Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

''Λουλούδια για τον Άλγκερνον'' του Daniel Keyes




Ο Τσάρλι Γκόρντον είναι διανοητικά καθυστερημένος. Μια κατάσταση την οποία είναι υποχρεωμένος να αντιπαλεύει κάθε μέρα που περνάει. Μια κατάσταση όμως που οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε ποτέ αναλογιστεί.
Τώρα, μέσα από το λόγο του Τσάρλι, ο κόσμος του μας φανερώνεται. Είναι ένας κόσμος άδικος, ένας κόσμος που δεν καταλαβαίνει και ακόμα χειρότερα, ένας κόσμος που δε νοιάζεται. Ωσπου φτάνει η μέρα που βρίσκεται κάποια θεραπεία και ο κόσμος του Τσάρλι αρχίζει ν αλλάζει.

Σ αυτό το σύγχρονο κλασικό έργο, ο συγγραφέας Ντάνιελ Κέις, μέσα από την αγάπη και το χιούμορ του Τσάρλι Γκόρντον, μας προκαλεί να αναλογιστούμε τη ζωή των διανοητικά καθυστερημένων. Τα ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΓΚΕΡΝΟΝ είναι μια σύντομη ιστορία, δυνατή και γεμάτη συναίσθημα που θα ταξιδέψει το νου μας σε ερωτήματα πολύ αληθινά.




δελτίων πρόδου 1 - 5 μαρτήου 1965

Ο δόκτορ Στράους λέι να γράφο ότι σκέφτομε κε ότι μου σινβένι άποδό κε μπρόσ. Δεν κσέρο γιατί άλα λέι έχι σιμασία για να δουν εάν τουσ κάνο. Ελπίζο να τουσ κάνο. Η μισ Κίνιαν λέι μπορί να με κάνουν έκσιπνο. Θέλο να γίνο έκσιπνοσ. Με λένε Τσάρλη Γκόρντον. Ίμε 37 χρονόν και πριν από 2 βδομάδεσ ίχα τα γενεθλιάμου. Δεν έχο τίποτα άλο να γράπσο τόρα κε έτση τελιόνο για σίμερα.

δελτίων πρόδου 2 - 6 μαρτήου

Σίμερα έκανα τέστ. Μάλον δεν πέτιχα. και λέο ποσ τόρα μπορί να μη με πάρουν. Αφτό που έγινε ίνε ότι ένασ καλόσ νεαρόσ ίταν στο δοματηόμου κε ίχε κάτη άσπρα χαρτηά που άπάνο ίταν χιμένο μελάνι. Μου λέι Τσάρλη τι βλέπισ σαφτό το χαρτή. Τότε φοβίθικα πολί κι ασ ίχα το λαγοπόδαρο στιν τσέπιμου γιατή άμα ίμουνα μικρόσ τιν πάταγα σόλα τα διαγονίζματα σχολίο κιέχινα μελάνια.

Τουλέο βλέπο μια μελανιά. Λέι νε κε τότε ίσίχασα. Λέο άφτό ίτανε όλο αλά άμα έκανα να σικοθό με σταματάι. Λέι κάτσε κάτο Τσάρλη δεν τελιόσαμε ακόμα. Επιτα δε θιμάμε πολί καλά αλά ίθελε να του πο τι ίχε μέσα στο μελάνι. Δεν έβλεπα τίποτα στο μελάνι αλά λέι ίχε κάτι ζογραφχιές εκί κε άλι βλέπανε κάτι ζογραφχιές. Εγό δεν έβλεπα ζογραφχιές. Αλά όμοσ προσπάθισα να δο. Κράτισα το χαρτή κοντά κε έπιτα μακριά. Τους λέο αν ίχα τα γιαλιάμου θα έβλεπα καλίτερα γιατί φοράο τα γιαλιάμου άμα βλέπο σινεμά κε τιλεόρασι αλά ίπα ίνε στο ντουλάπι του τίχου. Τα πίρα. Λέο έπιτα δόσμου τόρα το χαρτή να κσανακιτάκσο, στίχιμα ποσ θα το βρο.

Προσπάθισα πολί αλά ούτε τόρα έβρισκα τισ ζογραφχιέσ έβλεπα μόνο μελάνια. Του λέο μπορί να θέλο κενούργηα γιαλιά. Εγραπσε κάτι σένα χαρτή κε φοβίθικα που κόπικα στο τέστ. Του λέο τότε ίνε πολή όμορφι μελανηά κε έχι μικρέσ μιτίτσεσ γίρο γίρο. Ιτανε πολί λιπιμένοσ κε μάλον δεν ίταν άφτό που ίπα. Λέο σασ παρακαλό άστεμε να δοκιμάσο πάλι θα το καταλάβο σε πέντε λεφτά γιατί μερικέσ φορέα δεν τα πιάνο γλίγορα. Κε στιν τάκσι τισ μία Κίνιαν για καθιστεριμένουσ ενίλικουσ που πιγένο διαβάζο πολί αργά του λέο όμοσ βάζο τα δινατάμου. Μάφισε να δοκιμάσο κε μάλο χαρτή με δίο μελάνηα χιμένα άπάνο κόκινο κε μπλε. Ιτανε πολί καλόσ κε μίλαγε αργά σαν τη μισ Κίνιαν κε μου τα εκσίγισε όλα ποσ ίτανε ένα τεστ Ρόσα. Λέι άλι βλέπουνε πράματα μέσα στο μελάνη. Τουλέο δίκσε μου που. Λέι σκέπσου. Του λέο σκέφτομαι μια μελανιά αλά ούτε αφτό ίτανε σοστό. Μου λέι τι σουθιμίζι φαντάσου κάτη. Έκλισα τα μάτιαμου να φαντάσω πολί όρα. Τουλέο φαντάζω μια πένα που στάζι μελάνια σόλο το τραπεζομάντιλο. Έπιτα σικώθικε κε έφιγε. Μάλον δεν πέρασα το τέστ Ρόσα.

δελτίων πρόδου 3 - 7 μαρτήου

Ο δόκτορ Στράουα κε ο δόκτορ Νέμουρ λένε δεν πιράζι για τισ μελανιέσ. Τους ίπα ποσ εγό πάντοσ δεν έχισα το μελάνη στα χαρτηά κε δεν ίκσερα να δο τίποτα στο μελάνη. Λένε ποσ μπορί να τουσ κάνο ακόμα. Ίπα που η μισ Κίνιαν δε μου έκανε ποτέ τέτια τέστ μόνο γράφαμε κε δγιαβάζαμε. Λένε η μισ Κίνιαν ίπε ποσ ίμουνα ο πιο καλίτεροσ μαθιτίσ στο νιχτερινό γιατί προσπαθούσα πιο πολή απόλους κε ίθελα να μάθο στολίθια. Μου λένε ποσ έγινε κε πίγεσ στο νιχτερινό μόνοσου Τσάρλη. Μου λένε που το βρίκεσ. Λέο ρότισα κάτι ανθρόπουσ κε ένασ μου ίπε να πάο να μάθο να δγιαβάζο κε να γράφο σοστά. Μουλένε γιατί ίθελεσ να πασ σχολίο. Λέο πάντα ίθελα να ίμε έκσιπνοσ κε όχι βλάκασ: Αλά ίνε πολί δίσκολο να ίσε έκσιπνοσ. Μου λένε κσέρις μπορί να ίνε προσ ορινό. Λέο νε, το ίπε κε η μισ Κίνιαν. Δε μενιάζι να πονέσο.

Πιο έπιτα μουκάνανε κιάλα τρελά τέστ σίμερα. Ιρθε μια καλί κιρία κε μου ίπε κε ποσ τα λένε και τι ροτάο ποσ γράφετε αφτό για να το γράπσο στο δελτίων. ΤΕΣΤ ΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΣ. Τισ δίο τελεφτέεσ λέκσισ δεν τισ κσέρο αλά κσέρο όμοσ τι θαπί τεστ. Πρέπει να το περάσισ αλιότικα πέρνισ κακούσ βαθιμούσ. Αφτό το τέστ φενότανε έφκολο γιατί έβλεπα όλο ικόνεσ αλά τόρα δεν ίθελε να τισ πο τισ ικόνεσ. Αφτό μεμπέρδεπσε. Λέο ένασ κίριοσ χτέσ μου ίπε ναπό τι έβλεπα στο μελάνη κε μουλέι το ίδιο ινε. Μουλέι φιάκσε ιστορίεσ για τουσ ανθρώπουσ στισ ικόνεσ.
Τισλέο ποσ να φιάκσο ιστορίεσ που δεν κσέρο τουσ ανθρόπουσ. Τις λέο γιατή ναπό πσέματα. 

Δε λέο πσέματα γιατί όλο με πιάνουν. Μουλέι κιαφτό το τέστ κε το άλο ίνε για τιν προσοπικότιτα. Εκανα κάτη γέληα κελέο ποσ να βρισ τέτιο πράμα στισ μουτζαλιέσ. Ιδα που λιπίθικε κε μάζεπσε τις ικόνεσ. Δε μενιάζι. Ιμουνα βλάκασ. Θα κόπικα κε σαφτό το τέστ. 

Πιο έπιτα κάτι άνθροπι με άσπρα με πίγανε σένα αλιότικο μέροσ στο νοσοκομίο να πέκσο ένα πεχνίδι. Ιτανε να παραβγό μένα άσπρο ποντικάκη. Το ποντικάκη το λέγανε Αλγκερνον. Ο Αλγκερνον ίτανε σένα κουτή όλο διαδρομάκια στριφτά κε τιχάκια κε μου δόσανε ένα μολίβι κε ένα χαρτή με γραμέσ κε όλο κουτάκηα. Στη μηα άκρι έλεγε ΑΡΧΗ κε στιν άλι έλεγε ΤΕΛΟΣ. Μουλένε ίνε λαβή ριθόσ κε ο Αλγκερνον κε εγό πρέπι να περάσουμε τον ίδιο λαβή ριθό. Δεν κατάλαβα ποσ θα κάναμε αφού o Αλγκερνον ίχε ένα κουτάκη κεγό ένα χαρτή αλά δεν ίπα τίποτα. Μετά δεν ίχα κερό γιατί αρχίσαμε.

Ένας από τουσ ανθρόπουσ ίχε ένα ρολόη κε προσπαθούσε να το κρίπσι για ναμή τοδό κιέτσι προσπάθισα να μιν κιτάζο κι αφτό μέκανε να έκνεβριστό.
Πάντοσ αφτό τοτέστ μέκανε να νιόθο πιο χιρότερα από άλοτε γιατή το κάναμε 10 φορές με αλιότικουσ λαβή ριθούσ κε πάντα κέρδηζε ο Αλγκερνον. Δεν ίκσερα ποσ τα ποντήκια ίνε τόσο έκσιπνα. Μπορί επιδί ο Αλγκερνον ίνε ένα άσπρο ποντήκη. Μπορί τα άσπρα ποντήκια να ίνε Εκσιπνότερα Από τάλα ποντήκια.


δελτίων πρόδου 4 - 8 μαρτήου

Θα με πάρουνε. απτή χαράμου δεν μπορό να γράπσο. Πρότα ο δόκτορ Νέμουρ κε ο δόκτορ Στράουσ τσακοθίκανε. Ο δόκτορ Νέμουρ ίτανε στο γραφίο άμα με πίγε ο δόκτορ Στράουσ κε ο δόκτορ Νέμουρ δεν ίθελε να με Πάρουνε αλά ο δόκτορ Στράουσ τουλέι η μισ Κίνιαν τον σίστισε σαν τον πιο καλίτερο μαθιτίτισ. Μαρέσι η μισ Κίνιαν γιατί ίνε πολή έκσιπνη δασκάλα κε μου ίπε Τσάρλη θα σουδόσουμε άλι μια εφκερία. Αν θέλισ να κάνισ το πίραμα μπορί να γίνισ έκσιπνοσ. Δεν κσέρουμε αν θα ίνε γιαπάντα αλά ιπάρχι περίπτοση.
Γιαφτό ίπα καλά ενό φοβόμοιινα γιατί μου ίπε ποσ ίνε ενχίρισι.

Μουλέι μη φοβάσε Τσάρλη κατάφερεσ πολά μέχρι τόρα κε νομίζο ποσ σου ακσίζει. Γιαφτό φοβίθικα άμα ο δόκτορ Νέμουρ κε ο δόκτορ Στράους μαλόσανε γιαμένα. Ο δόκτορ Στράουσ ίπε ποσ ίχα κάτι πολί καλό. Λέι έχο καλά κίνητρα. Αφτά πάλι ούτε ίκσερα ποσ τα έχο. κε καμάρονα άμα ίπε ποσ κανένασ δεν έχι τέτιο πράμα με δέρτα νι 68. Δεν κσέρο τι ίνε αφτό το δέρτα νι ούτε που το βρίκα αλά λέι ποσ το έχι κιό Αλγκερνον. Το κίνιτρο του Αλγκερνον ίνε το τηρή που βάζουνε στο κουτί. Αλά μάλον δεν ίνε αφτό γιατί εγό δεν έφαγα τηρή όλι τη βδομάδα.

Μετά ίπε στο δόκτορ Νέμουρ κάτη που δεν κατάλαβα κε γιαφτό όταν μιλάγανε έγό έγραφα τι λέγανε. Λέι δόκτορ Νέμουρ κσέρο ποσ ο Τσάρλη δεν ίνε άφτό που περιμένατε να γίνι ο πρότοσ από μια γενιά διανοού** (δεν έπχιασα τι λέκσι) ιπεράνθροπον. Αλά πολί με χαμηλί νοημ*' φέρνοντε εχθρηκά κε δε θέλουν να συνερ** ίνε άπαθ** κε δεν πλησιάζοντε. Αφτός έχι καλό χαρακτίρα κε προθιμία κε ίνε ψιλότιμοσ.

Ο δόκτορ Νέμουρ λέι σκέπσου ποσ ίνε ο πρότοσ άνθροποσ που θα του τρίπλα σιάσουμε την εφήα του με χειρουρ** μέσα. Ο δόκτορ Στράουσ λέι ακριβόσ δεσ τι καλά που έμαθε να δγιαβάζι κε να γράφι για τη διανοη** του ιλικία ίνε μεγάλο επίτεβ** όποσ να μαθέναμε εμίσ τι θεό ρία τισ **ότιτασ του αιστάη χορίσ βοήθια. Αφτό δίχνι τουλέι ισχιρά κίνιτρα. Αναλογ** ίνε έκπλικ** έπιτεβ** λέο να πάρουμε τον Τσάρλη. Δεν έπιασα όλεσ τισ λέκσισ κε μιλάγανε πολί γλίγορα ά.λίχ μάλον ο δόκτορ Στράουσ ίτανε με το μέροζμου κε ο άλοσ δεν ίτανε.

Μετά ο δόκτορ Νέμουρ κούνισε το κεφάλη κε λέι καλά μπορί νάχισ δίκιο. Θα πάρουμε τον Τσάρλη. Μόλισ το ίπε χάρικα κε ορμάο κε του σφίγκο το χέρη που ίτανε τόσο καλόσ. Τουλέο φχαριστό γιατρέ δε θα μετανιόσετε που μουδίνετε κιάλη εφκερία. Ετσι του ίπα. Μετά τιν ενχίρισι θα προσπαθίσο να γίνω έκσιπνοσ. Θα βάλο τα δινατά μου.



δελτίων πρόδου 5 - 10 μαρτήου

Φοβάμε. Ολι που δουλέβουνε εδό κε ι νοσοκόμεσ κι αφτί με τα τέστ ίρθανε κε μου φέρανε γλικά κε μουλένε καλί επιτιχία Τσάρλη. Ελπίζο να πετίχο. Εχο το λαγοποδαρόμου κε την τιχερί πεντάραμου κένα πέταλο. Μόνο που ίδα μια μάβρι γάτα άμα έρχόμουνα στο νοσοκομίο. Ο δόκτορ λέι Τσάρλη μιν ίσε προλιπτόσ εδό κάνουμε επιστίμι: Πάντοσ εγό θα κρατίσο μαζί μου το λαγοπόδαρο. Ροτάο το δόκτορ Στράουσ αν θα νικίσο τον Αλγκερνον μετά τιν ενχίρισι κε ίπε μπορί. Αμα πχιάσι η ενχίρισι θα του δίκσο εγό του ποντικού ποσ μπορό να γίνο έκσιπνοσ σαν κιαφτον μπορί κε πιο έκσιπνοσ. Τότε θα μάθο να δγιαβάζο καλίτερα κε να γράφο τισ λέκσισ σοστά κε να κσέρο πολά πράματα κε να ίμε σαν τουσ άλουσ. Θέλο να ίμε έκσιπνοσ σαν τουσ άλουσ. Αν πχιάσι γιαπάντα τότε θα τουσ κάνουμε όλουσ έκσιπνουσ σόλο το γκόσμο. Σίμερα το προή δε μου δόσανε να φάο τίποτα. Δεν κσέρο τι δουληά έχι το φαή με το να γίνισ έκσιπνοσ. Πινό πολί κε o δόκτορ Νέμουρ μου πίρε το κουτί με τα γλικά που ίχα. Αφτόσ o δόκτορ Νέμουρ όλο θιμόνι. Ο δόκτορ Στράουσ λέι θα μου τα δόσι μετά τιν ενχίρισι.
Δεν κάνι να φασ πριν από τιν ενχίρισι....




Δελτίον Προόδου 6 - 15 Μαρτίου

Η ενχίρισι δεν πονάι. Μου τιν κάνανε άμα κιμόμουνα. Μου βγάλανε σίμερα τουσ επιδέζμουσ από τα μάτια κε το κεφάλη για να γράπσο ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΡΟΟΔΟΥ.
Ο δόκτορ Νέμουρ ίδε μερικά παλιά ΔΕΛΤΙΟΝ κε μου ίπε ποσ τα έγραφα λάθοσ κε μετά μου έδικσε ποσ να τα γράφο σοστά κε τη μερομινία. Πρέπι να προσπαθίσο να τα θιμάμε. Εγό δε θυμόμουνα ποτέ τιν ορθογραφία. Ο δόκτορ Στράουσ λέι ποσ καλά κάνο κε γράφο ότι γίνετε αλά λέι ποσ πρέπι να λέο περισότερα για ότι εσθάνομε κε σκέφτομε. Οταν του ίπα δεν κσέρο ποσ να σκέφτομε ίπε προσπάθισε. Αμα ίχα τουσ επιδέζμουσ στα μάτια όλι τιν όρα προσπάθαγα να σκεφτό μα δε γινότανε τίποτα. Δεν κσέρο τι να σκεφτό. Μπορί άμα τον ροτίσο να μου πι ποσ μπορό να σκέφτομε τόρα που λένε ότι γίνομε έκσιπνοσ. Τι σκέφτοντε ι έκσιπνι. Μάλον περίεργεσ φαντασήεσ. πάντα. Μακάρη νάκσερα κεγό τόρα μερικέσ φαντασήεσ.


Δελτίον Προόδου 7 - 19 Μαρτίου 


Δε γίνετε τίποτα. Μου κάνανε πολά τεστ κε παραβγίκα πολέσ φορέσ με τον Αλγκερνον. Δεν το χονέβο το ποντίκη. Πάντα με νικάι. Ο δόκτορ Στράουσ λέι πρέπι να πέζο αφτά τα πεχνήδηα. Κε λέι μια μέρα θα μου κσανακάνουνε τα τέστ. Η μελανιέσ ίνε βλακήεσ. Κεκίνεσ η ικόνεσ ίνε βλακίεσ. Μαρέσι να ζογραφίζο έναν άντρα κε μήα γινέκα αλά δε φκιάχνο πσεφτιέσ για τουσ άλουσ. Πονάη το κεφάλη μου που όλο προσπαθό να σκέφτομε. Νόμιζα ποσ ο δόκτορ Στράουσ ίνε φίλοζ μου αλά δε με βοηθάι. Δε μουλέι τι να σκέφτομε ούτε πότε θα γήνο έκσιπνοσ.
Η μισ Κίνιαν δεν ίρθε να μεδί. Νομίζο ποσ κε το ΔΕΛΤΙΟΝ πουγράφο ίνε βλακία.


Δελτίον Προόδου 8 - 23 Μαρτίου 


Θα πχιάσο δουλιά στο εργοστάσιο. Ίπανε ίνε καλίτερα να πάο πίσο στι δουλιά μου αλά δεν κάνι να πο πουθενά για τιν ενχίρισι γιατί τιν έκανα κε πρέπι να πιγένο στο νοσοκομίο μία όρα κάθε βράδη μετά τη δουλιά. Θα μου δίνουνε μινιάτικο επιδί μαθένο να ίμε έκσιπνοσ. Μαρέσι που θα κσαναρχίσο δουλιά γιατί πεθίμισα τη δουλιά μου και τουσ φίλουζ μου κε τισ πλάκεσ που κάναμε εκί. Ο δόκτορ Στράουσ λέι να σινεχίσο να γράφο αλά δεν ίνε ανάγγη να το κάνα κάθε μέρα μόνο άμα νομίζο ποσ έγινε κάτη σπουδέο. Λέι μιν αποθαρίνεσε γιατί θέλι κερό κε γίνετε αργά αργά. Λέι κε ο Αλγκερνον έκανε πολή κερό για να γίνι 3 φορές πιο έκσιπνοσ από πρην. Γιαφτό με νικάι όλι τιν όρα γιατί κι αφτουνού του κάνανε ενχίρισι. Χέρομε που μου τολέι. Μπορί να καταφέρο μετά το λαβή ρυθο γλιγορότερα από ένα σινιθιζμένο ποντίκη. Μπορί κάποτε να νικίσο τον Αλγκερνον. Για σκέπσου ε. Πάντοσ τόρα ο Αλγκερνον φένετε ποσ θα ίνε έκσιπνοσ για πάντα.


25 Μαρτίου

(Δεν πρέπι να γράφο ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΡΟΟΔΟΥ στιν αρχί άμα το δίνο κάθε βδομάδα στο δόκτορ Νέμουρ να το διαβάζι. Μόνο μερομινία. Ετσι γλιτονο όρα).

Σίμερα στο εργοστάσιο ίχαμε πλάκεσ. Λέι ο Τζο Καρπ βρε για κίτα που κάνανε τιν ενχίρισι στον Τσάρλη τι σου κάνανε ρε Τσάρλη σου, βάλανε μνιαλό μέσα. Εγό έκανα να του πο αλά θιμίθικα που ο δόκτορ Στράουσ έλεγε όχι. Μετά ο Φρανκ Ρίλι λέει τι τρέχι Τσάρλη κσέχασεσ το κλιδί σου κιάνικσεσ την πόρτα με το κεφάλη. Αφτό μουφάνικε αστίο κε γέλασα. Ινε σταλίθια φίλι μου κε μαγαπάνε. Αλοτε λέι κανίσ βρε για κίτα το Τζο ι το Φρανκ ι το Τζορτζ αμόλισε ένα Τσάρλη Γκόρντον. Δεν κσέρο γιατή το λένε αφτό αλά πάντα γελάνε.
Σίμερα το προή ο Αμόσ Μποργκ που ίνε προή στάμενοσ στου Ντονεγκαν ίπε τονομάμου που έβαλε τισ φονέσ στον Ερνι που ίνε ο μικρόσ του γραφίου. Ο Έρνι ίχε χάσι ένα μπακέτο. Του λέι Ερνι το χριστό σου τον Τσάρλη Γκόρντον παραστένισ. Δεν κατάλαβα γιατί το ίπε. Εγό δεν έχασα κανένα μπακέτο. 28 Μαρτίου Απόψε ίρθε ο δόκτορ Στράουσ να με δι στο δοματιόμου γιατί δεν ίχα πάι που με περίμενε. Του λέο δε μαρέσι πια να παραβγένο με τον Αλγκερνον κε λέι δε χριάζετε τόρα αλά πάντοσ να πιγένο. Μου έφερε κε ένα δόρο αλά δεν ίτανε δόρο μόνο δανικό. Ιπα ποσ ίνε μικρί τιλεόρασι αλά δεν ίτανε και μου λέι να τιν ανάβο άμα πίγενα για ίπνο. Τουλέο γιατί με κοροηδέβετε γιατί να την ανάβο άμα πάο για ίπνο που ακούστικε τέτιο πράμα. Αλά μουλέι άμα θέλο να γίνο έκσιπνοσ πρέπι νακάνο ότι μουλέι. Του λέο τόρα πια δεν περιμένο να γίνο έκσιπνοσ κι ακουμπάι το χέρι του στον όμορου κε λέι Τσάρλη δεν το κσέρισ αλά γίνεσε όλο κε πιο έκσιπνοσ. Στιν αρχί δεν το καταλαβένισ. Νομίζο ποσ ίθελε μόνο να με καλοπιάσι κε να με κάνι να μι στεναχοριέμε που δεν έχο γίνι εκσιπνότερος.

Λίγο κε θα το ξσέχναγα. Τον ρότισα πότε μπορό να κσαναπάο στιν τάκσι τισ μισ Κίνιαν και λέει δε θα κσαναπάσ εκί. Λέι η μισ Κίνιαν θάρχετε στο νοσοκομίο να μου κάνι ιδιέτερα. Ιχα θιμόσι τη μισ Κίνιαν που δεν ίρθε να με δι άμα ίχα κάνι τιν ενχίρισι αλά τιν αγαπάο κε γιαφτό ίσοσ γίνουμε πάλι φίλι.


29 Μαρτίου

Αφτό το τρελόκουτο δε μάφησε να κλίσω μάτι. Πος να κιμηθίσ άμα σου ουρλιάζι χαζομάρες σταφτί όλη νύχτα. Ηλίθιες ικόνες. Ουφ. Δεν κσέρο τι λέει ούτε όταν είμαι κσύπνιος και πος να κσέρω τι λέει άμα κινάμε. Ο δόκτορ Στράους λέει δεν πιράζι. Λέει πως το μιαλό μου μαθένει όταν κιμάμε και πως αυτό θα με βοηθίσι άμα αρχίσω μαθίματα με τη μις Κίνιαν στο νοσοκομίο. Μόνο που ανακάλιπσα ότι δεν είνε νοσοκομείο αλά εργαστήριο. Ολα είνε τρελά έτσι μου φαίνετε. Αφού μπορείς να γίνεσε έκσιπνοσ όταν κιμάσαι τότε γιατί oi άλλοι πάνε σχολίο. Δεν πιστέβω να γίνει τίποτα. Εγώ πάντα έβλεπα τις εκπομπές στην τιλεόραση μέχρι αργά τη νίχτα αλλά δεν έγινα έκσιπνος. Ίσος πρέπει να κιμάσε και να βλέπεις.


ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΡΟΟΔΟΥ 9 - 3 Απριλίου

Ο δόκτορ Στράους μου έδιξε πως να χαμηλώσω την τιλεόραση κι έτσι τώρα μπορώ και κιμάμαι.
Δεν ακούγεται τίποτα. Ούτε τώρα καταλαβένω τι λέει. Μερικές φορές το ξαναπαίζω το πρωί για να δω τι έμαθα όταν κιμόμουνα αλλά πάλι δεν καταλαβένω. Η μις Κίνιαν λέει πως μπορί να είναι ξένη γλώσσα ή κάτι τέτοιο. Ομως τις περισσότερες φορές μιάζει με αγγλικά. Μιλάει πολύ γρίγορα πιο γρίγορα κι απ' τη μις Γκολντ που ήτανε δασκάλα μου στην έκτη και θιμάμαι πως μίλαγε τόσο γρήγορα που δεν την καταλάβαινα. Είπα στο δόκτορ Στράους τι χριάζεται να γίνεσε έξιπνος στον ύπνο σου. Εγώ θέλω να είμαι έξιπνος στον ξίπνιο μου. Λέει πως είναι το ίδιο και πως έχω δίο μυαλά. Υπάρχει το υποσυνείδηrο και το συνειδητό (έτσι γράφονται).
Και το ένα δε δίνει λογαριασμό στο άλλο για ότι κάνει. Ούτε μιλάνε μεταξύ τους. Γιαυτό βλέπω όνιρα. Μάνα μου κάτι παλαβά όνιρα που βλέπω. Από τότε με την τιλεόραση όλη νύχτα. Μια εκπομπή που κρατάει ως το πρωί. Ξέχασα να τον ρωτήσω αν αυτό σιμβαίνει μόνο σε μένα ή αν έχουν όλοι από δυο μυαλά. (Τώρα μόλις κοίταξα τη λέξη στο λεξικό που μου έδωσε o δόκτορ Στράους. Η λέξη είναι υποσυνείδητος, επίθ. Ο της φύσεως των πνευματικών λειτουργιών, ο μη παρών εις την συνείδησιν' λ.χ. η υποσυνείδητος σύγκρουσις των επιθυμιών).
Γράφει κι άλλα αλλά δεν ξέρω τι σιμαίνουν. Δεν είναι και πολύ καλό λεξικό για βλάκες σαν και μένα. Πάντως ο πονοκέφαλος πρέπει να είναι από το πάρτι. Οι φίλοι μου από το εργοστάσιο, ο Τζο Καρπ κι ο Φρανκ Ρήλυ με καλέσανε να πάμε στο μπαρ του Μπάγκοι για καν ποτιράκι. Δε μ' αρέσει να πίνω αλλά είπανε πως θα κάνουμε κέφι. Πέρασα όμορφα. Ο Τζο Καρπ μου είπε να δίξω στα κορίτσια πως ξεβουλώνω τα αποχωριτίρια στο εργοστάσιο και μου έδοσε και μια πατσαβούρα. Τους έδιξα και όλοι γελάγανε γιατί τους είπα πως o κύριος Ντονεγκαν μου είπε πως ήμουνα ο καλύτερος επιστάτης που είχε ποτέ γιατί μ' αρέσει η δουλιά μου και την κάνω καλά και δεν αργώ ποτέ ούτε λείπω καμιά μέρα μονάχα όταν έλειπα για την εγχίρηση. Είπα πως η μις Κίνιαν μου λέει πάντα Τσάρλη να 'σαι περίφανος για τη δουλιά σου όταν την κάνεις καλά. Ολοι γελάγανε και περάσαμε θαύμα και μου δωσανε ένα σωρό ποτά κέρασμα κι ο Τζο λέει ο Τσάρλη γίνεται φέσι άμα τα κοπανάει. Δεν κατάλαβα καλά όμως όλοι μ' αγαπάνε και περνάμε καλά. Δε βλέπω την ωρα να γίνω έξιπνος σαν τους καλίτερους μου φίλους τον Τζο Καρπ και τον Φρανκ Ρήλυ. Δε θυμάμαι πως τέλειωσε το πάρτυ αλλά νομίζω πως πήγα ν' άγοράσω εφημερίδες και καφέ για τον Τζο και τον Φρανκ κι όταν γύρισα δε βρήκα κανέναν. Τους γύρευα μέχρι αργά. Μετά δε θυμάμαι και τόσο καλά αλλά νομίζω πως νίσταξα ή ζαλίστηκα. Ενας καλός αστιφίλακας μ' έφερε σπίτι μου. Ετσι λέει η σπιτονοικοκυρά μου η κυρία Φλιν. Πονάει το κεφάλι μου κι έχω ένα μεγάλο καρούμπαλο και μελανιές παντού. Νομίζω πως μάλλον έπεσα αλλά ο ΤΖο Καρπ λέει πως ήταν ο αστυφύλακας γιατί καμιά φορά τους μεθυσμένους τους δέρνουνε. Δεν το πιστεύω. Η μις Κίνιαν λέει πως η αστυνομία βοηθάει τον κόσμο. Πάντως έχω δυνατό πονοκέφαλο και ζαλίζομαι και πονάω παντού. Νομίζω πως δε θα ξαναβάλω ποτό στο στόμα μου.

6 Απριλίου 


Νίκισα τον Αλγκερνον. Ούτε που ήξερα πως τον νίκησα, όσο που μου το είπαν o Μπαρτ κι ο εξεταστής μου. Μετά τη δεύτερη φορά έχασα γιατί έτρεμα τόσο πολύ απ' τη χαρά μου που έπεσα από την καρέκλα πριν τελιώσω. Έπειτα όμως τον νίκισα άλλες 8 φορές. Πρέπει να έχω αρχίσει να γίνομαι έξιπνος για να νικήσω ένα τόσο έξιπνο ποντίκι σαν τον Αλγκερνον. Ομως δε νιώθω εξιπνότερος Ήθελα να παίξω κι άλλο με τον Αλγκερνον αλλά ο Μπαρτ είπε πως φτάνει για σήμερα. Μ' αφήσανε να τον κρατήσω λίγο. Δεν είναι και τόσο κακός. Είναι άπαλός σαν μπαμπάκι κι ανιγοκλείνει τα μάτια του. Οταν τα μάτια του είναι ανιχτά φαίνονται μαύρα και ροζ στις άκρες. Τους λέω κάνει να τον ταΐσω γιατί στεναχωριέμαι που τον νίκησα και θέλω να τον καλοπιάσω και να γίνουμε φίλοι. Ο Μπαρτ μου λέει όχι ο Αλγκερνον είναι ξεχωριστό ποντίκι κι έχει κάνει κι αυτός εγχίρηση κι είναι το πρώτο Ζώο που έμεινε έξιπνο τόσο καιρό. Μου είπε πως ο Αλγκερνον είναι τόσο έξιπνος που κάθε μέρα πρέπει να λύσει ένα πρόβλημα για να πάρει την τροφή του. Είναι μια κλειδαριά σε μια πορτούλα και κάθε φορά που ο Αλγκερνον είναι να φάει την αλλάζουνε κι έτσι ο Αλγκερνον πρέπει να μαθαίνει κάτι καινούργιο για να τρώει. Αυτό μ' έκανε να λυπηθώ γιατί όποτε δεν καταφέρει να μάθει θα πεινάει πολύ. Πιστεύω πως δεν είναι σωστό να σ' αναγκάζουν να περνάς από εξετάσεις για να τρως. Του δόκτορ Νέμουρ θα του άρεσε να δίνει εξετάσεις κάθε που θέλει να φάει. Θαρώ πως θα γίνουμε φίλοι με τον Αλγκερνον.


9 Απριλίου 


Απόψε μετά τη δουλιά βρήκα τη μις Κίνιαν στο εργαστίριο. Φαινόταν να χάρηκε που με είδε αλλά ήταν σαν τρομαγμένη. Της λέω μη φοβόσαστε μις Κίνιαν δεν έγινα ακόμα έξιπνος και γέλασε. Μου λέει σου έχω εμπιστοσύνη Τσάρλη γιατί πάντα προσπαθούσες να μάθεις να γράφεις και να διαβάζεις καλίτερα απ' τους άλλους. Στη χειρότερη περίπτωση θα κρατήσει λίγο καιρό αλλά θα έχεις προσφέρει κάτι στην επιστίμη.
Διαβάζουμε ένα πολύ δύσκολο βιβλίο. Ποτέ πριν δε διάβασα τόσο δύσκολο βιβλίο. Το λένε Ροβινσών Κρούσος και είναι για έναν άνθρωπο που βγαίνει ναυαγός σ' ένα έρημο Νησί. Είναι όμως έξυπνος και σκέφτεται ένα σωρό πράματα για να φτιάξει σπίτι να μένει και να βρει τροφή και κολιμπάει καλά. Μόνο τον λυπάμαι γιατί είναι ολομόναχος και δεν έχει φίλους. Αλλά νομίζω πως θα είναι και κάποιος άλλος στο νησί γιατί υπάρχει μια είκόνα με την αστεία ομπρέλα του που κοιτάζει κάτι αχνάρια. Μακάρι να βρει φίλο να μην είναι μόνος του.



10 Απριλίου 


Η μις Κίνιαν με μαθαίνει ορθογραφία. Μου λέει κοίταξε μια λέξη κι έπειτα κλείσε τα μάτια σου και πέστην μέσα σου πολλές φορές ώσπου να τη θυμηθείς καλά. Έχω προβλήματα με τα ι και τα ο που είναι τόσα πολλά και που πριν τα έγραφα όλα ίδια. Τα 'χω μπερδέψει αλλά η μις Κίνιαν λέει πως η ορθογραφία δε χρειάζεται λογική.


14 Απριλίου 


Τέλειωσα τον Ροβινσώνα Κρούσο. Ήθελα να μάθω κι άλλα γι' αυτόν αλλά η μις Κίνιαν μου λέει πως δεν έχει άλλο. Γιατί;

 

15 Απριλίου 


Η μις Κίνιαν λέει πως μαθαίνω γρήγορα. Διάβασε μερικά Δελτία Προόδου και με κοίταξε πολύ παράξενα. Μου λέει πως είμαι σπουδαίος άνθρωπος και θα τους δείξω ολωνών. Τη ρώτησα γιατί. Μου λέει άσε δεν πειράζει αλλά να μη στεναχωρηθώ άμα άνακαλύψω πως όλοι οι άλλοι δεν είναι τόσο καλοί όσο πιστεύω. Μου λέει είσαι άνθρωπος που ο Θεός του έδωοε τώσα λίγα κι όμως έκανες περισσότερα από άλλους πoυ έχουν μυαλό και δεν το χρησιμοποιούν ποτέ. Της λέω όλοι οι φίλοι μου είναι έξυπνοι αλλά καλοί. Μ' αγαπάνε και δεν έκαναν ποτέ τίποτα που να μην είναι καλό. Τότε της μπήκε κάτι στο μάτι κι έφυγε τρέχοντας για την τουαλέτα.


16 Απριλίου

Σήμερα, έμαθα, το κόμμα, να ένα κόμμα (,), μια τελεία με ουρίτσα, η μις Κίνιαν, λέει πως είναι, σπουδαίο, γιατί, κάνει το γράψιμο, καλύτερο, είπε, πως μπορεί κανείς, να χάσει, ένα σωρό, λεφτά, αν ένα κόμμα, δεν είναι, στη, σωστή θέση, εγώ δεν έχω, λεφτά, και δεν, καταλαβαίνω, πως ένα κόμμα, δε σ' αφήνει, να τα χάσεις, Αλλά μου λέει, πως όλοι, χρησιμοποιούν κόμματα, γιαυτό, να τα χρησιμοποιώ, και γω,


17 Απριλίου

Με το κόμμα τα έκανα μούσκεμα. Ολα αυτά είναι στίξη.
Η μις Κίνιαν μου είπε να κοιτάζω άγνωστες λέξεις το λεξικό για να μαθαίνω πως γράφονται. Της λέω και τι χρειάζεται άμα μπορείς να τις διαβάζεις. Μου λέει είναι μέρος της εκπαίδευσής μου γιαυτό από τώρα θα κοιτάζω όλες τις λέξεις που δεν είμαι σίγουρος πως γράφονται. Μου παίρνει πολλή ώρα να γράφω αλλά νομίζω πως μπορώ να θυμάμαι. Χρειάζεται να δω μόνο μια φορά κι έπειτα θυμάμαι τη λέξη σωστά. Γιαυτό έμαθα και πως γράφεται η στίξη. (Έτσι τη γράφει το λεξικό).
Η μις Κίνιαν μου λέει πως και η τελεία είναι στίξη και πως έχει κι άλλα σημάδια που θα τα μάθω. Της είπα πως νόμιζα ότι όλες οι τελείες είχαν ουρές αλλά λέει όχι.

Πρέπει να τ' ανακατέβεις, μου έδειξε; πως να τ' ανακατεύω! και τώρα μπορώ) ν' ανακατεύω! όλα τα είδη. της στίξης σ' αυτά (που γράφω; Υπάρχουν, ένα «σωρό! κανόνες; να μάθω αλλά! τους (παίρνω' εύκολα.
Ένα πράμα «που μ' αρέσει; στη μις Κίνιαν: (έτσι γράφουν στην εμπορική αλληλογραφία αν ποτέ καταπιαστώ με επιχειρήσεις (είναι που πάντα, μου λέει το γιατί» όταν - ρωτάω. Είναι μεγάλο φήα! Μακάρι! Να γινόμουνα, έξυπνος) σαν» κι αύτήν ) Η στίξη, έχει πλάκα!(



18 Απριλίου

Τι βλάκας που ήμουνα! Ούτε που είχα καταλάβει τι μου είχε πει. Διάβασα τη γραμματική μου χτες το βράδυ κι εκεί μου εξηγήθηκαν όλα. Είδα πως τα έλεγε με τον ίδιο τρόπο όπως η μις Κίνιαν, αλλά δεν είχα καταλάβει. Σηκώθηκα ξημερώματα κι όλα είχαν ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου.


Η μις Κίνιαν λέει πως βοήθησε κι η τηλεόραση που δουλεύει στον ύπνο μου. Οταν πια κατάλαβα πως δουλεύει ή στίξη, ξαναδιάβασα από την αρχή τα παλιά Δελτία Προόδου. Ρε παιδί μου, έγραφα άλλα άντ' άλλων!
Είπα στη μις Κίνιαν πως θα 'πρεπε να τα ξαναδιαβάσω και να διορθώσω όλα τα λάθη αλλά μου λέει, «Οχι, Τσάρλη, ο δρ Νέμουρ τα θέλει έτσι όπως είναι. Γιαυτό σ' αφήνουμε να τα κρατάς αφού τα φωτοτυπούμε, για να βλέπεις μόνος σου πως προοδεύεις. Ξυπνάς πολύ γρήγορα, Τσάρλη».

Αυτό μ' έκανε να νιώσω καλά. Μετά το μάθημα κατέβηκα κι έπαιξα με τον Αλγκερνον.
Δεν παραβγαίνουμε πια.


20 Απριλίου

Μέσα μου νιώθω άρρωστος. Οχι όπως όταν θέλεις γιατρό, αλλά μέσα στο στήθος μου νιώθω ένα κενό σα να έχω φάει μπουνιά και πονάει μαζί και ή καρδιά μου. Δεν ήθελα να το γράψω αλλά νομίζω πως πρέπει γιατί έχει σημασία. Σήμερα ήταν ή πρώτη μέρα που δεν πήγα στη δουλιά. Χτές το βράδυ ο Τζο Καρπ και ο Φρανκ Ρήλυ με κάλεσαν σ' ένα πάρτυ. Είχε ένα σωρό κορίτσια και μερικούς από το εργοστάσιο. Θυμόμουνα τι χάλια είχα γίνει την τελευταία φορά που ήπια τόσο πολύ, γιαυτό είπα στον Τζο πως δεν ήθελα να πιω. Μου έδωσε τότε μια σκέτη κόκα κόλα. Είχε περίεργη γεύοη αλλά νόμιζα πως έφταιγε μια πικρίλα που είχα στο στόμα. Στην αρχή κάναμε πολλή πλάκα. Ο Τζο μου είπε να χορέψω με την Έλεν για να με μάθει τα βήματα. Έπεσα κάτω αρκετές φορές και δεν κατάλαβα γιατί αφού κανείς άλλος δε χόρευε εκτός απ' την Έλεν και μένα. Και όλη την ώρα σκόνταφτα γιατί πάντα ένα πόδι έβγαινε από κάπου. Έπειτα όταν σηκώθηκα και είδα την έκφραση του Τζο ένιωσα κάτι περίεργο στο στομάχι. «Είναι όργιο», είπε ένα απ' τα κορίτσια. Ολοι γελούσαν. Ο Φρανκ είπε, «Έχω να γελάσω έτσι από κείνο το βράδυ στου Μπάγκσυ που τον στείλαμε για εφημερίδα και του την κοπανήσαμε». «Δέστονε. Είναι κατακόκκινος». «Κοκκίνισε. Ο Τσάρλη κοκκίνισε». «Ρε Ελεν, τι του έκανες του παιδιού; Δεν τον έχω ξαναδεί έτσι». Δεν ήξερα τι να κάνω, που να γυρίσω. Ολοι με κοιτάζανε και γελούσαν κι ένιωθα γυμνός. Ήθελα να κρυφτώ, έτρεξα έξω στο δρόμο και ξέρασα. Έπειτα πήγα με τα πόδια σπίτι μου. Μου φαίνεται περίεργο που δεν κατάλαβα ποτέ πως ο Τζο κι ο Φρανκ και οι άλλοι μ' έκαναν παρέα για να σπάνε πλάκα μαζί μου. Τώρα ξέρω τι θα πει αυτό που λέγανε «αμόλησε ένα Τσάρλη Γκόρντον». 

Ντρέπομαι.



Δελτίον Προόδου 11-21 Απριλίου

Δεν πήγα ακόμα στο εργοστάσιο. Είπα στη νοικοκυρά μου την κυρία Φλυν να τηλεφωνήσει στον κύριο Ντονεγκαν πως είμαι άρρωστος. Η κυρία Φλυν με κοιτάζει πολύ περίεργα τον τελευταίο καιρό, σα να με φοβάται. Νομίζω πως ήταν καλό που ανακάλυψα ότι όλοι με κορόιδευαν. Το σκέφτηκα πολύ. Είναι επειδή είμαι τόσο βλάκας κι ούτε που το καταλαβαίνω όταν κάνω χαζομάρες. Οι άνθρωποι το βρίσκουν αστείο όταν κάποιος βλάκας δεν μπορεί να κάνει ό,τι κάνουν και κείνοι. Πάντως τώρα ξέρω πως γίνομαι κάθε μέρα εξυπνότερος. Ξέρω την στίξη και καλή ορθογραφία. Μ' αρέσει να βρίσκω όλες τις δύσκολες λέξεις στο λεξικό και τις θυμάμαι. Διαβάζω τώρα πολύ, κι η μις Κίνιαν λέει πως διαβάζω πολύ γρήγορα. Κάποιες φορές μέχρι που καταλαβαίνω ό,τι διαβάζω και τα κρατάω στο μυαλό μου. Είναι φορές που μπορώ να κλείσω τα μάτια μου και να σκεφτώ μια σελίδα και τότε τα θυμάμαι όλα σαν εικόνα. Εκτός από ιστορία, γεωγραφία και αριθμητική η μις Κίνιαν είπε πως θα 'πρεπε ν' αρχίσω να μαθαίνω μερικές ξένες γλώσσες. Ο δρ Στράους μου έδωσε μερικές ταινίες ακόμα για να τις παίζω όταν κοιμάμαι. Δεν καταλαβαίνω ακόμα πως δουλεύει αυτό το συνειδητό και το υποσυνείδητο μυαλό, αλλά ο δρ Στράους μου λέει να μην ανησυχώ ακόμα. Μου ζήτησε να του υποσχεθώ πως όταν αρχίσω πανεπιστημιακή ύλη την άλλη βδομάδα δε θα διαβάσω κανένα βιβλίο ψυχολογίας - τουλάχιστο ώσπου να μου δώσει την άδεια. Νιώθω πολύ καλύτερα σήμερα, αλλά νομίζω πως είμαι ακόμα θυμωμένος επειδή οι άνθρωποι πάντα γελούσαν και με κορόιδευαν επειδή δεν ήμουνα και τόσο έξυπνος. Οταν γίνω έξυπνος όπως λέει ο δρ Στράους και τριπλασιάσω το δείκτη νοημοσύνης μου που είναι 68, τότε ίσως γίνω σαν τους άλλους κι οι άνθρωποι μ' αγαπάνε και μου φέρονται καλά. Δεν είμαι και τόσο σίγουρος για το τι είναι ο δείκτης νοημοσύνης. Ο δρ Νέμουρ λέει πως είναι κάτι που μετράει πόσο έξυπνος είσαι - όπως ή ζυγαριά στο φαρμακείο ζυγίζει τα κιλά. Ομως ο δρ Στράους άρχισε μια μεγάλη συζήτηση μαζί του και του είπε πως ο δείκτης νοημοσύνης δε ζυγίζει την εξυπνάδα. Είπε πως ο δείκτης νοημοσύνης δείχνει πόση εξυπνάδα μπορείς να πάρεις, όπως οι αριθμοί έξω από ένα κύπελο που μετράνε το αλεύρι. Πρέπει όμως να γεμίσεις το κύπελο.

Έπειτα ρώτησα τον Μπαρτ που μου κάνει τα τεστ ευφυΐας και δουλεύει με τον Αλγκερνον και μου είπε πως και οι δύο είχαν άδικο (μόνο που έπρεπε να υποσχεθώ πως δε θα τους το έλεγα).
Ο Μπαρτ λέει πως ο δ.ν. μετράει ένα σωρό διαφορετικά πράγματα, ακόμα και μερικά απ' τα πράγματα που έχεις ήδη μάθει, και πως δεν ωφελεί σε τίποτα. Έτσι δεν ξέρω ακόμα τι είναι ο δ.ν. παρά μόνο ότι ο δικός μου θα ξεπεράσει πολύ σύντομα το 200. Δεν ήθελα να πω τίποτα, αλλά δεν καταλαβαίνω πως, όταν δεν ξέρουν τι είναι ή που βρίσκεται - δεν καταλαβαίνω πως ξέρουν πόσο έχεις απ' αυτό. Ο δρ Νέμουρ λέει πως θα πρέπει να κάνω ένα τεστ Rorschach αύριο. Αναρωτιέμαι τι να είναι αυτό.


22 Απριλίου

Ανακάλυψα τι είναι το Rorschach. Είναι το τεστ που μου έκαναν πριν από την εγχείρηση - εκείνο με τις κηλίδες του μελανιού πάνω στα χαρτόνια. Ο άνθρωπος που μου έκανε το τεστ ήταν ο ίδιος. Φοβόμουνα τρομαχτικά τις μελανιές. Ήξερα πως θα μου ζητούσε να βρω τις εικόνες κι ήξερά πως δε θα το κατάφερνα. Έλεγα μέσα μου, ε και να είχα κάποιο τρόπο να βρω τι λογής εικόνες είναι κρυμμένες εκεί μέσα. Μπορεί και να μην είχε καθόλου εικόνες. Μπορεί και να ήτανε κόλπο, για να δούνε αν ήμουνα τόσο βλάκας ώστε να γυρεύω κάτι που δεν υπήρχε. Μόνο που το σκεφτόμουνα θύμωνα πολύ μαζί του. «Λοιπόν Τσάρλη», είπε, «αυτά τα χαρτιά τα έχεις δει κι άλλοτε, θυμάσαι; » «Πώς δε θυμάμαι». Έτσι που το είπα κατάλαβε πως ήμουνα θυμωμένος και με κοίταξε με έκπληξη. «Ναι, βέβαια. Και τώρα θέλω να κοιτάξεις ετούτο δω. Τι μπορεί να είναι; Τι βλέπεις σ' αυτό το χαρτόνι; Ξέρεις οι άνθρωποι βλέπουν διάφορα πράγματα σ' αυτές τις μουτζούρες. Πες μου τι μπορεί να είναι κατά τη γνώμη σου - τι σε κάνει να σκέφτεσαι».

Κλονίστηκα. Δεν είπε αυτά που περίμενα. «Θες να πεις πως δεν υπάρχουν εικόνες κρυμμένες στις μελανιές; » Ζάρωσε το μέτωπο κι έβγαλε τα γυαλιά του. «Τι;» «Εικόνες. Κρυμμένες στις μελανιές. Την άλλη φορά μου είπες πως όλοι μπορούσαν να τις δουν και πως ήθελες να τις βρω και γω».

Μου εξήγησε πως και την άλλη φορά είχε χρησιμοποιήσει σχεδόν τις ίδιες ακριβώς λέξεις όπως τώρα. Δεν τον πίστεψα κι ακόμα υποψιάζομαι πως με είχε παραπλανήσει τότε μόνο και μόνο για να σπάσει πλάκα. Έκτός κι αν - δεν ξέρω πια -μπορούσα να είμαι τόσο ηλίθιος; Είδαμε σιγά σιγά όλα τα χαρτόνια. Το ένα τους έμοιαζε σαν ένα ζευγάρι νυχτερίδες που κρεμόντουσαν από κάπου. Ένα άλλο έμοιαζε με δυο άντρες που ξιφομαχούσαν. Φαντάστηκα ένα σωρό πράγματα. Νομίζω πως το παράκανα. Αλλά δεν του είχα πια καμιά εμπιστοσύνη και γιαυτό όλο τα στριφογύριζα' και κοίταγα ακόμα και την πίσω μεριά να δω αν υπήρχε εκεί τίποτα. Οσο κρατούσε σημειώσεις κρυφοκοίταζα με τη γωνιά του ματιού μου για να τις διαβάσω, μα ήτανε γραμμένες με κώδικα. Αυτό το τεστ δεν έχει ακόμα κανένα νόημα για μένα. Μου φαίνεται πως ο καθένας θα μπορούσε να σκαρώσει ψέματα για πράγματα που δεν έβλεπε στ' αλήθεια. Και πως ήξερε πως δεν τον κορόιδευα μιλώντας του για πράγματα που δε φανταζόμουνα στ' αλήθεια;

 Ίσως το καταλάβω όταν ο δρ Στράους μ' αφήσει να διαβάσω ψυχολογία.



25 Απριλίου

Σκέφτηκα ένα νέο τρόπο να τοποθετήσουμε τις μηχανές στο εργοστάσιο κι ο κύριος Ντονεγκαν λέει πως θα γλιτώσει δέκα χιλιάδες δολάρια το χρόνο από τους εργάτες και θ' αυξήσει και την παραγωγή. Μου έδωσε εικοσιπέντε δολάρια δώρο. Ήθελα να πάρω τον Τζο Καρπ και τον Φρανκ Ρήλυ να πάμε να φάμε για να το γιορτάσουμε, αλλά ο Τζο είπε πως ήθελε να ψωνίσει κάτι πράγματα της γυναίκας του κι ο Φρανκ είπε πως θα έτρωγε με τον ξάδερφό του. Θαρρώ πως θα χρειαστεί λίγος καιρός ώσπου να συνηθίσουν στις αλλαγές μου. Ολοι φαίνονται να με φοβούνται. Πλησίασα τον Αμώς Μποργκ και τον χτύπησα στον ώμο και κείνος πήδηξε ως εκεί πάνω. Οι άλλοι δε μου μιλάνε πια πολύ ούτε αστειεύονται όπως πρώτα. Αρχίζω να νιώθω μοναξιά στη δουλιά μου.


27 Απριλίου

Σήμερα βρήκα το θάρρος να καλέσω τη μις Κίνιαν να φάμε μαζί αύριο βράδυ για να γιορτάσω το βραβείο μου. Στην αρχή δεν ήταν και τόσο σίγουρη πως έπρεπε, αλλά ρώτησα το δρα Στράους και μου είπε εντάξει. Ο δρ Στράους και ο δρ Νέμουρ δε φαίνονται να τα πηγαίνουν τόσο καλά. Όλη την ώρα τσακώνονται. Απόψε που ήρθα να ρωτήσω το δρα Στράους για το γεύμα με τη μις Κίνιαν, τους άκουσα που φώναζαν. 

Ο δρ Νέμουρ έλεγε πως ήταν πείραμα του και έρευνά του, και o δρ Στράους του φώναζε πως κι αυτός βοήθησε εξίσου γιατί αυτός με βρήκε από τη μις Κίνιαν κι αυτός έκανε την εγχείρηση. 
Ο δρ Στράους έλεγε πως μια μέρα χιλιάδες νευροχειρούργοι θα χρησιμοποιούσαν την τεχνική του σ' όλο τον κόσμο. 
Ο δρ Νέμουρ ήθελε να ανακοινώσει τα αποτελέσματα του πειράματος στο τέλος του μηνός. Ο δρ Στράους ήθελε να περιμένουν λίγο ακόμα για να 'ναι σίγουροι. Ο δρ Στράους είπε πως ο δρ Νέμουρ ενδιαφερόταν για την έδρα της ψυχολογίας στο Πρίνστον κι όχι για το πείραμα. 
Ο δρ Νέμουρ είπε πως ο δρ Στράους δεν ήταν παρά καιροσκόπος που προσπαθούσε να αρπάξει τη δόξα απ' τα μαλλιά.

Φεύγοντας αργότερα ένιωσα τρεμούλα. Δεν ξέρω καλά γιατί, αλλά ίσως ήταν ή πρώτη φορά που τους είχα δει και τους δύο καθαρά. Θυμάμαι που κάποτε ο Μπαρτ έλεγε ότι ο δρ Νέμουρ είχε μια στρίγγλα γυναίκα που τον έσπρωχνε συνέχεια να κάνει ανακοινώσεις για να γίνει φημισμένος. Ο Μπαρτ έλεγε πως το όνειρο της ζωής της ήταν να αποκτήσει έναν άντρα «σπουδαίο προσώπατο».


28 Απριλίου

Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν πρόσεξα ποτέ πόσο όμορφη είναι στ' αλήθεια ή δεσποινίς Κίνιαν.
Έχει καστανά μάτια και απαλά καστανά μαλλιά που φτάνουν ως την κορφή του σβέρκου της. Είναι μονάχα τριαντατεσσάρων χρονών! Νομίζω πως απ' την αρχή την αισθανόμουνα σαν απλησίαστη μεγαλοφυία - και πολύ πολύ γριά. Τώρα κάθε φορά που τη βλέπω γίνεται όλο και πιο νέα και πιο όμορφη. Φάγαμε μαζί και κουβεντιάσαμε πολλή ώρα. Οταν μου είπε πως προοδεύω τόσο γρήγορα, ώστε σύντομα θα την αφήσω πίσω, γέλασα.

«Αλήθεια Τσάρλη. Διαβάζεις ήδη καλύτερα από μένα. Μπορείς να διαβάσεις ολόκληρη σελίδα με μια ματιά, ενώ εγώ διαβάζω μόνο μερικές αράδες κάθε φορά. Και θυμάσαι καθετί που έχεις διαβάσει. Εγώ είμαι τυχερή αν μπορώ να θυμηθώ τις κύριες ιδέες ή το γενικό νόημα».
«Μα δε νιώθω έξυπνος. Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν καταλαβαίνω».
Έβγαλε τσιγάρο και της το άναψα. «Πρέπει να είσαι λίγο υπομονετικός. Μέσα σε μέρες και βδομάδες κατορθώνεις αυτό που στους συνηθισμένους ανθρώπους χρειάζεται μια ζωή. Γιαυτό είναι και τόσο εκπληκτικό. Είσαι τώρα ένα γιγάντιο σφουγγάρι που ρουφάει τα πάντα. Γεγονότα, πρόσωπα, γνώση. Και σύντομα θ' αρχίσεις και να τα συνδυάζεις. Θα δεις πως συνδέονται οι διάφοροι κλάδοι της γνώσης. Υπάρχουν πολλά επίπεδα Τσάρλη, σκαλοπάτια σε μια γιγάντια σκάλα που σε παίρνει όλο και πιο ψηλά να βλέπεις όλο και περισσότερα απ' τον κόσμο γύρω σου. »Εγώ μπορώ να δω λίγα μόνο, κι ούτε πρόκειται ν' ανέβω πολύ ψηλότερα από κει που βρίσκομαι τώρα, όμως εσύ ολοένα Θ' ανεβαίνεις και θα βλέπεις όλο και περισσότερα και κάθε σκαλοπάτι θ' ανοίγει καινούργιους κόσμους που ποτέ σου δεν ήξερες πως υπάρχουν». Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Ελπίζω... Ελπίζω μόνο-»
«Τι; »
«Δεν πειράζει Τσαρλς. Ελπίζω μόνο πως δεν έκανα λάθος που σε συμβούλεψα να κάνεις το πείραμα».
Γέλασα. «Ε, όχι κι έτσι. Ολα πήγαν θαύμα, δεν πήγαν; Ακόμα κι ο Αλγκερνον είναι ακόμα έξυπνος». Καθήσαμε λίγο σιωπηλοί και ξέρω τι σκεφτότανε καθώς μ' έβλεπε να παίζω με την αλυσίδα του λαγοπόδαρου και τα κλειδιά μου. Δεν ήθελα να σκέφτομαι πια αυτή την πιθανότητα, όπως οι γέροι δε θέλουν να σκέφτονται το θάνατο. 'Ήξερα πως ήταν μονάχα η αρχή. Ξέρω τι ήθελε να πει με τα επίπεδα, γιατί μερικά απ' αυτά τα είχα δει κιόλας. Η σκέψη πως θα την άφηνα πίσω μ' έκανε να λυπάμαι. Είμαι ερωτευμένος με τη δεσποινίδα Κίνιαν.



Δελτίον Προόδου 30 Απριλίου


Παραιτήθηκα από την εταιρία πλαστικών του Ντονεγκαν. Ο κύριος Ντονεγκαν επέμεινε πως θα 'ταν καλύτερα για όλους αν έφευγα. Τι τους έκανα και με μισούν τόσο; Το πρωτόμαθα όταν ο κύριος Ντονεγκαν μου έδειξε την αίτηση. Οχτακόσα σαράντα ονόματα, όλοι όσοι δουλεύουν στο εργοστάσιο, έκτός από τη Φάνυ Γκίρντεν. Πέρασα μια ματιά τα ονόματα και είδα πως έλειπε το όνομά της. Όλοι οι άλλοι απαιτούσαν ν' απολυθώ. Ο Τζο Καρπ κι ο Φρανκ Ρήλυ δεν ήθελαν να κάνουν κουβέντα σχετικά. Κανένας άλλος δεν ήθελε, εκτός απ' τη Φάνυ. Ήταν μια απ' τους λίγους που ήξερα που όταν έβαζε κάτι στο μυαλό της το πίστευε, άσχετο τι μπορούσε να της αποδείξει ο υπόλοιπος κόσμος - και ή Φάνυ δεν πίστευε πως έπρεπε ν' απολυθώ. Ήταν αντίθετη στην αίτηση για λόγους αρχής και παρόλη την πίεση και τις απειλές που είχε δεχτεί. «Αυτό δε θα πει», μου λέει, «πως δε νομίζω ότι κάτι περίεργο τρέχει με σένα, Τσάρλη. Οι αλλαγές. Δεν ξέρω. Αλλοτε ήσουνα ένας καλός, αξιόπιστος, συνηθισμένος άνθρωπος - ίσως όχι τόσο έξυπνος, αλλά τίμιος. Ποιος ξέρει τι έκανες για να γίνεις έτσι έξυπνος ξαφνικά. Δεν είναι, σωστό Τσάρλη, κι αυτό το λένε όλοι εδώ πέρα».
«Μα γιατί το λες αυτό Φάνυ; Τι κακό έκανα που έγινα έξυπνος και θέλω να μάθω και να καταλάβω τον κόσμο γύρω μου; »
Γύρισε τα μάτια της στη δουλειά της και τότε κάνω και γω να φύγω. Χωρίς να με κοιτάξει, είπε:

«Ήταν κακό που η Εύα άκουσε το φίδι κι έφαγε απ' το δέντρο της γνώσης. Ήταν κακό όταν κατάλαβε τη γύμνια της. Αν δεν είχαν γίνει αυτά, κανείς μας δε θα γέρναγε ούτε θ' αρρώσταινε ούτε θα πέθαινε».

Για μια ακόμα φορά νιώθω μέσα μου να με καίει η ντροπή. Η εξυπνάδα έχει ορθώσει ένα φράγμα ανάμεσα σε μένα και σ' όλους τους ανθρώπους που ήξερα κάποτε και αγαπούσα. Πριν με κορόιδευαν και με περιφρονούσαν για την άγνοια και τη βλακεία μου τώρα με μισούν για τη γνώση μου. Για το Θεό, τι γυρεύουν από μένα; Με πέταξαν απ' το εργοστάσιο. Τώρα είμαι πιο μόνος από ποτέ...


15 Μαίου

Ο δρ Στράους είναι πολύ θυμωμένος μαζί μου γιατί έχω δυο βδομάδες να γράψω δελτίο προόδου. Έχει δίκιο γιατί τώρα το εργαστήριο μου πληρώνει κανονικό μισθό. Του είπα πως δε μου έμεινε καιρός, γιατί είχα να διαβάσω και να σκεφτώ ένα σωρό πράγματα. Οταν του εξήγησα πως το γράψιμο είναι μια υπερβολικά αργή διαδικασία με το χέρι, μου πρότεινε να μάθω γραφομηχανή. Τώρα είναι πολύ πιο εύκολο να γράφω γιατί πιάνω περίπου 75 λέξεις στο λεπτό.

Ο δρ Στράους μου θυμίζει κάθε τόσο πως πρέπει να γράφω και να μιλάω απλά για να μπορούν να με καταλαβαίνουν οι άλλοι. Θα προσπαθήσω να κάνω μια σύντομη ανασκόπηση των γεγονότων των δύο τελευταίων εβδομάδων. Παρουσίασαν τον Αλγκερνον και μένα στην Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρία που συνεδρίαζε με την Παγκόσμια Ψυχολογική Εταιρία την περασμένη Τρίτη. Δημιουργήσαμε τεράστια εντύπωση. Ο δρ Νέμουρ και ο δρ Στράους ήταν περήφανοι για μας. Υποψιάζομαι πως ο δρ Νέμουρ που είναι εξηντάρης - δέκα χρόνια μεγαλύτερος από τον δρα Στράους - θεωρεί αναγκαίο να βλέπει απτά αποτελέσματα της δουλείας του. Αναμφίβολα αυτό είναι αποτέλεσμα της πίεσης της κας Νέμουρ. Αντίθετα απ' την προηγούμενη εντύπωση που είχα γι' αυτόν, καταλαβαίνω τώρα ότι ο δρ Νέμουρ κάθε άλλο παρά μεγαλοφυία είναι. Έχει γερό μυαλό, αλλά βασανίζεται από αμφιβολίες. Θέλει να τον νομίζουν για μεγαλοφυία. Γι αυτό του είναι απαραίτητο να βλέπει το έργο του ν' αναγνωρίζεται παγκόσμια. Πιστεύω πως ο δρ Νέμουρ φοβόταν να το καθυστερήσει περισσότερο γιατί ανησυχούσε πως ίσως κάποιος άλλος θα έκανε κάποια ανακάλυψη προς την ίδια κατεύθυνση και θα του έκλεβε την αποκλειστικότητα. Από την άλλη πλευρά ο δρ Στράους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεγαλοφυία, αν και διαισθάνομαι πως το πεδίο της γνώσης του είναι πολύ περιορισμένο. Γαλουχήθηκε μέσα στην παράδοση της στενής εξειδίκευσης' οι ευρύτερες απόψεις του επιστημονικού του υπόβαθρου παραμελήθηκαν περισσότερο απ' όσο έπρεπε - ακόμα και για την ιδιότητα του νευροχειρούργου. Δοκίμασα τεράστια έκπληξη όταν έμαθα πως οι μόνες αρχαίες γλώσσες που μπορούσε να διαβάσει ήταν τα λατινικά, τα ελληνικά και τα εβραϊκά, και πως δεν ξέρει τίποτα σχεδόν από μαθηματικά πέρα από τα στοιχειώδη επίπεδα των λογισμών. Οταν μου το ομολόγησε ένιωσα σχεδόν ενοχλημένος. Ήταν σα να μου είχε κρύψει αυτό το μέρος του εαυτού του για να με απατήσει, υποκρινόμενος κάτι που δεν είναι - πράγμα που ανακάλυψα πως το κάνουν πολλοί. Κανείς απ' όσους ξέρω δεν είναι αυτό που φαίνεται επιφανειακά. Ο δρ Νέμουρ μοιάζει αμήχανος όταν βρίσκεται κοντά μου. Κάποιες φορές, όταν προσπαθώ να του μιλήσω, με κοιτάζει παράξενα και απομακρύνεται. Στην αρχή θύμωσα όταν ο δρ Στράους μου είπε πως δημιούργησα στο δρα Νέμουρ κόμπλεξ κατωτερότητας. Νόμιζα πως με κορόιδευε κι έχω μια ιδιαίτερη ευαισθησία σ' αυτό. Πώς μπορούσα να ξέρω πώς ένας ψυχοπειραματιστής με τέτοιο κύρος ήταν εντελώς ανεξοικείωτος με τους Ινδούς και τους Κινέζους; Είναι παράλογο, αν σκεφτεί κανείς τι τεράστιο έργο γίνεται στις Ινδίες και την Κίνα σήμερα στο ίδιο ερευνητικό πεδίο. Ρώτησα το δρα Στράους πως είναι δυνατό ο δρ Νέμουρ να αποκρούει την επίθεση του Ραχαγιαμάτι στη μέθοδό του και στα αποτελέσματα της αν δεν μπορεί ούτε καν να τη διαβάσει. Η παράξενη έκφραση που πήρε ο δρ Στράους μπορεί να σημαίνει μονάχα δυο πράγματα. 'Η δε θέλει να πει στο δρα Νέμουρ τι λένε γι' αυτόν στις Ινδίες ή αλλιώτικα - κι αυτό με στενοχωρεί ιδιαίτερα - ούτε κι ο δρ Στράους το ξέρει. 

Πρέπει να προσέχω να γράφω και να μιλάω απλά, για να μην κάνω τους άλλους να γελάνε.


18 Μαίου

Είμαι πολύ αναστατωμένος. Χτες βράδυ είδα τη δεσποινίδα Κίνιαν για πρώτη φορά μετά από μία βδομάδα. Προσπάθησα ν' αποφύγω κάθε συζήτηση περί εννοιών και να τη διατηρήσω αντίθετα σ' ένα απλό, καθημερινό επίπεδο, αλλά εκείνη με κοίταζε ανέκφραστα και ξαφνικά με ρώτησε τι ακριβώς εννοούσα όταν έλεγα για το μαθηματικά ισόποσα στο Πέμπτο Κονσέρτο του Ντόρμπερμαν.

Οταν προσπάθησα να της εξηγήσω με σταμάτησε και γέλασε. Νομίζω πως θύμωσα τότε, αλλά έχω την υποψία ότι δεν την πλησίασα με το σωστό τρόπο. Ο,τι κι αν προσπαθήσω να συζητήσω μαζί της, είναι αδύνατο να επικοινωνήσουμε. Θα πρέπει να ξαναδιαβάσω τις εξισώσεις του Βρόσταντ για τα Επίπεδα της Σημαντικής Προόδου. Ανακαλύπτω ότι δεν επικοινωνώ πια πολύ με τους ανθρώπους. Δόξα το Θεό υπάρχουν ακόμα τα βιβλία και η μουσική και τα πράγματα που μπορώ και σκέφτομαι. Είμαι μόνος στο διαμέρισμά μου στο σπίτι της κυρίας Φλυν' εκεί περνάω τον περισσότερο χρόνο μου και σπάνια μιλάω με άνθρωπο.


20 Μαΐου

Δε θα πρόσεχα ποτέ εκείνο τον καινούργιο λατζέρη, ένα αγόρι γύρω στα δεκάξι, στο γωνιακό εστιατόριο που τρωω τα βράδια, αν δε γινόταν εκείνο το περιστατικό με τα σπασμένα πιάτα. Τσακίστηκαν και κομματιάστηκαν στο πάτωμα, στέλνοντας κομματάκια άσπρης πορσελάνης κάτω από τα τραπέζια. Το αγόρι στεκόταν απορημένο και κατατρομαγμένο, κρατώντας τον άδειο δίσκο στα χέρια του. Τα σφυρίγματα κι οι κοροϊδίες της πελατείας (φωνές «σπάστα» και «πάνε τα κέρδη! »...) έμοιαζαν να τον μπερδεύουν περισσότερο. Ήρθε ο ιδιοκτήτης να δει τι είχε συμβεί και τότε το αγόρι ζάρωσε σα να περίμενε χτύπημα και σήκωσε τα χέρια του να τ' αποφύγει. «Καλά, ρε βλάκα!» φώναξε ο ιδιοκτήτης. «Μη στέκεσαι εκεί πέρα έτσι! Πάμε: τη σκούπα και σκούπισε τα σπασμένα. Μια σκούπα... μια σκούπα, ηλίθιε! Στην κουζίνα είναι. Σκούπισε όλα τα κομμάτια». Το αγόρι κατάλαβε πως δε θα το τιμωρούσε. Η τρομαγμένη του έκφραση χάθηκε και χαμογέλασε κι ακόμα σιγοτραγούδαγε όταν γύρισε με τη σκούπα για να σκουπίσει το πάτωμα. Μερικοί απ' τους πολύ ανάγωγους πελάτες συνέχισαν τα σχόλια, διασκεδάζοντας σε βάρος του. «Να εδώ, παλικάρι. Να ένα ωραίο κομματάκι πίσω σου...» «Αντε, δώστου, άλλη μία...» «Δεν είναι και τόσο βλάκας. Πιο εύκολο είναι να τα σπας παρά να τα σκουπίζεις...» 

Καθώς τ' αδειανά του μάτια περιδιάβαζαν το πλήθος που τον κοίταζε διασκεδάζοντας, άρχισαν σιγά σιγά να καθρεφτίζουν τα χαμόγελα των άλλων και τέλος ξέσπασε κι ο ίδιος σ' ένα πλατύ αβέβαιο γέλιο για το αστείο που ήταν φανερό πως δεν καταλάβαινε. Ένιωσα ναυτία κοιτάζοντας αυτό το ανέκφραστο, άδεια χαμόγελο, τα μεγάλα γυαλιστερά μάτια του παιδιού, αβέβαια αλλά πρόθυμα να ευχαριστήσουν. Τον κορόιδευαν γιατί ήταν πνευματικά καθυστερημένος. Και είχα γελάσει και γω. 

Ξαφνικά εξοργίστηκα με τον ίδιο τον εαυτό μου κι όλους εκείνους που τον χλεύαζαν.


Πήδηξα πάνω και φώναξα: «Σκασμός! Αστε τον ήσυχο! Δε φταίει αυτός που δεν καταλαβαίνει! Δε φταίει αυτός που είναι έτσι! Μα, για τ' όνομα του Θεού... δεν παύει να' ναι άνθρωπος! » Η αίθουσα βουβάθηκε. Καταράστηκα τον εαυτό μου που έχασα τον έλεγχο και δημιούργησα τέτοια σκηνή. Προσπάθησα να μην κοιτάζω το αγόρι καθώς πλήρωνα κι έβγαινα χωρίς ν' αγγίξω το φαγητό μου. Ένιωθα ντροπή και για τους δυο μας. Είναι περίεργο πως άνθρωποι με τίμια αισθήματα κι ευαισθησία, που δε θα κορόιδευαν ποτέ έναν άνθρωπο που γεννήθηκε χωρίς χέρια ή πόδια ή μάτια - πως τέτοιοι άνθρωποι δε σκέφτονται τώρα τίποτα όταν κακομεταχειρίζονται έναν άνθρωπο που γεννήθηκε με χαμηλή ευφυΐα. Με εξόργιζε να σκέφτομαι πως πρίv λίγο καιρό και γω όπως και τούτο το αγόρι, έκανα με τη βλακεία μου τον παλιάτσο για τους άλλους. Και κοντεύω κιόλας να το ξεχάσω. Είχα κρύψει την εικόνα του παλιού Τσάρλη Γκόρντον από τον εαυτό μου γιατί τώρα που είμαι έξυπνος ήταν κάτι που έπρεπε να το απωθήσω. Σήμερα όμως, κοιτάζοντας εκείνο το αγόρι, είδα για πρώτη φορά τι ήμουν άλλοτε. Ήμουν ακριβώς σαν κι αυτόν! Έχει περάσει πολύ λίγος καιρός από τότε που έμαθα πως οι άνθρωποι με κορόιδευαν. Τώρα μπορώ να δω πως δίχως να το ξέρω γελούσα και γω μαζί τους κοροϊδεύοντας τον εαυτό μου.
Κι αυτό είναι που πονάει πιο πολύ απ' όλα.



Ξαναδιάβασα πολλές φορές τα δελτία που έγραφα και είδα την αγραμματοσύνη, την παιδική αφέλεια, το καθυστερημένο μυαλό που κοιτάζει μέσα από 'να σκοτεινό δωμάτιο, από την κλειδαρότρυπα, το εκτυφλωτικό φως που βρίσκεται απέξω. Βλέπω πως ακόμα και μέσα στη βλακεία μου ήξερα πως ήμουν κατώτερος, και πως οι άλλοι άνθρωποι είχαν κάτι που μου έλειπε - κάτι που μου το είχαν αρνηθεί. Μέσα στην πνευματική μου τύφλωση σκεφτόμουνα πως ήταν κάτι συνδεμένο με την ικανότητα να γράφω και να διαβάζω κι ήμόυν σίγουρος πως αν κατάφερνα αυτά τα δύο πράγματα θ' αποκτούσα αυτόματα ευφυΐα. Ακόμα κι ένας καθυστερημένος θέλει να είναι σαν τους άλλους ανθρώπους. Ένα παιδί μπορεί να μην ξέρει πως να φάει μόνο του ή τι να φάει, κι ωστόσο ξέρει πως πεινάει. Έτσι ήμουνα κι εγώ, κι ας μην το' ξερα. Κι ακόμα κι όταν το μυαλό μου ξύπνησε, δεν το είχα καταλάβει. Αυτή ή μέρα ήταν πολύ σημαντική για μένα. Είδα το παρελθόν καθαρότερα και γιαυτό αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τη γνώση και τις ικανότητες μου για να δουλέψω σ' αυτό το πεδίο: στην ανύψωση του επιπέδου της ανθρώπινης ευφυΐας. Ποιος είναι καλύτερα προικισμένος για να κάνει κάτι τέτοιο; Ποιος άλλος έχει ζήσει και στους δύο κόσμους; Αυτοί οι άνθρωποι είναι δικοί μου. Πρέπει να χρησιμοποιήσω το χάρισμά μου για να κάνω κάτι γι' αυτούς. Αύριο θα συζητήσω με το δρα Στράους πως μπορώ να δουλέψω σ' αύτή τη σφαίρα. Ίσως μπορώ να τον βοηθήσω στην επεξεργασία των προβλημάτων μιας πλατιάς χρήσης αυτής της τεχνικής που χρησιμοποίησαν και σε μένα. Έχω πολλές καλές ιδέες πάνω σ' αυτό. Υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να γίνουν μ' αύτή την τεχνική. Αν εγώ κατάφερα να γίνω μεγαλοφυία, τι θα μπορούσαν να γίνουν χιλιάδες άλλοι που είναι σαν και μένα; Τι απίθανα επίπεδα θα μπορούσαν να φτάσουν αν χρησιμοποιούσαν αυτή την τεχνική σε φυσιολογικούς ανθρώπους; Ή σε μεγαλοφυίες; Υπάρχουν πολλές πόρτες ν' ανοίξω. Δε βλέπω την ώρα ν' αρχίσω.


Δελτίον προόδου 13-23 Μαίου

Έγινε σήμερα.
Ο Αλγκερνον με δάγκωσε. Πήγα στο εργαστήριο να τον δω, όπως συνηθίζω κάπου κάπου, κι όταν τον έβγαλα απ' το κλουβί του μου άρπαξε το χέρι. Τον έκλεισα πάλι και τον παρατήρησα. Ήταν ασυνήθιστα αναστατωμένος και κακός.


24 Μαίου

Ο Μπαρτ που είναι υπεύθυνος για τα πειραματόζωα μου λέει πως ο Αλγκερνον αλλάζει. Τώρα πια δε συνεργάζεται τόσο πρόθυμα, δε θέλει να ξαναμπεί στο λαβύρινθο. Τα κίνητρά του είναι πεσμένα. Και δεν τρώει καλά. Όλοι είναι αναστατωμένοι και σκέφτονται τι μπορεί να σημαίνει αυτό.


25 Μαίου

Τώρα ταίζουν με το ζόρι τον Αλγκερνον που αρνιέται να λύσει το πρόβλημα του αλλαγμένου λουκέτου. Όλοι με ταυτίζουν με τον Αλγκερνον. Κατά κάποιο τρόπο είμαστε τα πρώτα δείγματα ενός νέου είδους. Όλοι υποκρίνονται πως ή συμπεριφορά του Αλγκερνον δεν έχει καμιά σχέση με μένα. Είναι όμως δύσκολο να κρύψουν το γεγονός πως και μερικά άλλα ζώα που χρησιμοποιήθηκαν γι' αυτό το πείραμα δείχνουν περίεργη συμπεριφορά. Ο δρ Στράους και ο δρ Νέμουρ με παρακάλεσαν να μην ξαναπάω στο εργαστήριο. Ξέρω τι σκέφτονται αλλά δεν μπορώ να το δεχτώ. Θα προχωρήσω τα σχέδιά μου για την έρευνα. Μόλο το σεβασμό που έχω σ' αυτούς τους άξιους επιστήμονες, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω πόσο περιορισμένοι είναι.. Αν υπάρχει απάντηση, θα πρέπει να τη βρω μόνος μου.

Ξαφνικά o χρόνος αρχίζει ν' αποκτά τεράστια σημασία για μένα.


29 Μαίου

Μου παραχώρησαν δικό μου εργαστήριο και την άδεια να προχωρήσω την έρευνά μου. Κάτι έχω αρχίσει να βρίσκω. Δουλεύω μέρα νύχτα. Είπα και μου έφεραν ένα κρεβάτι για να κοιμάμαι στο εργαστήριο. Ο περισσότερος χρόνος που διαθέτω για γράψιμο αφιερώνεται στις σημειώσεις μου που τις κρατάω σε χωριστό ντοσιέ, αλλά κάπου κάπου νιώθω την ανάγκη να γράφω τις σκέψεις μου και όσα αισθάνομαι, επειδή το 'χω πια συνηθίσει. Ανακάλυψα πως ο υπολογιστής της ευφυΐας είναι μια συναρπαστική μελέτη. Εδώ μπορεί να εφαρμοστεί όλη ή γνώση που απέκτησα. Κατά κάποιο τρόπο είναι το πρόβλημα που μ' απασχόλησε σ' όλη μου τη ζωή.



31 Μαίου 


Ο δρ Στράους πιστεύει πως δουλεύω υπερβολικά. Ο δρ Νέμουρ λέει πως προσπαθώ να συμπυκνώσω μια ζωή έρευνας και σκέψης σε λίγες βδομάδες. Ξέρω πως θα 'πρεπε ν' αναπαύομαι, αλλά κάτι μέσα μου με σπρώχνει και δεν μπορώ να σταματήσω. 
Πρέπει να βρω τους λόγους της ραγδαίας κάμψης του Αλγκερνον.
Πρέπει να μάθω αν και πότε θα συμβεί το ίδιο και σε μένα.


4 loυvίoυ


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΔΡΑ ΣΤΡΑΟΥΣ (αντίγραφο)

Αγαπητέ δρ Στράους: 

Σε ξεχωριστό φάκελο σας εσωκλείω αντίγραφο της μελέτης μου με τίτλο 
«Η Περίπτωση Αλγκερνον-Γκόρντον: Μια Μελέτη της Δομής και της Λειτουργίας της Αυξημένης Ευφυΐας», 
που θα ήθελα να τη διαβάσετε και να τη δημοσιεύσετε. Όπως βλέπετε, τα πειράματά μου ολοκληρώθηκαν. Έχω περιλάβει στη μελέτη μου όλους τους τύπους μου καθώς και μια μαθηματική ανάλυση στο Παράρτημα που επισυνάπτεται. Φυσικά όλα αυτά θα πρέπει να επαληθευτούν. 'Εξαιτίας της σημασίας τους και για το δρα Νέμουρ (και ίσως, θα' πρεπε να πω, και για μένα) έχω ελέγξει κατ' επανάληψη τα πορίσματά μου ελπίζοντας να βρω κάποιο λάθος. Λυπάμαι που το λέω, αλλά τα πορίσματα αυτά ευσταθούν απόλυτα. Κι ωστόσο, προς χάρη της επιστήμης, είμαι ευγνώμων για την ελάχιστη προσφορά μου στη γνώση της λειτουργίας του ανθρώπινου εγκέφαλου και των νόμων που κυβερνούν την τεχνητή μεταβολή της ανθρώπινης ευφυΐας. Θυμάμαι πως κάποτε μου λέγατε ότι μια πειραματική αποτυχία ή η κατάρριψη μιας θεωρίας είχε σημασία για την πρόοδο της μάθησης, την ίδια ίσως σημασία με την επιτυχία. Τώρα ξέρω πως αυτό είναι αλήθεια.

Λυπάμαι ωστόσο που ή προσφορά μου σ' αύτή την περιοχή θα πρέπει να στηριχτεί στις στάχτες του έργου δύο ανθρώπων που εκτιμώ τόσο πολύ.

Ειλικρινά δικός σας, Τσαρλς Γκόρντον


5 loυvίoυ

Πρέπει να παραμερίσω τα προσωπικά μου αισθήματα. Τα στοιχεία και τα αποτελέσματα των πειραμάτων μου είναι σαφή, τόσο που και οι πιο συγκινητικές πλευρές της ραγδαίας ανόδου μου να μη σκιάζουν το γεγονός ότι ο τριπλασιασμός της ευφυΐας με τη χειρουργική τεχνική που ανέπτυξαν o δρ Στράους και ο δρ Νέμουρ μπορεί να θεωρηθεί ελάχιστης ή ανύπαρκτης πρακτικής εφαρμοσιμότητας (προς το παρόν) για την αύξηση της ανθρώπινης ευφυΐας. Επανεξετάζοντας τα στοιχεία και τις αναφορές σχετικά με τον Αλγκερνον βλέπω πως, αν και διατρέχει από βιολογική άποψη την παιδική του ηλικία, έχει καμφθεί πνευματικά. Η κινητική του δραστηριότητα είναι μειωμένη' υπάρχει μια γενική κάμψη της μυϊκής του δραστηριότητας' υπάρχει ακόμα επιταχυνόμενη απώλεια συντονισμού. Υπάρχουν επίσης ισχυρές ενδείξεις προοδευτικής αμνησίας. Όπως φαίνεται και από τη μελέτη μου, όλα αυτά αλλά και άλλα φυσικά και πνευματικά σύνδρομα εκφυλισμού μπορούν να προβλεφθούν με στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα από την εφαρμογή του μαθηματικού τύπου μου. Το χειρουργικό ερέθισμα που δεχτήκαμε και οι δύο μας έχει καταλήξει σε ένταση και επιτάχυνση όλων των πνευματικών λειτουργιών. Η απρόβλεπτη συνέπεια, που πήρα το θάρρος να ονομάσω Περίπτωση Αλγκερνον-Γκόρντον, είναι το λογικό επακόλουθο ολόκληρης της επιτάχυνσης της ευφυΐας.

Η υπόθεση που αποδεικνύεται εδώ μπορεί να περιγραφεί άπλά με τους έξής όρους: Η τεχνητά αυξημένη ευφυΐα αποσυντονίζεται και φθείρεται σε χρόνο ευθέως ανάλογο με την ποσότητα της αύξησης... Όσο μπορώ να γράφω θα συνεχίσω να σημειώνω τις σκέψεις μου σ' αυτά τα δελτία προόδου. Είναι μια απ' τις λίγες ευχαριστήσεις που έχω. Ωστόσο όλες οι ενδείξεις λένε πως ή πνευματική μου κατάρρευση θα είναι ραγδαία. Έχω ήδη αρχίσει να παρατηρώ σημάδια συναισθηματικής αστάθειας και αμνησίας, τα πρώτα συμπτώματα της φθοράς.



10 Ιουνίου

Ο εκφυλισμός συνεχίζεται. Αρχισα να γίνομαι αφηρημένος.

Πριν δυο μέρες πέθανε ο Αλγκερνον. Η νεκροτομή δείχνει πως οι προβλέψεις μου ήταν σωστές.
Ο εγκέφαλος του ελαττώθηκε σε βάρος και υπήρχε μια γενική ισοπέδωση στις έλικες καθώς και βάθυνση και διεύρυνση των εγκεφαλικών λοβών. Πιστεύω πως το ίδιο πράγμα συμβαίνει και σε μένα, ή πρόκειται να συμβεί σύντομα. Τώρα που είμαι σίγουρος γι' αυτό δε θέλω να συμβεί. 

Έβαλα το σώμα του Αλγκερνον σ' ένα κουτί από τυράκια και τον έθαψα στην αυλή.

Έκλαψα.


15 Ιουνίου 


Ήρθε να με ξαναδεί ο δρ Στράους. Δεν ήθελα ν' ανοίξω την πόρτα και του είπα να φύγει. Θέλω να μείνω μόνος μου. Έχω γίνει ευέξαπτος και ευσυγκίνητος. Νιώθω το σκοτάδι να κλείνει από παντού. Είναι δύσκολο ν' αποδιώξω τη σκέψη της αυτοκτονίας. Λέω συνέχεια στον εαυτό μου πόσο σπουδαίο θα είναι αυτό το ταξίδι της ενδοσκόπησης. Παράξενο αίσθημα, να ξαναπιάνεις ένα βιβλίο που έχεις διαβάσει κι έχεις απολαύσει πριν λίγους μήνες και ν' ανακαλύπτεις πως δεν το θυμάσαι. Θυμάμαι πως θεωρούσα τον Τζων Μίλτον σπουδαίο, μα όταν ξανάπιασα το Χαμένο Παράδεισο δεν μπορούσα να τον καταλάβω διόλου. Θύμωσα τόσο που πέταξα το βιβλίο στην άλλη άκρη της κάμαρας. Πρέπει να προσπαθήσω να κρατήσω έστω κι ένα κομμάτι απ' όλα αυτά. Μερικά απ' τα πράγματα που έμαθα. 
Θε μου, σε παρακαλώ, μη μου τα πάρεις όλα.


19 Ιουνίου

Κάποιες φορές βγαίνω νύχτα για ένα περίπατο. Χτες τη νύχτα δε μπορούσα να θυμηθώ που μένω. Ένας αστυφύλακας με πήγε σπίτι. Έχω ένα περίεργο αίσθημα πως όλα αυτά μου έχουν ξανασυμβεί - πριν πολύ καιρό. Λέω συνέχεια στον εαυτό μου πως είμαι ο μοναδικός άνθρωπος στον κόσμο που μπορεί να περιγράψει αυτό που του συμβαίνει.



21 Ιουνίου

Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ; Πρέπει να παλέψω. Κάθομαι στο κρεβάτι μέρες, δεν ξέρω ποιος ούτε που είμαι. 'Επειτα όλα μου ξαναγυρίζουν σαν αναλαμπή. Κρίσεις αμνησίας. Συμπτώματα γηρατειών - δεύτερη παιδική ηλικία. Τα βλέπω που έρχονται. Είναι τόσο ανελέητα λογικό. Έμαθα τόσα πολλά και τόσο γρήγορα. Τώρα το μυαλό μου εκφυλίζεται ραγδαία. Δε θα τ' αφήσω να γίνει. Θα το πολεμήσω. Δε βγάζω απ' το νου μου το αγόρι στο εστιατόριο, την άδεια έκφραση, το ηλίθιο χαμόγελο, τον κόσμο που κορόιδευε. 

Όχι - παρακαλώ -- όχι πάλι το ίδιο...



22 Ιουνίου

Ξεχνάω πράγματα που έμαθα πρόσφατα. Φαίνεται πως ακολουθώ το κλασικό σχήμα - τα τελευταία πράγματα που μαθαίνεις είναι τα πρώτα που ξεχνάς. Η μήπως δεν είναι έτσι; Θα πρέπει να το ξανακοιτάξω... Ξαναδιάβασα τη μελέτη μου για την Περίπτωση Αλγκερνον - Γκόρντον κι έχω μια περίεργη αίσθηση πως την έχει γράψει κάποιος άλλος. Υπάρχουν ολόκληρα κομμάτια που δεν καταλαβαίνω. Η κινητική ενέργεια ελαττώνεται. 'Ολο σκοντάφτω και το βρίσκω ολοένα και δυσκολότερο να γράφω στη μηχανή.


23 Ιουνίου

Έπαψα πια να χρησιμοποιώ γραφομηχανή. Ο συντονισμός μου είναι κακός. Νιώθω πως κινούμαι όλο και πιο αργά. Σήμερα πέρασα ένα τρομερό σοκ. Έπιασα,το αντίγραφο ενός άρθρου πού χρησιμοποίησα στην έρευνά μου, το uber psychische Ganzheit του Κρούγκερ για να δω αν θα με βοηθούσε να καταλάβω τι είχα κάνει. Στην αρχή νόμισα πως έφταιγαν τα μάτια μου. Έπειτα κατάλαβα πως δεν μπορούσα πια να διαβάσω γερμανικά. Δοκίμασα τις άλλες γλώσσες.

Πάνε όλες.



30 loυvίoυ

Πάει μια βδομάδα που δεν τόλμαγα να γράψω. Ξεγλιστράει σαν άμμος απ' τα δάχτυλά μου. Τώρα τα περισσότερα απ' τα βιβλία που έχω μου φαίνονται πολύ δύσκολα. Θυμώνω μαζί τους γιατί ξέρω πως μόλις πριν λίγες βδομάδες τα διάβαζα και τα καταλάβαινα. Λέω συνέχεια πως πρέπει να συνεχίσω να γράφω αυτά τα δελτία για να μάθουν κάποτε τι μου συνέβηκε. Γίνεται όμως όλο και πιο δύσκολο να βρίσκω τις λέξεις και την ορθογραφία. Τώρα πια πρέπει να κοιτάζω ακόμα και τις απλές λέξεις στο λεξικό κι αυτό με κάνει να χάνω την υπομονή μου.

Ο δρ Στράους έρχεται σχεδόν καθημερινά, αλλά του είπα πως δε θέλω να βλέπω ούτε να μιλάω σε κανένα. Νιώθει ένοχος. Όλοι τους.
Αλλά δεν κατηγορώ κανέναν. Ήξερα πως θα συνέβαινε. 


Αλλά πως πονάει!



7 Ιουλίου

Δεν ξέρω που πήγε η βδομάδα. Σήμερα Κυριακή' το ξέρω γιατί βλέπω απ' το παράθυρο τον κόσμο που πάει εκκλησία. Πρέπει να 'μεινα στο κρεβάτι όλη τη βδομάδα αλλά θυμάμαι πως η κυρία Φλυν μου έφερε φαί μερικές φορές. 'Ολο λέω πως πρέπει να κάνω κάτι αλλά έπειτα ξεχνάω ή μπορεί vα'ναι πιο εύκολο να μην κάνω ό,τι λέω πως θα κάνω. Αυτές τις μέρες σκέφτομαι πολύ τη μητέρα μου και τον πατέρα μου. Βρήκα μια φωτογραφία τους μαζί μου, βγαλμένη στη θάλασσα. Ο πατέρας μου κρατάει μια μεγάλη μπάλα στη μασχάλη κι ή μητέρα μου με κρατάει απ' το χέρι. Δεν τους θυμάμαι όπως είναι στη φωτογραφία. Το μόνο που θυμάμε είναι ο πατέρας μου, μεθυσμένος τις πιο πολλές φορές, να τσακώνετε με τη μαμά για λεφτά. Ήτανε πάντα αξύριστος και μου γρατζούναγε το πρόσωπο όταν με φίλαγε. Η μαμά μου έλεγε πως πέθανε όμως ο ξάδερφός μου ο Μίλτι έλεγε πως άκουσε τη μαμά του και το μπαμπά του να λένε πως ο πατέρας μου το 'σκασε με μια άλλη γυναίκα. Οταν ρώτησα τη μητέρα μου μου έδωσε ένα μπάτσο κι είπε πως ο πατέρας μου πέθανε. Δε νομίζω πως έμαθα ποτέ ποια ήταν η αλήθεια αλλά τώρα δε με νιάζει πολύ. (Έλεγε πως θα μ' έπαιρνε να δούμε τις αγελάδες σ' ένα κτήμα αλλά δε με πήγε ποτέ. Ποτέ δεν κράταγε τις υποσχέσεις του...)


10 Ιουλίου

Η νοικοκυρά μου η κυρία Φλυν ανησυχεί για μένα. Λέει πως έτσι που κάθομε στο κρεβάτι όλη μέρα και δεν κάνω τίποτα της θυμίζω το γιο της προτού να τον πετάξει απ' το σπίτι. Λέει πως δεν της αρέσουν οι χασομέρηδες. Αλλο νάμαι άρρωστος αλλά αν είμαι χασομέρης δε θα μ' ανεχτεί.

Της είπα νομίζω πως είμαι άρρωστος. Προσπαθώ να διαβάζω λιγάκι κάθε μέρα, πιο πολύ ιστορίες, αλλά κάποτε πρέπει να ξαναδιαβάζω το ίδιο πράγμα πολλές φορές γιατί δεν καταλαβαίνω τι θέλει να πει. Κι είναι δύσκολο να γράφω. Ξέρω πως θάπρεπε να κοιτάζω όλες τις λέξεις στο λεξικό αλλά είναι τόσο δύσκολο κι είμαι πάντα τόσο κουρασμένος. Έπειτα σκέφτηκα να χρησιμοποιώ μόνο τις εύκολες λέξεις αντί για τις μεγάλες δύσκολες. Γλιτώνω χρόνο.

Βάζω λουλούδια στον τάφο του Αλγκερνον κάθε βδομάδα. Η κυρία Φλυν νομίζει πως τρελάθηκα που βάζω λουλούδια στον τάφο ενός ποντικού αλλά της είπα πως ο Αλγκερνον ήτανε σπουδαίος.


14 Ιουλίου

Είναι πάλι Κυριακή. Δεν έχω να κάνω τίποτα για ν' ασχολιέμαι γιατί η τηλεόρασή μου έσπασε και δεν έχω λεφτά να τη φτιάξω. (Νομίζω πως έχασα το μισθό του μηνάς από το εργαστήριο. Δε θυμάμαι.) Έχο φοβερούς πονοκέφαλους και η ασπιρίνη δε με βοηθάι πολύ. Η κυρία Φλυν ξέρει πος είμε στ' αλήθεια άρωστος και με λιπάται πολή. 

Είνε σπουδαία γιναίκα όταν είναι κανείς άρωστος.


22 Ιουλίου

Η κυρία Φλυν έφερε ένα παράκσενο γιατρό να με δει. Φοβότανε πως θα πεθάνω.
Είπα στο γιατρό δεν είμαι και τόσο άρωστος μόνο που κσεχνάο μερικές φορές. Με ρώτισε αν έχο φίλους ή συνκενείς και είπα όχι δεν έχο κανένα. Του είπα για ένα φίλο που είχα τον Αλγκερνον αλλά ίτανε ποντήκι και πέζαμε και παραβγαίναμε. Με κίτακσε περίεργα σα να έλεγε πος είμαι τρελός. Χαμογέλασε άμα του είπα πος ίμουνα μεγαλοφήα. Μου μίλαγε σα να είμαι μορό κι έκανε νόιμα στην κυρία Φλυν. Αγρίεπσα και τον πέτακσα έκσω γιατί με κορόηδεβε όπως με κοροηδέβανε άλλοτε.



24 Ιουλίου

Δεν έχο άλα λεφτά και η κυρία Φλυν λέι ποσ πρέπι να δουλέπσο κάπου και να πληρώνο το νίκι γιατή έχο απλήρωτα δήο μίνες. Δεν κσέρο άλη δουληά από τη δουληά που έκανα στην ετερήα πλαστικόν Ντονεγκαν. Δε θέλο να κσαναγηρήσο εκεί γιατή όλοι με κσέρανε όταν ήμουνα έκσιπνοσ και μπορεί να με κοροηδέβουνε. Ομοσ δεν κσέρω τη άλο να κάνο για να βγάλω λεφτά.


25 Ιουλίου

Κίταζα τα παληά μου δελτία και ίνε πολί άστίο αλά δεν μπορό να διαβάσο τι έγραφα. Βγάζο μερικέσ λέκσισ αλά δεν καταλαβένο τίποτα. Ιρθε στην πόρτα η μισ Κίνιαν αλά λέο φύγε δε θέλο να σε δο. Ολο έκλεγε αλά δεν τισ άνηγα γιατί δεν ίθελα να με κοροηδέβι. Τισ ίπα που δεν την αγαπάο πχιά. Ίπα πσέματα. Τιν αγαπάο ακόμα και θέλο ακόμα να ίμε έκσιπνος αλά έπρεπε να πο έτση για να φίγι. Εδοσε στην κιρία Φλυν λεφτά για το νίκι. Δε θέλο. Πρέπι να βρο δουληά. 

Παρακαλό... παρακαλό ασ μιν κσεχάσο να γράφο κε να διαβάζο...



27 Ιουλίου

Ο κίριος Ντονεγκαν ίτανε πολί έβγενικόσ άμα πίγα και του ζίτισα να ξαναγίνο επιστάτισ τιν παλιά μου δουλιά. Στιν αρχί δεν πίστεβε αλά του ίπα τι έγινε κι έπιτα λιπίθικε πολί κι έβαλε το χέρι του στον όμο μου κε ίπε Τσάρλη Γκόρντον ίσε παλικάρι. Ολι με κιτάγανε άμα κατέβικα και άρχισα τι δουλιά στα αποχοριτίρια και τα σκούπιζα όποσ πριν. Ίπα μέσα μου Τσάρλη αν σε κοροηδέπσουνε μη θιμόνισ γιατί να θιμάσε ότι εκίνι δεν ίνε τόσο έκσιπνι όσο ίσουνα εσύ άλλοτε. Κι έπιτα πιο πριν ίτανε φίλι σου κι αν σε κοροηδέβανε δε θα πι ποσ δε σαγαπάγανε κιόλα. Ενασ από τουσ κενούργηουσ που έπιασε δουληά άμα ίχα φίγι εγό έκανε μια χοντράδα και λέι ρε Τσάρλι ίσε πολί έκσιπνοσ πεδί θάβμα. Πεσ κάτη έκσιπνο. Ενιοσα άσκιμα αλά τότε ίρθε ο Τζο Καρπ κε τον άρπακσε απτό πουκάμισο κε λέι άστον ίσιχο παλιόμουτρο γιατή θα σου στρίπσο το λαρίγγι. Δεν περίμενα που ο Τζο θα έπερνε το μέροσ μου και λέο θάνε σταλίθια φίλοσ. Πιο έπιτα έρχετε ο Φρανκ και λέι Τσάρλη αν κανένασ σε πιράκσι να το πισ σε μένα ή στο Τζο και θα τον σιγιρίσουμε. Λέο φχαριστό Φρανκ και κόμπιασα κι έτσι γίρισα και μπίκα στιν αποθίκι για να μη με δι να κλέο.
Ίνε καλό νάχισ φίλουσ.


28 Ιουλίου 


Σίμερα έκανα μία βλακία ξέχαοα ποσ δεν ίμουνα στιν τάκσι τισ μισ Κίνιαν όποσ άλοτε.
Πίγα και κάθισα στιν παλιά μου θέσι πίσο πίσο κε με κίτακσε περίεργα κε ίπε Τσάρλσ. Δε θιμάμε να μέλεγε έτσι άλοτε μόνο Τσάρλη έτσι λέο χέρετε μισ Κίνιαν ίμε έτιμοσ για το μάθιμα σίμερα μόνο έχασα το αναγνοστικόμου. Βάζι τα κλάματα κε βγίκε τρέχοντασ κι όλι με κιτάζανε κε ίδα που δεν ίτανε ο ίδγιοσ κόζμοσ που ίτανε στιν τάκσι μου. Τότε κσαφνικά θιμίθικα κάτι για τιν ενχίρισι και που έγινα έκσιπνος κιέφιγα προτού να γιρίσι στιν έθουσα. Γιαφτό φέβγο από τη Νέα Ίόρκι για καλά. Δε θέλο να κσαναγίνο έτσι πάλι. Δε θέλο να με λιπάτε ή μισ Κίνιαν. Ολι με λιπούντε στο εργοστάσιο κε ούτε κιαφτό μαρέσι γιαφτό φέβγο για κάπου που κανίσ δε θα κσέρι ότι ο Τσάρλη Γκόρντον ίτανε κάποτε εφήα κε τόρα ούτε που μπορί να διαβάσι κε να γράπσι σοστά. Πέρνο μαζί μου λίγα βιβλία κιασ μι μπορό να τα διαβάζο θα προσπαθίσο πολί κε μπορί να μι τα κσεχάσο όλα που έμαθα. αμα προσπαθίσο πολί μπορί να γίνο λίγο εκσιπνότεροσ άπότι ιμουνα πριν τιν ενχίρισι. Έχο το λαγοπόδαρο κε τιν τιχερή πεντάρα μου και μπορί να με βοηθίσουνε.
Μισ Κίνιαν άμα το διαβάσισ αφτό ποτέ να μι με λιπάσε εγό χέρομε που ίχα μια εφκερία να γίνο έκσιπνοσ γιατί έμαθα ένα σορό πράματα που δεν ίκσερα ποτέ ποσ ίνε στον κόσμο κε χέρομε που τα ίδα όλα για λιγάκι. Δεν κσέρο γιατί ίμε πάλη βλάκασ ί τι έφτεκσα μπορί να μιν προσπάθισα πολί. Μα αν προσπαθίσο πολί σκλιρά μπορί να γίνο εκσιπνότεροσ κε να μάθο τι ίνε όλες οι λέκσισ. Θιμάμε λιγάκη πόσο όμορφα ένιοθα με κίνο το γαλάζηο βιβλίο με το σκισμένο ντίμα άμα το διάβαζα. Να γιατί θα προσπαθίσο να γίνο έκσιπνος για να το κσανανιόσο πάλι. Ίνε όμορφα να κσέρις πράματα και να ίσε έκσιπνοσ. Μακάρι να το ίχα τόρα δα αν το ίχα θα καθόμουνα και θα δγιάβαζα όλι την όρα. Πάντοσ σίγουρα ίμε ο μόνοσ βλάκασ σόλο το γκόσμο που βρίκε κάτι σπουδέο για την επιστίμι. Θιμάμε ποσ έκανα κάτι αλά δε θιμάμε τι. Αλά νομίζο ποσ το έκανα για όλουσ τουσ βλάκες σαν κε μένα.
Αντίο μισ Κίνιαν κε δόκτορ Στράουσ κι όλι σας.

Κε Υ. Γ. 1 παρακαλό πέστε στο δόκτορ Νέμουρ να μιν ίνε τόσο στριμένοσ άμα τον κοροηδέβουν κε θα κάνι περισότερους φήλουσ. Ινε έφκολο να κάνισ φίλους άμα άφίνισ να σε κοροηδέβουνε. Εγό τόρα θα έχο ένα σορό φήλουσ εκί που πάο.
Υ. Γ. 2 Σασ παρακαλό άμα εφκερήσετε βάλτε λίγα λουλούδγια στον τάφο του Αλγκερνον.
Είνε στιν πίσο αβλί...

Daniel Keyes (9 Αυγούστου 1927 - 15 Ιουνίου 2014) 

[μεταφρ. Τζένη Μαστοράκη]


Η νουβέλα δημοσιεύθηκε αρχικά τον Απρίλιο του 1959 στο The Magazine of Fantazy & Sience Fiction και το 1966 ξαναγράφηκε ως μυθιστόρημα χωρίς όμως να έχει τη συμπυκνωμένη ένταση του αρχικού κειμένου.


Ο Ντάνιελ Κέις γεννήθηκε στο Μπρούκλιν της Ν. Υόρκης το 1929. Αφ ότου αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Μπρούκλιν, το 1950 παίρνοντας πτυχίο στην ψυχολογία, η ζωή του ακολούθησε νομαδική πορεία. Στη διάρκεια των επόμενων ετών θα εργαστεί ως ναυτικός σε εμπορικά πλοία, ως λογιστής πλοίου, ως επιμελητής πεζογραφικών εκδόσεων και ως καθηγητής γυμνασίου. Είναι ευρέως γνωστός για τα ευαίσθητα γραπτά του σχετικά με ανθρώπους με διανοητική αναπηρία. 
Έτυχε θερμής υποδοχής από τους βιβλιοκριτικούς για το αφήγημα του ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΓΚΕΡΝΟΝ. Επίσης έχει γράψει το ΑΓΓΙΓΜΑ, Ο ΔΙΠΛΟΣ ΝΟΥΣ ΤΟΥ ΜΠΙΛΙ ΜΙΛΙΓΚΑΝ και ΦΑΝΕΡΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΟΝΤΙΑ.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Ο Ίρβιν Γιάλομ και το δώρο της ψυχοθεραπείας‏ (Ν)


Ο Ίρβιν Γιάλομ και το δώρο της ψυχοθεραπείας‏

Το ανθρώπινο μυαλό είναι μεγαλειώδες και πολλοί είναι οι άνθρωποι που, με το δικό τους πνευματικό μεγαλείο, έχουν ξεχωρίσει, δημιουργήσει και προσφέρει ριζικά στην κοινωνία. Καλλιτέχνες, επιστήμονες, συγγραφείς, ηγέτες, φιλόσοφοι!
Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που μπορούν να συνδυάσουν επάξια πολλά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Είμαι πολύ χαρούμενη που σήμερα θα αναφερθώ σε έναν άνθρωπο που, κατά την προσωπική μου άποψη, είναι επιστήμονας, φιλόσοφος, συγγραφέας και καλλιτέχνης ταυτοχρόνως. Ένας άνθρωπος που με την πρωτοτυπία, την αφοσίωση και την ευαισθησία του έχει υπάρξει απόλυτος γνώστης της ανθρώπινης ψυχής, αρωγός στην προσπάθεια ερμηνείας και ίασης του ψυχικού κόσμου, υπαρξιστής φιλόσοφος, πιστός στην έμφυτη τάση του ανθρώπου να εξυψώνεται, δημιουργός μερικών από τα διασημότερα βιβλία των τελευταίων δεκαετιών και εμπνευστής του φιλοσοφικού και επιστημονικού κόσμου εδώ και μισό αιώνα περίπου.
Αυτός είναι ο Irvin Yalom, ένα όνομα που σίγουρα θα μείνει σε πολλούς ανεξίτηλο.



Ο Yalom γεννήθηκε στις 13 Ιουνίου του 1931 στην Ουάσιγκτον, γόνος μιας φτωχής εβραϊκής οικογένειας. Μεγάλωσε σε ένα υποβαθμισμένο και επικίνδυνο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να αποφεύγει να παίζει στη γειτονιά, μένοντας σπίτι και διαβάζοντας βιβλία. Τη δεκαετία του 1950 εισήχθη στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης και σπούδασε Ιατρική. Στη συνέχεια έκανε την πρακτική του στο νοσοκομείο Mount Sinai Hospital της Νέας Υόρκης και, έπειτα, ειδικεύτηκε ως ψυχίατρος στο νοσοκομείο Johns Hopkins. H εκπαίδευσή του ολοκληρώθηκε το 1960. Μαθητής και αργότερα συνεργάτης του γνωστού ψυχοθεραπευτή και συγγραφέα Rollo May, ο Yalom ασχολήθηκε με την υπαρξιακή ψυχιατρική και έγινε γρήγορα γνωστός για την κλινική και ερευνητική ενασχόληση του με την ομαδική ψυχοθεραπεία. Λίγα χρόνια μετά, ξεκινά και η ακαδημαϊκή του καριέρα στο πανεπιστήμιο του Stanford. To 1963 εισχώρησε στην κοινότητα του Stanford, ενώ το 1968 ορκίστηκε ως επίτιμος καθηγητής ψυχιατρικής, αξίωμα που του έδωσε την ευκαιρία να αναπτύξει ευρέως την υπαρξιακή του θεωρία και να μεταβιβάσει με καινοτομία το θεραπευτικό του πλαίσιο σε μια νέα γενιά ψυχοθεραπευτών.


Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του πορεία, ο Yalom ασχολείται εκτενώς με την ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, τόσο σε διάφορα νοσοκομεία και κλινικές όσο και σε προσωπική ψυχανάλυση με τους ασθενείς του. Όντας ήδη συγγραφέας πολλών επιστημονικών άρθρων και δοκιμίων, συγγράφει το πρώτο του βιβλίο “ Theory and Practice of Group Psychotherapy” ( « Θεωρία και πρακτική της ομαδικής ψυχοθεραπείας»), το οποίο έχει μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και αποτελεί το βασικό εγχειρίδιο σε πολλές σχολές ψυχιατρικής και ψυχοθεραπείας σε όλο τον κόσμο. Ο ίδιος ακολουθεί τα βήματα των προκατόχων του υπαρξιστών φιλοσόφων και ψυχοθεραπευτών, ενσωματώνει όμως τις ιδέες τους σε ένα δικό του υπαρξιακό οικοδόμημα, βασική θεώρηση του οποίου είναι ότι ο άνθρωπος είναι ον φτιαγμένο να εξελίσσεται θετικά και να εξυψώνεται πνευματικά, αρκεί να ξεπεραστούν όλα τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν αυτή τη θετική πορεία. Τα ψυχικά προβλήματα των σημερινών ανθρώπων είναι στην πλειοψηφία τους δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις και στην ανθρώπινη επαφή, καθώς και αδυναμία του ανθρώπου να αντιμετωπίσει επιτυχώς τα τρία μεγάλα υπαρξιακά θέματα: την ελευθερία, το θάνατο και το νόημα της ζωής. Ο Yalom δίνει, επίσης, μεγάλη έμφαση στις επιλογές και στην προσωπική ευθύνη. Οι άνθρωποι συνηθίζουν να κατηγορούν κάθε εξωγενή παράγοντα για τον προσωπικό εγκλωβισμό τους, αγνοώντας απλά ότι τα δεσμά τους είναι οι ίδιες οι επιλογές τους. Ο ψυχοθεραπευτής πρέπει να βοηθήσει τον ασθενή( αν και ο Yalom αποφεύγει συνήθως τον όρο αυτό, προτιμώντας τον χαρακτηρισμό «συνταξιδιώτη») να λύσει τα μεγάλα υπαρξιακά ζητήματα της ζωής, να ξεπεράσει τα εμπόδια που αναστέλλουν την ψυχική του ανάπτυξη και να συνειδητοποιήσει τη δύναμη που έχει να καθορίζει τη ζωή του και να κάνει σωστές επιλογές. Ο Yalom δηλώνει ότι αντιμετώπιζε πάντα κάθε νέο ασθενή του με δέος για την προσωπική ιστορία που ήταν έτοιμος να του ξεδιπλώσει. Πιστεύει στη μοναδικότητα του κάθε ατόμου, γι’ αυτό και κατακρίνει σταθερά τις παγιωμένες μεθόδους και θεραπευτικές τεχνικές, υποστηρίζοντας ότι κάθε μοναδικό άτομο χρειάζεται και μία μοναδική θεραπεία.


Το ευρύ κοινό, ωστόσο, γνώρισε το συγγραφέα-Yalom, μέσω των πολυάριθμων διηγημάτων και μυθιστορημάτων του. Το 1974 εκδίδει το “ Everyday gets a little closer”, ένα πείραμα που έκανε με μία ασθενή του που βρισκόταν σε ψυχοθεραπεία, δείχνοντας την αναγκαιότητα της κατανόησης και την επικοινωνίας μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο. Το 1989 εκδίδεται το πολυαγαπημένο « O δήμιος του έρωτα», μια συλλογή δέκα διηγημάτων, που αποτελούν αληθινές περιπτώσεις ασθενών του συγγραφέα. Το πρώτο του best-seller έρχεται το 1992 και δεν είναι άλλο από το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε», ένα μυθιστόρημα που πραγματεύεται τις απαρχές της ψυχοθεραπείας, μέσα από μια φανταστική «ψυχανάλυση» ανάμεσα στον θρυλικό γιατρό Joseph Breuer και το Νίτσε. Ακολουθούν τα « Στο ντιβάνι»(1996), «Η μάνα και το νόημα της ζωής»(1999), «Το δώρο της ψυχοθεραπείας»(2001),«Η θεραπεία του Σοπενάουερ»(2005) και το πρόσφατο «Με το βλέμμα στον ήλιο: ξεπερνώντας τον τρόμο του θανάτου»(2008).


Το αναγνωστικό κοινό έχει αγαπήσει τα βιβλία του Yalom, γιατί εκτός από τη μαγευτική μυθοπλασία του και το συγγραφικό του ταλέντο, τις σελίδες τους διαπερνά μια συγκινητική αισιοδοξία, ευαισθησία και αγάπη για τον άνθρωπο. Το χιούμορ ,βεβαίως, έχει πάντα εξέχουσα θέση, ειδικότερα μέσω του αυτοσαρκασμού και της απόλυτης ειλικρίνειας του συγγραφέα τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους ασθενείς ή τους ήρωές του. Πολλά βιβλία του περιέχουν αποκαλυπτικά αυτοβιογραφικά στοιχεία, καθώς ο ίδιος εξομολογείται πολλούς φόβους, όνειρα, σκέψεις και βιώματά του ( όχι πάντα και τόσο ευπρεπή!). Έχει γνωρίσει κάθε όψη της ανθρώπινης ζωής: ευτυχία και δυστυχία, νιάτα και γεράματα, θάνατο και αναγέννηση. Και μέσα από την πολύχρονη εμπειρία, έρευνα και «συνοδοιπορία» με τους ανθρώπους καταλήγει στο συμπέρασμα: « Για να ζήσεις τη ζωή στο μεδούλι της πρέπει να δεχτείς ότι τελειώνει. Για να πεθάνει κανείς καλά, πρέπει πρώτα να μάθει να ζει καλά».


Σήμερα ο Irvin Yalom είναι σχεδόν 80 χρονών, έχει τέσσερα παιδιά και πέντε εγγόνια. Συνεχίζει να εργάζεται, να δημιουργεί και να εμπνέει τις νέες γενιές ψυχοθεραπευτών. Θα αναρωτιέται κανείς γιατί στην αρχή χαρακτήρισα αυτόν τον άνθρωπο καλλιτέχνη. Καλλιτέχνης είναι αυτός που μπορεί από ένα απλό υλικό να δημιουργήσει κάτι νέο, όμορφο και δυνατό. Έτσι και αυτός. Μόνο που δεν εργάζεται ούτε με νότες ούτε με χρώματα. Δουλεύει με τους ανθρώπους, δουλεύει με τις ψυχές…

πηγή: ramnousia

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013



25 Αυγούστου 1983

Στο ρολόι του μικρού σταθμού είδα πως ήταν περασμένες 11 το βράδυ. Πήγα περπατώντας στο ξενοδοχείο. Όπως κι άλλες φορές, ένιωσα αυτή την παραίτηση και την ανακούφιση που μας προκ
αλούν οι οικείοι χώροι. Η μεγάλη εξώπορτα ήταν ανοιχτή• το κτίριο, σκοτεινό. Μπήκα στο χολ που οι θαμποί καθρέφτες του επαναλάμβαναν τα φυτά του σαλονιού. Κατά περίεργο τρόπο, ο ξενοδόχος δε με γνώρισε και μου εμφάνισε το βιβλίο πελατών. Πήρα την πένα που ήταν κρεμασμένη στο αναλόγιο, τη βούτηξα στο μπρούντζινο μελανοδοχείο και, τη στιγμή που έσκυβα πάνω απ’ το ανοιχτό βιβλίο, συνέβη η πρώτη απ’ τις πολλές εκπλήξεις που μου επιφύλασσε εκείνη η νύχτα. Τ’ όνομά μου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ήταν ήδη γραμμένο, και το μελάνι, ακόμα νωπό.
Ο ξενοδόχος μου είπε:
«Νόμιζα πως είχατε ήδη ανέβει».
Ύστερα, αφού με περιεργάστηκε, ένιωσε την ανάγκη ν’ απολογηθεί:
«Συγγνώμη, κύριε. Ο άλλος κύριος σας μοιάζει πάρα πολύ, αλλά εσείς είστε πολύ νεότερος».
Τον ρώτησα: «Σε ποιο δωμάτιο είναι;»
«Μου ζήτησε το 19» ήταν η απάντησή του.
Το φοβόμουν.



Άφησα κάτω την πένα κι ανέβηκα τρέχοντας τα σκαλιά. Το δωμάτιο 19 βρισκόταν στον δεύτερο όροφο κι έβλεπε σε μια φτωχή, εγκαταλειμμένη αυλή όπου υπήρχε ένας καγκελωτός φράχτης και, το θυμάμαι καλά, ένα παγκάκι. Ήταν το πιο ψηλό δωμάτιο του ξενοδοχείου. Έσπρωξα την πόρτα που υποχώρησε. Ο πολυέλαιος δεν ήταν αναμμένος. Κάτω απ’ το αμείλικτο φως με αναγνώρισα: με την πλάτη γυρισμένη, πάνω στο στενό σιδερένιο κρεβάτι, γερασμένος, αδυνατισμένος και κατάχλομος, με το βλέμμα χαμένο στα γύψινα του ταβανιού. Άκουσα τη φωνή. Δεν ήταν ακριβώς η δική μου• ήταν αυτή που ακούω πάντα στις μαγνητοφωνήσεις μου: άχαρη και δίχως αποχρώσεις.
«Τι παράξενο...» έλεγε, «είμαστε δύο κι είμαστε ο ίδιος. Βέβαια, τίποτα στα όνειρα δεν είναι παράξενο.»
Έντρομος ρώτησα:
«Ώστε όλο αυτό είναι όνειρο;»
«Είμαι σίγουρος πως είν’ το τελευταίο μου.»
Μου ’δειξε με το χέρι ένα άδειο φλασκί πάνω στο μαρμάρινο κομοδίνο.
«Θα χρειαστεί να ονειρευτείς πολύ πριν φτάσεις σ’ αυτή τη νύχτα. Σε ποια χρονιά είσαι εσύ;»
«Δεν είμαι σίγουρος» του απάντησα, άναυδος, «αλλά ξέρω πως έκλεισα χθες τα εξήντα ένα.»
«Όταν η αϋπνία σου σε οδηγήσει σ’ αυτή τη νύχτα, θα έχεις κλείσει, χθες, τα ογδόντα τέσσερα. Σήμερα έχουμε 25 Αυγούστου 1983.»
«Θα πρέπει δηλαδή να περιμένω τόσα χρόνια...» ψιθύρισα.
«Τώρα πια, εμένα δε μου μένει τίποτα» είπε απότομα. «Μπορώ να πεθάνω ανά πάσα στιγμή, μπορώ να χαθώ μέσα σ’ αυτό που δε γνωρίζω, και συνεχίζω να ονειρεύομαι τον άλλο μου εαυτό. Είναι το ανιαρό θέμα που μου χάρισαν οι καθρέφτες και ο Στίβενσον.»
Αισθάνθηκα πως η επίκληση του Στίβενσον ήταν ένας αποχαιρετισμός και όχι επίδειξη ευρυμάθειας. Ήμουν αυτός και καταλάβαινα. Δεν αρκούν οι πιο δραματικές στιγμές για να γίνει κανείς Σαίξπηρ και να δώσει αξιομνημόνευτες φράσεις. Για να τον διασκεδάσω, του είπα:
«Ήξερα πως θα σου συνέβαινε αυτό. Εδώ μέσα ακριβώς, πριν από χρόνια, σ’ ένα από τα κάτω δωμάτια, είχαμε αρχίσει να εξυφαίνουμε το σχέδιο αυτής της αυτοκτονίας».
«Ναι» μου αποκρίθηκε αργά, σαν να συμμάζευε τις αναμνήσεις του. «Αλλά δε βλέπω τι σχέση έχει. Σ’ εκείνο το σχέδιο, είχα πάρει ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για το Αδρογκέ, κι όταν έφτασα στο Ξενοδοχείο Las Delicias, ανέβηκα στο δωμάτιο 19, το πιο απομακρυσμένο. Εκεί μέσα αυτοκτόνησα.»




«Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο βρίσκομαι εδώ» του είπα.
«Εδώ; Μα πάντα είμαστε εδώ. Εδώ σε ονειρεύομαι, σ’ αυτό το σπίτι της οδού Μαϊπού. Κι εδώ μέσα σβήνω, σ’ αυτό το δωμάτιο που ήταν της μητέρας.»
«...που ήταν της μητέρας» επανέλαβα, χωρίς να θέλω να καταλάβω. «Εγώ σε ονειρεύομαι σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο 19, στον πάνω όροφο.»
«Ποιος ονειρεύεται ποιον; Εγώ ξέρω πως σ’ ονειρεύομαι, αλλά δεν ξέρω αν μ’ ονειρεύεσαι κι εσύ. Πάνε τόσα χρόνια που γκρέμισαν το ξενοδοχείο του Αδρογκέ: είκοσι, μπορεί και τριάντα. Ποιος ξέρει...»
«Εγώ είμαι αυτός που ονειρεύεται» απάντησα, με κάποια έπαρση.
«Δεν καταλαβαίνεις πως το βασικό είναι να επαληθεύσουμε αν ένας είναι αυτός που ονειρεύεται, ή δύο που ο ένας ονειρεύεται τον άλλον.»
«Εγώ είμαι ο Μπόρχες, που είδα τ’ όνομά σου γραμμένο στο βιβλίο κι ανέβηκα.»
«Μπόρχες είμαι εγώ, που αυτή τη στιγμή πεθαίνω στην οδό Μαϊπού.»
Μετά από μια παύση, ο άλλος μου είπε:
«Ας δούμε ποιος λέει αλήθεια. Ποια ήταν η πιο τρομερή στιγμή στη ζωή μας;»
Έσκυψα από πάνω του κι ανταλλάξαμε δυο-τρεις κουβέντες. Ξέρω πως και οι δυο μας λέγαμε ψέματα.
Ένα αδύναμο χαμόγελο φώτισε το γερασμένο πρόσωπο. Ένιωσα πως, κατά κάποιον τρόπο, αυτό το χαμόγελο αντανακλούσε το δικό μου.
«Είπαμε ψέματα ο ένας στον άλλον» μου είπε, «γιατί μας θεωρούμε δύο και όχι έναν. Η αλήθεια είναι ότι είμαστε δύο και είμαστε ένας.»
Η συζήτηση είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει. Του το είπα. Και πρόσθεσα:
«Κι εσύ που είσαι στο 1983, δεν μπορείς να μου αποκαλύψεις τίποτα για το χρόνια που μου μέλλεται να ζήσω;»
«Τι να σου πω, καημένε μου Μπόρχες... Οι συνηθισμένες δυστυχίες σου θα επαναληφθούν. Θα μείνεις μόνος σ’ αυτό το σπίτι. Θ’ αγγίζεις τα βιβλία χωρίς γράμματα, το μενταγιόν του Σβέντεμποργκ και την ξύλινη σημαία με το Σταυρό της Ομοσπονδίας. Η τυφλότητα δεν είναι το σκότος• είναι μια μορφή μοναξιάς. Θα γυρίσεις στην Ισλανδία.»
«Ισλανδία! Ισλανδία των θαλασσών!»
«Στη Ρώμη, θα επαναλάβεις τους στίχους του Κιτς, που τ’ όνομά του, όπως όλα τα ονόματα, γράφτηκε στο νερό.»
«Δεν έχω πάει ποτέ στη Ρώμη.»
«Και μετά θα γράψεις το καλύτερο ποίημά σου, που θα ’ναι μια ελεγεία.»
«Για το θάνατο της...» συμπλήρωσα, αλλά δεν τόλμησα να πω το όνομα.
«Όχι• εκείνη θα ζήσει πιο πολύ από σένα.»
Μείναμε σιωπηλοί. Εκείνος συνέχισε:
«Θα γράψεις το βιβλίο που ονειρευόμασταν τόσα χρόνια. Γύρω στα 1979, θα καταλάβεις πως το υποτιθέμενο έργο σου δεν είναι παρά μια σειρά σχεδιάσματα, ποικίλα σχεδιάσματα, και θα υποκύψεις στον μάταιο και δεισιδαίμονα πειρασμό να γράψεις το μεγάλο σου βιβλίο. Μιλώ για τη δεισιδαιμονία που μας επέβαλαν ο Φάουστ του Γκέτε, η Σαλαμπό ή ο Οδυσσέας. Είναι απίστευτο πόσες σελίδες έχω γεμίσει!»
«Και στο τέλος κατάλαβες ότι είχες αποτύχει.»
«Ακόμα χειρότερα: κατάλαβα πως το έργο μου ήταν αριστούργημα, με την πιο αφόρητη έννοια του όρου. Οι καλές προθέσεις μου δεν ξεπερνούσαν τις πρώτες σελίδες: στις άλλες ήταν οι λαβύρινθοι, τα μαχαίρια, ο άνθρωπος που θαρρεί πως είναι εικόνα, το είδωλο στον καθρέφτη που θαρρεί πως είναι αληθινό, ο τίγρης των νυχτών, οι μάχες που γυρίζουν στο αίμα, ο Χουάν Μουράνια τυφλός και τραγικός, η φωνή του Μασεδόνιο, το καράβι που χτιζόταν με τα νύχια των νεκρών, τα παλιά αγγλικά που απάγγελνες τα βράδια.»
«Αυτό το μουσείο μού είναι οικείο» παρατήρησα με ειρωνεία.
«Κι εκτός απ’ αυτά, οι λανθασμένες αναμνήσεις, το διπλό παιχνίδι των συμβόλων, οι μακρές απαριθμήσεις, ο καλός χειρισμός του προζαϊσμού, οι ατελείς συμμετρίες που οι κριτικοί ανακαλύπτουν γοητευμένοι, τα όχι πάντα απόκρυφα παραθέματα.»
«Το εξέδωσες αυτό το βιβλίο;»
«Μου πέρασε απ’ το νου η μελοδραματική απόφαση να το καταστρέψω, ίσως να το κάψω, και κατέληξα να το εκδώσω στη Μαδρίτη, με ψευδώνυμο. Μϊλησαν τότε για έναν χονδροειδή μιμητή του Μπόρχες, που είχε το ελάττωμα να μην είναι ο Μπόρχες και να επαναλαμβάνει τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του προτύπου.»
«Αυτό, δε με εκπλήσσει» δήλωσα. «Κάθε συγγραφέας καταλήγει να είναι ο λιγότερο ευφυής μαθητής του.»
«Αυτό το βιβλίο υπήρξε ένας απ’ τους δρόμους που με οδήγησαν σ’ αυτή τη νύχτα. Θέλεις να σου πω τους άλλους; Η ταπείνωση των γηρατειών, η βεβαιότητα ότι κάθε μέρα την είχα ξαναζήσει...»
«Δε θα το γράψω αυτό το βιβλίο» του είπα.
«Θα το γράψεις. Τα λόγια μου, που τώρα είναι το παρόν, αργότερα δε θα ’ναι παρά η ανάμνηση ενός ονείρου.»


Ο δογματικός του τόνος με ενόχλησε• αυτός θα είναι σίγουρα που παίρνω όταν διδάσκω. Με ενόχλησε το γεγονός ότι μοιάζαμε τόσο πολύ κι ότι αξιοποιούσε την ασυλία που του παρείχε η εγγύτητα του θανάτου. 

Για να ισοφαρίσω, του είπα:
«Είσαι τόσο σίγουρος πως θα πεθάνεις;»
«Ναι» μου αποκρίθηκε. «Αισθάνομαι μια γλυκύτητα και μια ανακούφιση που δεν τις είχα αισθανθεί ποτέ πριν. Δεν μπορώ να σ’ το εξηγήσω. Όλες οι λέξεις απαιτούν μια κοινή εμπειρία. Γιατί δείχνεις σαν να σ’ ενοχλούν τόσο πολύ αυτά που σου λέω;»
«Γιατί μοιάζουμε υπερβολικά. Μισώ το πρόσωπό σου που είναι η καρικατούρα μου, μισώ τη φωνή σου που είναι απομίμησή μου, μισώ το θλιβερό συντακτικό σου που είναι το δικό μου.»
«Κι εγώ το ίδιο» είπε ο άλλος. «Γι’ αυτό αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω.»


Έξω, ένα πουλί κελάηδησε.
«Είναι το τελευταίο» είπε ο άλλος.
Μ’ ένα νεύμα, με κάλεσε να πάω κοντά του. Το χέρι του έψαξε το δικό μου. Έκανα πίσω• φοβήθηκα μη γίνουν ένα.
Μου είπε:
«Οι στωικοί διδάσκουν ότι δεν πρέπει να ’χουμε παράπονα από τη ζωή• η πόρτα της φυλακής είναι ανοιχτή. Έτσι το εκλάμβανα πάντα, αλλά η τεμπελιά και η δειλία με καθυστέρησαν. Εδώ και καμιά δεκαριά μέρες, έδινα στο Λα Πλάτα μια διάλεξη με θέμα το Έκτο Βιβλίο της Αινειάδας. Ξαφνικά, εκεί που απάγγελνα ένα εξάμετρο, κατάλαβα ποιος ήταν ο δρόμος μου. Πήρα αυτή την απόφαση. Από εκείνη τη στιγμή, νιώθω άτρωτος. Η τύχη μου θα είναι η δική σου. Θα δεχθείς τη βίαιη αποκάλυψη, εκεί στη μέση των λατινικών και του Βιργίλιου, και θα ’χεις ξεχάσει τελείως αυτόν τον περίεργο προφητικό διάλογο που εξελίσσεται σε δύο χρόνους και δύο χώρους. Όταν θα ξαναονειρευτείς, θα είσαι αυτός που είμαι, και θα ’σαι τ’ όνειρό μου».
«Δε θα το ξεχάσω• αύριο κιόλας θα το γράψω.»
«Θα μείνει στο βυθό της μνήμης σου, κάτω από την πλημμυρίδα των ονείρων. Καθώς θα το γράφεις, θα νομίζεις ότι υφαίνεις ένα φανταστικό διήγημα. Μα δε θα ’ναι αύριο – σου μένουν πολλά χρόνια ακόμα.»


Έπαψε να μιλάει, και κατάλαβα ότι είχε πεθάνει. Κατά κάποιον τρόπο, μαζί του πέθαινα κι εγώ• έσκυψα όλο αγωνία πάνω στο μαξιλάρι, αλλά δεν υπήρχε πια κανείς.
Βγήκα με φούρια απ’ το δωμάτιο.

Έξω, δεν ήταν ούτε η αυλή, ούτε τα μαρμάρινα σκαλοπάτια, ούτε το μεγάλο σιωπηλό σπίτι, ούτε οι ευκάλυπτοι, ούτε τ’ αγάλματα, ούτε η κληματαριά, ούτε τα σιντριβάνια, ούτε η μεγάλη καγκελόπορτα του Αδρογκέ.

Έξω, με περίμεναν άλλα όνειρα.

Μπουένος Άιρες, 1977.


Jorge Luis Borges (24.8.1899-14.6.1986)

Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

Ο Πόνος (ν)


Είναι οδυνηρό να μεγαλώνεις 
Αν θέλει κανείς να μιλήσει για το Ταξίδι της Ζωής δεν γίνεται να αποφύγει να αναφερθεί στον Πόνο. Ο Πόνος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Ανθρώπινης Φύσης και αυτό ίσχυε από τον Κήπο της Εδέμ. Η ιστορία του Κήπου της Εδέμ είναι, φυσικά, ένας μύθος. Αλλά όπως όλοι οι μύθοι, είναι μια ενσάρκωση της αλήθειας. Και ανάμεσα στις πολλές αλήθειες που μας μεταφέρει ο μύθος του Κήπου της Εδέμ, είναι και η ιστορία του πως εμείς οι άνθρωποι αποκτήσαμε συνείδηση. Όταν φάγαμε το μήλο από το Δέντρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού, αποκτήσαμε συνείδηση και, εξαιτίας αυτής, αποκτήσαμε ενοχές. Έτσι κατάλαβε ο Θεός ότι είχαμε φάει το μήλο – γίναμε ξαφνικά ντροπαλοί. 
Ένα λοιπόν από τα πράγματα που μας λέει αυτός ο μύθος είναι ότι το να είσαι ντροπαλός, να έχεις κάποια συστολή, είναι βαθιά ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Είχα την ευκαιρία, χάρη στην καριέρα μου του ψυχιάτρου, και πιο πρόσφατα του συγγραφέα και ομιλητή, να συναντήσω ένα μεγάλο αριθμό από υπέροχους και βαθιά σκεπτόμενους ανθρώπους και όλοι τους διέθεταν αυτή τη συστολή. Μερικοί από αυτούς δεν θεωρούσαν τον εαυτό τους συνεσταλμένο, αλλά καθώς αρχίσαμε να το συζητάμε, συνειδητοποίησαν ότι ήταν. Και οι ελάχιστοι άνθρωποι που έχω συναντήσει που δεν ήταν συνεσταλμένοι, ήταν άτομα που είχαν πληγωθεί με κάποιον τρόπο και είχαν χάσει κάτι από την ανθρωπιά τους. 
Είναι ανθρώπινο να είσαι συνεσταλμένος και γίναμε συνεσταλμένοι στον Κήπο της Εδέμ, όταν αποκτήσαμε επίγνωση του εαυτού μας σαν ξεχωριστή οντότητα. Χάσαμε την αίσθηση ότι είμαστε ένα με τη φύση και το υπόλοιπο σύμπαν. Και η απώλεια αυτής της αίσθησης της ενότητας με την υπόλοιπη δημιουργία συμβολίζεται με το διωγμό μας από τον Παράδεισο. Όταν εκδιωχθήκαμε από τον Παράδεισο, διωχθήκαμε για πάντα. 
Δεν μπορούμε ποτέ να επιστρέψουμε στην Εδέμ. 
Αν θυμάστε την ιστορία, ο δρόμος είναι κλεισμένος από Χερουβείμ και ένα φλεγόμενο σπαθί. Δεν μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Μπορούμε, μόνο να προχωρήσουμε μπροστά. Το να γυρίσουμε στην Εδέμ θα ήταν σαν να προσπαθούμε να γυρίσουμε στη μήτρα της μητέρας μας, στη νηπιακή ηλικία. Αφού δεν μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στη μήτρα, πρέπει να μεγαλώσουμε. Μπορούμε μόνο να προχωρήσουμε μπροστά μέσα από την έρημο της ζωής, μέσα από ξερά και άγονα εδάφη προς όλο και βαθύτερα επίπεδα συνείδησης και επίγνωσης. 
Αυτή είναι μια εξαιρετικά σημαντική αλήθεια επειδή, μεγάλο μέρος της ανθρώπινης ψυχοπαθολογίας, συμπεριλαμβανομένης και της κατάχρησης ουσιών, πηγάζει από την προσπάθεια να ξαναγυρίσουμε στην Εδέμ. Στα πάρτι που πηγαίνουμε, χρειαζόμαστε συνήθως τουλάχιστον εκείνο το ένα ποτό που θα περιορίσει την αμηχανία που νιώθουμε και θα μας βοηθήσει να μην είμαστε πια τόσο συνεσταλμένοι. Και πραγματικά βοηθάει, έτσι δεν είναι; Και αν πάρουμε τη σωστή ποσότητα οινοπνεύματος ή μαριχουάνας ή κοκαΐνης ή κάποιου συνδυασμού τους, για λίγα λεπτά ή λίγες ώρες, μπορεί να ανακτήσουμε προσωρινά αυτή τη χαμένη αίσθηση της ενότητας με το σύμπαν. Μπορεί να ξαναβρούμε αυτή την υπέροχα ζεστή και απαλή αίσθηση ότι είμαστε και πάλι ένα με τη φύση. Φυσικά, το συναίσθημα αυτό δεν διαρκεί ποτέ και το τίμημα που πληρώνουμε συνήθως δεν αξίζει τον κόπο. 
Ο μύθος, λοιπόν, είναι αλήθεια. Πραγματικά, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην Εδέμ. Πρέπει να προχωρήσουμε μπροστά, στην έρημο. Αλλά το ταξίδι αυτό είναι δύσκολο και η συνείδηση συχνά προκαλεί πόνο. Και γι’ αυτό, οι περισσότεροι άνθρωποι σταματούν το ταξίδι τους όσο πιο γρήγορα μπορούν. Βρίσκουν ένα σημείο που τους φαίνεται ασφαλές, χώνουν το κεφάλι τους στην άμμο, και μένουν εκεί, αντί να προχωρήσουν στην οδυνηρή έρημο, που είναι γεμάτη κάκτους και αγκάθια και κοφτερές πέτρες! Ακόμα και αν οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάποτε ακούσει ότι «τα πράγματα που πονούν, διδάσκουν» (για να δανειστώ τη φράση του Benjamin Franklin), η εκπαίδευση της ερήμου είναι τόσο οδυνηρή που τη σταματούν όσο νωρίτερα μπορούν.


Εποικοδομητικός πόνος 


Αν είμαι πρόθυμος να μιλήσω για τον πόνο, δεν σημαίνει ότι είμαι μαζοχιστής. Αντιθέτως. 
Δεν βλέπω καμία απολύτως αρετή και αξία στον μη εποικοδομητικό πόνο. Αν έχω πονοκέφαλο, το πρώτο πράγμα του κάνω είναι να πάω στην κουζίνα και να πάρω ένα παυσίπονο. Δεν θεωρώ πως ένας συνηθισμένος πονοκέφαλος έχει καμία αξία. Αλλά υπάρχει εποικοδομητικός πόνος. Και η διαφορά ανάμεσα στον μη εποικοδομητικό και τον εποικοδομητικό πόνο, είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που πρέπει να μάθει κανείς. Ο μη εποικοδομητικός πόνος, σαν τον πονοκέφαλο, είναι κάτι από τον οποίο πρέπει να απαλλαγείς. Τον εποικοδομητικό πόνο πρέπει να τον αντέξεις και να τον δουλέψεις. Προτιμώ να χρησιμοποιώ τους όρους «νευρωτικός πόνος» και «υπαρξιακός πόνος». 
Και να πώς κάνω αυτή τη διάκριση. Μπορεί να θυμάστε ότι πριν από περίπου σαράντα χρόνια, όταν οι θεωρίες του Freud είχαν αρχίσει να διαδίδονται και να παρερμηνεύονται – όπως συμβαίνει πολύ συχνά –, υπήρχαν ορισμένοι πρωτοπόροι γονείς, που, έχοντας ακούσει ότι οι ενοχές μπορεί να έχουν κάποια σχέση με τη νεύρωση, αποφάσισαν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τέτοιον τρόπο που να μην έχουν ενοχές. Τι απαίσιο πράγμα για να κάνει κανείς στο παιδί του! Οι φυλακές μας είναι γεμάτες ανθρώπους που είναι εκεί ακριβώς επειδή δεν έχουν ενοχές, ή δεν έχουν αρκετές ενοχές. 
Χρειαζόμαστε ένα ποσοστό ενοχών για να ζούμε μέσα στην κοινωνία. Και αυτό είναι που αποκαλώ υπαρξιακή ενοχή, δηλαδή υπαρξιακό πόνο. 
Βιάζομαι να τονίσω, ωστόσο, ότι η υπερβολικά πολλή ενοχή, αντί να κάνει καλό, κάνει κακό. Αυτή είναι η νευρωτική ενοχή, δηλαδή ο νευρωτικός, άχρηστος πόνος. Είναι σαν να περιφέρεστε σε ένα γήπεδο του γκολφ με ογδόντα επτά μπαστούνια αντί για δεκατέσσερα, που είναι ο αριθμός που χρειάζεστε για να παίξετε γκολφ. Είναι περιττό βάρος και πρέπει να απαλλαγείτε από αυτό όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Αν για να το κάνετε χρειάζεστε ψυχοθεραπεία, τότε πρέπει να αρχίσετε ψυχοθεραπεία. Η νευρωτική ενοχή είναι περιττή, άχρηστη, και δυσκολεύει το ταξίδι σας στην έρημο. Αυτό ισχύει όχι μόνο για την ενοχή, αλλά και για άλλες μορφές συναισθηματικού πόνου, όπως το άγχος, για παράδειγμα, το οποίο μπορεί να είναι είτε υπαρξιακό είτε νευρωτικό. Το θέμα είναι να καταλάβετε τι από τα δύο είναι. 
Υπάρχει ένας πολύ απλός αν και σκληρός τρόπος για να αντιμετωπίσετε το συναισθηματικό πόνο της ζωής. Είναι μια διαδικασία τριών βημάτων. 
Πρώτα απ’ όλα, κάθε φορά που υποφέρετε συναισθηματικά, ρωτήστε τον εαυτό σας: 
«Είναι ο πόνος μου – το άγχος ή η ενοχή μου – υπαρξιακός ή νευρωτικός; Ο πόνος αυτός προωθεί την ανάπτυξή μου ή την περιορίζει;» 
Πιθανότατα, στο δέκα τοις εκατό των περιπτώσεων, δεν θα είστε σε θέση να απαντήσετε σε αυτή την ερώτηση. Αλλά στο ενενήντα τοις εκατό των περιπτώσεων, αν κάνετε αυτή την ερώτηση στον εαυτό σας, η απάντηση θα είναι ξεκάθαρη. Αν, για παράδειγμα, έχετε αγχωθεί σχετικά με τη φορολογική σας δήλωση, γιατί κάποτε την καθυστερήσατε και πληρώσατε μεγάλο πρόστιμο, σας βεβαιώ ότι το άγχος που νιώθετε είναι υπαρξιακό. Είναι κατάλληλο για την περίσταση και σας σπρώχνει να ετοιμάσετε εγκαίρως τη δήλωσή σας. Από την άλλη μεριά, αν αποφασίσετε ότι το άγχος που νιώθετε είναι νευρωτικό, και περιορίζει την ανάπτυξή σας, τότε το δεύτερο βήμα είναι να κάνετε στον εαυτό σας την εξής ερώτηση: «Πώς θα φερόμουν αν δεν είχα αυτό το άγχος ή την ενοχή;» 
Και το τρίτο βήμα, είναι να φερθείτε σαν να μην το είχατε. 
Όπως λένε οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί (οργάνωση που ιδρύθηκε από αλκοολικούς και βοηθάει τους αλκοολικούς να ξεπεράσουν τον εθισμό τους), «Φέρσου Σαν Να», ή «Προσποιήσου το και θα γίνει».


Πρωτοέμαθα τον κανόνα αυτόν όταν προσπαθούσα να αντιμετωπίσω τη συστολή μου. 

Είναι ανθρώπινο να είσαι συνεσταλμένος και ντροπαλός, αλλά μπορούμε να το αντιμετωπίσουμε με τρόπους που είναι είτε νευρωτικοί είτε υπαρξιακοί. Πολλές φορές, παρακολουθώντας κάποια διάλεξη, ένιωθα πως ήθελα να κάνω μια ερώτηση, να ζητήσω κάποια πληροφορία ή να κάνω κάποιο σχόλιο – δημοσίως ή κατ’ ιδίαν στον ομιλητή μετά τη διάλεξη. Αλλά πάντα συγκρατιόμουν γιατί ήμουν πολύ συνεσταλμένος και φοβόμουν την απόρριψη ή τη γελοιοποίηση. Κάποτε, έκανα στον εαυτό μου την κρίσιμη ερώτηση: «Ο τρόπος αυτός με τον οποίο αντιμετωπίζεις τη συστολή σου προωθεί την ανάπτυξή σου ή σου την περιορίζει;» Αμέσως έγινε σαφές ότι την περιόριζε. Και τότε είπα στον εαυτό μου: «Λοιπόν, Σκότι, πώς θα φερόσουν αν δεν ήσουν τόσο ντροπαλός; Πώς θα φερόσουν αν ήσουν βασίλισσα της Αγγλίας ή Πρόεδρος των ΗΠΑ;» Η απάντηση ήταν ολοφάνερη, θα πλησίαζα τον ομιλητή και θα έλεγα αυτό που ήθελα να πω. Τότε είπα στον εαυτό μου: «Εντάξει, λοιπόν, πήγαινε και φέρσου ακριβώς με αυτό τον τρόπο. Προσποιήσου το και θα γίνει. Φέρσου σαν να μην ήσουν συνεσταλμένος». 
Παραδέχομαι ότι αυτό είναι κάτι τρομακτικό αλλά, εδώ μπαίνει το θέμα του θάρρους. 
Ένα από τα πράγματα που πάντα με εκπλήσσουν είναι πόσο λίγοι άνθρωποι καταλαβαίνουν τι είναι θάρρος. Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι θάρρος είναι η έλλειψη φόβου. Η έλλειψη φόβου δεν είναι θάρρος, είναι κάποιο είδος βλάβης στον εγκέφαλο, θάρρος είναι η ικανότητα να προχωράς παρά το φόβο ή παρά τον πόνο. Όταν το κάνεις αυτό, ανακαλύπτεις ότι το ξεπέρασμα του φόβου όχι μόνο σε κάνει πιο δυνατό, αλλά είναι και ένα μεγάλο βήμα προς την ωριμότητα. 




Τι ακριβώς είναι η ωριμότητα; Όταν έγραψα το «Ο Δρόμος ο Λιγότερο Ταξιδεμένος», παρόλο που περιέγραψα αρκετούς ανώριμους ανθρώπους, ποτέ δεν έδωσα ξεκάθαρο ορισμό της ωριμότητας. Αλλά έχω την εντύπωση πως αυτό που χαρακτηρίζει τους περισσότερους ανώριμους ανθρώπους είναι ότι περιφέρονται παθητικά γκρινιάζοντας ότι η ζωή δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις τους. 
Όπως λέει και ο Richard Bach, στις Ψευδαισθήσεις «διαφώνησε για τις αδυναμίες σου και αναμφίβολα τις έχεις». Αλλά εκείνο που χαρακτηρίζει τους λίγους που είναι πραγματικά ώριμοι είναι ότι το θεωρούν δική τους ευθύνη – ακόμα και ευκαιρία- να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της ζωής. 

Για να προχωρήσετε πολύ μέσα στην έρημο, πρέπει να είστε διατεθειμένοι να αντιμετωπίσετε υπαρξιακό πόνο και να τον ξεπεράσετε. Η συνείδηση της ύπαρξής μας και των όσων μας συμβαίνουν, είναι η αιτία του πόνου μας επειδή, φυσικά, αν δεν είχαμε συνείδηση, δεν θα νιώθαμε πόνο. 

Ένα από τα πράγματα που κάνουμε για τους ανθρώπους για να τους απαλλάξουμε από τον μη εποικοδομητικό, περιττό, σωματικό πόνο, είναι να τους κάνουμε αναισθησία, ώστε να χάνουν τις αισθήσεις τους και να μην αισθάνονται τον πόνο. Αλλά ενώ η συνείδηση είναι η αιτία του πόνου μας, είναι επίσης και αιτία της σωτηρίας μας, επειδή σωτηρία είναι η διαδικασία της απόκτησης όλο και μεγαλύτερης συνείδησης και επίγνωσης. 
Όταν έχουμε όλο και μεγαλύτερη επίγνωση, προχωρούμε όλο και πιο βαθιά στην έρημο αντί, να χωνόμαστε σε μια τρύπα όπως οι άνθρωποι που επιλέγουν να μην εξελιχθούν. 
Οάσεις στην έρημο Η συνείδηση φέρνει μεγαλύτερο πόνο, αλλά φέρνει επίσης και μεγαλύτερη χαρά. Γιατί καθώς προχωρείτε βαθύτερα στην έρημο – αν προχωρήσετε αρκετά – θα αρχίσετε να ανακαλύπτετε μικρές οάσεις που δεν είχατε δει ποτέ άλλοτε. Και αν προχωρήσετε ακόμα περισσότερο, μπορεί να ανακαλύψετε φλέβες νερού κάτω από την άμμο, ή, αν προχωρήσετε ακόμα περισσότερο, ίσως να συναντήσετε το πεπρωμένο σας και να εκπληρώσετε την αποστολή σας στον πλανήτη αυτό. Χρειαζόμαστε παρηγοριά και ενθάρρυνση καθώς παλεύουμε με τη δική μας έρημο. Χρειαζόμαστε ενθάρρυνση και παρηγοριά στο ταξίδι μας, αλλά αυτό που δεν χρειαζόμαστε είναι αστραπιαίες λύσεις. Έχω δει πολλούς ανθρώπους που κυριολεκτικά σκοτώνουν ο ένας τον άλλο με στιγμιαίες λύσεις στο όνομα της επούλωσης. Το κάνουν αυτό για πολύ εγωκεντρικούς λόγους. Για παράδειγμα, ας πούμε ότι ο Ρικ είναι φίλος μου και υποφέρει. Επειδή είναι φίλος μου, ο πόνος του με κάνει κι εμένα να νιώθω άσχημα. Αυτό που θέλω λοιπόν είναι να «κάνω καλά» τον Ρικ όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Θέλω να του δώσω κάποια εύκολη απάντηση του τύπου «Λυπάμαι που πέθανε η μητέρα σου, αλλά μη στενοχωριέσαι. Πήγε στον παράδεισο». Ή: «Θεέ μου, είχα κι εγώ αυτό το πρόβλημα κάποτε και το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να το βάλεις στα πόδια». Τις περισσότερες φορές, το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε για κάποιον που υποφέρει, είναι, αντί να προσπαθούμε να απαλλαγούμε από τον πόνο του στα γρήγορα, να καθίσουμε δίπλα του και να τον μοιραστούμε μαζί του. Πρέπει να μάθουμε να ακούμε και να αντέχουμε τον πόνο των άλλων. Αυτό αποτελεί μέρος τού να γίνουμε περισσότερο συνειδητοί άνθρωποι. Και όσο περισσότερο συνειδητοί γινόμαστε, τόσο περισσότερο βλέπουμε τα παιχνίδια που παίζουν οι άλλοι άνθρωποι και τις αμαρτίες και τους χειρισμούς τους, αλλά επίσης συνειδητοποιούμε περισσότερο το φορτίο που κουβαλούν και τις στενοχώριες τους. Καθώς αναπτυσσόμαστε και ωριμάζουμε ψυχικά, είμαστε σε θέση να αντέξουμε όλο και περισσότερο από τον πόνο των άλλων και τότε συμβαίνει το πιο καταπληκτικό πράγμα. Όσο περισσότερο πόνο είμαστε πρόθυμοι να αντέξουμε, τόσο περισσότερη χαρά θα αρχίσουμε να βιώνουμε. Και αυτό ακριβώς είναι τα καλά νέα, που κάνουν το ταξίδι να αξίζει τον κόπο. 
Αγάπη για τον εαυτό και αυτοεκτίμηση 
«Ταπεινοφροσύνη είναι η γνώση του εαυτού όπως ακριβώς είναι». Αυτή είναι μια παράφραση από ένα βιβλίο που γράφτηκε από έναν ανώνυμο καλόγερο του δέκατου τέταρτου αιώνα, με τον τίτλο «Το Σύννεφο του να Μην Ξέρεις» (Cloud of Unknowing). 
Είναι βαθιά λόγια και πολύ σημαντικά για την αναζήτηση της αυτογνωσίας. Για παράδειγμα, αν σας έλεγα ότι είμαι απαίσιος συγγραφέας, αυτό δεν θα ήταν ταπεινοφροσύνη. Παρόλο που δεν είμαι ο καλύτερος συγγραφέας του κόσμου, πάντως είμαι αρκετά καλός. Μια τέτοια δήλωση λοιπόν, θα ήταν αυτό που συνηθίζω να αποκαλώ «ψευδο- ταπεινοφροσύνη». Από την άλλη μεριά, αν σας έλεγα ότι παίζω πολύ καλό γκολφ, αυτό θα ήταν το άκρον άωτον της αλαζονείας, γιατί η αλήθεια είναι πως είμαι μέτριος κατά τον ηπιότερο χαρακτηρισμό. Η αληθινή ταπεινοφροσύνη είναι πάντα ρεαλιστική. 
Είναι πολύ σημαντικό για μας να είμαστε ρεαλιστές, να έχουμε αληθινή γνώση του εαυτού μας όπως πραγματικά είναι, και να είμαστε ικανοί να αναγνωρίζουμε τόσο τα καλά, όσο και τα κακά στοιχεία μας. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στην αγάπη για τον εαυτό μας και στην αυτοεκτίμηση. 
Παρόλο που η αγάπη για τον εαυτό μας (η οποία προτείνω ότι είναι κάτι καλό) και η αυτοεκτίμηση (η οποία προτείνω ότι είναι κάτι τουλάχιστον αμφισβητήσιμο) συχνά μπλέκονται και συγχέονται, επειδή δεν διαθέτουμε τις κατάλληλες λέξεις για το φαινόμενο που θα αναλύσω παρακάτω, δεν παύουν να είναι διαφορετικές έννοιες. Ελπίζω ότι τελικά το πρόβλημα θα λυθεί με τη δημιουργία νέων λέξεων, αλλά επί του παρόντος, πρέπει να αρκεστούμε στις παλιές. Πρώτα απ’ όλα, τι εννοώ όταν μιλάω για αγάπη για τον εαυτό;


Την εποχή που δούλευα ως ψυχίατρος στο στρατό, η διοίκηση ενδιαφερόταν για τα στοιχεία που έκαναν κάποιους ανθρώπους επιτυχημένους κι έτσι είχαν συγκεντρώσει μια ντουζίνα επιτυχημένα άτομα από διάφορους κλάδους των ενόπλων δυνάμεων. Ήταν άντρες και γυναίκες γύρω στα σαράντα που ήταν όλοι ιδιαίτερα επιτυχημένοι. Είχαν πάρει προαγωγές πριν από τους συνομηλίκους τους και ταυτόχρονα ήταν αρκετά δημοφιλείς. Εκείνοι που είχαν οικογένειες είχαν μια επιτυχημένη οικογενειακή ζωή και τα παιδιά τους τα πήγαιναν καλά στο σχολείο και έδειχναν ευτυχισμένα. Τα άτομα αυτά έμοιαζαν να έχουν το άγγιγμα του Μίδα – ό,τι έπιαναν γινόταν χρυσός. Τους μελέτησαν σε διάφορα επίπεδα, άλλοτε ατομικά και ομαδικά. Σε κάποιο σημείο, τους ζητήθηκε να γράψουν σε ένα χαρτί – και δεν είχαν την ευκαιρία να συζητήσουν μεταξύ τους γι’ αυτό – τα τρία πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή τους με σειρά προτεραιότητας. 

Δύο πράγματα ήταν αξιοσημείωτα ως προς τον τρόπο που η ομάδα αντιμετώπισε το ερώτημα αυτό. Το ένα ήταν η σοβαρότητα με την οποία το πήραν. Ο πρώτος που επέστρεψε το χαρτί του, χρειάστηκε σαράντα ολόκληρα λεπτά για να το κάνει, και κάποιοι αφιέρωσαν περισσότερο από μια ώρα, παρόλο που ήξεραν ότι οι υπόλοιποι είχαν τελειώσει. Το άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο ήταν ότι ενώ οι δεύτερες και οι τρίτες επιλογές τους παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλία, η πρώτη τους επιλογή ήταν ίδια. Και οι δώδεκα είχαν γράψει: «Ο εαυτός μου». Όχι «Η αγάπη». Όχι «Ο Θεός». Όχι «Η οικογένειά μου». Αλλά «Ο εαυτός μου». Και αυτό, προτείνω, ήταν μια έκφραση ώριμης αγάπης για τον εαυτό. Η αγάπη για τον εαυτό υπονοεί φροντίδα, σεβασμό, υπευθυνότητα και γνώση του εαυτού. Αν δεν αγαπά κανείς τον εαυτό του, δεν μπορεί να αγαπήσει άλλους. Αλλά δεν πρέπει να συγχέουμε την αγάπη για τον εαυτό με τον εγωκεντρισμό. Τα επιτυχημένα αυτά άτομα ήταν στοργικοί σύζυγοι και γονείς και καλοσυνάτοι προϊστάμενοι. 

Τώρα, τι είναι αυτοεκτίμηση; Περίπου οκτώ ή εννέα χρόνια μετά την εμπειρία μου με τη μελέτη αυτή, είχα την ευκαιρία να βρεθώ κοντά σε έναν άνθρωπο του ψεύδους – και όπως θα θυμάστε, ίσως, ορίζω τους ανθρώπους του ψεύδους σαν ουσιαστικά κακούς. Είναι δύσκολο να πλησιάσεις τέτοιους ανθρώπους, αλλά εγώ πλησίασα αρκετά αυτό τον άνθρωπο ώστε να μπορώ να τον ρωτήσω, «Ποιο είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή σου;» Και ποια λέτε πως ήταν η απάντησή του; «Η αυτοεκτίμησή μου». Παρατηρήστε πόσο κοντά είναι αυτές οι απαντήσεις. Τα δώδεκα επιτυχημένα άτομα είχαν γράψει, «Ο εαυτός μου», και εκείνος είπε, «Η αυτοεκτίμησή μου». Πιστεύω ότι η απάντησή του ήταν σωστή αν σκεφτεί κανείς πώς λειτουργούν οι άνθρωποι του ψεύδους. Η αυτοεκτίμησή τους είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή τους. Θα κάνουν τα πάντα, θα πληρώσουν οποιοδήποτε τίμημα προκειμένου να διαφυλάξουν και να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους. Αν υπάρχει κάτι που απειλεί την αυτοεκτίμησή τους, αν υπάρχει κάποια ένδειξη για το γεγονός ότι δεν είναι τέλειοι, ή κάτι που μπορεί να τους κάνει να αισθανθούν άσχημα για τον εαυτό τους, αντί να το χρησιμοποιήσουν για να βελτιωθούν, θα προσπαθήσουν να το εξαλείψουν, να το ξεχάσουν. Και από εκεί πηγάζει η κακή συμπεριφορά τους. Γιατί τους είναι απαραίτητο να διαφυλάξουν την αυτοεκτίμησή τους πάση θυσία. 
Υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στο να επιμένουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας σαν κάτι σημαντικό (το οποίο είναι αγάπη για τον εαυτό μας) και στο να επιμένουμε να αισθανόμαστε πάντα καλά για τον εαυτό μας (το οποίο συνεπάγεται ότι πρέπει να διαφυλάττουμε πάντα την αυτοεκτίμησή μας). Το να κατανοήσουμε αυτή τη διαφορά είναι σημαντικό για την αυτογνωσία μας. 
Προκειμένου να είμαστε καλοί, υγιείς άνθρωποι, πρέπει να πληρώσουμε το τίμημα τού να βάζουμε στην άκρη την αυτοεκτίμησή μας μια φορά στο τόσο, του να μη νιώθουμε πάντα τόσο καλά για τον εαυτό μας. Αλλά πρέπει πάντα να αγαπάμε τον εαυτό μας και να θεωρούμε ότι ο εαυτός μας έχει αξία, παρόλο που δεν πρέπει πάντα να τον εκτιμούμε. ''


Scott Peck  από το "Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος συνεχίζεται " 
(εκδ. Κέδρος) 




Η αντιμετώπιση και η λύση ψυχολογικών μας προβλημάτων είναι μια επώδυνη διαδικασία, που οι περισσότεροι από μας προσπαθούμε να την αποφύγουμε. Η αποφυγή όμως αυτή καταλήγει σε μεγαλύτερη οδύνη και σε ανικανότητα για πνευματική και διανοητική ανάπτυξη. Βασιζόμενος στην τεράστια επαγγελματική πείρα του, ο ψυχίατρος Δρ Σκοτ Πεκ μας υποδεικνύει το δρόμο που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε για να αντιμετωπίσουμε και να λύσουμε τα προβλήματά μας με τη λιγότερο επώδυνη διαδικασία, και συγχρόνως να φτάσουμε σε ένα ανώτερο επίπεδο αυτογνωσίας.

Ο Δρ ΠΕΚ ασχολείται ιδιαίτερα με τη φύση της αγάπης στις ανθρώπινες σχέσεις: πώς να αναγνωρίζουμε την πραγματική αρμονία, πώς να διακρίνουμε την εξάρτηση από την αγάπη, πώς να αποκτήσουμε ατομικότητα, πως να ευαισθητοποιηθούμε ως γονείς.

Το βιβλίο του Ο δρόμος ο λιγότερος ταξιδεμένος είναι, για μια σειρά ετών, το πρώτο στη λίστα των μπεστ-σέλερ του είδους του στις Η.Π.Α. και στις άλλες αγγλόφωνες χώρες. Με αξιοθαύμαστο τρόπο ενσωματώνει παραδοσιακές ψυχολογικές και πνευματικές καταστάσεις. Το αποτέλεσμα μάς δίνει ένα βιβλίο που μπορεί να μας μάθει πώς να αγκαλιάζουμε την πραγματικότητα και να αποκτήσουμε την απαραίτητη γαλήνη και πληρότητα στη ζωή μας.

(από το οπισθόφυλλο) 

Περισσότερες αναρτήσεις εδώ

Σάββατο 13 Ιουλίου 2013

Ανάγκη για κυριαρχία


Ανάγκη για κυριαρχία: πυρωµένες βέργες για τις σκληρές ψυχές ανάµεσά µας·
σκληρό µαρτύριο που φυλάγεται για τον πιο σκληρό·
σκοτεινή φλόγα των πυρών όπου τσιτσιρίζει η ζωντανή σάρκα.

Ανάγκη για κυριαρχία: σκληρός οίστρος που επιβλήθηκε στους πιο επηρµένους λαούς·
ύβρις κάθε αβέβαιης αρετής· ιππότης που καβαλά
όλα τα υποζύγια και όλες τις επάρσεις.

Ανάγκη για κυριαρχία: σεισµός που τσακίζει και συντρίβει ό,τι είναι κούφιο ή σκουληκοφαγωµένο: καταστροφική χιονοστιβάδα που κατρακυλάει βρυχόµενη και τιµωρεί τους ασπρισµένους τάφους·
ερωτηµατική αστραπή δίπλα στις πρόωρες απαντήσεις.

Ανάγκη για κυριαρχία: µπροστά στο βλέµµα της ο άνθρωπος σέρνεται
και γίνεται πιο ταπεινός και πιο δουλικός και πιο ευτελής από το φίδι
ή το γουρούνι
- ως την ώρα που ξυπνά µέσα του η κραυγή της µεγάλης 
του Περιφρόνησης.

Ανάγκη για κυριαρχία: φοβερός αφέντης/δάσκαλος της µεγάλης
Περιφρόνησης, που κηρύσσει ανοιχτά στις πόλεις και στα βασίλεια:
«Εξαφανιστείτε!» ώσπου µια φωνή ξυπνάει µέσα τους που φωνάζει:
«Ας εξαφανιστούµε!».

Ανάγκη για κυριαρχία: εσύ που έρχεσαι επίσης να βρεις, µ’ όλες σου τις χάρες,
τους αγνούς και τους µοναχικούς, εσύ που ανεβαίνεις σε 
ύψη που έχουν αυτάρκεια,
φλογερή σαν αγάπη που έρχεται να 
ζωγραφίσει στους γήινους ορίζοντες γοητευτικές προοπτικές και πορφυρές ευτυχίες.

Ανάγκη για κυριαρχία: αλλά πώς να ονοµάσεις ανάγκη
αυτό το 
µεγαλείο που ενδίδει στη δύναµη;
Στ’ αλήθεια, δεν υπάρχει τίποτε 
νοσηρό,
τίποτε άπληστο σε παρόµοιες επιθυµίες, σε παρόµοιες 
υποχωρήσεις.

Ας µη θέλει το µοναχικό µεγαλείο να µένει αιώνια µοναχικό
ζώντας 
απ’ τον εαυτό του,
ας γείρει το βουνό προς την κοιλιά
κι ας κατεβούν 
προς τα χαµηλά µέρη οι άνεµοι των υψών.

-----

Fr. Nietzsche, Φιλοσοφικά Αποσπάσµατα, µτφρ. Ζ. Σαρίκας,
εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1993, σ. 97

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Ο μαύρος Γάτος - Έντγκαρ Άλαν Πόε





Το διήγημα τρόμου του Πόε ταυτίζεται πολύ με τη μεγάλη του αδυναμία: το ποτό. Ο Μαύρος Γάτος είναι το παραλήρημα ενός ανθρώπου που κυριαρχείται από το δαίμονα του ποτού και από μια ακατάληπτη επιθυμία της ψυχής να βλάψει η ίδια τον εαυτό της. 

Το διήγημα αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την ιστορία ενός ανθρώπου που πρόκειται να απαγχονιστεί επειδή, αν και νόμιζε ότι είχε διαπράξει τον τέλειο φόνο, το έγκλημά του αποκαλύφτηκε εξαιτίας του γάτου του. 

Του Μαύρου Γάτου. 









«Αυτή την τόσο φρικτή κι όμως τόσον απλή ιστορία που αρχίζω να γράφω, ούτε περιμένω ούτε ζητώ να τη πιστέψετε. Θα 'μουν αληθινά τρελός αν περίμενα να πιστέψετε μια υπόθεση, όπου οι ίδιες οι αισθήσεις μου αρνούνται τη μαρτυρία τους. Κι όμως δεν είμαι τρελός κι ασφαλώς δεν ονειρεύομαι. Αύριο όμως πρόκειται να πεθάνω και γι’ αυτό θέλω να ξαλαφρώσω σήμερα την ψυχή μου. Σκοπός μου είναι να διηγηθώ στον κόσμο, απλά, απέριττα και δίχως κανένα σχόλιο, μια σειρά συνηθισμένων γεγονότων που σχετίζονται με το σπίτι μου. Τα γεγονότα αυτά, και οι συνέπειες που προκάλεσαν, με τρομοκράτησαν, με βασάνισαν, με κατέστρεψαν. Ωστόσο δε θα προσπαθήσω να τους δώσω μια κάποια εξήγηση. Για μένα παρουσίαζαν κάτι φριχτό, σε πολλούς, τα γεγονότα που θα διηγηθώ θα φανούν μάλλον αλλόκοτα παρά τρομερά. Ίσως βρεθεί κάποιο μυαλό που να μπορέσει να μεταβάλει τα φαντάσματά μου σε κοινοτοπίες -κάποιο μυαλό πιο ήρεμο, πιο λογικό, και πολύ περισσότερο ευερέθιστο από το δικό μου, το οποίο στα περιστατικά που με δέος θα εξιστορήσω, δε θα δει τίποτα περισσότερο από μια συνηθισμένη κι απόλυτα φυσιολογική διαδοχή αιτιών κι αιτιατών. Από μικρός ακόμα διακρινόμουν για τον ήπιο και συμπονετικό μου χαρακτήρα. Η τρυφερότητα της καρδιάς μου ήταν μάλιστα τόσο φανερή, ώστε είχα καταντήσει το αντικείμενο της κοροϊδίας των συμμαθητών μου. 
Πάνω από όλα αγαπούσα τα ζώα, και οι γονείς μου με άφηναν να έχω στο σπίτι διάφορα ζώα που μάζευα. Περνούσα μαζί τους τον περισσότερο καιρό μου και η μεγαλύτερη ευτυχία μου ήταν να τα χαϊδεύω, να τα φροντίζω και να τα ταΐζω. Όσο μεγάλωνα, τόσο πιο έντονη γινόταν η ιδιοτυπία αυτή του χαρακτήρα μου, κι όταν πια έγινα άντρας, από τα ζώα αντλούσα τις μεγαλύτερες χαρές μου. 
Για όσους έχουν αγαπήσει ένα πιστό και έξυπνο σκυλί, θαρρώ πως δε χρειάζεται να εξηγήσω το μέγεθος και το είδος της ευχαριστήσεως που νιώθει κανείς από ένα τέτοιο αίσθημα. Στην αγάπη ενός ζώου, στη γεμάτη αλτρουισμό και αυτοθυσία αγάπη του, υπάρχει κάτι που αγγίζει κατευθείαν την καρδιά όποιου είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει τη σαθρή φιλία και τη χαλαρή πίστη του ανθρώπου. Παντρεύτηκα νέος και χάρηκα ιδιαίτερα όταν διαπίστωσα πως κι η γυναίκα μου συμμεριζόταν τα αισθήματά μου για τα ζώα. Βλέποντας την αδυναμία που τους είχα, δεν έχανε την ευκαιρία να φροντίσει να αποκτήσουμε όσο γινόταν περισσότερα ζώα. Είχαμε πουλάκια, χρυσόψαρα, έναν ωραίο σκύλο, κουνέλια, μια μικρή μαϊμού και ένα γάτο. Ο γάτος αυτός ήταν ένα πολύ μεγάλο και ωραίο ζώο, κατάμαυρος κι υπερβολικά έξυπνος. Όταν μιλούσε για το γάτο, η γυναίκα μου, που κατά βάθος ήταν τρομερά προληπτική, ανέφερε συχνά την παλιά λαϊκή δοξασία, πως όλες οι μαύρες γάτες ήταν μεταμορφωμένες μάγισσες. Φυσικά δεν το έλεγε σοβαρά κι αν κάνω λόγο για το θέμα αυτό, είναι μόνο και μόνο γιατί έτυχε να το θυμηθώ τούτη τη στιγμή. 

Ο Πλούτωνας -αυτό το όνομα είχαμε δώσει στο γάτο- ήταν ο αγαπημένος μου κι ο αχώριστος σύντροφός μου. Μονάχα εγώ τον τάιζα, και σε όποιο μέρος του σπιτιού κι αν πήγαινα με ακολουθούσε. Με δυσκολία μάλιστα τον εμπόδιζα να έρχεται πίσω μου και στο δρόμο. Η φιλία μας αυτή κράτησε πολλά χρόνια, και σε αυτό το διάστημα η ιδιοσυγκρασία κι ο χαρακτήρας μου -εξαιτίας του σατανά αυτού που λέγεται ποτό- είχα πάθει (κοκκινίζω από ντροπή που το ομολογώ) μια ριζική μεταβολή προς το χειρότερο. Μέρα με τη μέρα γινόμουν όλο και πιο ιδιότροπος, πιο ευερέθιστος, περισσότερο αδιάφορος για τα αισθήματα των άλλων. Υπέφερα κι ο ίδιος, καθώς αντιλαμβανόμουν πόσο άσχημα μιλούσα στη γυναίκα μου. Στο τέλος έφτασα στην κατάντια να σηκώνω χέρι πάνω της και να τη χτυπώ. Φυσικά τον αντίκτυπο αυτής της μεταβολής του χαρακτήρα μου τον ένιωσαν και τα ζώα που υπήρχαν στο σπίτι μας. Ωστόσο τον Πλούτωνα τον είχα ακόμη σε υπόληψη και απέφευγα να τον κακομεταχειρίζομαι, αλλά για τα κουνέλια, τη μαϊμού, ακόμη και το σκύλο δεν είχα κανέναν ενδοιασμό όταν τυχαία ή και από αγάπη, βρίσκονταν στο δρόμο μου. 
Η αρρώστια μου όμως χειροτέρευε -κακή αρρώστια το πιοτό! Στο τέλος ακόμα κι ο Πλούτωνας, που είχε αρχίσει πια να γερνά κι όπως είναι φυσικό να γίνεται κάπως δύσκολος, άρχισε να δοκιμάζει τα αποτελέσματα της αλλαγής του χαρακτήρα μου. Μια νύχτα, έχοντας γυρίσει στουπί στο μεθύσι μετά από μια πολύωρη βόλτα στις ταβέρνες, μου καρφώθηκε η ιδέα πως ο γάτος με απέφευγε. Τον άρπαξα με το ζόρι και εκείνος, καθώς τρόμαξε με τη βίαιη ενέργειά μου, με δάγκωσε ελαφρά το χέρι. Τα νεύρα μου, τεντωμένα κι από το μεθύσι, ξέσπασαν. Δεν ήξερα τι έκανα, δεν ήμουν πια ο εαυτός μου. Λες και τη στιγμή εκείνη η ψυχή μου είχε πετάξει μακριά εγκαταλείποντας το σώμα μου και μια διαβολική μοχθηρία -ίσως και κάτι περισσότερο- θρεμμένη με αλκοόλ, διαπέρασε το κάθε μόριο του κορμιού μου. Έβγαλα από το γιλέκο μου ένα σουγιά, τον άνοιξα, άδραξα το δυστυχισμένο ζώο από το λαιμό και του ξερίζωσα το ένα μάτι. Ντρέπομαι, ανατριχιάζω γράφοντας αυτή τη φρικαλέα πράξη μου. 


Όταν το άλλο πρωί ήρθα πάλι στα λογικά μου -όταν πια το νυχτερινό μου μεθύσι είχε πια ξεθυμάνει με τον ύπνο- ένιωσα ένα αίσθημα ανάμειχτο από φρίκη και τύψεις για το έγκλημα που είχα διαπράξει. Αλλά, όπως και αν το κάνουμε, ήταν ένα αδύναμο και αμφίβολο αίσθημα, κι η ψυχή μου έμεινε ανέγγιχτη. Ξανάπεσα στο πιοτό και δεν άργησα να πνίξω στο κρασί κάθε θύμηση από κείνη μου την πράξη. Στο μεταξύ ο γάτος συνερχόταν σιγά-σιγά. Είναι αλήθεια πως η τρύπα του χαμένου ματιού του παρουσίαζε ένα φριχτό θέαμα, αλλά δε φαινόταν να πονά και να υποφέρει. Τριγύριζε όπως πάντα στο σπίτι, αλλά, όπως είναι φυσικό, έτρεχε κατατρομαγμένος να κρυφτεί, μόλις με έβλεπε να πλησιάζω. 
Καθώς μέσα μου απόμενε ακόμα κάτι από τον παλιό μου εαυτό, στην αρχή λυπόμουν για αυτήν την απέχθεια, που τόσο φανερά μου έδειχνε ένα πλάσμα που κάποτε με είχε αγαπήσει. 
Το συναίσθημα όμως της λύπης παραχώρησε γρήγορα τη θέση του στο θυμό. Και τότε, σαν τελειωτική και αμετάκλητη κατάπτωση, φώλιασε μέσα μου το πνεύμα της διαστροφής. Η φιλοσοφία δεν το λογαριάζει και πολύ αυτό το πνεύμα. Κι όμως, όσο βέβαιος είμαι πως ζω, άλλο τόσο βέβαιος είμαι πως η διαστροφή είναι ένα από τα αρχέγονα ορμέμφυτα της ανθρώπινης καρδιάς -μια από τις ιδιαίτερες πρωταρχικές δυνάμεις ή συναισθήσεις, που δίνουν μια κατεύθυνση στο χαρακτήρα του ανθρώπου. Ποιος δεν έπιασε, όχι μία αλλά εκατό φορές, τον εαυτό του, να κάνει μια ποταπή ή ανόητη πράξη απλώς και μόνο επειδή ήξερε πως δεν έπρεπε να την κάνει; Μήπως άλλωστε δεν έχουμε μια παντοδύναμη ροπή, όσο και αν είμαστε άνθρωποι με κρίση, να παραβαίνουμε το νόμο μόνο και μόνο γιατί είναι ο νόμος; Το πνεύμα αυτό της διαστροφής, όπως σας είπα, έφερε την τελειωτική μου κατάπτωση. Ήταν αυτός ο αβυσσαλέος πόθος της ψυχής να εναντιωθεί στο εαυτό της, να παραβιάσει την ίδια της τη φύση, να κάνει το κακό προς χάρη του κακού, που με έσπρωξε να συνεχίσω και να αποτελειώσω το βασάνισμα του άκακου αυτού ζώου. Κάποιο πρωινό, του πέρασα ψύχραιμα τη θηλιά στο λαιμό και το κρέμασα από το κλαδί ενός δέντρου. Το κρέμασα, ενώ από τα μάτια μου τα δάκρυα κυλούσαν ποτάμι κι ένιωθα τις σκληρότερες τύψεις να με βασανίζουν, το κρέμασα γιατί ήξερα πως με είχε αγαπήσει και γιατί καταλάβαινα πως δε μου είχε δώσει την αφορμή να του κάνω κακό, το κρέμασα γιατί ήξερα πως αυτό που έκανα ήταν μια αμαρτία -μια θανάσιμη αμαρτία που με αυτή και μόνο θα διακινδύνευα να θέσω την ψυχή μου (αν κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει) πέρα κι από το άπειρο έλεος του παντοδύναμου και παντελεήμονος Θεού. Τη νύχτα της ίδιας ημέρας, που είχα κάνει αυτήν την τόσο μεγάλη αμαρτία, με ξύπνησαν φωνές: “Πυρκαγιά, πυρκαγιά!”. Οι κουρτίνες του κρεβατιού μου φλέγονταν. Ολόκληρο το σπίτι λαμπάδιασε. Με μεγάλη δυσκολία η γυναίκα μου, μια υπηρέτρια κι εγώ, μπορέσαμε να γλιτώσουμε. Η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική. Όλα τα επίγεια αγαθά μου είχαν χαθεί και το μοναδικό μου καταφύγιο από δω και μπρος απόμενε η απελπισία. 

Δεν μπορώ -δε θέλω- να επιχειρήσω να βρω μια σχέση ανάμεσα στην καταστροφή που με έπληξε και στην κτηνωδία που είχα διαπράξει. Παραθέτω μόνο έναν-έναν τους κρίκους μιας αλυσίδας γεγονότων, και δε θέλω να παραλείψω κανέναν. Την επόμενη μέρα της πυρκαγιάς πήγα να δω τα ερείπια. Οι τοίχοι, εκτός από μια εξαίρεση, ήταν σωριασμένοι στο χώμα. Η μοναδική εξαίρεση ήταν ένας εσωτερικός τοίχος, όχι πολύ χοντρός, περίπου στη μέση του σπιτιού, εκεί που ακουμπούσε το κεφάλι του κρεβατιού μου. Ο σοβάς, στο μεγαλύτερο μέρος του, είχε αντέξει στη φωτιά, κι αυτό το απέδωσα στο γεγονός ότι ο τοίχος ήταν φρεσκοσοβατισμένος. Γύρω από τον τοίχο ήταν συγκεντρωμένο ένα πυκνό πλήθος περιέργων, και πολλοί φαίνονταν να εξετάζουν ένα συγκεκριμένο τμήμα του με μεγάλη και ζωηρή προσοχή. 
Οι λέξεις “παράξενο!”, “καταπληκτικό!” και άλλες παρόμοιες εκφράσεις τράβηξαν την περιέργειά μου. Πλησίασα και είδα σαν να ήταν βαθουλωτά ανάγλυφη πάνω στην άσπρη επιφάνεια, τη μορφή ενός γιγάντιου γάτου. Το αποτύπωμα είχε αληθινά μια εκπληκτική ακρίβεια. Ένα σκοινί ήταν περασμένο από το λαιμό του ζώου. Όταν πρωταντίκρισα το φάντασμα αυτό -γιατί δε μπορούσα να το θεωρήσω τίποτα άλλο παρά μόνο φάντασμα- έμεινα έκπληκτος και τρομοκρατημένος. Σιγά-σιγά όμως το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει. Θυμήθηκα πως είχα κρεμάσει το γάτο σ’ έναν κήπο δίπλα στο σπίτι μου. Όταν δόθηκε ο συναγερμός για την πυρκαγιά, ο κήπος γέμισε αμέσως κόσμο, και κάποιος θα πρέπει να έκοψε το σκοινί από το δέντρο και να πέταξε το γάτο στην κάμαρά μου, ίσως για να με ξυπνήσει. Οι άλλοι τοίχοι, καθώς έπεφταν είχαν πιέσει στο θύμα της μοχθηρίας μου πάνω στο φρέσκο σοβά, κι ο ασβέστης με την επίδραση της φωτιάς και της αμμωνίας του ψοφιμιού, είχαν σχηματίσει την εικόνα που είχα τώρα μπροστά μου. Μολονότι η λογική μου, αν όχι η συνείδησή μου, εξήγησε με τόση ετοιμότητα το εκπληκτικό γεγονός που μόλις σας διηγήθηκα, ωστόσο μια βαθιά εντύπωση έμεινε χαραγμένη στη φαντασία μου. Για μήνες ολόκληρους δεν μπορούσα να απαλλαγώ από το φάντασμα του γάτου. Και σε αυτό το διάστημα γεννήθηκε αργά στη ψυχή μου κάτι που έμοιαζε -αλλά και που δεν ήταν- με τύψεις, Κατάντησα να λυπάμαι τώρα για το χαμό του άλλοτε αγαπημένου μου ζώου, και να ψάχνω παντού, στα καταγώγια που σύχναζα τώρα, μήπως βρω κανέναν άλλο γάτο, που να του μοιάζει κάπως ώστε να τον αντικαταστήσω. Κάποιο βράδυ, έτσι που καθόμουν μισοναρκωμένος σ’ ένα ελεεινό καταγώγιο, τράβηξε την προσοχή μου κάποιο μαύρο πράγμα που βρισκόταν πάνω σε ένα από τα πελώρια βαρέλια με τζιν που αποτελούσαν και την κυριότερη επίπλωση εκεί μέσα. Είχα από ώρα καρφωμένα τα μάτια μου πάνω σε εκείνο το βαρέλι, κι αυτό που με παραξένεψε τώρα ήταν που δεν είχα προσέξει πιο πριν εκείνο το μαύρο πράγμα. Πήγα κοντά και το άγγιξα με το χέρι μου. Ήταν ένας μαύρος γάτος, πολύ μεγάλος, στο μπόι περίπου του Πλούτωνα, και που του έμοιαζε σε όλα εκτός από κάτι. Ο Πλούτωνας δεν είχε ούτε μιαν άσπρη τρίχα σε ολόκληρο το κορμί του, ενώ αυτός εδώ ο γάτος είχε μια μεγάλη τούφα από άσπρες τρίχες, με ακαθόριστο σχήμα, που του σκέπαζε ολόκληρο σχεδόν το στήθος. Μόλις τον άγγιξα σηκώθηκε αμέσως, γουργούρισε δυνατά, τρίφτηκε πάνω στο χέρι μου και φαινόταν ευχαριστημένος που τον πρόσεξα. Ήταν ακριβώς το ζώο που γύρευα. Πρότεινα στον ταβερνιάρη να τον αγοράσω, αυτός όμως μου απάντησε πως δεν είχε καμιά απολύτως απαίτηση, γιατί όχι μόνο δεν ήταν δικός του ο γάτος αυτός, αλλά και ούτε τον είχε ξαναδεί. Συνέχισα να τον χαϊδεύω κι όταν ετοιμάστηκα να γυρίσω στο σπίτι μου, έδειξε τη διάθεση να με συνοδέψει. Τον άφησα να έρθει μαζί μου και καθώς βαδίζαμε έσκυβα πού και πού και τον χάιδευα. Όταν φτάσαμε πια στο σπίτι, εγκαταστάθηκε κοντά μας κι αμέσως έγινε ο αγαπημένος της γυναίκας μου. Όσο για μένα, δεν άργησα να νιώσω αντιπάθεια για το ζώο αυτό -ακριβώς το αντίθετο δηλαδή απ’ ό,τι περίμενα να συμβεί. Κι ακόμη -χωρίς να ξέρω πώς και γιατί- η αγάπη που μου έδειχνε μου προξενούσε απέχθεια και στενοχώρια. Σιγά-σιγά τα συναισθήματα αυτά της απέχθειας και της στεναχώριας μεταμορφώθηκαν σε μίσος. Απόφευγα το γάτο. Κάτι σαν αίσθημα ντροπής κι αναμνήσεως της προηγούμενης μοχθηρής συμπεριφοράς μου, με εμπόδιζαν να του κάνω κακό. Για μερικές βδομάδες δεν τον χτύπησα, ούτε τον κακομεταχειρίστηκα, βαθμιαία όμως κατάντησε να τον βλέπω μ’ ανείπωτη σιχαμάρα και να φεύγω βιαστικά μόλις έβλεπα το απαίσιο αυτό ζώο, όπως φεύγει κανείς μπροστά σε μια σιχαμερή μυρουδιά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως αυτό που δυνάμωσε το μίσος μου ήταν ότι ανακάλυψα -όχι την ίδια βραδιά που τον είχα φέρει σπίτι, αλλά την άλλη μέρα το πρωί- πως, όπως κι ο Πλούτωνας, είχε κι αυτός το ένα μάτι του βγαλμένο. Το περιστατικό αυτό τον έκανε ωστόσο πιο αγαπητό στη γυναίκα μου, που διατηρούσε ακόμη το αίσθημα εκείνο της συμπόνιας που άλλοτε χαρακτήριζε και εμένα και που μου χάριζε τις πιο απλές κι αγνές χαρές. Όσο όμως εγώ σιχαινόμουν περισσότερο το γάτο, τόσο φαινόταν να μεγαλώνει η δική του αδυναμία για μένα. Ακολουθούσε τα βήματά μου με μια επιμονή που μου είναι αδύνατο να την περιγράψω στον αναγνώστη. Όπου και αν καθόμουν, κουλουριαζόταν κάτω από την καρέκλα μου ή πηδούσε πάνω στα γόνατά μου και δεν σταματούσε να χαϊδολογιέται. Όταν σηκωνόμουν να φύγω, μπερδευόταν στα πόδια μου με κίνδυνο να με κάνει να πέσω ή έμπηγε τα μακριά και μυτερά του νύχια στο παντελόνι μου και σκαρφάλωνε στο στήθος μου. 



Σε κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθα τη διάθεση να τον σκοτώσω με ένα μου χτύπημα, εμποδιζόμουν όμως να το κάνω, όχι τόσο από την ανάμνηση του προηγούμενου εγκλήματός μου, αλλά κυρίως εξαιτίας του τρόμου που μου ενέπνεε το ζωντανό αυτό. Ο τρόμος που με κυρίευε δεν ήταν τρόμος πως θα πάθαινα κάτι σωματικά -κι όμως δεν βρίσκω άλλον τρόπο να τον προσδιορίσω. Ντρέπομαι σχεδόν να ομολογήσω -ναι, ακόμη και σε αυτό το ατιμωτικό κελί που βρίσκομαι, ντρέπομαι να το ομολογήσω- πως ο τρόμος κι η φρίκη που μου ενέπνεε το ζώο αυτό είχαν ενταθεί από μία από τις απιθανότερες χίμαιρες που μπορεί να διανοηθεί κανείς. Η γυναίκα μου επέστησε αρκετές φορές την προσοχή μου στη μορφή του σημαδιού με τις άσπρες τρίχες, που έχω προαναφέρει και που αποτελούσε τη μοναδική διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό το παράξενο ζώο και σε κείνο που είχα σκοτώσει. Ο αναγνώστης θα θυμάται πως το σημάδι αυτό, αν και μεγάλο, ήταν στην αρχή ακαθόριστο. Σιγά-σιγά όμως, ανεπαίσθητα, τόσον αδιόρατα που για πολύν καιρό η λογική μου αγωνιζόταν να μη το παραδεχτεί, θεωρώντας το απλή του φαντασιοπληξία, είχε πάρει ένα σχήμα σαφέστατα σχεδιασμένο. Παρίστανε τώρα κάτι που ανατριχιάζω να προφέρω την ονομασία του… Ήταν η εικόνα από κάτι φριχτό και απαίσιο: η εικόνα της αγχόνης! Εκείνο το σκυθρωπό και τρομερό σύνεργο της Φρίκης και του Εγκλήματος, της Αγωνίας και του Θανάτου! Και τώρα η κατάντια μου ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη αθλιότητα. Ένα ζώο χωρίς λογική, να κατεργάζεται για μένα -για μένα, έναν άνθρωπο πλασμένο κατ’ εικόνα κι ομοίωση του Θεού- μα τόσον αβάσταχτη κατάρα! Αλίμονο! Ούτε μέρα, ούτε νύχτα γνώρισα πια την ευλογία της ησυχίας! Τη μέρα δε με άφηνε ούτε μια στιγμή μόνο μου το σιχαμερό αυτό πλάσμα, και τη νύχτα ξυπνούσα κάθε τόσο από όνειρα ανείπωτα τρομαχτικά για να βρω τη ζεστή ανάσα του πάνω στο πρόσωπό μου και το τεράστιο βάρος του -ένας αληθινός βραχνάς που δεν είχα τη δύναμη να τον διώξω- να πλακώνει συνεχώς τη καρδιά μου! Κάτω από την πίεση μιας τέτοιας αγωνίας, το ασθενικό υπόλειμμα του παλιού αγαθού εαυτού μου δεν άργησε να χαθεί. Πονηρές σκέψεις -οι πιο καταχθόνιες και πονηρές σκέψεις- ήταν πια οι μοναδικοί και μόνιμοι σύντροφοί μου. Η ζοφερή μου διάθεση εξελίχθηκε σε ένα μίσος για όλα τα πράγματα και για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και συχνά, τα απότομα και ασυγκράτητα ξεσπάσματα μιας μανίας, που της είχα παραδοθεί τώρα στα τυφλά, το συνηθισμένο και απέραντα υπομονετικό μου θύμα ήταν η γυναίκα μου που ποτέ της δεν ξεστόμιζε το παραμικρό παράπονο. Κάποια μέρα ήρθε κι αυτή μαζί μου, για κάποια δουλειά, στο κελάρι του παλιού σπιτιού, που η φτώχια μάς ανάγκαζε τώρα να κατοικούμε. Καθώς κατέβαινε τις σκάλες, ο γάτος μ’ ακολούθησε και με τη συνήθειά του να μπερδεύεται στα πόδια μου, με σώριασε καταγής με το κεφάλι. Έγινα έξω φρενών. Σήκωσα ένα τσεκούρι και ξεχνώντας στο θυμό μου τον παιδιάστικο φόβο που ως τώρα συγκρατούσε το χέρι μου, κατέβασα με δύναμη το τσεκούρι στο ζώο και σίγουρα θα το σκότωνα, αν η γυναίκα μου δεν προλάβαινε να συγκρατήσει το χέρι μου. Η επέμβασή της μ’ έκανε να φρενιάσω, να λυσσάξω. Τράβηξα το μπράτσο μου που το κρατούσε σφιχτά, και με το τσεκούρι τη χτύπησα κατακέφαλα. Έπεσε νεκρή χωρίς ούτε ένα βογκητό. Το πρώτο πράγμα που έκανα μετά από το απαίσιο αυτό φονικό ήταν να σκεφτώ ψύχραιμα πού θα έκρυβα το πτώμα. Καταλάβαινα πως δε μπορούσα να το κουβαλήσω έξω από το σπίτι, ούτε μέρα αλλά ούτε και νύχτα, χωρίς να διατρέξω τον κίνδυνο να με δουν οι γείτονες. Έκανα με το μυαλό μου διάφορα σχέδια. Προς στιγμή σκέφτηκα να κόψω το πτώμα σε μικρά-μικρά κομματάκια και να το κάψω. Ύστερα, έκανα τη σκέψη να ανοίξω ένα λάκκο στο κελάρι και να θάψω εκεί το πτώμα. Έπειτα είπα να το ρίξω στο πηγάδι της αυλής ή να το συσκευάσω σε ένα μεγάλο κιβώτιο, σαν εμπόρευμα, με όλους τους συνηθισμένους τύπους και να φωνάξω κανένα χαμάλη να το πάρει από το σπίτι. Τελικά μου ήρθε μια ιδέα που την έκρινα σαν την καλύτερη από όλες. Αποφάσισα να χτίσω το πτώμα μέσα σε έναν τοίχο του κελαριού, όπως αναφέρει κι η Ιστορία πως έχτιζαν τα θύματά τους οι καλόγεροι του Μεσαίωνα. Το κελάρι ήταν κατάλληλο για το σκοπό αυτό. Οι τοίχοι ήταν ψευτοχτισμένοι και τώρα τελευταία τους είχαν σοβαντίσει, αλλά η υγρασία δεν άφησε το σοβά να ξεραθεί. Κι εξάλλου, ο ένας από τους τοίχους είχε μια εσοχή, σαν να προοριζόταν για θέση τζακιού, αλλά φαινόταν πως τελικά το είχαν μετανιώσει, και είχαν γεμίσει με τούβλα το κενό. Ήμουν σίγουρος πως εύκολα θα μπορούσα να βγάλω από τη θέση τους τα τούβλα, να βάλω το πτώμα στην εσοχή, κι έπειτα να ξαναχτίσω το μέρος εκείνο, όπως ήταν πριν, έτσι που κανένα μάτι δε θα μπορούσε να ανακαλύψει τίποτα το ύποπτο. Και δεν έπεσα έξω στους υπολογισμούς μου. Με λοστό ξεχαρβάλωσα εύκολα τα τούβλα κι αφού τοποθέτησα προσεχτικά όρθιο το πτώμα, ακουμπώντας το στον εσωτερικό τοίχο, το στήριξα στη θέση αυτή και χωρίς πολύ κόπο ξανάβαλα τα τούβλα όπως ήταν πριν. Με κάθε προφύλαξη προμηθεύτηκα ασβέστη, άμμο κι άχυρα, ετοίμασα ένα σοβά που δεν ξεχώριζε καθόλου από τον παλιό κι έχτισα τον καινούριο τοίχο. Όταν τελείωσα έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από τη δουλειά μου. Ο τοίχος δε φαινόταν καθόλου πως είχε πειραχτεί. Μάζεψα από κάτω τα μπάζα με τη μεγαλύτερη προσοχή. Έριξα γύρω μου μια θριαμβευτική ματιά και μονολόγησα: “Εδώ, τουλάχιστον ο κόπος μου δεν πήγε χαμένος”. Η επόμενη ενέργειά μου ήταν να ψάξω να βρω το ζώο που είχε σταθεί η αιτία της καταστροφής αυτής. Γιατί τώρα είχα πάρει πια την απόφαση να το εξοντώσω. Αν το έβρισκα μπροστά μου εκείνη τη στιγμή, θα το είχα ξεμπερδέψει. Μα φαίνεται πως το πονηρό ζώο είχε τρομοκρατηθεί από την εκδήλωση του θυμού μου κι απέφευγε να παρουσιαστεί μπροστά μου. Είναι αδύνατο να περιγράψει ή να φανταστεί κανείς τη βαθιά, την ηδονική ανακούφιση που μου προξένησε η απουσία του σιχαμερού ζώου. Δε φάνηκε ούτε ολόκληρη τη νύχτα, κι έτσι, τουλάχιστον για μια νύχτα, από τότε που είχε πατήσει το πόδι του στο σπίτι μου, μπόρεσα να κοιμηθώ ήσυχα και ατάραχα. Ναι, κοιμήθηκα, παρόλο το βάρος του φόνου που είχα στην ψυχή μου. Πέρασε η δεύτερη, πέρασε κι η τρίτη μέρα, κι ο τύραννός μου εξακολουθούσε να μη φαίνεται. Ανάσανα σαν ελεύθερος άνθρωπος. Το τέρας, τρομαγμένο, είχε φύγει μια για πάντα από το σπίτι μου! Δε θα το ξανάβλεπα στα μάτια μου! Ήμουν ευτυχισμένος! Το αίσθημα της ενοχής για τη βδελυρή πράξη μου δε με βάραινε σχεδόν καθόλου. Στην ανάκριση που έγινε, αποκρίθηκα με ετοιμότητα και χωρίς να τα χάσω. Έγινε και μια έρευνα -μα φυσικά, τίποτα δεν ανακάλυψαν. Θεωρούσα πια πως η μελλοντική μου ευτυχία ήταν εξασφαλισμένη. Τέσσερις μέρες μετά το φόνο, οι αστυνομικοί ξανάρθαν απροειδοποίητα για να κάνουν μια πιο αυστηρή έρευνα. Σίγουρος πως ο κρυψώνας μου ήταν αδύνατο να ανακαλυφθεί, δεν ανησύχησα καθόλου. Οι αστυνομικοί ζήτησαν να τους συνοδεύσω στην έρευνά τους. Δεν άφησαν καμιά γωνιά, καμιά κώχη χωρίς να την ψάξουν. Στο τέλος κατέβηκαν και πάλι στο κελάρι -για τρίτη ή τέταρτη φορά. Ούτε μια τρίχα μου δε σάλεψε. Η καρδιά μου χτυπούσε ήρεμα, σαν την καρδιά του ανθρώπου που κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Πηγαινοερχόμουν μέσα στο κελάρι. Σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος και βημάτιζα εδώ κι εκεί. Οι αστυνομικοί, απόλυτα ικανοποιημένοι από την έρευνά τους, ετοιμάζονταν να φύγουν. Η χαρά μου ήταν τόσο πολύ μεγάλη ώστε δεν μπορούσα να τη συγκρατήσω. Λαχταρούσα να πω κάτι, έστω και μια λέξη, έτσι, σαν εκδήλωση του θριάμβου μου, αλλά και για να τους διπλασιάσω τη βεβαιότητα πως είμαι αθώος. “Κύριοι”, τους είπα τη στιγμή που ανέβαιναν τη σκάλα, “είμ’ ενθουσιασμένος που οι υποψίες σας χάθηκαν. Σας εύχομαι να είστε πάντα καλά και κάπως περισσότερο ευγενείς. Εδώ που τα λέμε, κύριοι, το σπίτι αυτό είναι πολύ καλοχτισμένο” (μέσα στη φλογερή μου επιθυμία να πω κάτι με άνεση, δεν ήξερα καλά-καλά τι έλεγα), “μπορώ μάλιστα να πω ότι είναι εξαιρετικά καλοχτισμένο. Αυτοί οι τοίχοι -μα γιατί φεύγετε, κύριοι;- αυτοί οι τοίχοι είναι γερά φτιαγμένοι…”. Και λέγοντας αυτά τα λόγια, χτύπησα δυνατά -μόνο και μόνο από μια μανία για επίδειξη που με είχε πιάσει- μ’ ένα μπαστούνι που κρατούσα στο μέρος ακριβώς εκείνου του τοίχου με τα τούβλα, που πίσω του στεκόταν το πτώμα της αγαπημένης μου γυναικούλας. Μα ο Θεός να με φυλάξει και να με σώσει από τα νύχια του Αντίχριστου! Δεν είχαν πάψει καλά-καλά να αντηχούν τα χτυπήματα του μπαστουνιού μου και μου αποκρίθηκε μια φωνή μέσα από τον τάφο! Μια φωνή πνιγμένη και κομμένη σαν αναφιλητό παιδιού στην αρχή, που έπειτα φούντωσε βιαστικά σε μια μακρόσυρτη δυνατή κι αδιάκοπη κραυγή φρίκης και θριάμβου μαζί, τέτοια που μόνο από την κόλαση θα μπορούσε να είχε βγει -μια κραυγή που έμοιαζε να βγαίνει ταυτόχρονα από το λαρύγγι των κολασμένων που αγωνιούν και από τους δαίμονες που χαίρονται την κόλαση κι αναγαλιάζουν. Είναι αστείο να μιλήσω για τις σκέψεις που έκανα εκείνη τη στιγμή. Παρέλυσα. Τρικλίζοντας, πήγα κι ακούμπησα στον αντικρινό τοίχο. Οι αστυνομικοί για μια στιγμή έμειναν ακίνητοι από τρόμο και δέος στη σκάλα. Αμέσως μετά, δέκα γερά μπράτσα καταπιάστηκαν με τον τοίχο. Έπεσε μονοκόμματος. Το πτώμα, σε αρκετά προχωρημένη αποσύνθεση πια, γεμάτο πηγμένα αίματα, στεκόταν όρθιο μπροστά μας. Πάνω στο κεφάλι του, με κατακόκκινο ανοιχτό στόμα κι ένα μοναδικό μάτι που πετούσε φωτιές, καθόταν το απαίσιο ζώο, που η πανουργία του μ’ είχε κάνει φονιά. Κι η κατήγορη φωνή του μ’ έστελνε στο δήμιο. Είχα χτίσει το τέρας μες στον τοίχο…». 


Έντγκαρ Άλαν Πόε (1840),  ''Ο Μαύρος Γάτος''   
(μτφ.  Ε. Μπαρτζινόπουλος)





Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε γεννήθηκε το 1809 στη Βοστόνη. Μετά το θάνατο των γονιών του, τον ανέλαβε ο πλούσιος Τζον Άλαν. Αν και ο κηδεμόνας του προσπάθησε να του δώσει την καλύτερη δυνατή μόρφωση, το πάθος του για το αλκοόλ δεν άφησε τον Πόε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εργάστηκε ως συντάκτης σε εφημερίδες και περιοδικά. Λόγω του αλκοολισμού του, δε στέριωσε πουθενά. Το πάθος του για το ποτό τον κυνηγούσε σε όλη του τη ζωή. Πέθανε στη Βαλτιμόρη σε ηλικία 40 ετών.

------------




Ο “Μαύρος Γάτος” (The Black Cat) είναι ένα από τα πιο γνωστά διηγήματα τρόμου και φρίκης που έγραψε ο EdgarAllan Poe (1809-1849). Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 19 Αυγούστου 1843 στην ιστορική εβδομαδιαία εφημερίδαSaturday Evening Post της Πενσυλβάνια. Από τους μελετητές του Πόε (Πόου, σωστότερα) θεωρείται σπουδή στην ψυχολογία της ενοχής. Το διήγημα έτυχε θερμής υποδοχής από το αναγνωστικό κοινό και αποτέλεσε τον πυρήνα παρωδιών πάνω στο ίδιο θέμα, ενώ το ίδιο είναι πλέον κλασικό στην ανθολογία των διηγημάτων τρόμου και φρίκης. Συμπεριλαμβάνεται δε σχεδόν σε όλες τις ανθολογίες με έργα του ιδιοφυούς, πλην όμως αλκοολικού, Αμερικανού συγγραφέα και ποιητή, που βρέθηκε νεκρός σε ένα χαντάκι σε ηλικία μόλις 40 χρονών με τις συνθήκες του θανάτου του ουδέποτε να έχουν διευκρινιστεί.





Το μικρό αυτό αριστούργημα υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές στις προτιμήσεις και των σκηνοθετών κινηματογράφου. Εκείνο, όμως, που προκαλεί εντύπωση είναι ότι αυτό που εξιτάρει τους παραγωγούς και τους σκηνοθέτες είναι περισσότερο ο τίτλος και ο συγγραφέας, παρά η ίδια η ιστορία. Ο πρώτος κινηματογραφικός "Μαύρος Γάτος" του 1934 με τον Μπόρις Καρλόφ και το Μπέλα Λουγκόσι τη μόνη σχέση με το δίηγημα είναι ο τίτλος και η αναφορά του Πόε στους τίτλους, καθώς εμπλέκεται μαύρη μαγεία και άλλα συναφή της μόδας εκείνη την εποχή. Στον δεύτερο, του 1941, μια παρωδία ταινίας τρόμου, ο Μπέλα Λουγκόσι, πάλι, και ο Μπέιζιλ Ράτμποουν μάλλον δευτερεύοντες ρόλους έχουν, καθώς η υπόθεση εκτυλίσσεται ανάμεσα σε μια γηραιά κυρία και την άπληστη καμαριέρα της.



Περισσότερο κοντά στο στόρυ είναι η σπονδυλωτή ταινία του Κόρμαν "Ιστορίες Τρόμου" το 1962, με τον Βίτσεντ Πράις και τον Πήτερ Λόρε, αφού σύμφωνα με το σενάριο ο μέθυσος δολοφόνος συμπεριλαμβάνει στα θύματά του και τον εραστή της γυναίκας του. Πάνω στην ίδια ιστορία σκηνοθέτησε το 1981 και ο Ιταλός σκηνοθέτης ειδικευμένος σε ταινίες τρόμου Λούτσο Φούλτσι, ενώ στα “Δυο Μάτια του Κακού” (1990) ο επίσης Ιταλός σκηνοθέτης ταινιών υπερφυσικού τρόμου Ντάριο Αρτζέντο δίνει τη δική του χαλαρή εκδοχή της ιστορίας.




Με απόλυτα φιλολογικούς όρους ο “Μαύρος Γάτος” δεν θεωρείται σε καμιά περίπτωση κείμενο παραλογοτεχνίας, ώστε να έχει μια θέση στα ράφια της βιβλιοθήκης με αναγνώσματα της παραλογοτεχνίας.Είναι έργο καθαρά κλασικής λογοτεχνίας. Ο λόγος που εντάσσεται, έχει να κάνει με το ότι ο συγγραφέας του εκπροσωπεί ως ιδρυτικό μέλος μια σημαντική σχολή. Τη σχολή της λογοτεχνίας τρόμου και φρίκης, που περισσότερο αναπτύχθηκε από τους συγγραφείς της παραλογοτεχνίας, παρά της λογοτεχνίας, όσο και αν αυτός ο διαχωρισμός είναι σχετικός και υπόπτων προθέσεων επισκιάζοντας τεχνηέντως την πραγματική διάκριση σε καλά και σε κακά έργα.
Η ιστορία είναι αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ενός ανθρώπου που πρόκειται την επόμενη μέρα να απαγχονιστεί επειδή, αν και νόμιζε ότι είχε διαπράξει τον τέλειο φόνο, το έγκλημά του αποκαλύφτηκε εξαιτίας του μαύρου γάτου του.



Πηγές εδώ και εδώ