Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014

Νύχτες


Καλά, θ’ απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρο ή όπου αλλού.

Όμως όταν τελειώσουν όλα,
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν
και πουν οι φίλοι καληνύχτα
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;

Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα ‘σαι μονάχος.


Και τότε θα λογαριαστείτε,
θες ή δεν θες θα μπουν κάτω όλα να λογαριαστείτε.
Θα ‘ σαι μονάχος.
Κι ανυπεράσπιστος απ’ τα θέατρα και τα κέντρα
κι απ’ τη δουλειά σου και άλλες φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.

Θα ‘ρθεις, δεν γίνεται. 
Είν’ τόσο σίγουρη γι’ αυτό και σε περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.



Κώστας Μόντης 
από τη συλλογή  Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής, - 1954.


για τον ποιητή εδώ...
http://tabularasa2.weebly.com/alphaphiiotaepsilonrhoomegamualpha-kappaomeganunuomicronsigma-muomicronnutauetasigma.html

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Το άγνωστο λουλούδι



Zούσε κάποτε στὸν κό­σμο ἕ­να μι­κρὸ λου­λού­δι. 
Κα­νεὶς δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε στὴ γῆ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει μο­νά­χο του, σ’ ἕ­να ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Οἱ ἀ­γε­λά­δες καὶ οἱ κα­τσί­κες δὲν σύ­χνα­ζαν ἐ­κεῖ, καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων πο­τέ τους δὲν ἔ­παι­ζαν στὸ μέ­ρος ἐ­κεῖ­νο. Στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο κα­νέ­να χορ­τά­ρι δὲν φύ­τρω­νε· μό­νο με­ρι­κὲς ξε­χα­σμέ­νες, γκρί­ζες πέ­τρες ἦ­ταν σπαρ­μέ­νες ἐ­κεῖ, κι ἀ­νά­με­σά τους ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νος πη­λός. Μο­νά­χα ὁ ἄ­νε­μος σερ­γι­ά­νι­ζε στὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Σὰν ἕ­νας γε­ρο-σπο­ρέ­ας, κου­βα­λοῦ­σε σπό­ρους καὶ τοὺς ἔ­σπερ­νε παν­τοῦ – τό­σο στὸ μαῦ­ρο, νο­τι­σμέ­νο χῶ­μα, ὅ­σο καὶ στὸ γυ­μνὸ καὶ πε­τρῶ­δες ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο οἰ­κό­πε­δο. Στὸ μαῦ­ρο καὶ εὔ­φο­ρο χῶ­μα οἱ σπό­ροι ἔ­δι­ναν λου­λού­δια καὶ χορ­τά­ρια, ὅ­μως στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λὸ πέ­θαι­ναν. 

Μιὰ φο­ρὰ ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα ἕ­νας μι­κρὸς σπό­ρος, βρί­σκον­τας προ­στα­σί­α μέ­σα σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ λάκ­κο, ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ τὸν πη­λό. 
Τὸ σπο­ρά­κι αὐ­τὸ βα­σα­νί­στη­κε γιὰ πο­λύ, κι ἔ­πει­τα μού­σκε­ψε μέ­σα στὴν πά­χνη, ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο, ἀ­φέ­θη­καν ἀ­πὸ μέ­σα του λε­πτὲς τρι­χοῦ­λες ἀ­πὸ ρί­ζες, καὶ μ΄ αὐ­τὲς τρύ­πη­σε τὴν πέ­τρα καὶ τὸν πη­λὸ καὶ ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­να­πτύσ­σε­ται.

 Ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ στὸν κό­σμο τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο λου­λού­δι. Δὲν εἶ­χε τί­πο­τα γιὰ νὰ τρα­φεῖ στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό. Οἱ στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό, ἔ­φτα­ναν στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἐ­δά­φους, δί­χως νὰ εἰ­σχω­ρή­σουν μέ­χρι τὶς ρί­ζες του, ὅ­μως τὸ λου­λού­δι ζοῦ­σε καὶ με­γά­λω­νε καὶ γι­νό­ταν σι­γὰ-σι­γὰ ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ ψη­λό. Τὸ λου­λου­δά­κι ὕ­ψω­νε τὰ φύλ­λα του ἐ­νάν­τια στὸν ἄ­νε­μο, καὶ ὁ ἄ­νε­μος κό­πα­ζε δί­πλα του. Ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο ἔ­πε­φταν στὸν πη­λὸ κόκ­κοι σκό­νης, κου­βα­λη­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ φύ­ση­μά του, μα­ζὶ μὲ εὔ­φο­ρο, μαῦ­ρο χῶ­μα. Σ’ ἐ­κεί­νους τοὺς κόκ­κους σκό­νης ὑ­πῆρ­χε τρο­φὴ γιὰ τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο οἱ κόκ­κοι ἦ­ταν ξε­ροί. Τὸ λου­λού­δι, γιὰ νὰ τοὺς μου­σκέ­ψει, ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι ὅ­λη τὴ νύ­χτα στὴ δρο­σιὰ καὶ τὴ μά­ζευε, στα­γό­να-στα­γό­να, στὰ φύλ­λα του. Καὶ ὅ­ταν τὰ φύλ­λα βά­ραι­ναν ἀ­πὸ τὴ δρο­σιά, τὸ λου­λού­δι τὰ χα­μή­λω­νε καὶ ἡ δρο­σιὰ ἔ­πε­φτε κά­τω, νο­τί­ζον­τας τοὺς μαύ­ρους κόκ­κους τῆς σκό­νης, τοὺς φερ­μέ­νους ἀ­πὸ τὸν ἄ­νε­μο, δι­α­βρώ­νον­τας μα­ζὶ καὶ τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό. 
Τὴν ἡ­μέ­ρα τὸ λου­λού­δι ἔ­στη­νε ἐ­νέ­δρα στὸν ἄ­νε­μο καὶ τὸ βρά­δυ στὴ δρο­σιά. Μο­χθοῦ­σε νυ­χθη­με­ρὸν γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ μὴν πε­θά­νει. Ἀ­νά­στη­σε με­γά­λα τα φύλ­λα του, ὥ­στε νὰ μπο­ροῦν νὰ συγ­κρα­τοῦν τὸν ἄ­νε­μο καὶ νὰ συλ­λέ­γουν τὴ δρο­σιά. Ὅ­μως ἦ­ταν δύ­σκο­λο γιὰ τὸ λου­λού­δι νὰ τρέ­φε­ται μό­νο ἀ­πὸ τοὺς κόκ­κους τῆς σκό­νης, ποὺ ἔ­πε­φταν μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ἀ­νέ­μου, κι ἀ­κό­μα νὰ μα­ζεύ­ει γι’ αὐ­τοὺς τὴ δρο­σιά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, ἔ­πρε­πε νὰ ζή­σει, καὶ ὑ­περ­νι­κοῦ­σε μὲ τὴ βο­ή­θεια τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τὸν πό­νο του ἀ­πὸ τὴν πεί­να καὶ τὴν κού­ρα­ση. 
Τὸ λου­λού­δι μό­νο μιὰ φο­ρὰ στὴ διά­ρκεια τοῦ εἰ­κο­σι­τε­τρα­ώ­ρου χαι­ρό­ταν: ὅ­ταν ἡ πρώ­τη ἀ­κτί­να τοῦ πρω­ι­νοῦ ἥ­λιου ἄγ­γι­ζε τὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­να φύλ­λα του. 
Ἐ­ὰν ὅ­μως ὁ ἄ­νε­μος ἔ­κα­νε πο­λὺ και­ρὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φθεῖ τὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τό­τε τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι αἰ­σθα­νό­ταν ἄ­σχη­μα, καὶ δὲν τοῦ ἀρ­κοῦ­σαν οἱ δυ­νά­μεις του γιὰ νὰ ζή­σει καὶ νὰ με­γα­λώ­σει. 
Ὅ­μως τὸ λου­λού­δι δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζεῖ μέ­σα στὴ λύ­πη. 
Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν τὰ πράγ­μα­τα γιὰ ‘κεῖ­νο γί­νον­ταν ὁ­λό­τε­λα θλι­βε­ρά, λα­γο­κοι­μό­ταν. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, πά­σχι­ζε συ­νε­χῶς ν’ ἀ­να­πτυ­χθεῖ, ἀ­κό­μα καὶ ὅ­ταν οἱ ρί­ζες του τρα­γά­νι­ζαν τὶς γυ­μνὲς πέ­τρες καὶ τὸν ξε­ρὸ πη­λό. Ὅ­ταν συ­νέ­βαι­νε αὐ­τό, τὰ φύλ­λα του δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τρα­φοῦν κα­νο­νι­κὰ καὶ κι­τρί­νι­ζαν: ἕ­να νευ­ρά­κι τους γι­νό­ταν μπλά­βο, ἕ­να ἄλ­λο κόκ­κι­νο, κά­ποι­ο τρί­το ἔ­παιρ­νε ἕ­να γα­λά­ζιο ἢ χρυ­σα­φὶ χρῶ­μα. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ λου­λού­δι ἡ τρο­φή, καὶ τὸ μαρ­τύ­ριό του ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὰ φύλ­λα μὲ δι­ά­φο­ρα χρώ­μα­τα. Τὸ ἴ­διο τὸ λου­λού­δι, ὡ­στό­σο, δὲν τὸ γνώ­ρι­ζε αὐ­τό: βλέ­πε­τε, ἦ­ταν τυ­φλὸ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸν ἑ­αυ­τό του· νὰ δεῖ πῶς στ’ ἀ­λή­θεια ἦ­ταν. 

Στὰ μέ­σα τοῦ κα­λο­και­ριοῦ ἡ στε­φά­νη τοῦ λου­λου­διοῦ ἄν­θι­σε. 
Μέ­χρι τό­τε ἔ­μοια­ζε μὲ χορ­τα­ρά­κι, ἐ­νῶ τώ­ρα εἶ­χε γί­νει πραγ­μα­τι­κὸ λου­λού­δι. Ἡ στε­φά­νη ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ πέ­τα­λα ποὺ εἶ­χαν ἕ­να ἁ­πλό, φω­τει­νὸ χρῶ­μα, δια­υγὲς καὶ ἔν­το­νο, ὅ­πως τὸ χρῶ­μα ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ. Καί, ὅ­πως ἕ­να ἀ­στέ­ρι, τὸ λου­λού­δι λαμ­πύ­ρι­ζε μὲ ζω­η­ρὴ φλό­γα καὶ ἦ­ταν ὁ­ρα­τὸ ἀ­κό­μα καὶ στὴ σκο­τει­νὴ νύ­χτα. Ὅ­ταν ὁ ἄ­νε­μος ἐρ­χό­ταν στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, ἄγ­γι­ζε πάν­το­τε τὸ λου­λού­δι καὶ ἔ­παιρ­νε μα­ζί του τὸ ἄ­ρω­μά του. 
Καὶ νά ποὺ ἕ­να πρω­ι­νὸ ἔ­φτα­σε δί­πλα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ οἰ­κό­πε­δο ἕ­να κο­ρι­τσά­κι, ἡ Ντά­σα. 
Ζοῦ­σε μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της στὴν κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νιέ­ρων, καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ ξύ­πνη­σε ἔ­χον­τας ἐ­πι­θυ­μή­σει τὴ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα καὶ τὸ πή­γαι­νε στὸν σταθ­μό, γιὰ νὰ φύ­γει ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν πιὸ γρή­γο­ρα. Στὸν δρό­μο ἡ Ντά­σα φι­λοῦ­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τὸ γράμ­μα καὶ τὸν ζή­λευ­ε ποὺ αὐ­τὸς θὰ ἔ­βλε­πε τὴ μη­τέ­ρα της νω­ρί­τε­ρα ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεί­νη. Στὴν ἄ­κρη τοῦ ἔ­ρη­μου οἰ­κο­πέ­δου ἡ Ντά­σα αἰ­σθάν­θη­κε μιὰν εὐ­ω­διά. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ὁ­λό­γυ­ρα. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν ὑ­πῆρ­χε κον­τά, μό­νο λί­γο χορ­τα­ρά­κι εἶ­χε φυ­τρώ­σει στὸ μο­νο­πά­τι καὶ τὸ οἰ­κό­πε­δο ἦ­ταν τε­λεί­ως γυ­μνό. Ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἔ­πνε­ε ἀ­πὸ τὸ οἰ­κό­πε­δο με­τα­φέ­ρον­τας ἀ­πὸ ‘κεῖ μιὰν ἀ­νά­λα­φρη μυ­ρω­διά, σὰν φω­νὴ ποὺ προ­σκα­λοῦ­σε, τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄ­ση­μης καὶ ἄ­γνω­στης ζω­ῆς. Ἡ Ντά­σα θυ­μή­θη­κε ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, ποὺ τῆς εἶ­χε δι­η­γη­θεῖ ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἡ μη­τέ­ρα της. Τῆς εἶ­χε μι­λή­σει γιὰ ἕ­να τρι­αν­τά­φυλ­λο, ποὺ συ­νε­χῶς θλι­βό­ταν γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­μως δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλά­ψει καὶ μό­νο μὲ τὴν εὐ­ω­διὰ περ­νοῦ­σε ἡ θλί­ψη του. «Ἴ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λού­δι νὰ ἐ­πι­θυ­μεῖ στὸ πα­ρα­μύ­θι τὴ μη­τέ­ρα του, ὅ­πως ἐ­γώ», σκέ­φτη­κε ἡ Ντά­σα. 
Πῆ­γε στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο καὶ ἀν­τί­κρι­σε, κον­τὰ σὲ μιὰ πέ­τρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ λου­λου­δά­κι. Ἡ Ντά­σα πο­τὲ ὣς τώ­ρα δὲν εἶ­χε δεῖ πα­ρό­μοι­ο λου­λού­δι – οὔ­τε σὲ χω­ρά­φι, οὔ­τε στὸ δά­σος, οὔ­τε στὶς εἰ­κό­νες τῶν βι­βλί­ων, οὔ­τε στὸν Βο­τα­νι­κὸ Κῆ­πο, που­θε­νά. Κά­θι­σε στὸ χῶ­μα, δί­πλα στὸ λου­λού­δι, καὶ τὸ ρώ­τη­σε:
 — Για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι;
 — Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι. 
— Καὶ για­τί δὲν μοιά­ζεις μὲ τ’ ἄλ­λα λου­λού­δια; 

Τὸ λου­λού­δι καὶ πά­λι δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ πεῖ. Ὅ­μως ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ἄ­κου­γε ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που, ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος τὸ κοι­τοῦ­σε, καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­θε­λε νὰ προ­σβά­λει τὴν Ντά­σα μὲ τὴ σι­ω­πή του. 
— Δι­ό­τι περ­νά­ω δύ­σκο­λα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι. 
— Καὶ πῶς σὲ λέ­νε; ρώ­τη­σε ἡ Ντά­σα. 
— Κα­νεὶς δὲν μὲ φω­νά­ζει μὲ κά­ποι­ο ὄ­νο­μα, εἶ­πε τὸ λου­λου­δά­κι, ζῶ μο­νά­χο μου. 

Ἡ Ντά­σα κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο. 
— Ἐ­δῶ ἔ­χει πέ­τρες, ἐ­δῶ ἔ­χει πη­λό! εἶ­πε. – Πῶς καὶ ζεῖς μο­να­χό σου, πῶς φύ­τρω­σες μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πη­λὸ καὶ δὲν πέ­θα­νες, ἔ­τσι μι­κρὸ ποὺ εἶ­σαι; 
— Δὲν ξέ­ρω, ἀ­πάν­τη­σε τὸ λου­λού­δι. 

Ἡ Ντά­σα ἔ­σκυ­ψε στὸ λου­λού­δι καὶ τὸ φί­λη­σε στὸ φεγ­γε­ρό του κε­φα­λά­κι. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­λοι οἱ πι­ο­νιέ­ροι ἦρ­θαν νὰ ἐ­πι­σκε­φθοῦν τὸ λου­λου­δά­κι. Τοὺς εἶ­χε φέ­ρει ἡ Ντά­σα. Πο­λὺ πρὶν φτά­σουν στὸ οἰ­κό­πε­δο, τοὺς πρό­στα­ξε νὰ πά­ρουν μιὰν εἰ­σπνο­ὴ καὶ τοὺς εἶ­πε:
 —Ἀ­κοῦ­τε πό­σο ὄ­μορ­φα μυ­ρί­ζει;* Ἔ­τσι ἀ­να­σαί­νει αὐ­τό. 
Οἱ πι­ο­νι­έ­ροι στέ­κον­ταν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λου­λου­δά­κι καὶ τὸ κα­μά­ρω­ναν, σὰν νά ’­ταν ἥ­ρω­ας. Ἔ­πει­τα, ἔ­φε­ραν ἕ­να γύ­ρο ὅ­λο το ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο, τὸ μέ­τρη­σαν μὲ τὰ βή­μα­τά τους καὶ ὑ­πο­λό­γι­σαν πό­σα κα­ρό­τσια κο­πριὰ καὶ τέ­φρα ἔ­πρε­πε νὰ φέ­ρουν γιὰ νὰ λι­πά­νουν τὸν ἀ­πο­νε­κρω­μέ­νο πη­λό. Ἤ­θε­λαν νὰ γί­νει τὸ χῶ­μα στὸ οἰ­κό­πε­δο γό­νι­μο. Τό­τε καὶ τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι, μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα, θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­παυ­θεῖ, καὶ ἀ­πὸ τοὺς σπό­ρους του θὰ με­γά­λω­ναν, δί­χως νὰ χα­θοῦν, πα­νέ­μορ­φα παι­διά, τὰ πιὸ κα­λὰ λου­λού­δια, ποὺ θὰ ἔ­λαμ­παν ἀ­πὸ φῶς καὶ ποὺ ὅ­μοι­ά τους δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χαν που­θε­νά. 
Ἐ­πὶ τέσ­σε­ρις ἡ­μέ­ρες δού­λευ­αν οἱ πι­ο­νι­έ­ροι, λι­παί­νον­τας τὸ χῶ­μα στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο. Ἔ­πει­τα, μό­λις τε­λεί­ω­σαν, ξε­κί­νη­σαν τὸ τα­ξί­δι τους γιὰ ἄλ­λους ἀ­γρούς, γιὰ ἄλ­λα δά­ση, καὶ πλέ­ον στὸ ἔ­ρη­μο οἰ­κό­πε­δο δεν ξαναφάνηκαν Μό­νο ἡ Ντά­σα ἦρ­θε μιὰ φο­ρά, γιὰ ν’ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι. Τὸ κα­λο­καί­ρι ἔ­φτα­νε ἤ­δη πρὸς τὸ τέ­λος του καὶ οἱ πι­ο­νι­έ­ροι ἔ­πρε­πε ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν γιὰ τὰ σπί­τια τους. Ὅ­πως καὶ ἔ­γι­νε 



Τὸ ἑ­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι ἡ Ντά­σα ἦρ­θε πά­λι στὴν ἴ­δια κα­τα­σκή­νω­ση τῶν πι­ο­νι­έ­ρων. Κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τοῦ μα­κροῦ χει­μώ­να, θυ­μό­ταν τὸ μι­κρὸ λου­λού­δι μὲ τὸ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα. Καὶ πῆ­γε ἀ­μέ­σως στὸ οἰ­κό­πε­δο νὰ τὸ ἐ­πι­σκε­φθεῖ. Ἡ Ντά­σα εἶ­δε ὅ­τι τὸ οἰ­κό­πε­δο εἶ­χε τώ­ρα ἀλ­λά­ξει: τώ­ρα ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ χορ­τά­ρι καὶ λου­λού­δια, κι ἀ­πὸ πά­νω του πε­τοῦ­σαν που­λιὰ καὶ πε­τα­λοῦ­δες. Ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ἀ­να­δι­δό­ταν μιὰ εὐ­ω­διά, ὅ­μοι­α μ’ ἐ­κεί­νη τοῦ μι­κροῦ λου­λου­διοῦ-βι­ο­πα­λαι­στῆ. Ὡ­στό­σο, τὸ περ­σι­νὸ λου­λού­δι, αὐ­τὸ ποὺ ζοῦ­σε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες καὶ στὸν πη­λό, δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά. Πέ­θα­νε μᾶλ­λον τὸ πε­ρα­σμέ­νο φθι­νό­πω­ρο. Τὰ και­νούρ­για λου­λού­δια ἦ­ταν ἐ­πί­σης ὄ­μορ­φα, λι­γό­τε­ρο ὄ­μορ­φα ὅ­μως ἀ­π’ ὅ,τι ἐ­κεῖ­νο, τὸ πρῶ­το λου­λού­δι. 
Ἡ Ντά­σα ἔ­πε­σε σὲ θλί­ψη, ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πῆρ­χε πλέ­ον τὸ ἀλ­λο­τι­νὸ λου­λού­δι. 

Ἐ­νῶ εἶ­χε πά­ρει τὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, ξαφ­νι­κὰ στα­μά­τη­σε. 
Ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ πέ­τρες, φύ­τρω­νε στρι­μωγ­μέ­νο ἕ­να νέ­ο λου­λού­δι – ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­λιό, μό­νο ἐ­λα­φρῶς κα­λύ­τε­ρο καὶ ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φο. Τὸ λου­λού­δι τοῦ­το με­γά­λω­νε ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες, ποὺ τοῦ δυ­σκό­λευ­αν τὴ ζω­ή. Ἦ­ταν ζω­η­ρὸ καὶ καρ­τε­ρι­κό, ὅ­πως ὁ πα­τέ­ρας του, καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο δυ­να­τὸ ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα του, ἐ­πει­δὴ ζοῦ­σε στὶς πέ­τρες. 
Στὴν Ντά­σα φά­νη­κε ὅ­τι τὸ λου­λού­δι τεν­τω­νό­ταν πρὸς τὸ μέ­ρος της, ὅ­τι τὴν κα­λοῦ­σε κον­τά του μὲ τὴ σι­ω­πη­λὴ φω­νὴ τῆς εὐ­ω­διᾶς του. 

Αντρέι Πλατόνοφ, 1950 


* Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἐ­δῶ ὁ Πλα­τό­νωφ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴν ἔκ­φρα­ση ποὺ ἀ­παν­τᾶ στὴν Κρή­τη καὶ σὲ ὁ­ρι­σμέ­να ἄλ­λα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α τὴ μυ­ρω­διὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴν ἀ­κού­σει.


Πη­γή: bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com 
και Πηγή της Πηγής 
Некоммерческая электронная библиотека «I­m­W­e­r­d­en». 





Ἀν­τρέ­ι Πλα­τό­νωφ (Андрей Платонов) (Βο­ρό­νι­εζ, 28 Αὐ­γού­στου 1899 – Μό­σχα, 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1951). 

Ρῶ­σος καὶ Σο­βι­ε­τι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πλέ­ον πρω­τό­τυ­πους σὲ ὕ­φος καὶ γλώσ­σα λο­γο­τέ­χνες κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ πρώ­του μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Τὸ πραγ­μα­τι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ἀν­τρέ­ι Πλα­τό­νο­βιτς Κλι­μιέν­τωφ. Ἀ­πὸ τὰ πιὸ γνω­στά του ἔρ­γα εἶ­ναι τὸ «Τσε­βεν­γκούρ» καὶ ὁ «Λάκ­κος». Τὸ λο­γο­τε­χνι­κό του ἰ­δί­ω­μα, ἕ­νας συν­δυα­σμὸς χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ, γλώσ­σας τῶν χω­ρι­κῶν, φι­λο­σο­φι­κοῦ λό­γου καὶ πο­λι­τι­κῆς ὁ­ρο­λο­γί­ας, δη­μι­ουρ­γεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ ἀ­κα­τα­νό­η­του καί, συ­νο­δευ­ό­με­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση φαν­τα­στι­κῶν στοι­χεί­ων στὴ συγ­γρα­φι­κὴ πλο­κή, μοιά­ζει σχε­δὸν ἀ­με­τά­φρα­στο σὲ ἄλ­λη γλώσ­σα. Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, οἱ με­τα­φρα­στὲς τοῦ Πλα­τό­νωφ ἀ­πο­λο­γοῦν­ται συ­νή­θως καὶ ζη­τοῦν συγ­γνώ­μη στὶς εἰ­σα­γω­γὲς τῶν με­τα­φρά­σε­ών τους, ἕ­νε­κα τοῦ πα­ρά­ξε­νου τρό­που ποὺ μοιά­ζει νὰ ἀ­πο­δί­δε­ται τὸ ρω­σι­κὸ πρω­τό­τυ­πο στὴ γλώσ­σα-στό­χο.
Τὴ γλώσ­σα τοῦ Πλα­τό­νωφ, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, θε­ω­ρεῖ­ται μο­να­δι­κὴ στὴ ρω­σι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­κό­μα καὶ μα­θη­μα­τι­κὲς πραγ­μα­τεῖ­ες, τὴν παί­νε­σαν, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Μπρόν­τσκι καὶ ὁ Σολ­ζε­νί­τσιν. 
Σύμ­φω­να μὲ μαρ­τυ­ρί­ες τῆς γυ­ναί­κας τοῦ Πλα­τό­νωφ, τὸ «Ἄ­γνω­στο λου­λού­δι» γρά­φτη­κε τὸ 1950, ἕ­ναν χρό­νο πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση, ὅ­ταν ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἦ­ταν ἤ­δη ἄρ­ρω­στος. Γί­νε­ται εὔ­κο­λα κα­τα­νο­η­τό, ἂν λη­φθοῦν μά­λι­στα ὑ­πό­ψη οἱ πο­λι­τι­κο­κοι­νω­νι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς πε­ρί­γυ­ρος μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο δη­μι­ούρ­γη­σε γε­νι­κό­τε­ρα ὁ Πλα­τό­νωφ, ὅ­τι τὸ «Ἄ­γνω­στο λου­λού­δι» ξε­περ­νᾶ τὰ ὅ­ρια τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. 
Ὁ Πλα­τό­νωφ, ὅ­πως πολ­λοὶ ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς τῆς ἐ­πο­χῆς του, ἔ­ζη­σε μιὰ τρα­γι­κὴ ζω­ή, μπαί­νον­τας στὸ στό­χα­στρο τῶν Μυ­στι­κῶν Ὑ­πη­ρε­σι­ῶν τοῦ Στά­λιν (σύλ­λη­ψη καὶ ἐ­ξο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ἄρ­νη­ση δη­μο­σί­ευ­σης τῶν ἔρ­γων του, χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς τοῦ ἰ­δί­ου ὡς ἀν­τε­πα­να­στά­τη κ.λπ.­). Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, ὁ ἱ­στο­ρι­κο­κοι­νω­νι­κὸς πε­ρί­γυ­ρος δύ­να­ται, ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως, νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὸ προ­σφο­ρό­τε­ρο πε­δί­ο ἀ­νά­λυ­σης σὲ σχέ­ση μὲ τὸ ἔρ­γο του. Θὰ ἦ­ταν ὡ­στό­σο λά­θος ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­νά­λυ­ση νὰ πε­ρι­ο­ρι­στεῖ ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μέ­σα σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο πλαί­σιο.
 Ὁ σχο­λια­σμὸς τοῦ Μπρόν­τσκι ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κός: 
«Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με σο­βα­ρὰ γιὰ τὸν Πλα­τό­νωφ στὰ πλαί­σια τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ πε­ρί­γυ­ρου, εἶ­ναι ὅ­τι ἔ­γρα­ψε στὴ γλώσ­σα τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης οὐ­το­πί­ας (οἰ­κο­δό­μη­ση τοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ στὴ Ρω­σί­α), στὴ γλώσ­σα τῆς ἐ­πο­χῆς του· κα­μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ τοῦ Εἶ­ναι δὲν κα­θο­ρί­ζει τὴ συ­νεί­δη­ση μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τὸ κά­νει ἡ γλώσ­σα. Ἀλ­λά, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν συγ­χρό­νων του, τοῦ Μπάμ­πελ, τοῦ Πιλ­νιάκ, τοῦ Ὀ­λέ­σια, τοῦ Ζα­μιά­τιν, τοῦ Μπουλ­γκά­κωφ, τοῦ Ζό­σεν­κο, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν, ἄλλος περισσότερο καὶ ἄλλος λιγότερο, μὲ τὴν στυλιστικὴ γαστρονομία, δηλαδὴ ἔπαιζαν μὲ τὴ γλώσσα ὁ καθένας τὸ δικό του παιχνίδι (πράγμα ποὺ ἐντέλει εἶναι ἡ φόρμα τοῦ σκιτσογραφήματος), ὁ Πλατόνωφ ὑποτάχθηκε στὴ γλώσσα τῆς ἐποχῆς του, διακρίνοντας σ’ αὐτὴν ἐκείνη τὴν ἄβυσσο τὴν ὁποία, ἀφοῦ κοίταξε μία καὶ μοναδικὴ φορά, δὲν μπόρεσε ποτὲ στὴ συνέχεια νὰ ξαναγυρίσει στὴ λογοτεχνικὴ ἐπιφάνεια καὶ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν πονηρὴ πλοκή, τὶς ἐξεζητημένες τυπογραφικὲς φόρμες καὶ τὶς στυλιστικὲς περιπλοκές.» 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρω­σι­κά: Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). 

Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. 
Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). 
Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007). 

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Τα μαθηματικά της αγάπης



Πριν από μερικές βδομάδες, πήγα στην τάξη του Τσέις για ενισχυτική διδασκαλία. Είχα στείλει ένα μέιλ στην δασκάλα του Τσέις ένα βράδυ όπου έγραφα «Ο Τσέις επιμένει πως αυτές οι ασκήσεις που έχει για το σπίτι είναι μαθηματικά – αλλά δεν είμαι σίγουρη ότι τον πιστεύω. Βοήθεια, παρακαλώ». Μου απάντησε αμέσως λέγοντας: «Κανένα πρόβλημα, μπορώ να καθίσω μαζί του μετά το σχολείο οποιαδήποτε στιγμή». Κι εγώ της λέω «Όχι, όχι αυτόν. Αυτός το καταλαβαίνει. Εμένα βοηθήστε». Κι έτσι κάπως κατέληξα μπροστά σ’ έναν μαυροπίνακα σε μια άδεια αίθουσα της πέμπτης δημοτικού κοιτάζοντας επίμονα σειρές σχημάτων που για την δασκάλα του Τσέις ήταν «αριθμοί».

Στάθηκα λίγο μπροστά στον πίνακα ενώ η δασκάλα του Τσέις κάθισε πίσω μου, βυθισμένη στο γραφείο της και με ήρεμη φωνή προσπαθούσε να με κάνει να καταλάβω τον «νέο τρόπο που διδάσκουμε τη διαίρεση». Ευτυχώς για μένα, δεν χρειάστηκε να ξεμάθω πολλά γιατί ποτέ μου δεν κατάλαβα τον «παλιό τρόπο που διδάσκαμε τη διαίρεση». Μου πήρε μία ολόκληρη ώρα να λύσω ένα πρόβλημα, αλλά καταλάβαινα πως η δασκάλα του Τσέις με συμπάθησε έτσι κι αλλιώς. Συνεργάστηκε παλιότερα με την ΝΑΣΑ, κι έτσι προφανώς έχουμε πολλά κοινά.

Έπειτα, καθίσαμε για λίγα λεπτά και συζητήσαμε για την διδασκαλία των παιδιών και τι ιερό καθήκον και ευθύνη που είναι. Συμφωνήσαμε πως μαθήματα όπως η ανάγνωση και τα μαθηματικά είναι τα λιγότερο σημαντικά που διδάσκονται σε μια τάξη. Μιλήσαμε για την διαμόρφωση μικρών ψυχών που θα συνεισφέρουν σε μια μεγαλύτερη κοινότητα -και μιλήσαμε για το κοινό μας όνειρο να αποτελούνται αυτές οι κοινότητες από άτομα που είναι Ευγενικά και Γενναία πάνω απ’ όλα.

Κι έπειτα μου είπε το εξής: 

Κάθε Παρασκευή απόγευμα, η δασκάλα του Τσέις ζητά από τους μαθητές της να βγάλουν ένα κομμάτι χαρτί και να γράψουν τα ονόματα τεσσάρων παιδιών με τα οποία θα ήθελαν να κάτσουν μαζί την επόμενη εβδομάδα. Τα παιδιά ξέρουν ότι αυτές τους οι επιθυμίες μπορεί να πραγματοποιηθούν μπορεί όμως και όχι. Ζητάει επίσης από τα παιδιά να ονομάσουν έναν μαθητή που πιστεύουν ότι ήταν εξαιρετικός «πολίτης» της τάξης. Οι ψήφοι τους παραδίδονται σε αυτήν κατ’ ιδίαν.

Και κάθε Παρασκευή απόγευμα, αφού οι μαθητές πάνε σπίτι, η δασκάλα του Τσέις βγάζει αυτά τα χαρτιά, τα τοποθετεί μπροστά της και τα μελετά. Ψάχνει για μοτίβα.

Ποιον δεν θέλει κανείς να έχει διπλανό;

Ποιος δεν ξέρει καν ποιον να ζητήσει για διπλανό;

Ποιος περνάει απαρατήρητος και δεν προτείνεται ποτέ;

Ποιος είχε ένα εκατομμύριο φίλους την προηγούμενη βδομάδα και κανέναν αυτή τη βδομάδα;



Βλέπετε, η δασκάλα του Τσέις δεν ψάχνει καινούργιο διάγραμμα θέσεων ή «εξαιρετικούς πολίτες». Η δασκάλα του Τσέις ψάχνει για μοναχικά παιδιά. Ψάχνει για παιδιά που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με άλλα παιδιά. Εντοπίζει τα μικρά εκείνα που περνούν απαρατήρητα στην κοινωνική ζωή της τάξης. Ανακαλύπτει ποιων τα προτερήματα περνούν απαρατήρητα από τους συμμαθητές τους. Και εντοπίζει -αμέσως- ποιος διαπράττει και ποιος υφίσταται τη σχολική βία (bullying).

Ως δασκάλα, γονιός και άνθρωπος που αγαπάει όλα τα παιδιά – θεωρώ ότι αυτό είναι η πιο έξυπνη στρατηγική Νίντζα της αγάπης που έχω δει ποτέ μου. Είναι σαν να παίρνεις την ακτινογραφία της τάξης και να κοιτάς κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων και μέσα στις καρδιές των παιδιών. Είναι σαν να βγάζεις χρυσό απ’ το χρυσορυχείο-ο χρυσός είναι αυτά τα μικρά που χρειάζονται λίγη βοήθεια – που χρειάζονται τους ενήλικες να επέμβουν και να τα ΔΙΔΑΞΟΥΝ πώς να κάνουν φίλους, πώς να ζητήσουν από τους άλλους να παίξουν, πώς να συμμετέχουν σε μία ομάδα και πώς να μοιραστούν τα χαρίσματα τους με τους άλλους. Και αυτό αποθαρρύνει τη σχολική βία( bullying) γιατί ο κάθε δάσκαλος γνωρίζει πως το bullying συμβαίνει όταν δεν κοιτάει -και τα παιδιά που το υφίστανται φοβούνται να το μαρτυρήσουν. Μα, όπως είπε -η αλήθεια αποκαλύπτεται σε αυτά τα προσωπικά μικρά χαρτιά.

Ενώ η δασκάλα του Τσεις εξηγούσε αυτή την απλή, πανέξυπνη ιδέα -την κοιτούσα με ορθάνοιχτο το στόμα. «Πόσο καιρό χρησιμοποιείς το σύστημα αυτό;» ρώτησα.

Από τη σφαγή στο λύκειο Κολουμπάιν, είπε. Κάθε Παρασκευή μετά το Κολουμπάιν.

Θεέ και Κύριε.

Αυτή η υπέροχη γυναίκα παρακολούθησε τι έγινε στο Κολουμπάιν γνωρίζοντας πως όλη η βία ξεκινά με την έλλειψη επικοινωνίας  Όλη η εξωτερική βία ξεκινά ως εσωτερική μοναξιά. Παρακολουθούσε την τραγωδία αυτή γνωρίζοντας πως τα παιδιά που δεν τα προσέχει κανείς κάποια στιγμή θα κάνουν οτιδήποτε μόνο και μόνο για να τα προσέξουν.

Κι έτσι αποφάσισε να αρχίσει να πολεμάει την βία από νωρίς και συχνά, και με τον κόσμο που είναι κοντά της. Αυτό που κάνει η δασκάλα του Τσέις όταν κάθεται στην άδεια αίθουσα και μελετά αυτές τις λίστες που είναι γραμμένες από τρεμάμενα 11χρονα χέρια είναι να σώζει ζωές. 
Είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. 
Σώζει ζωές.

Κι αυτό που έμαθε αυτή η μαθηματικός χρησιμοποιώντας αυτό το σύστημα είναι κάτι που ήδη γνώριζε: πως τα πάντα -ακόμα κι η αγάπη και η αίσθηση του να ανήκεις κάπου-έχουν ένα μοτίβο. Και βρίσκει αυτά τα μοτίβα μέσα από αυτές τις λίστες -σπάει τους κώδικες της προβληματικής επικοινωνίας. Και δίνει στα μοναχικά παιδιά την βοήθεια που χρειάζονται. Γι’ αυτήν, είναι μαθηματικά. Είναι ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ.

Όλα είναι αγάπη -ακόμα και τα μαθηματικά. Εκπληκτικό.

Η δασκάλα του Τσέις παίρνει σύνταξη φέτος -μετά από δεκαετίες που έσωζε ζωές. Τι ωραίος τρόπος να περάσεις την ζωή σου: ψάχνοντας μοτίβα αγάπης και μοναξιάς, να παρεμβαίνεις κάθε μέρα -και να αλλάζεις την τροχιά του κόσμου μας.

ΣΥΝΕΧΙΣΤΕ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΕ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ. Είστε οι πρώτοι που δέχεστε τα πυρά, η πρώτη γραμμή, οι ανιχνευτές προβληματικής επικοινωνίας και η μεγαλύτερη και μοναδική ελπίδα που έχουμε για έναν καλύτερο κόσμο. Αυτό που κάνετε στις τάξεις όταν κανείς δεν παρακολουθεί – είναι η μεγαλύτερη ελπίδα μας.

Δάσκαλοι -δασκάλες- έχετε ένα εκατομμύριο γονείς πίσω σας που ψιθυρίζουν όλοι μαζί:«Δεν μας νοιάζουν τα τυποποιημένα τεστ. Μας νοιάζει που μαθαίνετε στα παιδιά μας να είναι Γενναία και Ευγενικά. 
Και σας ευχαριστούμε. 
Σας ευχαριστούμε που σώζετε ζωές».

Με Αγάπη-Όλοι Εμείς

Πηγή: Glennon Melton, “This Brilliant Math Teacher Has a Formula to Save Kids’ Lives”, Huffington Post, 3.5.2014. Μετάφραση: Signora Alba
από το newagemama.com

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Vincent van Gogh



Ήταν τέλη Ιουλίου όταν έφυγε από τη ζωή. 

Είχε μια δύσκολη ζωή -συνήθως έτσι συμβαίνει με τις… ζωές. Ίσως η δική του να ήταν έτσι, γιατί κάποτε ως νέος είχε τολμήσει ν’ αναρωτηθεί «Σε τι θα μπορούσα να είμαι χρήσιμος σ’ αυτόν τον κόσμο;» 

Διαβάστε το παρακάτω σημείωμα ακούγοντας συγχρόνως ένα απ’ τα ωραιότερα τραγούδια που έχουν γραφτεί ποτέ κι είναι αφιερωμένο σε κείνον ( “Vincent” του Don McLean,1971, γνωστό κι ως “Starry Starry Night”, λόγω του πρώτου στίχου του και κυρίως λόγω του διάσημου έργου «Έναστρη Νύχτα» του Vincent Van Gogh).  








Δεν ξέρω αν κάποτε οι άνθρωποι καταλάβουν τον Βίνσεντ. 
Ίσως και να τον καταλαβαίνουν.
Δεν ξέρω.




 They would not listen

they did not know how

perhaps they’ll listen now.




Στα μάτια των άλλων ο Βίνσεντ ήταν άσχημος.

Δεν είχε όμορφα μάτια, όμορφη μύτη, καλοβαλμένη όψη, δεν είχε την ευκολία της εξωστρέφειας.  

Καμία γυναίκα δεν τον ερωτευόταν. Κι εκείνος αποζητούσε αγάπη. Ερωτευόταν παράφορα. Απελπισμένα.




Στα μάτια των άλλων ο Βίνσεντ ήταν περίεργος.


Δεν ασκούσε τη γοητεία των άλλων ζωγράφων.
Κανένα μοντέλο δεν πόζαρε για εκείνον. Αναγκαζόταν να κοιτά τον εαυτό του στον καθρέφτη για να μπορεί να εξελιχθεί ως ζωγράφος στις προσωπογραφίες. 

Κι όμως. οι πρώτοι σκοτεινοί πίνακες δίνουν αμέσως τη θέση τους στο φως. 

Ο Βίνσεντ βρίσκει το φως μέσα από τη δημιουργία.





Στα μάτια των άλλων ο Βίνσεντ ήταν αλαφροΐσκιωτος.


Πώς αλλιώς να εξηγήσουν το γεγονός πως ένας πανέξυπνος, νεαρός, με έφεση στις ξένες γλώσσες και ικανότητα στο εμπόριο, που ανέβαινε εύκολα τα σκαλοπάτια της ιεραρχίας στην εταιρία του, θα τα παράταγε όλα για να κάνει αγαθοεργίες, να προσφέρει ακόμα και τη ζωή του σε φτωχούς ανθρώπους. Γιατί να κατεβαίνει στις στοές μαζί με τους ανθρακωρύχους, γιατί να μοιράζεται όλα του τα υπάρχοντα με εκείνους, γιατί να φροντίζει άρρωστους ανθρώπους, γιατί αυτή η αυτοθυσία; Γιατί να περιθάλπει μια άγνωστη πόρνη με το παιδί της; Ούτε οι κληρικοί δεν καταλάβαιναν τον Βίνσεντ. Η οργανωμένη εκκλησία δεν ήθελε κάποιον που δεν όριζε απολύτως. 
Γρήγορα τον απομάκρυναν. Τον έβαλαν στη θέση του. 
Στο περιθώριο.  
Όση αγάπη αδυνατούσε να του χαρίσει ο κόσμος , άλλη τόση αποζητούσε να χαρίσει εκείνος.

For they could not love you
But still your love was true.


Στα μάτια των άλλων ήταν τρελός. 
Αυτή η εξήγηση ήταν για όλους αρκετή. Ένας τρελός. 
Όταν πονά η ψυχή ενός ανθρώπου – όπως μπορεί να πονά το χέρι, το πόδι ή το κεφάλι του- τότε οι άλλοι τον απορρίπτουν.
Είναι τρελός.
Μα ο άπληστος, που συνειδητά χρησιμοποιεί την ισχύ και την εξουσία του σε βάρος άλλων ανθρώπων δεν είναι τρελός. Είναι πετυχημένος. Εκείνος που αρρωστημένα ποθεί την εξουσία, την επιβολή, τον πόνο των άλλων, δεν είναι τρελός .Είναι δυνατός.


 Σ’ έναν τέτοιον κόσμο έτυχε να βρεθεί ο Βίνσεντ και κάθε Βίνσεντ που γεννήθηκε και πέθανε σ’ αυτόν τον πλανήτη.

But I could have told you,Vincent
this world was never
meant for one
as beautiful as you.


Στα μάτια των άλλων μόνο οι σκοτεινές γωνίες ήταν εμφανείς. 

Ακόμα και σήμερα είναι εύκολο το σχόλιο. «Ήταν τρελός, γι αυτό ζωγράφιζε έτσι». «Αυτός δεν ήταν που έκοψε το αυτί του;», χωρίς να γνωρίζουν ακριβώς την υπόλοιπη ιστορία του. 
Ακόμα και το τέλος του Βίνσεντ ήταν ακριβώς όπως θα το περίμεναν όλοι όσοι είναι ευχαριστημένοι από μια απλή κατανοητή ιστορία: Ένας τρελός αυτοκτονεί. Για πολλά χρόνια όλοι θεωρούσαν πως ο Βίνσεντ είχε αυτοπυροβοληθεί, μην αντέχοντας τη θλίψη της μοναξιάς και την απόρριψης, παρόλο που τα τελευταία έργα του ήταν χαρούμενα. Σήμερα, ιστορικοί κι ερευνητές οδηγούνται βάσει στοιχείων σ’ ένα εντελώς διαφορετικό συμπέρασμα:
Ο Βίνσεντ δεν αυτοκτόνησε, αλλά δέχτηκε την σφαίρα από απόσταση. Είναι πιθανό να τον πυροβόλησε ένας 16χρονος από εκείνη την ομάδα εφήβων που τον πείραζαν όταν ζωγράφιζε, αλλά τους άφηνε, γιατί αποζητούσε έστω και λίγη παρέα. Ίσως να έγινε κατά λάθος, κανείς δε μπορεί να πει με σιγουριά. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως ο Βίνσεντ, ενώ ψυχορραγούσε, ζήτησε να μην κατηγορηθεί κανείς για τον θάνατό του. 
Ακόμα και στο τέλος, μόλις στα 37 του χρόνια, είχε αποφασίσει να προστατέψει κάποιον άνθρωπο.





Στα μάτια των άλλων  ο Βίνσεντ είναι πια μόνο λεφτά, πολλά λεφτά. 
Γιατί τα μάτια των άλλων κοιτάζουν εκεί που κοιτάζουν οι πολλοί. Και στον Βίνσεντ σήμερα βλέπουν τον Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Δημοπρασίες, Ακριβά Έργα Τέχνης, Μουσεία και Καθωσπρέπει Αναλυτές που θαυμάζουν εκ των υστέρων την ιδιοφυία ενός ανθρώπου για τον οποίο κανείς δεν ενδιαφέρθηκε ενώ ζούσε.




Στα μάτια των άλλων ήταν μια ακόμα νύχτα.

Μια νύχτα που θα δινε τη θέση της στη μέρα κι εκείνη με τη σειρά της στη νύχτα και ξανά στη μέρα. Μια διαδικαστική εναλλαγή φωτός και σκότους, αδιάφορη, όσο αδιάφορη και μηχανική καταντά και η ζωή που κουβαλούν.

Μα, στα μάτια του Βίνσεντ ήταν η Έναστρη Νύχτα. Ήταν όλη η κίνηση του σύμπαντος. Ήταν όλη η αλήθεια μιας νύχτας, ενός κόσμου.




Στα μάτια των άλλων η ζωή παραμένει ακατανόητη.
Δεν καταλαβαίνουν ούτε τις μέρες, ούτε τις νύχτες.
Και ίσως να μην καταλάβουν ποτέ.

They would not listen
they’re not list’ning still
perhaps they never will.
                                                                 (Vincent Van Gogh, 1853-1890)


Πέτρος Κουμπλής Αύγουστος 2012





~~~~











Η ειλικρίνεια και η ευαισθησία του Βίνσεντ Βαν Γκογκ δεν έγινε ποτέ αποδεκτή από τη συντηρητική οικογένειά του. Αγαπούσε με πάθος και αδυνατούσε να ακολουθήσει τις τυπικότητες και τους «καθωσπρεπισμούς» της κοινωνίας. Όσο ζούσε ήταν ένας ασήμαντος ζωγράφος και αυτοκτόνησε απογοητευμένος, σε ηλικία 37 ετών. Γεννήθηκε στην Ολλανδία στις 30 Μαρτίου του 1853 και ήταν ο μεγαλύτερος από τα οκτώ αδέλφια του. Η υπηρέτρια της οικογένειας τον περιέγραψε ως «ένα περίεργο, απόμακρο παιδί που έμοιαζε πιο πολύ με γέρο άντρα». Ήταν σαν ξένος μέσα στην οικογένειά του, παραμελημένος από τους γονείς και τα αδέρφια του. Ο μοναδικός άνθρωπος που κατάφερε να συνδεθεί ψυχολογικά ήταν ο αδερφός του, Θίο, στον οποίο βασίστηκε οικονομικά όλη του τη ζωή. Σε ηλικία 16 ετών βρήκε δουλειά ως έμπορος τέχνης, αλλά η καριέρα του ως πωλητής ήταν πολύ σύντομη. Η ειλικρίνειά του δεν του επέτρεπε να πει ανακρίβειες ή ψέματα για να κάνει μια πώληση και συνήθως κατέληγε να δίνει την αφιλτράριστη άποψή του για το έργο.





Έγραψε στην αδερφή του, Γουιλελμίνα: «Οι γκαλερί είναι υποχείρια όσων έχουν τα χρήματα. Μόλις το ένα δέκατο όλων των αγοραπωλησιών έχουν σχέση με την πραγματική τέχνη»





Απέτυχε σε όλες τις δουλειές που προσπάθησε να κάνει και σε ηλικία 24 ετών, αναγκάστηκε να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του και να σπουδάσει θεολογία σε μια κατώτερη σχολή που τον δέχθηκε, ώστε να γίνει κληρικός. Έγινε κήρυκας σε ένα χωριό ανθρακωρύχων στο Βέλγιο, όπου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας. Ήταν τέτοια η συμπόνοια του για τους φτωχούς ανθρακωρύχους, που τους έδινε τα ρούχα και τα τρόφιμα τα οποία του έστελνε η οικογένεια του. 

Οι κακουχίες των χωρικών του φαίνονταν άδικες. 

Τότε αρχίζει να ζωγραφίζει πίνακες με κοινωνικό περιεχόμενο και σταδιακά η πίστη του στο Θεό εξασθένησε. 
Για ακόμα μία φορά, ο Βαν Γκογκ εγκατέλειψε μία δουλειά που δεν ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία του και επέστρεψε στους γονείς του, με το ηθικό πεσμένο 

Ο παράνομος έρωτας 
Την ίδια περίοδο, οι γονείς του φιλοξενούσαν την πρώτη ξαδέρφη του Κι Βος, που δεν είχε γνωρίσει ξανά ο Βαν Γκογκ. Ο ζωγράφος την ερωτεύτηκε και με τη συνηθισμένη ειλικρίνειά του, της εξέφρασε τα συναισθήματά του. Η κοπέλα όχι μόνο δεν τα ανταπέδωσε, αλλά συγκλονίστηκε από την ανηθικότητα του ξαδέρφου της, που τόλμησε να έχει ερωτικά συναισθήματα για μία τόσο κοντινή συγγενή του. Παρά την απόρριψη της Βος, ο Βαν Γκογκ δεν το έβαλε κάτω και την επισκέφτηκε πολλές φορές στο σπίτι της. 
Ο πατέρας της έλεγε πάντα ότι η Βος έλειπε απ’ το σπίτι, αλλά ο Βαν Γκογκ ήταν πεπεισμένος ότι του έλεγε ψέματα. Γι’ αυτό μία μέρα έσπρωξε δυνατά την πόρτα και μπήκε στο σπίτι. Όσο κι αν τον απειλούσαν, αρνούνταν να φύγει. Μες στην απελπισία του, ο Βαν Γκογκ έβαλε το χέρι του πάνω από ένα αναμμένο κερί και ζήτησε να μιλήσει στην Βος για όσο άντεχε τον πόνο. 
Ο πατέρας της Βος απλώς έσβησε το κερί. 

Η δραματική χειρονομία του ζωγράφου δεν ωφέλησε πουθενά. Η αγαπημένη του Κι Βος δεν έγινε ποτέ δική του. 
Όταν έμαθε και ο πατέρας του για τον αδιανόητο έρωτα, τον έδιωξε απ’ το σπίτι. 

Ο Βαν Γκογκ δεν πτοήθηκε. Η επόμενη αγαπημένη του ήταν μία πάμφτωχη πόρνη, η Σιέν, που είχε σοβαρά προβλήματα υγείας. Ο Βαν Γκογκ τη φιλοξενούσε σπίτι του και τη συντηρούσε με τα ελάχιστα χρήματα που του έδινε ο αδερφός του, Θίο. 
Η κατατρεγμένη Σιέν, όπως και οι φτωχοί ανθρακωρύχοι, συγκίνησε τον Βαν Γκογκ που δημιούργησε ένα πίνακα προς τιμήν της, με τίτλο «Λύπη»





Το κομμένο αυτί 

Σε ηλικία 27 ετών παρακολούθησε μαθήματα τα οποία σύντομα έληξαν αφού ή τσακώνονταν με τους καθηγητές ή τον απέβαλλαν. 
Το 1888, ο Βαν Γκογκ μετακόμισε στην πόλη Αρλ της Νότιας Γαλλίας και αφιερώθηκε στη ζωγραφική. 

Συγκατοικούσε με έναν άλλο ζωγράφο, τον Πολ Γκογκέν, με τον οποίο ο Βαν Γκογκ ανέπτυξε πολύ στενή φιλία. Οι δύο άντρες περνούσαν κάθε μέρα μαζί και η περίοδος ήταν μία από τις ευτυχέστερες της ζωής του Βαν Γκογκ. 

Όμως ο Γκογκέν δεν συμμεριζόταν τη χαρά του φίλου του. Το Δεκέμβριο του 1888 αποφάσισε να μετακομίσει, γιατί δεν άντεχε άλλο τις παραξενιές του. Στις 23 Δεκεμβρίου, ανακοίνωσε την απόφασή του στον Βαν Γκογκ και έφυγε απ’ το σπίτι για τη βραδινή του βόλτα. Ο Βαν Γκογκ τον ακολούθησε μες στο σκοτάδι, κουβαλώντας ένα ξυράφι. Ο Γκογκέν τον είδε, αλλά δεν αντέδρασε και ο Βαν Γκογκ επέστρεψε στο σπίτι. 
Ο Βαν Γκογκ ήταν μόνος στο σπίτι γιατί ο Γκογκέν αποφάσισε να περάσει τη νύχτα σε ξενοδοχείο, μέχρι να ηρεμήσει ο φίλος του. 
Όμως όσο περνούσαν οι ώρες,η οργή του ζωγράφου φούντωνε. 
Ξαφνικά άρπαξε το ξυράφι και έκοψε ένα κομμάτι απ’ το αριστερό του αυτί. Το τύλιξε με μία πετσέτα, πήγε στον τοπικό οίκο ανοχής και το δώρισε στην αγαπημένη του πόρνη..Την επόμενη μέρα, ο Γκογκέν γύρισε στο σπίτι και βρήκε τον Βαν Γκογκ ξαπλωμένο στο κρεβάτι, μες στα αίματα. Κάλεσε την αστυνομία, η οποία εξακρίβωσε ότι ο Βαν Γκογκ ήταν ζωντανός. 
Ο Γκογκέν μάζεψε τα πράγματά του και έφυγε, πριν προλάβει να ξυπνήσει ο τραυματίας. Ο Βαν Γκογκ μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και αφού ανάρρωσε, κλείστηκε σε ψυχιατρικό άσυλο με τη θέλησή του. Βρισκόταν σε έξαρση και έφτασε σε σημείο να ζωγραφίζει ένα πίνακα κάθε μέρα. 
Βγήκε μετά από δύο χρόνια, χωρίς να καταφέρει να αποκτήσει την ψυχολογική ισορροπία που ζητούσε.  



Στις αρχές Ιουλίου του 1890, έστειλε γράμμα στον αδερφό του: «Νιώθω… αποτυχημένος. Αυτό είναι όλο. Νιώθω ότι αυτό είναι το πεπρωμένο μου και το αποδέχομαι. Δεν θα αλλάξει ποτέ».

Στις 27 του μήνα, ο Βαν Γκογκ αυτοπυροβολήθηκε, αλλά δεν πέθανε ακαριαία. Περπάτησε μέχρι το σπίτι του, όπου τον περιποιήθηκαν δύο γιατροί, οι οποίοι δεν κατάφεραν να του προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Ο Βαν Γκογκ αργοπέθαινε, όμως πρόλαβε να έρθει να τον δει ο αδερφός του, Θιο, που ήταν βαριά άρρωστος με πνευμονία. Άφησε την τελευταία του πνοή στης 29 Ιουλίου του 1890 και έξι μήνες μετά πέθανε και ο αδερφός του, ο οποίος ήταν πια ένας καταξιωμένος έμπορος τέχνης

Τα τελευταία λόγια που είπε στον αδερφό του ήταν: «Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα». Είναι μία από τις περιπτώσεις καλλιτεχνών που αναγνωρίστηκαν μετά το θάνατό τους. Το 1901 έγινε έκθεση στο Παρίσι και μέχρι το 1915 τα έργα του ήταν περιζήτητα. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες στην ιστορία της τέχνης. 



Τα τοπία που ζωγράφισε με την ιδιαίτερη τεχνική και τα ζωντανά χρώματα είναι σημείο αναφοράς. Συνολικά ζωγράφισε πάνω από 800 πίνακες,που η σημερινή τους αξία είναι μυθική. Όσο ζούσε όμως, πούλησε μόλις ένα πίνακα!



Χρίστος Βασιλόπουλος






"Και μοναδικός μου στόχος στη ζωή είναι να ζωγραφίζω και να σχεδιάζω όσο περισσότερο κι όσο καλύτερα μπορώ. Έπειτα, στο τέλος της ζωής μου, ελπίζω να φύγω κοιτάζοντας πίσω μου με αγάπη και τύψεις γεμάτες στοργή, σκεπτόμενος:
Ω ! τι θα μπορούσα να έχω ζωγραφίσει ακόμη.."
V.v. Gogh
(επιστολή 338
19 Νοεμβρίου 1883)







"Ας με συγχωρήσει ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ
Που δεν μπόρεσα να τον βοηθήσω,


Που δεν του “στρωσα χαλί απο χορτάρι
Κάτω απ τα πόδια του, στο δρόμο τον καμένο,

Που δεν του “λυσα τα κορδόνια
στα λασπωμένα αγροτικά του παπούτσια,

Που στη ζέστη δεν του “δωσα νερό να ξεδιψάσει,
Που δεν εμπόδισα τον άρρωστο ν” αυτοκτονήσει.

Στέκω εγώ και πάνω μου κρεμιέται
Το κυπαρίσσι γυρισμένο σαν τη φλόγα,
Αυτό το κίτρινο και βαθύ γαλάζιο
Χωρίς αυτά εγώ δεν θα γινόμουν.

Θα πρόδιδα τα λόγια μου
Αν ξεφορτωνόμουν το ξένο βάρος.

Κι η αγριάδα του η αγγελική
Που συγγενεύει με τους στίχους μου
Σας οδηγεί μεσ΄ απ΄ την κόρη του ματιού του
Εκεί όπου αναπνέει τ” αστέρια ο Βαν Γκογκ."


Από τη συλλογή ποιημάτων του Ταρκόφσκι

"Πουλιά ταξίδευαν στο δρόμο μας" 
[εκδόσεις Ελεγεία, 2007]
Μετάφραση: Χρήστος Κολτούκης

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Πάλι


Χάραμα στο κρεβάτι – πρώτο τσιγάρο της μέρας. 
Δολιχοκέφαλος αρκούδος στα παπλώματα. Τυπικός καλοπροαίρετος, τις νύχτες γίνεται βιολί. 
Αφού το κεφάλι του ανάμεσα στον ώμο μου και το μάγουλο, άρα βιολί. Παίζω πάλι. (Για πόσο.) Πρωινό του Σαββάτου με τους Αιγύπτιους και τους Πακιστανούς της Σοφοκλέους. Περπατάω στην κάτω πόλη με τον Σ., τον Α., την Α. Ιρακινοί φίλοι υποδέχονται τους νεοφερμένους με χαμόγελα. Κερνάνε νεράκι εμφιαλωμένο. Καφέ με κάρδαμο. Η Γάντα, η νεαρή Αιγύπτια φίλη μου, με βάζει για δέκατη φορά να της ξαναγράψω το τηλέφωνό μου. Αγοράζω κασέτες και αιγυπτιακή λεμονίτα. «Αγκάπη μου, λατρεύεις Αίγκυπτο, έτσι δεν είναι;» Ανατολή. Μέση οδός δεν υπάρχει. Ή λατρεύεις ή απεχθάνεσαι. Η Α. χώνεται στους Κινέζους και αγοράζει φόρεμα με το μοναδικό της χαρτονόμισμα. «Λεφτά για μεσημεριανό φαγητό ή φουστάνι;» ρωτάει. Φουστάνι, φυσικά. Έκπαγλο λουσάτο κουρέλι. «Σίγουρα Σότρις, αγάπη μου», θα της λένε τα βράδια στο Ζάζα’ς, τα ψώνια με τα κραυγαλέα, τα υπερτιμημένα κουρέλια τους.


Επιστρέφω απόγευμα στο κρεβάτι, ανοίγω το τελευταίο βιβλίο του Χανίφ Κιουρέισι. 

Μεσάνυχτα όλη μέρα. Εξ αφορμής μιας πρότασης στο οπισθόφυλλο το πήρα. 
«Είμαστε αλάθητοι», λέει, «στην επιλογή του εραστή μας, ιδιαίτερα όταν αξιώνουμε το λάθος πρόσωπο. Υπάρχει ένα ένστικτο, μαγνήτης ή αερικό, που γυρεύει το αταίριαστο». 
Εσύ, πάλι, λες πως με κάτι τέτοιο εκνευρίζεσαι. Πως οι άνθρωποι με αντίστοιχες απόψεις είναι για σφαλιάρες. 
Θυμώνω. Καλά κάνω και θυμώνω. Δίκιο έχεις. Εδώ και χρόνια πια το ξέρω. Με την άρρωστη κεκτημένη του Μπατάιγ πόσο θα πας; Μια δυο φορές στη ζωή σου. Εγώ τις πήγα, τέλειωσα. Όξω απ΄ την παράγκα οι αταίριαστοι. να τους αγαπάμε. Να τους θυμόμαστε με τρυφερότητα. Τους χρησιμοποιήσαμε. Το πληρώσαμε, πρώτοι εμείς. Γιατί ο λάθος άλλος στην ουσία δεν φταίει. Δεν σου κρύφτηκε. Εκεί που εσύ αναγνώρισες το αταίριαστο, αυτός κατά πάσα πιθανότητα είδε το ταιριαστό. Και δεν φταίει αυτός. Του το έπαιξες καλά. Όποιος αναγνωρίζει εξαρχής το λάθος πρόσωπο και όμως τσαλαβουτάει – αυτός φταίει. Το βλέπεις, βλάκα μου, το λάθος. Και το αποσιωπάς. Γιατί το έχεις ανάγκη. Και το αξιώνεις μόνο σε μια περίπτωση το λάθος πρόσωπο: για να το απαξιώσεις σύντομα. Για να μη δεσμευτείς. Για να μείνεις μόνος. Για να νιώσεις ανώτερος από τον εσφαλμένο. Γιατί από το λάθος πρόσωπο έχεις πάντα τη δυνατότητα να το σκάσεις με όσο το δυνατόν λιγότερη οδύνη. Με απώλειες μηδαμινές. 
Επιλέγω «ανάξιο εραστή» σημαίνει επίσης: αναβάλλω τον έρωτα, αλλά συγχρόνως δεν κλείνω την πόρτα στην ελπίδα θα φύγει ο πρόσκαιρος και λίγος, και κάποια μέρα θα έρθει ο ανάξιος. Αλλά όχι ακόμα. Δεν είναι η ώρα μου. Τώρα φοβάμαι οτιδήποτε μπορεί να πάρει μορφή αμετάκλητου. Την ισόβια συνύπαρξη, ιδίως.



«Επιλέγεις λάθος άνθρωπο, δηλαδή, για να το σκάσεις πιο εύκολα; Και τότε πώς εξηγείται το γεγονός πως καμιά φορά κολλάς στο λάθος πρόσωπο εκατό χρόνια;», ρωτάει η μεταμεσονύκτια φίλη. 

«Κατά τη γνώμη μου, μείνεις, φύγεις, το ίδιο κάνει», λέω. 
«Πάλι κολλάς, για να γλιτώσεις από μια ουσιαστική δέσμευση. Η λάθος επιλογή σού διασφαλίζει κατά κανόνα ανεξαρτησία. Σε ασφαλίζει από τον πόνο τού να βρεθείς ακάλυπτος, εκτεθειμένος μπροστά στον όμοιό σου. Γιατί, αν με τον όμοιό σου τύχει στραβή, τότε δεν γιατρεύεσαι. Πένθος αμετάκλητο μετά». 

Νύχτα, δυόμισι χρόνια πριν. Τρέχαμε με ένα φίλο στο Μούλτι Κούλτι – στο δρόμο απορούσε: «Μα πώς έγινε και πήγα και ερωτεύτηκα αυτό το πράγμα; Η προηγούμενη αγάπη μου διάβαζε στίχους της Σύλβια Πλαθ. Ίδια τραγούδια, ίδια κουλτούρα. Ήθελα να θέλω. Και όμως, δεν με μάγευε παρά μόνο το ασπόνδυλο. Το ριζικά ακαλλιέργητο πλάσμα. Λες πως θα μου περάσει; Αηδιάζω με τον εαυτό μου έτσι που έμπλεξα. Άλλωστε, ξέρεις πως αυτά τα παθιασμένα τα κοροϊδεύω».

Όχι, χαρά μου, δεν θα σου περάσει, σκεφτόμουν. Απλώς εκεί που κόβεσαι πως δεν θα μπορείς χωρίς την άξεστη αγάπη σου, πολύ σύντομα θα βρεις αφορμή και θα φύγεις. Και θα πεις πως δεν πήγαινε άλλο. Που πάντα πάει, άμα θες. Μετά, τα υπόλοιπα θα τα αναλάβει το πάθος της συντήρησης, θα μοιάσεις τότε ακόμα περισσότερο στους ήρωες που σιχαίνεσαι. Σε κάθε συνάντησή σου με ίσο σου άνθρωπο θα βάζεις μπροστά σαν πανοπλία το άξεστο πλάσμα. Ο λίγος ίσκιος σου θα σε θωρακίζει από την οδυνηρή συνάφεια με τον παρεμφερή σου. Κανονικά πρέπει να χρωστάς ευγνωμοσύνη γι΄ αυτό στην άξεστη αγάπη σου. 

«Σε ευχαριστώ, ακαλλιέργητο πλάσμα, που η επινοημένη μου εμμονή για σένα με προστάτεψε. Δεν πήγα να καώ με την καλή περίπτωση. Να χάσω την ανεξαρτησία μου. Τη μαγκιά μου. Να γίνω κουρέλι». Αν δεν υπήρχε το φάντασμα του άξεστου ανθρώπου, θα αναγκαζόσουν κάποια στιγμή να ζήσεις κι εσύ με έναν όμοιό σου το οδυνηρό πράγμα που λέγεται ζευγάρι, θα αναγκαζόσουν να είσαι τρυφερός, να αγαπήσεις στ΄ αλήθεια.



Έκλεισα το βιβλίο του Κιουρέισι – δεν είχα και πολύ κέφι για διάβασμα. 

Την ώρα που ντυνόμουν για να βγω, θυμήθηκα τον Κ.   Άνθρωπος της νύχτας. Παρουσιαστικό τρομαχτικό. Ένας Βίκινγκ με μυαλό πεντάχρονου. Με συμπαθούσε. «Όταν ήμουν νέος», μου εξομολογήθηκε μια νύχτα, «σαν να με μούντζωσε ο Θεός και πήγα κι ερωτεύτηκα. ‘Ηταν μια καριόλα, δεν βάζει με το νου σου. Παίρνω το αεροπλάνο και ανεβαίνω Θεσσαλονίκη να τη δω. Τρελαμένος, θέλω να της πω πόσο ερωτευμένος είμαι, θέλω να πεθάνω μαζί της. Κατεβαίνω παράλυτος. Χέρια, πόδια, δεν μπορώ να τα μανουβράρω. Τη βλέπω να με περιμένει στο αεροδρόμιο. Την κοιτάζω. Και ύστερα την πλακώνω στο ξύλο. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου. Την τσάκισα. Πήρα το επόμενο αεροπλάνο και γύρισα. Αυτή ποτέ δεν κατάλαβε γιατί. Ακόμα την αγαπάω την πουτάνα. Ξύλο πολύ, δεν βάζεις με το νου σου…»

Μεθεόρτια γενεθλίων στο γαλλικό. 

Αγάπη πολλή, δεν βάζεις με το νου σου. 
Σε τσάκισα.





Μαλβίνα Κάραλη : Σαββατογεννημένη

[εκδόσεις Κείμενα, 2005, σελίδες 153-157]

(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Symbol της εφημερίδας Επενδυτής, 2001)


Τετάρτη 9 Ιουλίου 2014

Σιωπή


Άκουσε, είπε ο Δαίμων ακουμπώντας το χέρι του πάνω στο κεφάλι μου. Η χώρα που σου αναφέρω είν' ένας τόπος θλιβερός, στη Λιβύη, στις όχθες του ποταμού Ζαΐρ. Εκεί δεν υπάρχει ούτε ησυχία, ούτε σιωπή.
Τα νερά του ποταμού έχουν ένα χρώμα θειαφί κι αρρωστημένο. Και δεν κυλούν κατά τη θάλασσα, μόνο αναταράζονται στον αιώνα τον άπαντα, κάτω από το κόκκινο μάτι του ήλιου, με μια κίνηση βουερή και σπασμωδική. Κι από τις δυο πλευρές της λασπιασμένης κοίτης του ποταμού, απλώνεται για πολλά μίλια μια κίτρινη έρημος από γιγάντια νούφαρα. Αναστενάζουν το ένα στο άλλο μέσα σ' αυτή τη μοναξιά και τεντώνουν προς τον ουρανό τους ψηλούς και φρικαλέους λαιμούς τους, και κουνούνε δώθε κείθε τις αιώνιες κεφαλές τους. Κι έν' απροσδιόριστο ψιθύρισμα βγαίνει από μέσα τους, σα να κυλούνε υποχθόνια νερά. 
Κι αναστενάζουν το ένα στο άλλο.




Μα υπάρχουν σύνορα στο βασίλειό τους – τα σύνορα του σκοτεινού, φριχτού και ψηλόκορμου δάσους. Εκεί, όπως τα κύματα γύρω στις Εβρίδες, οι θάμνοι αναταράζονται αδιάκοπα. Και όμως καμιά πνοή ανέμου δε φυσά. Και τα ψηλά πανάρχαια δέντρα κουνούν αιώνια δώθε κείθε μ' έναν πελώριο και καταθλιφτικό αχό. Κι από τις ψηλές κορφές τους πέφτουν αιώνια, μια μια, σταλαματιές δροσιάς. Και στις ρίζες τους, φαρμακερά λουλούδια αναδεύονται μες στον ανήσυχο ύπνο τους. Και ψηλά, μ' ένα δυνατό θρόισμα, τα γκρίζα σύννεφα τρέχουν ορμητικά, αιώνια προς τη δύση, ώσπου κυλούνε ίδιος καταρράχτης πάνω από το φλογισμένο τοίχο του ορίζοντα. Αλλά καμιά πνοή ανέμου δε φυσά. 
Και στις όχθες του ποταμού Ζαΐρ δεν υπάρχει ούτε ησυχία ούτε σιωπή.


πίνακας Gustave Dore


Ήτανε νύχτα κι έβρεχε, και η βροχή, όσο έπεφτε, ήταν βροχή, μα όταν πια έπεφτε, ήταν αίμα. 
Κι εγώ στεκόμουνα στο βάλτο, ανάμεσα στα ψηλά νούφαρα, κι η βροχή έπεφτε πάνω στο κεφάλι μου – και τα νούφαρα αναστέναζαν το ένα στο άλλο, επιβλητικά κι επίσημα μες στην απελπισία τους.
Και ξαφνικά το φεγγάρι ανάτειλε μεσ' από την ανάρια και χλωμή καταχνιά, και το χρώμα του ήτανε κατακόκκινο. Και τα μάτια μου έπεσαν πάνω στον πελώριο γκρίζο βράχο που ορθωνότανε πλάι στην όχθη του ποταμού, και που τον φώτιζε το φως του φεγγαριού. 
Κι ο βράχος ήταν γκρίζος, φαντασματικός και ψηλός – κι ήτανε γκρίζος ο βράχος.
Στο μπροστινό του μέρος ήταν σκαλισμένα γράμματα. Κι εγώ προχώρησα μεσ' από το βάλτο με τα νούφαρα, ώσπου έφτασα κοντά στην ακροποταμιά,για να μπορέσω να διαβάσω τα γράμματα. Μα δεν μπόρεσα να τα ξεδιαλύνω. Ετοιμαζόμουν να γυρίσω πίσω στο βάλτο, όταν το φεγγάρι έλαμψε πιο κόκκινο ακόμα, και γύρισα και ξανακοίταξα το βράχο και τα γράμματα – και τα γράμματα έλεγαν: ΕΡΗΜΩΣΗ.

Και αναθώρησα, κι ένας άνθρωπος στεκότανε στην κορφή του βράχου. 
Κι εγώ κρύφτηκα ανάμεσα στα νούφαρα, για να κατασκοπεύσω τις πράξεις του ανθρώπου. Κι ο άνθρωπος ήταν ψηλός κι επιβλητικός, τυλιγμένος από τους ώμους ως τα πόδια μέσα στην τήβεννο της αρχαίας Ρώμης. Και το περίγραμμα του κορμιού του ήταν θαμπό – αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν χαρακτηριστικά θεότητας. Γιατί ο μανδύας της νύχτας, και της καταχνιάς, και του φεγγαριού, και της δρόσου, είχαν αφήσει ξέσκεπα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Και το μέτωπό του ήταν ψηλό από τη σκέψη, και η ματιά του γεμάτη φροντίδες. Και στις λιγοστές ρυτίδες πάνω στα μάγουλά του διάβασα τη θλίψη, την κούραση και την αηδία για την ανθρωπότητα, και μια λαχτάρα για μοναξιά.
Κι ο άνθρωπος κάθισε πάνω στο βράχο, έγειρε το κεφάλι πάνω στο χέρι του, κι αγνάντεψε την ερήμωση. Κοίταξε κάτω τους ταραγμένους θάμνους και ψηλά τα θεόρατα πανάρχαια δέντρα, κι ακόμα πιο ψηλά τον ουρανό που θρόιζε και το κατακόκκινο φεγγάρι. Κι εγώ ήμουν κρυμμένος μες στα νούφαρα και παρατηρούσα τις πράξεις του ανθρώπου. 
Κι ο άνθρωπος έτρεμε μέσα στη μοναξιά – μα η νύχτα προχωρούσε, κι αυτός καθότανε πάνω στο βράχο.

Τότε προχώρησα πιο βαθιά μέσα στο βάλτο, κι ακόμα πιο βαθιά τσαλαβουτώντας μέσα στην ερημιά των νούφαρων, και κάλεσα τους ιπποπόταμους, που κατοικούν ανάμεσα στις φτέρες, στ' απόμερα του βάλτου. Κι οι ιπποπόταμοι άκουσαν τη φωνή μου και ήρθαν, μαζί με το βεχεμώθ(*), στα πόδια του βράχου, και βρυχήθηκαν δυνατά και τρομαχτικά κάτω απ' το φεγγάρι.
Κι εγώ καθόμουνα κρυμμένος και παρατηρούσα τις πράξεις του ανθρώπου. 
Κι ο άνθρωπος έτρεμε στη μοναξιά – μα η νύχτα προχωρούσε κι αυτός καθότανε πάνω στο βράχο.

Τότε θύμωσα και καταράστηκα, με την κατάρα της σιωπής, το ποτάμι και τα νούφαρα, και τον άνεμο και το δάσος, και τον ουρανό και τη βροντή, και τους αναστεναγμούς των νούφαρων. Και η κατάρα μου έπιασε, και σώπασαν. Και το φεγγάρι σταμάτησε ν' ανεβαίνει το μονοπάτι του στον ουρανό... και η βροντή έσβησε στο απόμακρο... κι η αστραπή δεν άστραψε... και τα σύννεφα κρέμονταν ακίνητα... και τα νερά κατακάθισαν και γαλήνεψαν... και τα δέντρα έπαψαν να σαλεύουν... και τα νούφαρα δεν αναστέναζαν πια – και το ψιθύρισμά τους δεν ακουγότανε, ούτε καν ακουγότανε ως κι ο ίσκιος κάποιου ήχου πέρα ως πέρα στον απέραντο έρημότοπο. 
Και κοίταξα τα γράμματα πάνω στο βράχο, και είχαν αλλάξει. 
Και τα γράμματα έλεγαν: ΣΙΩΠΗ.

Και τα μάτια μου έπεσαν πάνω στην όψη του ανθρώπου, και η όψη του ήταν χλωμή από τον τρόμο. Και βιαστικά σήκωσε το κεφάλι του από το χέρι του και στάθηκε στην άκρη του βράχου και αφουγκράστηκε. Αλλά καμιά φωνή δεν ακουγότανε σ' ολόκληρη την απέραντη ερημιά – και τα γράμματα πάνω στο βράχο έλεγαν: σιωπή. 
Κι ο άνθρωπος αναρίγησε, απόστρεψε το πρόσωπό του κι έφυγε βιαστικά, μακριά, έτσι που τον έχασ' από τα μάτια μου
Gustave Dore


Υπάρχουν, βέβαια, ωραίοι μύθοι μες στα βιβλία των Μάγων – μες στα σιδεροδεμένα μελαγχολικά βιβλία των Μάγων. Εκεί μέσα, λέω, υπάρχουν θαυμαστές ιστορίες για τον Ουρανό και για τη Γη και για τους κραταιούς Ωκεανούς – και για τα Πνεύματα που κυβερνούσαν τους ωκεανούς τη γη και τα ψηλά ουράνια. Επίσης, υπάρχουν πολλά διδάγματα στους χρησμούς που έλεγαν οι Σίβυλλες. Και πράγματα ιερά, πανίερα, ακούστηκαν τον παλιό καιρό από το σκοτεινό νόημα των φύλλων που τρεμούλιαζαν γύρω από τη Δωδώνη – αλλά, μα τον αθάνατο Αλλάχ, αυτό το μύθο, που μου διηγήθηκε ο Δαίμων καθισμένος πλάι μου, στον ίσκιο του τάφου, τον θεωρώ τον πιο υπέροχο απ' όλους! 
Και όταν ο Δαίμων τέλειωσε την αφήγησή του, έπεσε πάλι μέσα στο άνοιγμα του τάφου και γελούσε. Κι εγώ δεν μπορούσα να γελάσω μαζί με το Δαίμονα, κι αυτός με καταράστηκε, γιατί δεν μπορούσα να γελάσω. 
Και ο λύγγας που κατοικούσε αιώνια στον τάφο, βγήκε από κει μέσα και ξάπλωσε στα πόδια του Δαίμονα, και στύλωσε τα μάτια του πάνω στο πρόσωπό του.



_________
(*)Ζώο που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη (Ιώβ), πιθανότατα ιπποπόταμος.



EDGAR ALLAN POE
"Αλλόκοτες Ιστορίες" 
[μτφ Κοσμάς Πολίτης ]
εκδ. "Γράμματα"  (1979)


Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

''Δάσκαλος''




Εν αρχή ην ο δάσκαλος

Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δεν θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δεν θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δεν θα άκουγε όμως ούτε θα ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.






Γιατί; Απλά γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δασκάλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας Και στο τέλος τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρηση μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας.

Τα ζώα και τα φυτά δε γελούν ούτε δακρύζουν. Γιατί τους λείπει ο δάσκαλος. Έτσι δεν έμαθαν ποτές ότι στον ενόργανο κόσμο πέρα από τη σφαίρα του βιολογικού ανοίγεται ο φωτεινός ορίζοντας του πνεύματος. Ο θυμός, δηλαδή, οι επιθυμίες, τα πάθη, η φαντασία ο λόγος.

Ο δάσκαλος είναι ο φυτουργός και ο σπορέας του λόγου. Εκείνου του λόγου που το τέταρτο Ευαγγέλιο τον αναφέρει στο Θεό.

Χωρίς το δάσκαλο ο λόγος θα σάπιζε άχρηστος μέσα στο έλος του κρανίου μας. Όπως σαπίζει άχρηστο το τραίνο που ρεμίζαρε για πάντα στο σταθμό. Και το καράβι, το GLORIA MYNDI ή το ANCA, αν δεν το ταξιδέψει ο καπετάνιος του. Και όπως σκεβρώνει άφτουρη η νύφη που έμεινε αγεώργητη από τον άντρα. Ο ιερός τρόμος της παρθενίας της σιγά-σιγά κακοβολεί, ωσόπου στο τέλος γίνεται ένα τεφρό δίχτυ αράχνης.

Μ΄ ένα λόγο ο δάσκαλος είναι ο ποιητής του ανθρώπου. Με την κυριότητα που ποιητής του κόσμου είναι ο Θεός. Χωρίς το δάσκαλο το πνεύμα που πνέει θα παρεπόμενε άψυχος άνεμος. Γαρμπής, δηλαδή, πουνέντες σοροκάδα κα παγωμένος Σκίρωνας. Και θα φυσούσε μάταια στις άκριες των βουνών, στις φυλλωσιές, στα συστήματα των υδάτων.

Δημήτρης Λιαντίνης