτη! Ψεύδονται οι άνθρωποι! Ψεύδεται ο άντρας μου! Ω, αν είχα δει τον εαυτό μου νωρίτερα, αν ήξερα ποια είμαι στην πραγματικότητα, δε θα είχα παντρευτεί τον άνθρωπο αυτόν! Δεν είναι άξιος για μένα! Στα πόδια μου οφείλουν να πέφτουν οι πιο όμορφοι, οι πιο ευγενικοί ιππότες...»

Μια φορά, καθώς στεκόμουν πίσω της, κοίταξα τυχαία στον καθρέφτη και... τότε ανακάλυψα το τρομερό μυστικό. Είδα σ' αυτόν μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, που παρόμοιά της δεν είχα αντικρίσει ποτέ στη ζωή μου. Ήταν ένα θαύμα της φύσης, η αρμονία της ομορφιάς, της κομψότητας και του έρωτα. Τι συνέβαινε λοιπόν; Πώς η αδέξια, άσχημη γυναίκα μου φαινόταν τόσο όμορφη στον καθρέφτη; Πώς;

Μα, επειδή ο κοίλος καθρέφτης στρέβλωνε το άσχημο πρόσωπό της, κι από τη στρέβλωση των χαρακτηριστικών του γινόταν, εντελώς τυχαία, πανέμορφο. Μείον στο μείον μας δίνει συν.

Τώρα, καθόμαστε κι οι δυο αντάμα, εγώ κι η γυναίκα μου, μπροστά στον καθρέφτη και κοιτάζουμε σ' αυτόν, γεμάτοι προσήλωση, τις φάτσες μας: η μύτη η δικιά μου φυτρώνει στο αριστερό μου μάγουλο, το πιγούνι μου διπλασιάζεται και φεύγει κάπου στην άκρη, αλλά το πρόσωπο της γυναίκας μου είναι μαγευτικό. Τότε με καταλαμβάνει ένα δαιμονισμένο πάθος.
«Χα-χα-χα!» γελάω εγώ άγρια.
Κι η γυναίκα μου ψιθυρίζει σιγανά:
«Τι όμορφη που είμαι!»


(πηγή: Συλλογικό έργο - Ρώσικες χριστουγεννιάτικες ιστορίες, μεταφρ. Ελένη Μπακοπούλου, εκδ. Νάρκισσος, 2003)