Δευτέρα 3 Ιουνίου 2024

Φραντς Κάφκα: Τρομαγμένος από τη ζωή



 Δεν υπάρχει αμφιβολία πως την προφητική του δύναμι αντλούσε ο Κάφκα από τρεις παράγοντες: τον εβραϊσμό του, την απέραντη ευαισθησία που έδειχνε στον ανθρώπινο πόνο και τελικά την αρρώστιά του. Πέθανε στις 3 Ιουνίου 1924 από φυματίωσι του λάρυγγος στο σανατόριο Κίρλιγκ κοντά στην Βιέννη. Είχε ζήσει ακριβώς σαράντα χρόνια και ένδεκα μήνες. Από τη νέα αυτή ζωή ελάχιστες μέρες ήταν ελεύθερες από τον φόβο της Αποκαλύψεως που ετάραζε την ύπαρξί του.






Η εποχή του, κουρασμένη κι’ αυτή από τα δεινά της, δεν τον είχε προσέξει. Τον ανεκάλυψαν μετά τον τελευταίο πόλεμο οι συμπατριώτες του οι Τσεχοεβραίοι. Ο Μαξ Μπροντ τον έκανε έργο ζωής, τα οράματα του Κάφκα για την κατάντια του ανθρώπου, για τον πόλεμο και τον φασισμό, τον μετέβαλαν σε αναγνωρισμένο πια προφήτη. Έκτοτε δημιουργήθηκε ένα είδος λατρείας Κάφκα. Τον μετέφρασαν σε πολλές γλώσσες, τον διάβασαν, τον κατάλαβαν ή νόμισαν ότι δεν τον καταλαβαίνουν. Ο Φραντς Κάφκα έχει προωθηθή στο διεθνές προσκήνιο της συζητήσεως, του εκδοτικού ενδιαφέροντος, έχει γίνει μόδα. Αγαπάτε τον Κάφκα;



Μέσα σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα η Πράγα, η πατρίδα του, έβαλε μπροστά μια μεγάλη έκθεσι γύρω από τη ζωή και το έργο του προφήτη-συγγραφέα της. Έχει σκοπό να τη δείξη σ’ όλον τον κόσμο, αρχίζοντας από τη Βιέννη. 
Είδαμε την έκθεσι αυτή, κι’ όταν εγκαταλείψαμε το ανάκτορο Πάλφυ, όπου διωργανώθηκε, είχαμε το αίσθημα ότι φεύγαμε από την αίθουσα της «Δίκης» του Κάφκα. Σκοτεινά τα πάντα, γεμάτα μαύρη απόγνωσι — καμμιά ακτίνα ελπίδας. Και ο Κάφκα ο ίδιος και η έκθεσίς του είχαν ρουφήξει σαν ξερή γης όλη την άρνησι όχι μόνο της εποχής τους αλλά και της ζωής γενικά. 
Η έκθεσις και η ζωή του ήταν ένα μωσαϊκό της Αποκαλύψεως και κάθε ψηφίδα του ένα κομματάκι φρίκη, ανθρώπινη βαρβαρότητα, απελπισία.

 Βγήκαμε στο δρόμο και αναπνέοντας τα καυσαέρια της μεγαλούπολης νομίζαμε ότι αναπνέομε τον καθαρό αέρα των… ηπειρωτικών βουνών. Είμαστε ευχαριστημένοι ότι είχαμε φύγει. Όπως είναι ευχαριστημένοι και οι άνθρωποι του Κάφκα που αλλάζουν κουβέντα και πεζοδρόμιο όταν συναντούν την Ευθύνη για το μέλλον μας, άγρια και απαιτητική.

Το βάρος της εκθέσεως Κάφκα στη Βιέννη —την ωργάνωσε ο Αυστροτσεχοσλοβακικός Σύνδεσμος— το κρατάνε οι ιστορικές φωτογραφίες από τη ζωή και το περιβάλλον του Κάφκα, καθώς και ντοκουμέντα της υπαλληλικής του σταδιοδρομίας, χειρόγραφα των έργων του και αυτόγραφες επιστολές του. Στα γραψίματά του με τις πολλές διαγραφές αναγνωρίζουμε καθαρά τον αγώνα ενός ανθρώπου που πάλευε με δυο ξένες γλώσσες, τη γερμανική και την τσεχική, χωρίς να κατέχη όμως και τη μητρική του, που θα έπρεπε να είναι η εβραϊκή.

 Γεννήθηκε στην Πράγα από μικροαστούς Εβραίους που προσπαθούσαν να σπάσουν τα τείχη του γκέτο και να ενσωματωθούν στην τσεχική κοινωνία. Ο πατέρας του ήταν ένας δυναμικός μικρο-καταστηματάρχης, ένας καλός οικογενειάρχης, αλλά ξένος προς τις αναζητήσεις του παιδιού του. Τον άφησε στη μοίρα του λοιπόν, κι’ έτσι ήρθε η αποξένωσις ανάμεσά τους, που την εκφράζει έντονα ο Κάφκα στα γράμματά του.







Στο δίπλωμα της νομικής που πήρε ο Κάφκα, και που αναγράφονται όλα τα μαθήματα που παρακολούθησεν, αναγνωρίζομε το ζωηρό του ενδιαφέρον και για ζητήματα της τέχνης και της λογοτεχνίας. 
Παρακολουθούσε σπουδαίους καθηγητές στο αρχαιότερο αυτό γερμανόγλωσσο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Ασκούμενος δικηγόρος στο γραφείο του θείου του, πρωτοδοκιμάζει τη βιοπάλη στους δικαστηριακούς διαδρόμους, για να καταλήξη στον πιο εξασφαλισμένο λιμένα μιας ασφαλιστικής εταιρείας. Ο τομέας που αναλαμβάνει είναι η ασφάλεια εργατικών ατυχημάτων. Βλέπομε στην έκθεσι διάφορες μελέτες του πάνω στο θέμα και τρομάζομε αναδρομικά από την ανία που θα του προκαλούσε. Καθημερινά η απασχόλησις μιας τόσο ευαίσθητης φύσης με τέτοια θέματα. Ο φόβος της επιβιώσεως όμως τον έκανε, φαίνεται, καλό υπάλληλο, αν κρίνομε από τις υψηλές θέσεις στις οποίες προωθήθηκε με την υπαλληλική του ευσυνειδησία. Οι μελέτες του στην ασφαλιστική εταιρεία δείχνουν και μια γερή κριτική του όλου κοινωνικού μηχανισμού. Στα τσέχικα αυτά χειρόγραφα του «ασφαλιστή» Κάφκα βρίσκομε τη θετική βάσι για την παράλογη πλευρά του λογοτεχνικού του έργου.





Στην αρχή του αιώνα τον συναντούμε στον κύκλο της τσεχοεβραϊκής εκείνης ιντελλιγκέντσιας που αποτελούσε την πλευρά της γερμανόγλωσσης λογοτεχνίας της Πράγας. Στο καφενείο «Άρκο» συχνάζουν ο Βέρφελ, ο Μαξ Μπροντ, ο Όσκαρ Μπράουν, ο Ρούντολφ Φουξ, ο Φέλιξ Μπάουμ. Ό,τι εκλεκτότερο έχει να επιδείξη η «Χρυσή πόλις», καύχημα των Τσέχων, εστία σφοδρών εθνικιστικών αγώνων για τους Αψβούργους, κρυφή φιλοδοξία των Γερμανών. 
Τα ντοκουμέντα της εκθέσεως της Βιέννης μάς δίνουν ανάγλυφη την εποχή αυτή της Πράγας του Κάφκα. Οι αμφιβολίες του ότι όλα μπορεί να είναι και ανεπανόρθωτα χαλασμένα μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία, τον φέρνουν σ’ επαφή με τους αναρχικούς και τη φιλοσοφία του Εγέλου και του Φίχτε. 
Γνωρίζει, μιλάει, χτυπιέται καθημερινά με μαθηματικούς, με φυσικούς, με φιλοσόφους, με τον ίδιο τον Αϊνστάιν. 

Μέχρι την ημέρα —είμαστε στο 1912— που αισθάνεται κάτι σαν μια ελπίδα να σαλεύη μέσα του. Αρραβωνιάζεται τη Φελίτσια Μπάουερ. Η αρχή του πολέμου τον πετάει και πάλι στην απελπισία. Απαντά με τη νουβέλλα «Σ’ ένα λόχο τιμωρημένων», διαλύει τον αρραβώνα κι’ αρχίζει να εργάζεται στη «Δίκη». Το 1918 κουρνιάζει στο λαρύγγι του κι’ η φυματίωσις. 

Γνωρίζει τότε την Τσέχα δημοσιογράφο Μιλένα Γιέζενσκα. Είναι η γυναίκα της ζωής του, αυτή που θα του κλείση τρυφερά τα μάτια στο σανατόριο κοντά στη Βιέννη, στις 3 Ιουνίου 1924. Τρεις μέρες αργότερα θα του γράψη η Μιλένα και τη νεκρολογία που τυπώθηκε τσέχικα στην εφημερίδα «Ναρόντνι Λίστυ». Είναι κατά τη γνώμη μου το συνταρακτικώτερο ντοκουμέντο της εκθέσεως. 

Γράφει η Μιλένα ανάμεσα σ’ άλλα για τον πεθαμένο φίλο της:


«Τον γνώριζαν λίγοι άνθρωποι, γιατί ήταν μονόλυκος, γεμάτος γνώσεις, τρομαγμένος από τη ζωή. Χρόνια πολλά ήταν άρρωστος από φυματίωσι, και μολονότι προσπαθούσε να τη θεραπεύση, την έθρεψε ωστόσο συνειδητά με τις σκέψεις του. Έλεγε: Όταν η ψυχή και η καρδιά δεν μπορούν πια να κρατήσουν το βάρος, αναλαμβάνει τη μισή επιβάρυνσι ο πνεύμονας, για να υπάρχη κάποια αναλογία στην κατανομή. Η αρρώστια τού είχε προσδώσει μια θαυμαστή ευαισθησία, και του είχε ακονίσει τον διανοητισμό του κατά τρόπο σχεδόν φρικτό. Ήταν ντροπαλός, φοβισμένος, ήπιος και αγαθός — αλλά τα βιβλία που έγραφε ήσαν ανηλεή και προκαλούσαν πόνο.
Έβλεπε τη ζωή γεμάτη αόρατους δαίμονες που αρπάζουν και εξοντώνουν έναν απροστάτευτο άνθρωπο. Ήταν πολύ προφητικός, πολύ σοφός για να μπορέση να ζη, πολύ αδύνατος για να αγωνισθή, αδύνατος όπως οι ευγενικοί, ωραίοι άνθρωποι που δεν ρίχνονται στον αγώνα από φόβο μήπως δεν τους καταλάβουν, μήπως τους φερθούν άφιλα, γιατί φοβούνται τα ψέματα των διανοουμένων και ξέρουν εκ των προτέρων ότι είναι αδύναμοι και νικιούνται τελικά έτσι που να ντροπιάζουν τον νικητή».





«Τον είχε τρομάξει η ζωή». Στη φράσι αυτή βρίσκεται το κλειδί για την κατανόησι της ζωής και του έργου του Κάφκα. Η έκθεσις της Βιέννης με τις φωτογραφίες και τα ντοκουμέντα της μας τόδωσε το κλειδί αυτό στο χέρι.

        ----   ------     -------


*Κείμενο για τον αποβιώσαντα πριν από έναν ακριβώς αιώνα Φραντς ΚάφκαΦραντς Κάφκα, που έφερε την υπογραφή «Π. Πόντιος» και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Κυριακή 2 Αυγούστου 1964.


Το πολύ καλό ρολόι δεν πρέπει να δείχνει την ώρα


Διαβάζω την περιγραφή ενός ρολογιού. Πρόκειται για το Patek Philippe C 89. Είναι ένα ρολόι τσέπης με διπλή κάσα από χρυσάφι 18 καρατιών και κάνει 33 διαφορετικές δουλειές. Το περιοδικό στο οποίο διαβάζω την περιγραφή δεν γράφει την τιμή. Υποθέτω λόγω ελλείψεως χώρου (θα μπορούσε όμως να τη γράψει περιληπτικά σε εκατομμύρια κι όχι σε λιρέτες). Νιώθοντας μια τρομερή ψυχική κατάπτωση, πήγα κι αγόρασα ένα καινούργιο Casio, πολύ φτηνό, όπως κάνουν εκείνοι που λαχταρώντας απερίγραπτα μια Ferrari, για να ηρεμήσουν πηγαίνουν και αγοράζουν ένα ραδιοφωνάκι με ξυπνητήρι. Στο κάτω κάτω, για να κουβαλάω ένα ρολόι τσέπης θα’ πρεπε ν' αγοράσω και το κατάλληλο γιλέκο.


Θα μπορούσα όμως, έλεγα μέσα μου, να το έχω στο τραπέζι. Θα περνούσα ώρες και ώρες ξέροντας πόσο του μηνός έχουμε, ποιά μέρα της εβδομάδας, ποιο μήνα, ποιό έτος, ποιά δεκαετία και ποιόν αιώνα, κι ακόμη τα δίσεκτα έτη, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα της δικής μας ώρας, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα της ώρας σε κάποια άλλη χώρα κατά το κέφι μου, τη θερμοκρασία, την αστρική ώρα, τις φάσεις της σελήνης, την ώρα ανατολής και δύσης του ήλιου, τη θέση του ήλιου στον Ζωδιακό κύκλο, για να μην αναφέρω τις άπειρες ανατριχίλες που θα μου πρόσφερε η ολοκληρωμένη και κινητή παράσταση του χάρτη των άστρων και το συγκλονιστικό παιχνίδι με τα διάφορα καντράν. Θα μπορούσα ακόμη και ν' αποφασίζω μια μικρή ανάπαυση χάρις στο ενσωματωμένο ξυπνητήρι. Παρά λίγο να το ξεχάσω: ένας μικρός δείκτης θα με πληροφορεί σχετικά με το υπόλοιπο που μένει από το αρχικό κούρδισμα. Και, φυσικά, παρά λίγο να το ξεχάσω κι αυτό, θα μπορώ να ξέρω και τι ώρα είναι. Αλλά γιατί να το ξέρω;



Αν ήμουν κάτοχος ενός παρομοίου θαύματος δε θα μ’ ενδιέφερε καθόλου να ξέρω ότι η ώρα είναι δέκα και δέκα. 
Θα προτιμούσα να παρακολουθώ την ανατολή και τη δύση του ήλιου (και θα μπορούσα να το κάνω ακόμη και σ’ ένα σκοτεινό θάλαμο), θα συγκέντρωνα πληροφορίες για τη θερμοκρασία, θα έφτιαχνα ωροσκόπια, θα ονειρευόμουν την ημέρα πάνω στο γαλάζιο καντράν τ' αστέρια που θα μπορούσα να δω τη νύχτα, τη νύχτα όμως θα την περνούσα υπολογίζοντας το χρόνο που μας χωρίζει απ' το Πάσχα. 


Μ' ένα τέτοιο ρολόι δεν υπάρχει πια λόγος να μετράμε τον εξωτερικό χρόνο, επειδή θά 'πρεπε ν' ασχολούμαστε μαζί του σ’ όλη μας τη ζωή, κι ο χρόνος που μας παρουσιάζει θα μεταμορφωνόταν από ακίνητη εικόνα της αιωνιότητας σε αιωνιότητα στην πράξη, ή με άλλα λόγια ο χρόνος θα ήταν μόνο μια μυθική παραίσθηση που την προκαλεί εκείνος ο μαγικός καθρέφτης.





Όλα αυτά τα γράφω επειδή τον τελευταίο καιρό είδα να κυκλοφορούν διάφορα περιοδικά που απευθύνονται μόνο σε συλλέκτες ρολογιών. Είναι πολύχρωμα, σε καλό χαρτί, και θα πρέπει να κοστίζουν αρκετά. Κι αναρωτιέμαι: τα αγοράζουν διάφοροι αναγνώστες που τα ξεφυλλίζουν σαν βιβλία με παραμύθια και νεράιδες, ή μήπως απευθύνονται (όπως υποψιάζομαι) και σε κάποιο ειδικό κοινό αγοραστών; Μια τέτοια περίπτωση θα σήμαινε ότι όσο περισσότερο το μηχανικό ρολόι, το θαύμα μιας εκατοντάχρονης εμπειρίας, καταντάει άχρηστο γιατί αντικαθίσταται από τα πάμφθηνα ηλεκτρονικά ρολόγια, τόσο περισσότερο μεγαλώνει κι απλώνεται η επιθυμία να αποκτήσουμε, να επιδείξουμε, να κοιτάξουμε με λατρεία, ν' αποθησαυρίσουμε (σαν επένδυση) αυτές τις υπέροχες, αυτές τις τέλειες μηχανές του χρόνου.


Είναι ολοφάνερο ότι οι μηχανές αυτές δεν σχεδιάστηκαν για να μας δείχνουν την ώρα. Το πλήθος των λειτουργιών και η κομψή κατανομή του σε πολυάριθμα και συμμετρικά καντράν, μας υποχρεώνει, αν θέλουμε, να μάθουμε ότι σήμερα είναι Παρασκευή, 24 Μάΐου, και η ώρα τρεις και είκοσι, να παρακολουθούμε για μεγάλο χρονικό διάστημα τους πολυάριθμους δείκτες και ταυτόχρονα να κρατάμε σημειώσεις σ’ ένα τετράδιο. Από την άλλη πλευρά, οι φθονεροί ηλεκτρονικοί Ιάπωνες, που τώρα ντρέπονται για την πρωτόγονη πρακτικότητά τους, σήμερα μας υπόσχονται μικροσκοπικά καντράν που θα μας δείχνουν τη βαρομετρική πίεση, το υψόμετρο, το βάθος στη θάλασσα, και ταυτόχρονα θα μας εξασφαλίζουν χρονόμετρο, countdown, θερμόμετρο, εκτός, φυσικά, από την τράπεζα δεδομένων, όλες τις ώρες σε όλα τα κράτη, οχτώ διαφορετικά ξυπνητήρια, ηλεκτρονικό υπολογιστή, σύστημα υπολογισμού της αξίας ξένων νομισμάτων και ηχητικό σήμα για τις ώρες.



Όλα αυτά τα ρολόγια, όπως συμβαίνει και με ολόκληρη τη βιομηχανία της πληροφόρησης, κινδυνεύουν να μη μας μεταδίδουν πλέον τίποτε, ακριβώς επειδή μεταδίδουν πάρα πολλά. Εξάλλου, με τη βιομηχανία της πληροφόρησης έχουν κι ένα ακόμη κοινό χαρακτηριστικό: τώρα πια δε μιλάνε για τίποτε άλλο εκτός από τον εαυτό τους και την εσωτερική τους λειτουργία. Το αριστούργημα έχει επιτευχθεί με ορισμένα ρολόγια για κυρίες. Στα ρολόγια αυτά οι δείκτες είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτοι, το καντράν είναι από μάρμαρο, δεν υπάρχουν γραμμές για τις ώρες και τα λεπτά κι έτσι, στην καλύτερη περίπτωση μπορείς να πεις ότι βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα μεσημέρι και μεσάνυχτα, ίσως της προπερασμένης ημέρας. 


Ο σχεδιαστής, όμως, άφησε έμμεσα να εννοηθεί ότι οι κυρίες για τις οποίες προορίζεται αυτό το ρολόι, δεν έχουν τίποτε να κάνουν κι έτσι, το μόνο που τους μένει είναι να κοιτάζουν μια μηχανή που αφηγείται την ίδια της τη ματαιότητα.




Ουμπέρτο Έκο- Σημειώματα Σημειολογίας