Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2025

Η εποχή του Λυκόφωτος



Οι καταστροφείς ήρθαν από την έρημο. Η Παλμύρα πρέπει να τους περίμενε:  Για χρόνια ομάδες επιδρομέων αποτελούμενες από γενειοφόρους μαυροφορεμένους ζηλωτές, οπλισμένους κυρίως με πέτρες, μεταλλικά ραβδιά και μια χαλύβδινη αίσθηση αρετής, τρομοκρατούσαν τις ανατολικές περιοχές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Οι επιθέσεις τους ήταν πρωτόγονες, βάναυσες και εξαιρετικά αποτελεσματικές. Οι άντρες αυτοί κινούνταν σε αγέλες - αργότερα σε πλήθη που έφταναν μέχρι και τα πεντακόσια άτομα- κι απ΄όπου περνούσαν, προκαλούσαν απόλυτη καταστροφή. Στόχος τους ήταν οι ναοί κι οι επιθέσεις τους ήταν αστραπιαίες. Τεράστιες πέτρινες κολώνες που στέκονταν όρθιες για αιώνες κατέρρεαν μέσα σε ένα απόγευμα. Αγάλματα που έστεκαν στο βάθρο τους για μισή χιλιετία, έμεναν με τα πρόσωπα ακρωτηριασμένα μέσα σε μερικά λεπτά. Ναοί που είχαν υπάρξει μάρτυρες της ανόδου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας κατέρρεαν μέσα σε μια μέρα. 

Οι πράξεις αυτές ήταν βίαιες, αλλά δεν συνοδεύονταν από κάποια ευσέβεια. Οι ζηλωτές γελούσαν ασυγκράτητα καθώς τσάκιζαν τα "σατανικά"   "ειδωλολατρικά"  αγάλματα. οι πιστοί ξεσπούσαν σε γιουχαϊσματα καθώς γκρέμιζαν ναούς, ξήλωναν στέγες και κατέστρεφαν τάφους.  Άρχισαν να εμφανίζονται ύμνοι που απαθανάτιζαν τις ένδοξες αυτές στιγμές.  "Τα αισχρά αυτά πράγματα" έψελναν περήφανοι οι προσκυνητές. οι "δαίμονες και τα είδωλα [...] ο καλός Σωτήρας μας όλα τα ποδοπάτησε"   (1)
Ο φανατισμός σπανίως παράγει καλή ποίηση.

Σε αυτή την ατμόσφαιρα, ο ναός της Αθηνάς  στην Παλμύρα αποτελούσε προφανή στόχο. Το όμορφο κτίσμα ήταν ένας απροκάλυπτος ύμνος σε όλα όσα απεχθάνονταν οι πιστοί: ένας μνημειώδης ψόγος στο μονοθεϊσμό.  Αν δάβαινες τις πύλες του, τα μάτια σου χρειάζονταν μερικές στιγμές για να συνηθίσουν το δροσερό μισοσκόταδο στο εσωτερικό του μετά τη λαμπρότητα του εκτυφλωτικού ήλιου της Συρίας. Καθώς θα προσαρμόζονταν, μπορεί να παρατηρούσες ότι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από τη μυρωδιά των θυμιαμάτων, ή ίσως ότι το λιγοστό φως που υπήρχε προερχόταν από μερικά σκόρπια λυχνάρια αφημένα από τους πιστούς. Αν σήκωνες το βλέμμα, θα έβλεπες στην τρεμουλιαστή λάμψη τους την ίδια την Αθηνά. 

Το όμορφο, περήφανο προφίλ του αγάλματος μπορεί να βρισκόταν  μακριά από την πατρίδα της Αθηνάς, την Αθήνα, αλλά ήταν απολύτως αναγνωρίσιμο, με την ίσια ελληνική του μύτη, το διάφανο μαρμάρινο δέρμα και το πλούσιο, ελαφρά δύσθυμο στόμα. Το μέγεθος του αγάλματος  -πολύ ψηλότερο από οποιονδήποτε άνθρωπο- μπορεί επίσης να εντυπωσίαζε. Αν και πιθανότατα πιο αξιοθαύμαστο από τις διαστάσεις του αγάλματος ήταν το μέγεθος των αυτοκρατορικών υποδομών και φιλοδοξιών, που είχαν φέρει ως εδώ αυτό το αντικείμενο. Το άγαλμα ήταν αντανάκλαση άλλων μορφών που βρίσκονταν στην αθηναϊκή Ακρόπολη, πάνω από χίλια πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά. αυτή η συγκεκριμένη εκδοχή είχε κατασκευαστεί σε ένα εργαστήριο εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Παλμύρα, για να μεταφερθεί στη συνέχεια με μεγάλη δυσκολία και κόστος ως εδώ, προκειμένου να δημιουργηθεί μια μικρή νησίδα ελληνορωμαϊκού πολιτισμού στους αμμόλοφους της συριακής ερήμου.

Το πρόσεξαν άραγε, αυτό οι καταστροφείς καθώς έμπαιναν; Τους εντυπωσίασε, έστω και φευγαλέα, η επιτήδευση μιας αυτοκρατορίας που μπορούσε να εξορύξει το μάρμαρο, να κατασκευάσει το γλυπτό κι ύστερα να το μεταφέρει σε τόσο μεγάλες αποστάσεις;  Θαύμασαν έστω και για μια στιγμή την τέχνη που μπορούσε να κατασκευάσει από μάρμαρο ένα στόμα τόσο τρυφερό στην όψη, ώστε θα μπορούσες να το φιλήσεις;  Θαύμασαν έστω και για ένα δευτερόλεπτο την ομορφιά του;

Μάλλον όχι. Γιατί, όταν οι άντρες μπήκαν στο ναό, πήραν ένα όπλο και με ένα συντριπτικό χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού αποκεφάλισαν τη θεά. Το κεφάλι του αγάλματος έπεσε στο δάπεδο, η μύτη έσπασε και τα άλλοτε λεία μάγουλα βούλιαξαν. Τα μάτια της Αθηνάς, άθικτα, κοιτούσαν τώρα από ένα πρόσωπο παραμορφωμένο.
Ο αποκεφαλισμός δεν ήταν αρκετός. Ακολούθησαν κι άλλα χτυπήματα που αφαίρεσαν την κορυφή του κεφαλιού, έβγαλαν την περικεφαλαία από το κεφάλι της θεάς και την έκαναν κομμάτια. Το άγαλμα έπεσε από το βάθρο και τα μπράτσα και οι ώμοι του αποκόπηκαν. Το σώμα έμεινε πεσμένο μπρούμυτα στη σκόνη.  ο βωμός που βρισκόταν δίπλα κόπηκε από τη βάση του.

Μόνο τότε οι άνθρωποι αυτοί - οι χριστιανοί αυτοί - ένιωσαν ότι το έργο τους είχε ολοκληρωθεί. Χάθηκαν ξανά στην έρημο. Πίσω τους, ο ναός έμεινε σιωπηλός.  Οι αναθηματικοί λύχνοι, χωρίς κανέναν να τους συντηρεί, έσβησαν. Στο δάπεδο το κεφάλι της Αθηνάς άρχισε να σκεπάζεται αργά από την άμμο της συριακής ερήμου.

Ο "θρίαμβος"  του χριστιανισμού είχε αρχίσει 



Catherine Nixey 
από το βιβλίο της 
"Η εποχή του λυκόφωτος - Η καταστροφή του κλασικού κόσμου από τον χριστιανισμό" 
εκδ Αλεξάνδρεια





(1) ύμνος κοπτών προσκυνητών 














Δευτέρα 14 Ιουλίου 2025

Το μυαλό της κότας


 " Από την ώρα που ο Φρανκεστάιν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου, ο κόσμος προχωράει 
 μαθηματικά στη εκμηδένισή του.
Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά συνήθισε να φοβάται.

 Κι εγώ με τη σειρά μου δεν φοβάμαι τίποτα περισσότερο, απ' το μυαλό της κότας. 
Απ' το να υποχρεωθώ να συνομιλήσω με μια κότα ή μ' ένα σκύλο, ή τέλος πάντων, μ' ένα ζώο δυνατό που βρυχάται. Τι να τους πως και πώς να τους το πω.
Και μήπως δεν είναι εξευτελισμός, αν επιχειρήσω να μεταφράσω ή να καλύψω τις σκέψεις μου, κάτω από φράσεις και ηλίθια νοήματα, για να καθησυχάσω τυχόν τη φιλυποψία μας κότας, που όμως έχει άνωθεν τοποθετηθεί για να μας ελέγχει και να μας καθοδηγεί;

 Η υποταγή, ή ο εθισμός σε μια τέτοια συνύπαρξη, ή συνδιαλλαγή, δεν προκαλεί τον κίνδυνο της αφομοίωσης ή της λήθης, του πώς πρέπει, του πώς οφείλουμε να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να μιλάμε;
Αναμφισβήτητα αρχίσαμε να το ανεχόμαστε.
Και η ανοχή, πολλαπλασιάζει τα ζώα στη δημόσια ζωή, τα ισχυροποιεί και τα βοηθά να συνθέσουν με ακρίβεια τη μορφή του τέρατος, που προΐσταται, ελέγχει και μας κυβερνά. 

Το τέρας σχηματίζεται από τα ζώα κι από τους εχθρούς.
Κι ο εχθρός  γεννιέται, δε γίνεται. Μας παρακολουθεί απ το σχολείο, σαν ήμασταν παιδιά. Κι επιζητεί τον εξαφανισμό μας 
Η μορφή του Τέρατος  είναι πολύχρωμη. 
Χιλιάδες φωτεινές επιγραφές με άθλια ονόματα καλλιτεχνών, συλλόγων και εταιριών αυτοκινήτων, στοιβάζονται στην οπτική περιοχή των περαστικών, που επιζητούν να σπάσουν τα πολύχρωμα λαμπιόνια για να μπουν μέσα, να προφυλαχθούν από τις σκόνες , τα νοσοκομειακά αυτοκίνητα, και τις για πάντα ασύλληπτες υπερηχητικές μοτοσυκλέτες .

Το τέρας είχε αρχίσει να κυκλοφορεί. Οι οδοκαθαριστές άρχιζαν την παράστασή τους με Σαίξπηρ, Σίλλερ και Αισχύλο , μια και ανήκουν δικαιωματικά στο υπουργείο Πολιτισμού
Χορός από τραβεστί ψάλλει τα χωρικά του Θεοδωράκη και αποσύρεται εις τα μικράς οδούς χορεύοντας συρτάκι.  

Τουρίστες Γάλλοι, Άγγλοι κι' Ελβετοί παρακολουθούν κι ανατριχιάζουν μπρος σ' αυτό το παραδοσιακό μας μεγαλείο. Και τρέχουνε στις τράπεζες ν αλλάξουνε συνάλλαγμα. 

 Το τέρας γίνεται γελοίο και κυκλοφορεί ανενόχλητο από Ωδείο σε Ωδείο. Η κλασσική μας Μουσική γίνεται Μαγειρείο. Κι όλος ο κόσμος απαιτεί επιδόματα ειδικά από το Δημόσιο Ταμείο.
Το ερώτημα περνάει απ' τις ηλεκτρικές εφημερίδες της κεντρικής πλατείας. Πώς θα αντιδράσουμε και πώς δε θα συμβιβαστούμε με το τέρας;
Θυμάστε τι έγινε στην «Ερωφίλη». Ο κόσμος της είχε για βασικές αξίες, το ήθος, την αλήθεια και την ομορφιά. Κι έτσι όταν παρουσιαζότανε η μορφή του τέρατος, αναστάτωνε το κοινό αίσθημα, εκ βαθέων, και προκαλούσε απρόσμενη, άμεση και καθοριστική αντίδραση. Μόλις ο Βασιλιάς έβγαλε τον μανδύα του μεγαλείου και το προσωπείο του αγαθού αρχηγού πατέρα, κι εφάνη στο πρόσωπό του η μορφή του τέρατος, ο Χορός, από γυναίκες, ορμά πάνω του, τον ποδοπατά, τον θανατώνει και τον εξαφανίζει.

 Αυτό σημαίνει πως ο χορός των γυναικών αυτών, και δεν φοβήθηκε, αλλά και πως δεν μπορούσε ποτέ να μοιάσει με το πρόσωπο του τέρατος." 


Μάνος Χατζιδάκις Κυριακή, 30 Ιουλίου 1978




Τρίτη 15 Απριλίου 2025

Μαγδαληνή



Πίνακας Αλεξαντρ Ιβανόφ 
Τον ξεχώρισα μόλις τον είδα, ήμουνα τακτική στα κηρύγματά του,
πούλησα κι ένα κτηματάκι της θειας μου για να τον ακολουθήσω.

Όμως όταν πια όλα τα ξόδεψα, αποφάσισα να πουλήσω και το κορμί μου,
στην αρχή στους ανθρώπους των καραβανιών, κατόπι στους τελώνες∙

κοιμήθηκα με σκληροτράχηλους Ρωμαίους κι οι Φαρισαίοι δε μου είναι άγνωστοι.

Κι όμως μέσα σ’ αυτά δεν ξεχνούσα τα μάτια του.
Μήνες για χάρη του έτρεχα απ’ το Ναό στο λιμάνι
κι απ’ την πόλη στο Όρος των Ελαιών.

Κύριε μυροπώλη, κάντε μου, σας παρακαλώ, μια μικρή έκπτωση.
Για ένα βάζο αλάβαστρου δε φτάνουν οι οικονομίες μου.
Κι όμως πρέπει να αποχτήσω αυτό το μύρο με τα σαράντα αρώματα.


Μ’ αυτό το μύρο θ’ αλείψω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα μαλλιά θα σφουγγίσω τα πόδια του,
μ’ αυτά τα χείλη, τα πόδια του τα εξαίσια κι άχραντα θα φιλήσω.

Ξέρω, είναι πολύ αυτό το μύρο για τη μετάνοια,
ωστόσο για τον έρωτα είναι λίγο.

Κι αν μια μέρα ασπαστώ το χριστιανισμό, θα είναι για την αγάπη του∙
κι αν μαρτυρήσω γι’ Αυτόν, θα ‘ναι η αγάπη του που θα μ’ εμπνέει.

Γιατί, κύριε, ο έρωτας μου ανάβει την πίστη κι η αγάπη τη μετάνοια

κι ίσως μείνει αιώνια τ’ όνομά μου σα σύμβολο
εκείνων που σώθηκαν και λυτρώθηκαν «ότι ηγάπησαν πολύ».





Ντίνος Χριστιανόπουλος  (1931-2020)

Από τη συλλογή
Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950)