Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

"Ακόμα και η σιωπή μπορεί να θεωρηθεί ομιλία"



Σε μια εποχή και σε μια χώρα όπου όλοι κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να διατυμπανίσουν κάποια γνώμη ή κρίση τους, ο κύριος Πάλομαρ απόκτησε τη συνήθεια να δαγκώνει τη γλώσσα του τρεις φορές πριν υποστηρίξει οτιδήποτε. Αν στο τρίτο δάγκωμα της γλώσσας είναι ακόμα πεισμένος για αυτό που ήθελε να πει, το λέει, αν όχι, μένει σιωπηλός .
Πράγματι, περνά εβδομάδες ή και μήνες ολόκληρους στη σιωπή. 


Δε λείπουν ποτέ οι κατάλληλες ευκαιρίες που τον βοηθάνε να σιωπά, συχνά όμως τυχαίνει να μετανιώνει γιατί δεν είπε κάτι που θα μπορούσε να πει την κατάλληλη στιγμή.  Συνειδητοποιεί ότι τα γεγονότα επιβεβαίωσαν εκείνο που σκεφτόταν,και ότι αν τότε είχε εκφράσει τη σκέψη του, ίσως θα επηρέαζε θετικά - έστω και σ'ένα μικρό βαθμό- αυτά τα γεγονότα.Σ' αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει διχασμένος ανάμεσα στην ικανοποίηση ότι είχε σκεφτεί σωστά και στην ενοχή που του δημιουργεί η υπερβολική επιφυλακτικότητά του.Κι είναι αυτά τα συναισθήματα τόσο δυνατά, ώστε προσπάθησε κάποια φορά να τα εκφράσει με λέξεις, αφού όμως δάγκωσε τη γλώσσα του τριες φορές,ή μάλλον έξι, πείστηκε ότι δεν έχει κανένα απολύτως λόγο είτε να υπερηφανευέτεαι είτε να έχει ενοχές.


Το ότι είχε σκεφτεί σωστά δεν είναι κανενός είδους ανδραγάθημα: στατιστικά,μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτο ότι ανάμεσα στις πολλές λαθεμένες, συγκεχυμένες ή και κοινότοπες ιδέες που του έρχονται καθημερινά στο μυαλό, κάποια θα είναι ξεκάθαρη ή και ευφυής, όπως άλλωστε ήρθε στο δικό του μυαλό, θα μπορούσε σίγουρα να έρθει και στο μυαλό κάποιου άλλου.

Πιο πολύπλοκη είναι η αναζήτηση των λόγων που των σπρώχνουν να μην εκφράζει τη σκέψη του.
Σε καιρούς γενικής σιωπής, το να συμμορφώνεται με τη σιωπή των πολλών είναι αναμφισβήτητα μια πράξη ένοχη.
Σε καιρούς,αντίθετα,όπου όλοι μιλάνε πολύ, το σημαντικότερο δεν είναι να πεις το σωστό πράγμα-έτσι κι αλλιώς θα χανόταν μέσα στην πλημμύρα των λέξεων-όσο το να το πεις ξεκινώντας από μερικές προκαταρκτικές βάσεις και εμπλέκοντας στη συνέχεια το παιχνίδι των συνεπειών που θα δώσει στα λεγόμενά σου τη μεγαλύτερη δυνατή αξία.

Αν όμως η αξία μιας συγκεκριμένης κοινοποίησης βρίσκεται στη συνέχεια και στη συνέπεια της γενικότερης συζήτησης στην οποία η κοινοποίηση αυτή εντάσσεται, τότε η μόνη δυνατή επιλογή για κάποιον είναι να μιλά συνεχώς ή να μη μιλά καθόλου. Στην πρώτη περίπτωση ο κύριος Πάλομαρ θα φανέρωνε ότι η σκέψη του δεν αναπτύσσεται ευθύγραμμα άλλα με ζικ-ζακ,με συνεχείς ταλαντεύσεις,αντιφάσεις,επανορθώσεις,μέσα στις οποίες θα χανόταν τελικά η ορθότητα εκείνης της κοινοποίησης του.Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη εναλλακτική λύση, αυτή προϋποθέτει το ταλέντο της σιωπής, ταλέντο ακόμα πιο δύσκολο από το ταλέντο του λόγου.


Πράγματι, ακόμα και η σιωπή μπορεί να θεωρηθεί ομιλία, αφού δεν είναι παρά άρνηση της χρήσης του λόγου που κάνουν οι άλλοι, η έννοια όμως αυτής της σιωπής-ομιλίας βρίσκεται στις διακοπές της, δηλαδή σε όσα λέγονται κάθε τόσο και δίνουν μια βαρύτητα σε όσα δε λέγονται ποτέ.


Με άλλα λόγια,η σιωπή μπορεί να είναι χρήσιμη για ν'αποκλείει ορισμένες λέξεις ή για να τις φυλάει κάπου παράμερα ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μια καλύτερη ευκαιρία.
Το ίδιο, μια λέξη που λέγεται σήμερα μπορεί να σε γλυτώσει από εκατό αυριανές λέξεις ή να ανοίξει το δρόμο σε άλλες χίλιες.
 "Κάθε φορά που δαγκώνω τη γλώσσα μου - καταλήγει νοερά ο κύριος Παλομάρ- πρέπει να σκέφτομαι όχι μόνον όσα πρόκειται να πω ή να μην πω, αλλά και όσα θα ειπωθούν από μένα ή τους άλλους, αν εγώ μιλήσω ή δε μιλήσω". 


Έχοντας κάνει αυτή τη σκέψη, δαγκώνει τη γλώσσα του και παραμένει σιωπηλός.


Ίταλο Καλβίνο, 

από το ωραιότατο "Πάλομαρ" 









Ο Ίταλο Καλβίνο (15 Οκτωβρίου 1923 - 19 Σεπτεμβρίου 1985) ήταν Ιταλός πεζογράφος, δοκιμιογράφος και δημοσιογράφος.
Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Ιταλούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε στο Σαντιάγο δε Λας Βέγκας στη Κούβα αλλά σε νεαρή ηλικία εγκαταστάθηκε με τους γονείς του στην Ιταλία.
Ήταν γιος των βοτανολόγων, Μάριο κι Εβελίνα (Μαμέλι) και αδερφός του Φλοριάνο, σπουδαίου γεωλόγου.

Εγκαταστάθηκαν στο Σαν Ρέμο της ιταλικής Ριβιέρα, για περίπου 20 χρόνια. Συναντήθηκε με τον Εουτζένιο Σκάλφαρι, μετέπειτα πολιτικό κι ιδρυτή της εφημερίδας La Republica, ο οποίος κι έγινε φίλος του. Το 1941 μετακομίζει στο Τορίνο αφού πέρασε κάποιο διάστημα και στο Μιλάνο.
Το 1943 μπαίνει στους παρτιζάνους της ιταλικής αντίστασης, στη ταξιαρχία Γαριβάλδι και μαζί με τον Σκάλφαρι δημιουργούνε τη ΜUL (Movemend Universitarian Liberal).
Έπειτα εισχωρεί στο κομμουνιστικό κόμμα.

Το 1947 αποφοιτά απο το Πανεπιστήμιο του Τορίνο και με τον Γιόζεφ Κόνραντ εργάζονται στην αριστερή εφημερίδα L' Unita. Παράλληλα μπαίνει στον εκδοτικό οίκο Εϊνάντι όπου εργάζονται επίσης οι Νορμπέρτο Μπόμπιο, Νατάλια Γκίνσμπουργκ, Τσέζαρε Παβέζε κι Έλιο Βιτορίνι. Με τον τελευταίο γράφει το εβδομαδιαίο Ιλ Πολυτέκνικο, περιοδικό τέχνης, του πανεπιστημίου. Αφήνει όμως και τον εκδοτικό για να ασχοληθεί πιο εντατικά με την Unita και με τη νέα κομμουνιστική εφημερίδα Rinascita.
Το 1950 συνεργάζεται ξανά με τον Εϊνάντι κι αναλαμβάνει υπεύθυνος του λογοτεχνικού τμήματος. Επισκέπτεται τη Σοβιετική Ένωση.

Το 1952 γράφει, μαζί με τον Τζόρτζιο Μπαζάνι στο μαρξιστικό εβδομαδιαίο περιοδικό Botteghe Oscure. Το 1957 αφήνει απροσδόκητα το κομμουνιστικό κόμμα και το γράμμα της παραίτησής του δημοσιεύεται στην Unita. Επισκέπτεται τις ΗΠΑ όπου παραμένει για 6 μήνες, κυρίως στη Νέα Υόρκη, ύστερα από πρόσκληση του ιδρύματος Φορντ.
Εντυπωσιάζεται από τον Νέο Κόσμο. Ύστερα από λίγα χρόνια παντρεύεται τη Έσθερ Σίνγκερ, που 'χε γνωρίσει στις ΗΠΑ κι ο γάμος γίνεται στην Αβάνα, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στη γενέτειρα που συνάντησε και τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα. Επιστρέφοντας στην Ιταλία συνεργάζεται εκ νέου με τον Εϊνάντι, εκδίδει τα "Κοσμοκωμικά" και δημιουργεί την OULiPo (OUvroir de Litterature Potentielle).

Στον Γαλλικό Μάη του 1968 γνωρίζει κι επηρεάζεται από τον Ρεημόν Κενώ, ενώ έρχεται σε επαφή και με τους Ρολάν Μπαρτ και Κλωντ Λεβί-Στρως. Σχηματίζει επίσης επαφές με αξιοσημείωτες εμπειρίες, στη Σορβόνη κι ενδιαφέρεται για τους κλασικούς, Λουντοβίκο Αριόστο, Ονορέ ντε Μπαλζάκ, Δάντη, Ιγκνάθιο Λογιόλα, Θερβάντες, Σαίξπηρ, Συρανό Ντε Μπερζεράκ και Τζιάκομο Λεοπάρντι.
Το 1973 διατηρεί την επαφή με την Ιταλία, γράφοντας νουβέλες για την ιταλικήν έκδοση του περιοδικού Playboy και για την εφημερίδα Κοριέρε Ντε Λα Σέρα. Το 1975 γίνεται επίτιμο μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας και την επόμενη χρονιά κερδίζει το βραβείο για την Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία. Επισκέπτεται Ιαπωνία και Μεξικό, καθώς επίσης κι αρκετές αμερικάνικες πόλεις, δίνοντας διαλέξεις. Το 1981 κερδίζει το γαλλικό παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.

Στις 19 Σεπτέμβρη του 1985 πεθαίνει στη Σιένα, στο παλιό νοσοκομείο της Αγίας Μαρίας Σκάλα, σε ηλικία μόλις 62 ετών.

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015

''Nα είσαι εκεί μάνα μου..."



 
Όταν χάνεις τη μάνα ..χάνεις τον κόσμο..χάνεις τις λέξεις σου ..τις σκέψεις σου.. χάνεις κάτι που σου ζεσταίνει τη ψυχή..όλα γίνονται ξαφνικά κρύα ..παγώνουν οι αναμνήσεις και οι εικόνες, που κρέμονται στο εσώφυλλο των ματιών σου..
Ποτέ δεν πίστευα ότι οι μάνες πεθαίνουν.. ποτέ ..Πίστευα ότι η μάνα μου θα ζούσε για πάντα για να κλάψει στη δική μου κηδεία..αυτές οι εικόνες μου έχουν τυπωθεί ..έβλεπα μάνες να κλαίνε τα παιδιά τους και τους άντρες τους που σκότωσαν οι πόλεμοι, οι κακουχίες και οι αρρώστιες...Εικόνες από παιδιά να κλαίνε τη μάνα δεν έχω πουθενά στο άλμπουμ της ζωής μου...Δεν ξέρω αλήθεια πως αλλά είναι φορές που σκέφτομαι ότι μια μαγική δύναμη μου έκρυβε την εικόνα μιας νεκρής μάνας...



Έχω την εικόνα της μάνας μου μέσα στο χαμό των βομβαρδισμών να μαγειρεύει μέσα στη σπηλιά-καταφύγιο..
Έχω την εικόνα της μάνας μου όταν έβλεπε τους στρατιώτες να συλλαμβάνουν τον μεγάλο μου αδελφό και να δένουν τον πατέρα μου στο τζιπ και να τον σέρνουν για παραδειγματισμό...
Έχω την εικόνα της μάνας μου να ποτίζει κάθε μέρα το δέντρο που φύτεψε πάνω στον τάφο των δυο παιδιών της που πέθαναν από κακουχίες..
Έχω την εικόνα της μάνας μου να έρχεται μέσα από το λασπωμένο και χιονισμένο δρόμο φορτωμένη με λαχανικά και όσπρια ..και τότε κατάλαβα ότι δεν τα άφηνε ο "Θεός" έξω από τη σπηλιά-καταφύγιο..
Έχω την εικόνα της μάνας μου να χτίζει με τα ίδια της χέρια το πρώτο μας σπίτι πάνω από τη σπηλιά με τοίχους 50 πόντους πάχους...
Έχω την εικόνα της μάνας μου να περιποιείται τα κόκκινα της μαλλιά ..με όλα τα βότανα που μάζευε από τα βουνά ..
Έχω την εικόνα της μάνας μου να περιγράφει σε μια θεία μου γιατί μας έδωσε αυτά τα ονόματα...για μένα θυμάμαι ..ο Νασίμ.. είπε γιατί εκείνες της μέρες που γεννήθηκε είχε δυνατούς ανέμους ...
Έχω την εικόνα της μάνας μου σαν γινόταν αγρίμι κάθε φορά που κάποιοι πείραζαν έστω ένα νύχι από τα παιδιά της ..και ας είχαμε εμείς αρκετές φορές πράξει το κακό..την θυμάμαι πως στεναχωριόταν όταν έχανε για χάρη μας τις φίλες της της γειτόνισσες για χάρη μας..
Έχω την εικόνα της μάνας μου όταν ρωτούσε τον πατέρα μου αν από τη τηλεόραση που έφερε θα βλέπει την Φαϊρούζ να τραγουδάει...λατρεύει τη Φαϊρούζ ..κάθε μέρα το πρωί την άκουγε..ήταν το ιερό της μουσικό βιβλίο.. Έχω την εικόνα της που ετοίμαζε το πρωινό στον εγγονό της τον Έκτορα όταν πήγαμε μαζί κάτω, ακούγοντας την Φαϊρούζ ..τον ξυπνούσε με την φωνή της Φαϊρούζ ..να ακούγεται σε όλο το σπίτι...Τον χάιδευε, τον άγγιζε κάθε μέρα γιατί ήταν το μόνο εγγόνι από τα είκοσί δυο που δεν μεγάλωνε μαζί της..
Είναι χιλιάδες οι εικόνες από σένα που έχω μάνα μέσα μου...δεν ξέρω γιατί αλλά θέλω να τις έχω μέσα στη ψυχή μου..μήπως έτσι αντέχω αυτόν τον κόσμο....

Θέλω να είσαι εκεί μάνα μου όταν θα έρθω πάλι κάτω μια μέρα. που θα έχω φτιάξει κάτι στη ζωή μου ..ναι μάνα δεν έχω φτιάξει τίποτα και πάντα ό,τι φτιάχνω οι άνεμοι ..οι δυνατοί το πηγαινοφέρνουν ..όταν έρθω μάνα θέλω να είσαι εκεί ..να μου φτιάχνεις πρωινό και δεν θα χαμηλώσω ποτέ τη φωνή τη Φαϊρούζ..
Θέλω να φοράς και εκείνο το λευκό φουστάνι που έχει πάνω εκείνα τα μπλε, κόκκινα λουλούδια και σκορπισμένα πάνω του πράσινα φύλλα..και θέλω να σε μια μια ακόμα φορά να περιποιείσαι τα κόκκινα σου μαλλιά .. ......
 Νasin Hanna Alatras 09.10.2015






Kαλό της ταξίδι φίλε μου, καλή δύναμη σε σένα....




Ο Νασίμ Αλάτρας γεννήθηκε στο Αμμάν της Ιορδανίας το 1965. Είναι Παλαιστίνιος δημοσιογράφος και αρθρογράφος στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία.
Πρωτοήρθε στην Ελλάδα το 1983 για σπουδές στη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης. Υπήρξε ενεργό μέλος του Δ.Σ. της Γενικής Ένωσης Παλαιστίνιων Φοιτητών και συνιδρυτής της πρώτης Ελληνοπαλαιστινιακής Επιτροπής Υποστήριξης της Πρώτης Ιντιφάντα. Μετέφρασε στα ελληνικά το 1999 δύο νουβέλες του Παλαιστίνιου συγγραφέα Γασάν Καναφάνι. Είναι παραγωγός του ντοκιμαντέρ "Γάζα Ερχόμαστε" για λογαριασμό του αραβικού τηλεοπτικού σταθμού Αλ-Τζαζίρα.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Εμείς που παντού την Περιπέτεια αναζητούμε..






«Εμείς που παντού την Περιπέτεια αναζητούμε
Δεν είμαστε οι εχθροί σας
Να σας χαρίσουμε θέλουμε αδιάβατες μυστικές περιοχές
Όπου το Μυστήριο σαν άνθος μαγικό φυτρώνει
Για εκείνον που θέλει να το δρέψει. 
Τον οίκτο σας για ‘μας που πολεμούμε
Στα σύνορα του Απεριόριστου και του Μελλοντικού…»

(Γκυγιώμ Απολλιναίρ)







''...Περνάς όλη σου τη ζωή σκεπτόμενος όπως εσύ σκέφτεσαι, κατανοείς τον κόσμο σύμφωνα με τη δική σου οπτική –η κρίση σου συχνά είναι μόνο δική σου. (Αλλά το ίδιο συμβαίνει και με όλους τους άλλους ανθρώπους…) Και ξεχνιέσαι, παρασύρεσαι, είναι φορές που ασυνείδητα νομίζεις ότι όλοι έχουν την ίδια οπτική, έστω περίπου, ότι σκέφτονται όπως εσύ, ότι, τα πράγματα που κάνουν ή λένε, έχουν το ίδιο νόημα γι’ αυτούς με το νόημα που εσύ τους αποδίδεις, ότι μπορούν να κρίνουν ή να κριθούν σύμφωνα με τη δική σου κρίση… 


Δεν είναι θέμα κατανόησης, μπορεί εσύ να κατανοείς καλύτερα, να σκέφτεσαι όντως το σωστό, να κοιτάς βαθύτερα, να γνωρίζεις περισσότερα, κλπ. Δεν έχει τόση σημασία αυτό, διότι είναι θέμα δικαιοσύνης, ηθικής. 

Και, επίσης, είναι θέμα αντιληπτικό, είναι θέμα της πληρέστερης λειτουργίας της αντίληψης, της καλύτερης κατανόησης τού τι ακριβώς συμβαίνει στον κόσμο, στους ανθρώπους. (Αλλά και ορθής κρίσης. Δεν μπορείς να κρίνεις έναν άνθρωπο εκ του προχείρου). 
Αλλά και είναι και ζήτημα προσδοκιών. Έχεις την ανόητη προσδοκία να είναι τα πράγματα όπως εσύ νομίζεις ότι είναι ή ότι μπορούν να είναι, και απογοητεύεσαι από αυτά ή εναντιώνεσαι σε αυτά αν τελικά δεν είναι, (ενώ τα πράγματα ούτε καν γνωρίζουν αυτή σου την προσδοκία). Ακόμη χειρότερα, είναι ακόμη πιο ανόητο ή και αλαζονικό, σε αυτήν την περίπτωση: κάνεις την ανοησία να νομίζεις ότι…εσύ είσαι τα πράγματα, μόνο! (Ναι, σίγουρα ναι, εσύ είσαι τα πράγματα! Αλλά ξεχνάς ότι και ο άλλος είναι επίσης τα πράγματα! Το ίδιο ισχύει και για τον άλλον, μέσα του... Ναι, όλα είναι μέσα σου, ΟΚ. Αλλά θα είναι σωστότερο να λέμε ότι όλα είναι μέσα…μας, και να μην ξεχνάς αυτό το παράδοξο γεγονός που είναι η αλήθεια). Έτσι, μπορεί ο άλλος να καταλαβαίνει άλλα αντ’ άλλων, όμως κάνει αυτό που τελικά κάνεις κι εσύ…

Κι έρχεται ο Γιάννης, τού παραπονιέσαι, διαμαρτύρεσαι, ενίστασαι, περιμένεις να σε δικαιώσει, χαμογελάει αγαθά, και με καθησυχαστικό και διδακτικό ύφος σου λέει: «Μα, Παντελή, μην περιμένεις οι άλλοι άνθρωποι να σκέφτονται όπως εσύ!..''

[...]


''Η πορεία έχει χαρές και θλίψεις.Η συμπόρευση για να μετράει αληθινά, για να αποδεικνύεται σημαντική, πρέπει να μετράει στο βάθος του χρόνου, δηλαδή να μην είναι περιστασιακή ή εφήμερη. Κι έτσι γίνεται και άξια λόγου... 


Υπάρχουν πάντα άνθρωποι που είναι μαζί σου για την πορεία, συνήθως τη δική τους όχι τη δική σου, διασταυρώνονται οι πορείες σας, και τυχαίνει να είστε για λίγο στην ίδια πορεία. 

Και υπάρχουν πάντα και άνθρωποι που είναι μαζί σου στην πορεία επειδή σε αναγνωρίζουν, επειδή αναζητάτε τα ίδια πράγματα, από αγάπη για αυτά –και συνδέεστε καθοριστικά– και ταξιδεύετε προς τον ίδιο προορισμό, και επίσης είναι εδώ για σένα τον ίδιο, όχι μόνο για αυτά. 

Συνοδοιπόροι στην πορεία μου υπήρξαν πολλοί άνθρωποι. Άλλοι από αυτούς ήταν της μίας κατηγορίας και άλλοι ήταν της άλλης, ο χρόνος τα φανερώνει αυτά τα πράγματα. Και, φυσικά, ο χρόνος είναι που σε διδάσκει τελικά στη διαδρομή, η μεγάλη απόσταση που διανύεις…
Επειδή η πορεία είναι πολύ μεγάλη, τα τοπία αχανή, οι δυσκολίες πολλές, συχνά είσαι μόνος σου, αλλά αργά ή γρήγορα διαπιστώνεις το εξής: 

Υπάρχει μία αόρατη αδελφότητα, που αποτελείται από τους ανθρώπους…του δρόμου –εννοώ του ίδιου παράξενου δρόμου. Ό,τι και να γίνει, ξέρεις ότι αυτοί είναι κάπου εκεί έξω, κάπου εκεί γύρω, και αντλείς μια παρήγορη συντροφικότητα από αυτό, ξέρεις ότι βλέπετε τα ίδια πράγματα, ότι περνούν και αυτοί από εκεί, ότι νιώθετε τα ίδια πράγματα, ότι ανακαλύπτετε τα ίδια πράγματα, οι δυσκολίες σου είναι και οι δυσκολίες τους, το ίδιο και η χαρά σου. 

Αυτή η αόρατη αδελφότητα, το έχω διαπιστώσει ότι υπάρχει, τη γνωρίζω πολύ καλά. Τα μέλη της, αυτοί οι ίσως «άγνωστοι» μεταξύ τους συνοδοιπόροι, οι Συνταξιδιώτες, είναι που αληθινά έχουν κοινές περιπλανήσεις και εμπειρίες, όπως ακριβώς το θέτετε…
Και με διάφορους τρόπους μοιράζονται αυτές τις περιπλανήσεις και τις εμπειρίες τους, με τους αδελφούς τους. Μπορεί να γίνεται με κάποιον χάρτη που έστειλαν, μπορεί να γίνεται με κάποια μυστικά σημάδια που αφήνουν στη διαδρομή, για να δείξουν κάτι ή για να βοηθήσουν, με τα ίχνη τους που ανακαλύπτεις, με αναγνωριστικούς κώδικες, με κάποια ροή πληροφορίας, με ημερολόγια που βρίσκεις, με ενισχύσεις στην ανάγκη σου, με καλέσματα, με εκπομπές στον ασύρματο, με εξ αποστάσεως επικοινωνίες, με ενθουσιώδεις συναντήσεις, με φιλία, με μοιραία συμβάντα, με οραματισμούς, με διηγήσεις. Με όλους τους τρόπους…
Κι έτσι, εξαιτίας τους, αυτή η Περιπέτεια δεν χάνει ποτέ το νόημά της, υπενθυμίζει και επιβεβαιώνει και δικαιώνει συνεχώς τον εαυτό της. Κι έτσι, συνεχίζουμε! Με μεγάλη ελπίδα, όλο και πιο μακριά… 


Όπως έχει αναφωνήσει και ο Εμπειρίκος: «Η πίστις της Περιπετείας δεν χαλαρώθηκε!...»


Παντελής Γιαννουλάκης
από συνέντευξή του στο ΔΗΜΟΘΟΙΝΙΑ

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Μέλλοντας Συντελεσμένος



Παράκτιος, άπρακτος και ναρκωμένος
κατέστρωνα, σε πείσμα των χρόνων της γραμματικής
μεγαλεπήβολα σχέδια για το παρελθόν.

Το δίχως άλλο, πέρυσι θα ευτυχήσω –έλεγα–
ίσως και πρόπερσι ή μια δεκαετία πριν
δεν απαιτείται μόχθος, στρωμένη οδός απλώνεται ξοπίσω μας
τα γεγονότα, σημαιοστολισμένα, προσμένουν την επιστροφή μας
το ίδιο κι οι συναντημένοι άνθρωποι, τώρα σαφώς πιο ήπιοι
δεν απαιτείται πόνος, απλώς μικρομπαλώματα, ασήμαντες τροποποιήσεις
ανέξοδη κοπτοραπτική που η εκ των υστέρων γνώση επιτάσσει
ας πούμε, λ.χ., ότι το μαιευτήριο γκρεμίστηκε απ’ τα γέλια μας
ότι αυτός δεν πέθανε καθόλου κι εσύ δεν έφυγες ποτέ
ας πούμε ό,τι μας κατέβει, να γιάνουμε αναδρομικά τον βιωμένο χρόνο
ετούτη τη φορά η έκβαση πρέπει να ‘ναι αίσια – ποιος θα μας ψέξει;

Μια τοσηδά λαθροχειρία στα συντελεσμένα και γίνονται το μέλλον μας
τ’ αναλωμένα καύσιμα είναι απόθεμα όταν ξεμένεις, αρκεί να τα νοθεύσεις
στις σχολές ευγηρίας οι βετεράνοι μαθητεύουν στην ωραία όπισθεν. 


Αν το μερεμετίσεις επιτήδεια, το Παρελθόν δεν σε προδίδει
εξάλλου η μόνη προοπτική των παγωνιών θα είναι πάντα η ουρά τους.

Φίλιππος Φίλιας







 Βίντεο ''Time Lapse''
σε μουσική  Michael Nyman και έργα  David Inshaw 







[ Time lapse είναι η δυνατότητα της εικόνας να κάνει το χρόνο να τρέχει με ταχύτητα.]

Σάββατο 4 Ιουλίου 2015

Στους Έλληνες δόθηκε η αποστολή να μετατρέπουν τη δουλεία σε ελευθερία..



«…Η Ελλάδα παίζει πάντα το παιχνίδι των Μεγάλων Δυνάμεων. Υποφέραμε πολύ κάτω από το βάρβαρο ζυγό των Τούρκων. Υποφέραμε πολύ -και υποφέρουμε ακόμη- κάτω από τον υποκριτικό ζυγό των Μεγάλων Δυνάμεων. Ο ελληνικός λαός είναι ένας μαρτυρικός λαός, τόσο που η ανάγκη για ελευθερία είναι γι’ αυτόν εξίσου επιτακτική όσο το ψωμί. Έχει μια έμφυτη ευαισθησία που τον καθιστά τρωτό σε κάθε παραβίαση της ελευθερίας. Όχι μόνο της δικής του, της ελευθερίας σε όλο της το πλάτος, οποιουδήποτε λαού.


Θα σας παραθέσω ένα παράδειγμα: όταν ο Χίτλερ απειλούσε να εισβάλει στη Νορβηγία, ήμουν σε μια εκδρομή στην Κρήτη. Διέσχιζα ένα στενό πέρασμα, όταν άκουσα, ψηλά από το βουνό, μια στεντόρεια φωνή να μου φωνάζει «σταμάτα, παιδί μου! σταμάτα!».

Σταμάτησα, σήκωσα τα μάτια μου και είδα να πηδάει από βράχο σε βράχο ένας γεροβοσκός. «Πώς πάει η Νορβηγία, παιδί μου;», με ρώτησε λαχανιασμένος. «Καλύτερα, παππού. Πάει καλύτερα.» «Δόξα σοι ο Θεός!», είπε και έκανε το σταυρό του. «Θέλεις ένα τσιγάρο, παππού;» «Δε χρειάζομαι τίποτα, παιδί μου. Αφού η Νορβηγία πάει καλύτερα, δεν έχω ανάγκη τίποτα.»

Νά οι Έλληνες! Αυτός ο γεροβοσκός δεν ήξερε σίγουρα κατά πού πέφτει αυτή η Νορβηγία, ίσως να μην ήξερε καν αν ήταν χώρα ή κάποια γυναίκα. Αλλά ήξερε τι είναι ελευθερία. Το αληθινό ελληνικό θαύμα δεν ονομάζεται ομορφιά, ονομάζεται ελευθερία.

Κάθε λαός, στον οποίο δόθηκε μια αποστολή πάνω στη γη, ρίχνει τη δική του κραυγή: 

ο Εβραίος καλεί το Θεό. 
Ο Ινδουιστής προσπαθεί να καταλάβει το νόημα πέρα από τα φαινόμενα. 
Οι Αιγύπτιοι, από τα βάθη των τάφων τους, φωνάζουν κι εκλιπαρούν για αθανασία. 
Στους Έλληνες δόθηκε η αποστολή να μετατρέπουν τη δουλεία σε ελευθερία. Πώς θέλετε, λοιπόν, ένας Έλληνας συγγραφέας να μη θέτει όλες του τις δυνάμεις στην υπηρεσία της ελευθερίας; 
Πώς θέλετε να κοιτάζω απαθής τον κόσμο;»





Απόσπασμα συνέντευξης του Νίκου Καζαντζάκη στον Pierre Sipriot, 
Γαλλική Ραδιοφωνία (Παρίσι), 
6 Μαΐου 1955.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Οι γλάροι


Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.

Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.










Ο γερο-φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.

— Λοιπόν, πάει κι αυτό το ταξίδι..., λέει σιγά.

Το λέει μονάχος του και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν οι άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη.

Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.

— Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπαρμπα-Δημήτρη.

Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε. — Με το καλό, αν θα ‘χουμε ζωή, παιδί μου.

Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του, που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.

— Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγέ τα απ’ το μαχαίρι...

Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα πόδια του τρέμαν.

— Κι εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ..., έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.

Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα και σαν τον βλέπανε, βάζαν τις φωνές:

— Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!

Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φωνάζαν χαρούμενα:

— Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!



Έτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σαν να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.

Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησίτσα του βράχου.

— Συχώρεσέ με, γιατί πια δεν μπορώ, έλεγε στο Θεό, σαν να είχε κάμει αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ, για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.

Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω απ’ τα άστρα, να προσεύχεται.



Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.

Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σαν δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες, ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.

— Ποιος το ξέρει..., του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε κι να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου, που γύρισαν.

Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.

— Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.

Οι ψαράδες τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.

— Αλήθεια, του λέγανε, Πώς μπόρεσες να τους μερώσεις, μπαρμπα-Δημήτρη; Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι...

— Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μοναχά ο άνθρωπος...

Τον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μόλο που την ξέραν, όπως την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.

«Ε, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε...»

Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.

«Λοιπόν..., εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη...»

Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι οι γλάροι σιγά σιγά τα συνηθίσανε.

Σαν μεγάλωσαν κι ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυο του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.

«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί και άνοιξε τα χέρια του, να το αφήσει να φύγει.

Το πουλί πέταξε, έφυγε.

Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.

Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του, σαν να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.

Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.

Από τότε αυτό γινόταν: τα πουλιά φεύγαν το πρωί, ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σίγρι, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ρημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίσει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι σι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε, φωνάζαν γελώντας:

— Ε, Βασίλη!... Ε, Αργύρη!...



Έτσι περνούσαν οι μέρες στο ρημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες, που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο απ’ το θάνατο.

Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.

— Μπορεί να ταξιδέψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος, για να ξεγελάσει την ανησυχία του.

Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σαν να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.

— Δελφίνια θα είναι και τώρα.

Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.

— Άνθρωποι είναι! είπε ξαφνιασμένος.

Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.

Τι να θέλουν;

Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα, απ’ όπου να είχαν πέσει.

Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.

Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζουνται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.

Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.

— Αχ! λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!

Το κορίτσι κάνει την ίδια κίνηση με τα χέρια. Πιο αργά:

— Τι καλά που ήταν!

Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.

— Εσύ ‘σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; λέει το αγόρι.

— Εγώ είμαι, λέει με ταραχή. Μπας και σας έτυχε τίποτα;

— Α, μπα! βιάζεται να πει το αγόρι. Είπαμε χτες να κάνουμε αυτό το ταξίδι με τη φίλη μου, και να που ήρθαμε.

— Από πού; ρωτά ο γέρος με απορία. — Μα απ’ αντίκρυ, απ’ την Πέτρα.



Ο μπαρμπα-Δημήτρης δεν ξέρει τι να πει, μουρμουρίζει μονάχα πως δε θυμάται να του είχαν έρθει άλλη φορά ξένοι με τέτοιο ταξίδι.

Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.

Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σαν να του ζητούσαν την ευθύνη, γιατί δεν τ’ άφηνε να ξεκουραστούν.

Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.

— Από πού έρχεστε; ρώτησε ο γέρος.

— Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.

— Α, αλήθεια!... Μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.

— Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.

— Όχι. Ποτές.

— Θα το ήθελες τώρα;

Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούεται:

— Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.

— Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.

— Είμαι πολύ μοναχός, παιδί μου.

Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυο παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σαν δυο αγάλματα από μπρούντζο που τα ξέβρασε το πέλαγο — μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως.

...Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ρημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι και μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά...

— Παππούλη, να ‘ρθουμε κι εμείς μέσα; του φωνάζει απ’ έξω το κορίτσι.

— Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.

Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.

— Δεν έχω τίποτα άλλο..., μουρμουρίζει, σαν να θέλει να τον συχωρέσουν.

— Κάθισε, κάθισε, παππούλη, — τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.

Κάθισε.

— Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα. Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;

— Πάντα, παιδί μου.

— Α. τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι..., μουρμουρίζει το αγόρι.

— Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.

— Θα πρέπει να τους συχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν, δε θα το έκαναν ποτέ.

Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.

— Για ποιους λες, παιδί μου;

—Γι’ αυτούς που σκοτώσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.

Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.

— Τους σκοτώσαν είπες;

— Α, δεν το ήξερες ακόμα;...

Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: πως κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατεβήκαν στην ακρογιαλιά· οι δυο γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.

Ο γέρος ακούει, ακούει, — δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.

— Δεν ήξεραν, παππούλη..., λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν...

Κι εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:

— Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ξέραν...



Αρκετή ώρα πέρασε.

— Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι. Το κορίτσι σηκώνεται.

— Να φύγουμε.

Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.

— Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.

Πιάνει το χέρι του, σκύβει να το φιλήσει. Κι αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.

— Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.

Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο 

Και ατελείωτο.


Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, οι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυο παιδιά κι ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυο γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

------


"Οι γλάροι"
Ηλίας Βενέζης


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Οζυμανδίας


«Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου. Ισχυροί, κι απελπιστείτε!»












Χειμωνιάτικο απόγευμα του 1817. Στη μεγάλη βιβλιοθήκη ενός ευχάριστου σπιτιού, που βρίσκεται στις παρυφές της κωμόπολης Μάρλοου, ένας τραπεζίτης από το Λονδίνο, ονόματι Οράτιος Σμιθ, απολαμβάνει ήρεμος το βιβλίο του. Ο οικοδεσπότης του, ένας νεαρός άνδρας, μια εβδομάδα τώρα μελετάει Γίββωνα, Μπούρκχαρντ και τα έργα του Κόμητος Σωσμπέφ ντε Βολνέ· τον έχει γοητεύσει ιδιαίτερα το έργο του τελευταίου «Ερείπια, ή Στοχασμοί πάνω στο Πεπρωμένο των Αυτοκρατοριών» και ανταλλάσσει με τον τραπεζίτη κάποιες συναφείς σκέψεις. Η σύζυγός του κάθεται σιωπηλή πλάι στη φωτιά, διαβάζοντας Τάκιτο. Το πρώτο της μυθιστόρημα βρίσκεται ήδη στον τυπογράφο. Τίτλος του, «Φρανκενστάιν ή ο Σύγχρονος Προμηθέας».

Ο τραπεζίτης μας διαβάζει Διόδωρο. Σκέφτεται να γράψει ένα στοχαστικό σονέτο: τον έχει εμπνεύσει η περιγραφή ενός ερειπωμένου μνημείου που συνάντησε ανάμεσα στις εκατοντάδες σελίδες του ιστορικού. Πριν από 3.300 χρόνια, περίπου, ο μεγαλύτερος Φαραώ στην ιστορία της Αιγύπτου, ο Ραμσής Β', παρήγγειλε ένα άγαλμα και το έστησε στην πόλη των Θηβών. Είχε ύψος είκοσι μέτρα, ζύγιζε χίλιους τόνους και στη βάση του έφερε την επιγραφή: «Είμαι ο Ούσερ-μα-Ρα, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, Κυρίαρχος της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου... Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει το μεγαλείο μου, ιδού εγώ, ας προσπαθήσει να υπερβεί όσα έπραξα».

Εξακόσια χρόνια αργότερα, ο Έλληνας περιηγητής Εκαταίος επισκέφθηκε την Αίγυπτο και φιλοτέχνησε μια περιγραφή του αγάλματος του Ραμσή, προσπαθώντας να είναι όσο ακριβέστερος μπορούσε. Έκανε όμως λάθος στη μεταγραφή του ονόματος. Το Ούσερ-μα-Ρα έγινε Οζυμανδύας ­ μια λέξη πιο οικεία στο ελληνικό αυτί. Το βιβλίο του χάθηκε, αλλά ο Διόδωρος συμπεριέλαβε αυτήν την περιγραφή στην παγκόσμια ιστορία που έγραψε την εποχή του Αυγούστου και η οποία επεκτεινόταν σε σαράντα ολόκληρους τόμους.

Η επιγραφή στη βάση του αγάλματος είχε μεταφερθεί ως εξής:
«Ο Βασιλεύς των Βασιλέων Οζυμανδύας είμαι εγώ.
Όποιος επιθυμεί να γνωρίσει πόσο μεγάλος είμαι και πού κείτομαι,
ας υπερβεί τις πράξεις μου,
αν μπορεί».


 Έτσι, ενώ ο χειμωνιάτικος ήλιος έδυε, στο αδύναμο φως ενός κεριού, ο λογοτέχνης-τραπεζίτης Οράτιος Σμιθ έγραψε: «Στην αμμώδη σιωπή της Αιγύπτου / στέκει γιγάντιο πόδι που σκορπίζει / τη μόνη σκιά που η έρημος γνωρίζει». Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη στροφή, ο οικοδεσπότης του τον πλησιάζει. Προτείνει να γράψει κι εκείνος ένα σονέτο πάνω στο ίδιο θέμα. Και γράφει: «Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία. / Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα / υψώνονται στην έρημο... Κοντά τους, μες στην άμμο / βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του / χείλη, πτυχωμένα σ' ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής, / λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη / που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα / ­ το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε. / Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται: / "Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων, / κοιτάξτε τα έργα μου. Ισχυροί, κι απελπιστείτε! " / Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά / των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή, / μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά».

-

Χρειάστηκαν δέκα λεπτά (ή περίπου) για να γράψει ο Σέλλεϋ ένα από τα αριστουργήματα της αγγλικής ποίησης. Είχαν συνδράμει ένας Φαραώ, μια ομάδα ιστορικών, εξερευνητών και περιηγητών και ο λησμονημένος σήμερα Οράτιος Σμιθ. Ιδιοφυΐα σημαίνει, όπως έχει γράψει ένας γνωστός κριτικός, να βρίσκεσαι στον κατάλληλο τόπο τον κατάλληλο χρόνο, έτοιμος να αδράξεις τη στιγμή. Ο Οράτιος Σμιθ και ο Πέρσυ Μπ. Σέλλεϋ έστειλαν τα σονέτα τους σε μια εφημερίδα, η οποία δημοσίευσε και τα δύο. Ο έντιμος και σχολαστικός Σμιθ τιτλοφόρησε το ποίημά του «Πάνω σε ένα επιβλητικό γρανιτένιο πόδι, που ανακαλύφθηκε να ίσταται μόνο στην έρημο της Αιγύπτου, με τη σχετική επιγραφή χαραγμένη στη βάση». Ο Σέλλεϋ ονόμασε το δικό του «Οζυμανδύας».
Ιδιοφυΐα ίσως σημαίνει και το να ξέρεις πώς να τιτλοφορήσεις ένα ποίημα.

Χάρης Βλαβιανός

"Τα συστατικά της ιδιοφυΐας"
από τις "Επιφυλλίδες"

"TA NEA" Δευτέρα 6 Μαρτίου 2000
Αρ. Φύλλου 16685





Ozymandias

I met a traveller from an antique land
Who said: `Two vast and trunkless legs of stone
Stand in the desert. Near them, on the sand,
Half sunk, a shattered visage lies, whose frown,
And wrinkled lip, and sneer of cold command,
Tell that its sculptor well those passions read
Which yet survive, stamped on these lifeless things, 
The hand that mocked them and the heart that fed.
And on the pedestal these words appear –
"My name is Ozymandias, king of kings:
Look on my works, ye Mighty, and despair!"
Nothing beside remains. Round the decay
Of that colossal wreck, boundless and bare
The lone and level sands stretch far away.'

http://www.answers.com/topic/ozymandias
Οζυμανδίας

Συνάντησα έναν ταξιδιώτη από χώρα αρχαία.
Είπε: τεράστια, δίχως κορμό, δυο πόδια πέτρινα
υψώνονται στην έρημο... Κοντά τους, μες στην άμμο
βυθισμένο, ένα θρυμματισμένο πρόσωπο· τα σκυθρωπά του
χείλη, πτυχωμένα σ' ένα χαμόγελο ψυχρής υπεροχής,
λένε ο γλύπτης τους πως διάβασε σωστά αυτά τα πάθη
που ακόμη ζούνε χαραγμένα στ' άψυχα ετούτα πράγματα
– το χέρι που τα περιγέλασε και την καρδιά που τα 'θρεψε.
Και πάνω στο κρηπίδι αυτές οι λέξεις αχνοφαίνονται:
«Οζυμανδίας τ' όνομά μου, ο Βασιλεύς των Βασιλέων,
κοιτάξτε τα έργα μου. Ισχυροί, κι απελπιστείτε!»
Άλλο τίποτα δεν μένει. Γύρω από τη φθορά
των κολοσσιαίων ερειπίων, απέραντη, γυμνή,
μόνη η έρημος, κι επίπεδη, απλώνεται μακριά.